Τα παρακάτω κείμενο του Λουί Αλτουσέρ αποτελεί το πρώτο παράρτημα του βιβλίου του On the Reproduction of Capitalism: Ideology and Ideological State Apparatuses, εκδόσεις Verso, 2014.

Τα πράγματα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν σαφέστερα όσον αφορά την απολύτως θεμελιώδη θέση της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων, μια θέση η οποία ίσως αποτελεί το κλειδί[1] σ’ ένα κομμάτι της ιστορίας του διεθνούς σοσιαλιστικού, κι ύστερα του κομμουνιστικού, κινήματος.

 Γιατί «όσο το δυνατόν σαφέστερα» αντί για «απόλυτα σαφή»; Γιατί αυτός ο περιορισμός κι αυτή η επιφύλαξη;

  1. Επειδή τα πράγματα δεν είναι σαφή και δεν είναι εύκολο ν’ αποσαφηνιστούν, ακόμη και στα μυαλά ενός αριθμού μαρξιστών και κομμουνιστών μιλιτάντηδων, ως αποτέλεσμα της ιστορίας που έχουν βιώσει.
  2. Επειδή, πέρα απ’ τις συγχύσεις που έσπειρε αυτή η ιστορία, είναι εκτεθειμένοι στην επιρροή της αστικής ιδεολογίας, η οποία είναι βασικά «οικονομίστικη» και διαρκώς εισάγει (ή επιβάλλει) την «αυταπόδεικτη» μα ψευδή ιδέα ότι τα πάντα εξαρτώνται, σε τελική ανάλυση, στις παραγωγικές δυνάμεις και, ειδικά, στην «ορμητική ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας» – της «τεράστιας μετάλλαξης» (sic) της οποίας υποτιθέμενα γινόμαστε μάρτυρες.
  3. Επειδή, δυστυχώς υπάρχουν κείμενα του Μαρξ που είναι, το λιγότερο, εξαιρετικά αμφίσημα – πιο συγκεκριμένα, ο διάσημος «Πρόλογος» της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας του 1859· κι επειδή το κείμενο αυτό υπήρξε η Βίβλος τόσο της Β’ Διεθνούς όσο και του Στάλιν.
  4. Επειδή, είναι θεωρητικώς πολύ δύσκολο να διατυπώσουμε το ερώτημα σε πλήρως ανεπτυγμένη μορφή, κι επειδή αυτό θα χρειαστεί κόπο και χρόνο.

Τούτων λεχθέντων, ιδού η υπό συζήτηση θέση, στην οποία δίνω την ακόλουθη ακριβή μορφή: «Εντός της ειδικής ενότητας των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων που συγκροτούν έναν τρόπο παραγωγής, οι παραγωγικές σχέσεις παίζουν τον καθοριστικό ρόλο, στη βάση των υπάρχοντων παραγωγικών δυνάμεων κι εντός των αντικειμενικών ορίων που θέτουν οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις».

Η πολεμική ξεκινά άμεσα. Θα τη ξεκινήσω μόνος μου.

Θ’ αντιπαραθέσει κανείς αμέσως σ’ αυτή τη Θέση κείμενα του ίδιου του Μαρξ. Για να ξεκινήσουμε, τις καλά γνωστές γραμμές της Αθλιότητας της Φιλοσοφίας (1847), όπου ο Μαρξ γράφει: με τον νερόμυλο, έχεις φεουδαρχία· με την ατμομηχανή, έχεις καπιταλισμό[2]. Οι παραγωγικές δυνάμεις, έτσι, ανάλογα με τον «βαθμό ανάπτυξής τους», προικίζονται, ως έχουν, με δικές τους παραγωγικές σχέσεις – δηλαδή, με τις αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις, τις παραγωγικές σχέσεις εκείνες που επαρκούν γι’ αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις. Κάθε επανάσταση στις παραγωγικές δυνάμεις, καθώς οδηγεί σε μια αναντιστοιχία με τις παλιές παραγωγικές σχέσεις, επισπεύδει μια επανάσταση στις παραγωγικές σχέσεις η οποία θέτει τις νέες παραγωγικές σχέσεις σε νέα (κι επαρκή) αντιστοιχία με τις νέες παραγωγικές δυνάμεις.

Αυτό δηλώνεται ρητά στον διάσημο «Πρόλογο» (που εκδόθηκε το 1859, απ’ τον ίδιο τον Μαρξ, κι οποίος οπότε εγγυάται την ακρίβειά του) της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Ιδού το κεντρικό απόσπασμα του προλόγου αυτού σε δική μου μετάφραση, βασισμένη στη γερμανική έκδοση του 1953 απ’ τις εκδόσεις Dietz:

Στην κοινωνική παραγωγή της ύπαρξής τους, οι άνθρωποι εισέρχονται σε σχέσεις που είναι καθορισμένες, αναγκαίες κι ανεξάρτητες της θέλησής τους: σε παραγωγικές σχέσεις οι οποίες αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων εκπροσωπεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση επί της οποίας εγείρεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής επηρεάζει, γενικά, τη διαδικασία της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους· αντιθέτως, το κοινωνικό τους είναι καθορίζει τη συνείδησή τους. Οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, σ’ έναν ορισμένο βαθμό της ανάπτυξής τους, έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις, ή -αυτός είναι απλός ένας νομικός όρος προσδιορισμού τους- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας εντός των οποίων λειτουργούσαν ως τώρα. Οι σχέσεις αυτές, από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μετατρέπονται σε δεσμά τους. Τότε ξεκινά μια περίοδος κοινωνικής επανάστασης. Με τις αλλαγές στην οικονομική βάση, περισσότερο ή λιγότερο αργά ή γρήγορα ανατρέπεται το σύνολο του αχανούς εποικοδομήματος. […] Ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν εξαφανίζεται ποτέ προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν αντικαθιστούν τις παλιές προτού οι υλικοί τους όροι έχουν ωριμάσει-ανθήσει στην καρδιά της παλιάς κοινωνίας. Γι’ αυτό η ανθρωπότητα θέτει στον εαυτό της μόνο καθήκοντα που μπορεί να εκπληρώσει, επειδή, υπό στενότερη εξέταση, βρίσκει κανείς διαρκώς ότι το ίδιο το καθήκον εγείρεται μόνο όταν ήδη υπάρχουν οι υλικοί όροι για την επίτευξή του, ή τουλάχιστον όταν οι υλικοί όροι αυτοί βρίσκονται υπό διαδικασία διαμόρφωσης. Σε γενικές γραμμές, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός κι ο νεωτερικός-αστικός τρόπος παραγωγής, μπορούν να περιγραφτούν ως προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις αποτελούν τη τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας – ανταγωνιστικής όχι με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού, μα ενός ανταγωνισμού που προκύπτει απ’ τους κοινωνικούς όρους των ζωών των ατόμων. Ωστόσο, οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στην καρδιά της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτοχρόνως τους υλικούς όρους για την επίλυση αυτού του ανταγωνισμού. Συνεπώς, ο παρών κοινωνικός σχηματισμός αποτελεί τον τελευταίο της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας[3].

Μια λεπτομέρεια: η έμφαση στο παραπάνω παράθεμα δεν είναι του Μαρξ αλλά δική μου. Θα δούμε το γιατί σε λίγο.

Μια παρατήρηση: αναμφίβολα, δεν δικάζουμε εδώ ένα τόσο σύντομο και, αναγκαστικά, ακραία συμπυκνωμένο κείμενο. Ωστόσο, να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στο κράτος ή τις κοινωνικές τάξεις σ’ αυτό το κείμενο, ή έστω μια έμμεση αναφορά στη ταξική παλή, μολονότι, όπως είχε διακηρύξει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η ταξική πάλη παίζει τον ρόλο του «κινητήρα» όλης της ανθρώπινης ιστορίας και, ιδίως, των «κοινωνικών επαναστάσεων», με τις επαναστάσεις εδώ ν’ αναφέρονται μόνο σε σύνδεση με την αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Αυτή η παράξενη σιωπή πιθανόν να μην οφείλεται μόνο στους περιορισμούς που επιβάλλει η συνοπτικότητα όσων παραθέτονται.

Μια δεύτερη παρατήρηση: το κείμενο αυτό είναι πρακτικά το μοναδικό κείμενο του Μαρξ που περιέχει μια έκθεση των βασικών αρχών του ιστορικού υλισμού. Γι’ αυτό έχει γίνει κλασσικό. Ο Στάλιν το αναπαρήγαγε σχεδόν αυτολεξεί στο Διαλεκτικός κι Ιστορικός Υλισμός[4]. Αφετέρου, απ’ όσο (μπορώ να) γνωρίζω, ο Λένιν δεν το έθεσε ποτέ στο επίκεντρο της σκέψης ή της δράσης του· ούτε ποτέ του πρότεινε ότι το κείμενο αυτό υπήρξε η Βίβλος, έστω και μια πολύ συντμημένη Βίβλος, του ιστορικού υλισμού. Παραθέτει μόνο τ’ αναντίρρητα αποσπάσματα του κειμένου.

Μια τελευταία παρατήρηση: γνωρίζουμε, απ’ την αλληλογραφία του Μαρξ με τον Ένγκελς, ότι ο Μαρξ έτυχε να «ξαναδιαβάσει», με θαυμασμό, το 1858 την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ. Η εμφανής εγελιανή επιρροή στα Grundrisse, τα οποία χρονολογούνται την περίοδο 1857-1859, μου φαίνεται προφανής σ’ αυτόν τον «Πρόλογο». Ας θυμηθούμε ότι το Κεφάλαιο, το οποίο είναι αρκετά διαφορετικό, ήρθε 8 χρόνια αργότερα.

Η απόδειξή μου:

Όλοι οι όροι στους οποίους έδωσα έμφαση στο παραπάνω παράθεμα απ’ τον «Πρόλογο», ανήκουν στην εγελιανή φιλοσοφία, όπως μπορεί να επιβεβαιώσει και πρέπει να παραδεχτεί οποιοσδήποτε έχει διαβάσει Χέγκελ (κι ειδικά τη Φιλοσοφιά της Ιστορίας, ιδίως την «Εισαγωγή»). Πιο συγκεκριμένα, ο Μαρξ δεν δανείστηκε απλώς την εγελιανή ορολογία, μα αποδέχτηκε καθεαυτή την εγελιανή αντίληψη, με μια μόνο διαφορά η οποία είναι σημαντική αλλά ουσιαστικά δεν αλλάζει τίποτα. Το σύνολο των εγελιανών αυτών όρων σχηματίζει ένα σύστημα που λειτουργεί στο κείμενο του Μαρξ σε συμφωνία με την καθεαυτή εγελιανή αντίληψη.

Η αντίληψη αυτή είναι εκείνη της αλλοτρίωσης, η οποία εκφράζεται στη διαλεκτική αντιστοιχίας κι αναντιστοιχίας (ή «αντίφασης», «ανταγωνισμού») μεταξύ Μορφής και Περιεχομένου. Η διαλεκτική μη-αντίφασης (αντιστοιχίας) κι αντίφασης (αναντιστοιχίας) μεταξύ Μορφής και Περιεχομένου, καθώς κι η διαλεκτική των βαθμίδων ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (στον Χέγκελ, οι στιγμές της ανάπτυξης της Ιδέας) είναι 100% εγελιανές.

Το μαρξικό σ’ αυτό το κείμενο είναι οι έννοιες των παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών σχέσεων, της βάσης και του εποικοδομήματος, και του κοινωνικού σχηματισμού. Οι έννοιες αυτές υποκαθιστούν τις ακόλουθες εγελιανές έννοιες: περιεχόμενο της στιγμής της Ιδέας, εσωτερίκευση-αντικειμενοποίηση, μορφές ανάπτυξης αυτού του περιεχομένου, «λαοί». Οι νέες μαρξιστικές έννοιες απλώς αντικαθιστούν τις εγελιανές. Το σύνολο λειτουργεί με την εγελιανή διαλεκτική της μη-αντίφασης, ύστερα της αντιφατικής αλλοτρίωσης μεταξύ Περιεχομένου και Μορφής, κι οπότε στη θεωρητική βάση καθεαυτής της εγελιανής αντίληψης.

Σύμφωνα μ’ αυτή την εγελιανή αντίληψη, κάθε «ιστορικός λαός» αναπαριστά μια στιγμή (μια βαθμίδα) στην ανάπτυξη της Ιδέας· το περιεχόμενο αυτής της βαθμίδας έχει σχηματιστεί στην καρδιά της προηγούμενης ανεπτυγμένης στιγμής του προηγούμενου «λαού», όπως η ψίχα ενός αμυγδάλου· και, σε μια δοσμένη στιγμή, το νέο περιεχόμενο (το αμύγδαλο) έρχεται σ’ αντίφαση με την προηγούμενη μορφή (το τσόφλι) και το σπάει, ώστε το περιεχόμενο να προικιστεί με τις δικές του μορφές ανάπτυξης (το νέο του τσόφλι)[5]. Ο Χέγκελ σκέφτεται αυτή τη διαδικασία με την μορφή της εξωτερίκευσης-αλλοτρίωσης του περιεχομένου σε μορφές ειδικές σε αυτό: στην καρδιά αυτών των μορφών, ο νέος πυρήνας συγκροτείται εκ νέου – αρχικά είναι εμβρυϊκός, ύστερα γίνεται όλο και περισσότερο ουσιώδης: ένα νέο αμύγδαλο (μια νέα, «ανώτερη» «βαθμίδα» στην «ανάπτυξη» της Ιδέας). Αυτός ο νέος πυρήνας θα έρθει σ’ αντίφαση με την υπάρχουσα Μορφή (το τσόφλι), κι η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι το τέλος της Ιστορίας, όπου επιλύεται η τελική αντίφαση (για τον Χέγκελ, η τελική αντίφαση επιλύεται στην ενότητα της Γαλλικής Επανάστασης με τη γερμανική θρησκευτικότητα που εγκαινιάζει η φιλοσοφία του).

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Μαρξ, βρίσκουμε, λέξη προς λέξη, το ίδιο σχήμα, με την ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων σε προοδευτικές, «ανώτερες» βαθμίδες που υποκαθιστούν την ανάπτυξη των «βαθμίδων» ή στιγμών της ανάπτυξης της Ιδέας. Βρίσκουμε επίσης τη θέση ότι κάθε βαθμίδα (ανάπτυξης) των παραγωγικής δυνάμεων πρέπει ν’ αναπτύξει όλους τους πόρους της που χωρούν στις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις, προτού παρέμβει η αντίφαση που αποδεικνύεται μοιραία γι’ αυτές τις παραγωγικές σχέσεις, στην μορφή των οποίων «δεν χωρά» το νέο περιεχόμενο, κλπ. Βρίσκουμε επίσης την οριστικότητα[6] λόγω της οποίας το μέλλον που θ’ αντικαταστήσει το παρελθόν αναπτύσσεται σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό ανά πάσα στιγμή· αυτό δικαιολογεί τη διάσημη θέση ότι η «ανθρωπότητα» (μια παράξενη «μαρξιστική» έννοια) «θέτει στον εαυτό της μόνο καθήκοντα που μπορεί να εκπληρώσει», επειδή τα μέσα που χρειάζονται για την επίτευξή τους (sic) είναι, κάθε φορά, ήδη πλήρως έτοιμα -προνοητικά, ως έχουν- διαθέσιμα μπροστά μας. Βρίσκουμε επίσης την οριστικότητα[6] που υπήρξε η χαρά του εξελικτισμού της Β’ Διεθνούς (που αργότερα υιοθέτησε ο Στάλιν): τη ρυθμισμένη, «προοδευτική» διαδοχή τρόπων παραγωγής, τείνοντας προς το πέρας της ταξικής κοινωνίας. Είναι, οπότε, ν’ απορεί κανείς ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά στη ταξική πάλη, καθώς τα πάντα είναι υποτίθεται ρυθμισμένα απ’ το παιχνίδι της «αντιστοιχίας» και της επακόλουθης αντίφασης μεταξύ περιεχομένου (οι παραγωγικές δυνάμεις) και μορφής (οι παραγωγικές σχέσεις);

Ας το επαναλάβουμε: δεν υπάρχει ζήτημα να [δικάσουμε][7] τον Μαρξ επειδή έγραψε αυτή τη χούφτα των πολύ αμφίσημων γραμμών, ή ακόμη κι επειδή τις δημοσίευσε (ενώ δεν εξέδωσε άλλα, ακόμη περισσότερο αμφίσημα χειρόγραφα, όπως τα Χειρόγραφα του 1844 ή ακόμη και τη Γερμανική Ιδεολογία). Επειδή σ’ όλο το Κεφάλαιο επιμένει εναντίον αυτού του εγελιανισμού, τόσο στο βαθύτερο πνεύμα του όσο και, εκτός ορισμένων άτυχων μα σπάνιων διατυπώσεων, στο γράμμα του. Στο Κεφάλαιο, πράγματι, 1) η ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων δεν συλλαμβάνεται πλέον καθόλου ως σχέση ενός Περιεχομένου με την Μορφή του· και 2) ο τόνος τίθεται στις παραγωγικές σχέσεις, η πρωτοκαθεδρία των οποίων επιβεβαιώνεται αδιαμφισβήτητα.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ένα ιστορικό γεγονός καίριας σημασίας για την ιστορία του εργατικού κινήματος. Εδώ θ’ αναφερθώ μόνο σ’ ένα στοιχείο. Στη τελική, πρόκειται μόνο για ένα σύμπτωμα, αλλά πιστεύω ότι είναι αρκετά σοβαρό ώστε να δικαιλογεί τον αναστοχασμό.

Αποτελεί γεγονός ότι, στην ιστορία του μαρξιστικού εργατικού κινήματος, αυτός ο διάσημος, ατυχές «Πρόλογος» του 1859 έχει αποτελέσει τον Νόμο και τους Προφήτες για μερικούς, κι έχει παραμεληθεί τελείως από άλλους. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε κανείς να γράψει μια ιστορία του μαρξιστικού εργατικού κινήματος αναλογιζόμενος την απάντηση που δώθηκε στο εξής ερώτημα: εντός της ενότητας παραγωγικών δυνάμεων/παραγωγικών σχέσεων, σε ποιο στοιχείο θα πρέπει ν’ αποδώσουμε, θεωρητικά και πολιτικά, προτεραιότητα;

Μερικοί έχουν απαντήσει (στα κείμενα και τις δράσεις τους): προτεραιότητα πρέπει να δωθεί στις παραγωγικές δυνάμεις. Αυτοί ήταν, αρχικά, η πλειοψηφία των ηγετών της Β’ Διεθνούς, εκκινόντας απ’ τον Μπέρνσταϊν και τον Κάουτσκι· επίσης κι ο Στάλιν.

Άλλοι έχουν απαντήσει (στα κείμενα και τις δράσεις τους): προτεραιότητα πρέπει να δωθεί στις παραγωγικές σχέσεις. Αυτοί ήταν ο Λένιν κι ο Μάο. Δεν είναι τυχαίο που ο Λένιν κι ο Μάο οδήγησαν τα κομμουνιστικά κόμματά τους στη νική της Επανάστασης.

Ρωτάω απλώς το ακόλουθο ερώτημα. Αν ο Λένιν κι ο Μάο είχαν λάβει κυριολεκτικά την κεντρική θέση του «Προλογού» -«Ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν εξαφανίζεται ποτέ προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν αντικαθιστούν τις παλιές προτού οι υλικοί τους όροι έχουν ωριμάσει-ανθήσει στην καρδιά της παλιάς κοινωνίας»- πως θα είχαν αναλάβει την ηγεσία του κόμματος και των μαζών και θα είχαν διασφαλίσει τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης;

Αυτή ακριβώς ήταν η θέση που χρησιμοποίησε ο Κάουτσκι ενάντια στον Λένιν όταν τον κατηγόρησε ότι «κάνει από πολύ νωρίς την επανάσταση» σε μια οπισθοδρομική χώρα στην οποία οι παραγωγικές δυνάμεις απείχαν χιλιάδες χιλιόμετρα απ’ το να έχουν αναπτυχθεί επαρκώς ώστε να «εγγυηθούν» (στα χέρια του ακατανόμαστου, βολονταριστή-πραξικοποηματία Λένιν) παραγωγικές σχέσεις που ήταν εμφανώς «πρόωρες»… Ο Κάουτσκι ίσως και να είχε ακόμη προσθέσει (και πιθανόν το έκανε: πρέπει να διαβαστεί) ότι οι παραγωγικές δυνάμεις της καπιταλιστικής Ρωσίας, μόλις απελευθερώθηκαν απ’ το βάρος που εκπροσωπεί ο Νικόλαος Β’, απείχαν πολύ απ’ το να έχουν αναπτύξει όλους τους πόρους τους εντός των νέων καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων που είχαν ήδη υποστεί σημαντική ανάπτυξη πριν την πτώση του τσαρισμού…

Τι να πούμε για την Κίνα, οι παραγωγικές δυνάμεις της οποίας κατά την επανάσταση του 1949 ήταν λιγότερο ανεπτυγμένες απ’ ότι στη Ρωσία του 1917; Αν ζούσε ο Κάουτσκι, ίσως να είχε κατακρίνει τον «βολονταρισμό» του «πραξικοπηματία» Μάο ακόμη αυστηρότερα… Επιτρέψτε μας όμως να μην πούμε εδώ παραπάνω γι’ αυτά τα ερωτήματα, τα οποία παραμένουν καυτά – κι όχι μόνο εξαιτίας αυτού που μπορούμε ν’ αντιληφθούμε από μακρυά αναφορικά με ποιο ήταν το διακύβευμα στην Κινά κατά το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός και, ύστερα, κατά την απομάκρυνση του Μάο απ’ την εξουσία και την επακόλουθη επιστροφή του σ’ αυτή κατά την Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση. Μου φαίνεται ότι, κι εδώ, το ερώτημα αυτό περί της προτεραιότητας των παραγωγικών δυνάμεων ή των παραγωγικών σχέσεων πρέπει να ξανάπαιξε έναν ορισμένο ρόλο.

Επιτρέψτε μας να εξετάσουμε κάτι περισσότερο οικείο και κοντινό σ’ εμάς: όχι την «προσωπολατρία», μα την πολιτική του Στάλιν όπως αυτή διαμορφώθηκε γύρω στο 1930, κι ακολουθήθηκε μ’ αδυσώπητη επιμονή από εκεί κι ύστερα. Δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι ο Στάλιν χρησιμοποίησε τις θέσεις του «Προλόγου» του 1859 λέξη προς λέξη το 1938.

Αναντίρρητα, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την πολιτική του Στάλιν (στον βαθμό που, απ’ τη «στροφή» του 1930-1932 κι ύστερα, ο Στάλιν υπήρξε, σε τελική ανάλυση, ο μοναδικός που έπαιρνε πολιτικές αποφάσεις) λέγοντας ότι υπήρξε η συνεκτική πολιτική της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών δυνάμεων επί των παραγωγικών σχέσεων. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξετάσουμε, απ’ αυτή την άποψη, τις πολιτικές του Στάλιν σε σύνδεση με τον σχεδιασμό και την αγροτιά· τον ρόλο που έδωσε στο κόμμα· ακόμη κι ορισμένων συγκλονιστικών διατυπώσεων όπως εκείνη η οποία, ορίζοντας τον «άνθρωπο» ως «το πολυτιμότερο κεφάλαιο», προφανώς μεταχειριζόταν τον άνθρωπο μόνο ως εργασιακή δύναμη, με άλλα λόγια, ως τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ένα συστατικό στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων (ας αναλογιστούμε το σχετικό θέμα του σταχανοβισμού).

Φυσικά, μπορεί κανείς να δικαιολογήσει αυτή την πολιτική παραθέτοντας την απολύτως επιτακτική ανάγκη να προικιστεί η Σοβιετική Ρωσία, απειλούμενη καθώς ήταν από ιμπεριαλιστική περικύκλωση κι επιθετικότητα, με παραγωγικές δυνάμεις και μια βαριά βιομηχανία που θα την καθιστούσε ικανή ν’ αντιμετωπίσει την προβλέψιμη, όντας ουσιαστικά αναπόφευκτη, δοκιμασία του πολέμου. Φυσικά, μπορείς επίσης να ειπωθεί ότι η πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση μπορούσε να έρθει σε πέρας, σ’ αυτή την κρίσιμη κατάσταση, μόνο εις βάρος των αγροτών, και ουσιαστικά «μ’ όλα τα διαθέσιμα μέσα», κλπ. Φυσικά, μπορεί να προστεθεί ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, η οποία έκανε την Επανάσταση του 1917, σφαγιάστηκε στον απροκάλυπτο εμφύλιο πόλεμο και τον συγκαλυμμένο εμφύλιο πόλεμο που επικρατούσε για χρόνια στην ύπαιθρο, όπου αμέτρητοι εργάτες μιλιτάντηδες εν ολίγοις απλώς σκοτώθηκαν· κι ότι το κόμμα του Στάλιν δεν μπορούσε πια να είναι το κόμμα του Λένιν ύστερα απ’ αυτές τις σφαγές κι αυτά τα χρόνια λιμού. Εντάξει.

Όμως, δεν μπορώ να μην θέσω το ερώτημα που με στοιχειώνει – επειδή μας στοιχειώνει όλους μας. Δεν είναι γεγονός ότι ο Στάλιν υπολείποταν της πολιτικής του Λένιν, όπως μας επιβεβαιώνει το κείμενό του απ’ το 1938, κι ότι παρέκκλινε προς την παράδοση της πολιτικής της Β’ Διεθνούς, την πολιτική της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών δυνάμεων επί των παραγωγικών σχέσεων; Παρόλες τις αντικειμενικές δυσκολίες, δεν θα ήταν εφικτή μια διαφορετική πολιτική, εφικτή για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι και τη στιγμή όταν η λογική της πολιτικής που είχε επιλεχτεί είχε κερδίσει το πάνω χέρι επί των πάντων κι επιτάχυνε όλα όσα ξέρουμε: τη νίκη επί του ναζισμού, μα επίσης τις συστηματικές σφαγές, η μέθοδος και το μέγεθος των οποίων είναι συγκλονιστικό – για να μην πούμε τίποτα άλλο;

Μιας και πιάσαμε το ζήτημα (γνωρίζω πολύ καλά πόσο λίγο προχωράω, εν όψει των γεγονότων που ακόμη στέκονται επιβλητικά πάνω απ’ την κατανόησή μας αυτών, και γνωρίζω εξίσου καλά το ρίσκο που παίρνω), επιτρέψτε μου να επιστρέψω στην ΕΣΣΔ της περιόδου ύστερα απ’ το 20ό Συνέδριο κι όλα τ’ ακανθώδη προβλήματα που συζητούνταν σε σύνδεση με το ζήτημα του σχεδιασμού, της «φιλελευθεροποίησης» του σχεδιασμού, κλπ: δεν είναι γεγονός ότι η σύγχρονη ΕΣΣΔ, τώρα που έχει μπει ένα τέρμα στις αστυνομικές καταχρήσεις που συνδέονταν με την πολιτική του Στάλιν, ακολουθεί την ίδια πολιτική προτεραιότητας των παραγωγικών δυνάμεων; Όλα τα σοβιετικά κείμενα που διαβάζουμε, όλες οι συζητήσεις μας με Σοβιετικούς πολίτες[8], η απίστευτη θέση που διατύπωσε ο Χρουστσόφ (και δεν την πήρε πίσω) ότι η ΕΣΣΔ έχει υπερβεί την δικτατορία του προλεταριάτου κι εισέρχεται στην περίοδο της οικοδόμησης του… κομμουνισμού, καθώς και την άλλη θέση ότι ο οικονομικός ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ θα καθορίσει την μοίρα του σοσιαλισμού στον υπόλοιπο κόσμο (η καλά γνωστή συζήτηση περί του «κομμουνισμού του γκούλας»: όταν «αυτοί» δουν τι παράγουμε εμείς, «αυτοί» θα πειστούν για το δίκιο του σοσιαλισμό!) – όλα αυτά αποτελούν τρόφη για σκέψη. Δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε την ερώτηση: προς τα που οδεύει η Ρωσία; Ξέρει προς τα που βαδίζει;

Επιστρέφω στην πρότασή μου περί της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων επί των παραγωγικών δυνάμεων. Χρειάζεται να κάνουμε ένα γιγάντιο έργο θεωρητικής επεξεργασίας ώστε να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: αν γνωρίζουμε τι είναι οι παραγωγικές δυνάμεις κι οι παραγωγικές σχέσεις, όχι μόνο για έναν δοσμένο τρόπο πραγωγής, μα για έναν κοινωνικό σχηματισμό, στον οποίο υπάρχουν διάφοροι τρόποι παραγωγής υπό την κυριαρχία ενός εξ αυτών· αν γνωρίζουμε τι γίνεται μ’ αυτή την ενότητα σ’ έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, το οποίο προσθέτει επιπλέον καθορισμούς που δεν είναι δευτερεύοντες μα ουσιώδεις για το ζήτημα αυτής της «ενότητας». Πως είναι δυνατόν να μην βλέπουμε, πχ, ότι αν η Ρωσική Επανάσταση του 1917 κι η Κινεζική Επανάσταση που ξέσπασε στο τέλος των παγκόσμιων πολέμων, στους «πιο αδύναμους κρίκους», οι αδύναμοι αυτοί κρίκοι ήταν κρίκοι μιας αλυσίδας γνωστής ως ιμπεριαλισμός; Πως είναι δυνατόν να μην βλέπουμε ότι αν αυτές οι επαναστάσεις, οι οποίες θριάμβευσαν σε τεχνολογικά οπισθοδρομικές χώρες, μπορέσαν και μπορούν να υπερβούν την οπισθοδρομικότητα των παραγωγικών τους δύναμεων σ’ ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, είναι λόγω της κατάστασης των παραγωγικών δυνάμεων στο διεθνές επίπεδο, ειδικά η πολύ ανεπτυγμένη κατάσταση της τεχνολογίας; Επειδή, τελικά, και για να μην δώσω την εντύπωση ότι ενδίδω σ’ ένα θεωρητικό παθος για βολονταρισμό και τυχοδιωκτισμό, έχω γράψει, και το ξαναγράφω εδώ, ότι η πρωτοκαθεδρία των παραγωγικών σχέσεων επί των παραγωγικών δυνάμεων δεν πρέπει να επικαλείται αδιακρίτως, μα να επικαλείται στη βάση των υπάρχοντων παραγωγικών δυνάμεων κι εντός των αντικειμενικών ορίων που θέτουν οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός -τα όρια του οποίου είναι επίσης ακριβή, εξαρτώνται, δηλαδή, σ’ ακριβείς όρους- ότι οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, ονομαστικά, η υψηλή τεχνολογία, είναι τώρα βασικά διαθέσιμη σε κάθε χώρα, κι απ’ τη στιγμή που φέρει επιτυχώς σε πέρας την επανάστασή της, μπορεί να υπερβεί την οπισθοδρομικότητα των παραγωγικών της δυνάμεων με όρους που ήταν ανήκουστοι στο παρελθόν. Η ΕΣΣΔ το απέδειξε αυτό το 1917 και το 1941. Η Κίνα το αποδεικνύει πολύ καλά, αν και μόνο απ’ το σημάδι που αναπαριστά η ατομική της βόμβα.

Πολλές ακόμη εκτιμήσεις για τη διαφορά μεταξύ των επαναστάσεων που γνωρίζουμε θα έπρεπε να συζητηθούν σε θεωρητικό επίπεδο. Η γαλλική αστική τάξη δεν είχε αναπτυξεί μόνο τις παραγωγικές της δυνάμεις, μα επίσης, σε μεγάλο βαθμό, τις παραγωγικές της σχέσεις, πριν την Επανάσταση του 1789. Η ρώσικη καπιταλιστική αστική τάξη είχε επίσης κάνει το ίδιο πριν την Επανάσταση του Φεβρουαρίου. Το ίδιο ισχύει για την κινέζικη αστική τάξη. Στην περίπτωση της Ρώσικης και της Κινέζικης Επανάστασης, η αστική επανάσταση κατέστη εφικτή μόνο λόγω της συμμετοχής τεράστιων μαζών του απλού λαού, οι οποίες κινήθηκαν εγκαίρως πέρα απ’ την αστική επανάσταση προς την προλεταριακή επανάσταση. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί πια στη δική μας χώρα: η αστική επανάσταση έχει ήδη λάβει χώρα. Στην καρδιά των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών -σ’ αντίθεση με ότι συνέβη στην περίπτωση των φεουδαρχικών κοινωνικών σχηματισμών, «στην καρδιά των οποίων» είχαν πράγματι «αναπτυχθεί» πολύ ισχυρά στοιχεία των παραγωγικών σχέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής- δεν μπορούν ν’ αναπτυχθούν πουθενά στοιχεία του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής που να μπορούν να παρθούν στα σοβαρά, και για καλό λόγο. Δεν υπάρχουν περισσότερο εδώ απ’ ότι υπήρχαν στη Ρωσία ή την Κίνα. Συνεπώς, η επανάσταση θα πάρει αναγκαία μια διαφορετική μορφή στη δική μας χώρα, χωρίς την παραμικρή στήριξη ή συναίνεση της αστικής τάξης, μα με τη στήριξη των θυμάτων της και μόνο, συνομαδομένων γύρω απ’ το προλεταριάτο.

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Ε.]: Διεγραμμένο στο χειρόγραφο: «η οποία αποτελεί το κλειδί».
2. [Σ.τ.Ε.]: Τ’ ακριβή λόγια του Μαρξ είναι: «Ο χερόμυλος θα σας δώσει την κοινωνία με τον χωροδεσπότη (τον αφέντη). Ο ατμόμυλος, την κοινωνία με τη βιομηχανική κεφαλαιοκρατία» (Καρλ Μαρξ, Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, εκδόσεις Νέοι Στόχοι, σελ. 107).
3. [Σ.τ.Μ.]: Εδώ δεν παραθέτουμε την μετάφραση της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας απ’ τη Σύγχρονη Εποχή, αλλά μεταφράσαμε την μετάφραση του Αλτουσέρ.
4. Ιωσήφ Στάλιν, Λενινισμός στη Θεωρία και Πράξη & Διαλεκτικός κι Ιστορικός Υλισμός, εκδόσεις Γερ. Αναγνωστίδη.
5. Η μεταφορά αυτή είναι του Χέγκελ.
6. [Σ.τ.Ε.]: Διεγραμμένο στο χειρόγραφο: «τελεολογία», αντικατεστημένο από «οριστικότητα».
7. [Σ.τ.Ε.]: Το «δικάσουμε» λείπει απ’ το χειρόγραφο.
8. [Σ.τ.Ε.]: Διεγραμμένο στο χειρόγραφο: «όλες οι συζητήσεις που κατάφερα να κάνω με μερικούς Σοβιετικούς πολίτες».

Advertisements