Το παρακάτω κείμενο είναι ένα απόσπασμα απ’ το βιβλίο Noi operaisti [Εμείς οι Εργατιστές] του Μάριο Τρόντι, το οποίο κυκλοφόρησε στο περιοδικό New Left Review II/73, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2012. Να σημειώσουμε ότι όποτε γίνεται αναφορά σε Κομμουνιστή/Κομμουνιστικό και Σοσιαλιστή/Σοσιαλιστικό με κάππα και σίγμα κεφαλαίο, αναφέρεται αντίστοιχα στο Κομμουνιστικό και το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο ιταλικός εργατισμός της δεκατίας του 1960 ξεκίνησε με τη γέννηση των Quaderni Rossi και σταματά με τον θάνατο της Classe Operaia. Τέλος. Έτσι λένε. Ή εναλλακτικά -αν ο σπόρος δεν πεθάνει- ο εργατισμός αναπαράγεται με άλλους τρόπους, μετενσαρκώνεται, μετασχηματίζεται, αλλοιώνεται και… χάνεται. Το παρόν κείμενο αρχικά ξεπήδησε απ’ την ανάγκη ν’ αποσαφηνίσω τη διάκριση μεταξύ του operaismo -«εργατισμός» [«workerism»] η ανεπαρκής μα αναπόφευκτη αγγλική μετάφραση- και του μεταεργατισμού, ή τα κινήματα της αυτονομίας των τελών της δεκαετίας του 1970 κι ύστερα. Τότε, οι γλυκές απολαύσεις της ανάμνησης έκαναν τα υπόλοιπα. Εάν αυτά τα «υπόλοιπα» είναι καλαίσθητα ή αν έχουν οποιαδήποτε χρήση σήμερα θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Αυτή είναι η αλήθεια μου, βασισμένη σ’ όσα πίστευα τότε και που σήμερα τη βλέπω μόνο πιο καθαρά. Δεν θέλω να προσφέρω μια επίσημη ερμηνεία εκείνου του εγχειρήματος· όμως, αυτή είναι μια απ’ τις πιθανές αναγνώσεις, αρκετά μονομερής για να στηρίξει την καλή παλιά ιδέα της παρτιζανικής έρευνας, αυτή τη δύσπεπτη θεωρητική πρακτική της «σκοπιάς» που μας διαμόρφωσε.

Μιλάω στον πληθυντικό, επειδή πιστεύω ότι μπορώ να μιλήσω γι’ αρκετούς ανθρώπους που συνδέονται άρρηκτα μ’ έναν δεσμό πολιτικής φιλίας, που μοιράστηκαν ένα κοινό σύνολο προβλημάτων ως «βιωμένη σκέψη». Για εμάς, η κλασσική πολιτική διάκριση φίλου/πολέμιου δεν αποτελούσε απλώς μια έννοια του πολέμιου, αλλά επίσης μια θεωρία και μια πρακτική του φίλου. Γίναμε, κι έχουμε παραμείνει, φίλοι επειδή ανακαλύψαμε, πολιτικά, έναν κοινό πολέμιο μπροστά μας· αυτό είχε επιπτώσεις που καθορίσαν τις πνευματικές αποφάσεις του καιρού και τους ορίζοντες που ακολούθησαν. Θα προσπαθήσω να μιλήσω απλά, αποφεύγοντας τη λογοτεχνική γλώσσα. Όμως, χρειάζεται να ειπωθεί ότι τη δεκαετία του 1960, ο εργατισμός σφυρηλάτισε το δικό του «υψηλό στυλ» γραφής, σμιλεμένο, διαυγές, συγκρουσιακό, στο οποίο νομίζαμε ότι είχαμε συλλάβει τον ρυθμό των εργοστασιακών εργατών στην πάλη τους ενάντια στ’ αφεντικά. Κάθε ιστορικό πέρασμα επιλέγει τη δική του μορφή συμβολικής αναπαράστασης. Οι ημιμορφωμένοι παρτιζάνοι αντιμέτωποι με τα ναζιστικά εκτελεστικά αποσπάσματα παρήγαγαν τις Lettere di condannati a morte della Resistenza [Επιστολές Μελλοθάνατων Κρατουμένων της Αντίστασης], ένα έργο τέχνης[1]. Με τον ίδιο τρόπο, τ’ αγόρια που στέκονταν έξω απ’ τις πύλες του εργοστασίου Mirafiori στο Τορίνο νωρίς το πρωί, πήγαιναν σπίτι το βράδυ να διαβάσουν το Η Ψυχή κι οι Μορφές του Λούκατς. Η δυνατή σκέψη απαιτεί δυνατή γραφή. Η αίσθηση του μεγαλείου της σύγκρουσης ξύπνησε μέσα μας ένα πάθος για το νιτσεϊκό στυλ: να μιλάς μ’ ευγενές ύφος στο όνομα των από κάτω.

Δεν ξέχασα ποτέ μου το μάθημα που διδαχθήκαμε στις πύλες του εργοστασίου, όταν φτάσαμε εκεί με τα επιτηδευμένα φυλλάδιά μας, καλώντας τους εργάτες να συμμετάσχουν στην αντικαπιταλιστική πάλη. Η απάντηση, πάντα η ίδια, ερχόμενη απ’ τα χέρια που δέχονταν τα χαρτάκια μας. Γελούσαν κι έλεγαν: «Τι είν’ τούτο; Λεφτά;». Πράγματι, μια «σκληρή παγανική φυλή». Αυτό δεν ήταν η αστική εντολή «πλούτισε»· ήταν η λέξη «μισθοί», παρουσιασμένη ως μια αντικειμενικά ανταγωνιστική απάντηση στη λέξη «κέρδος». Ο εργατισμός αναδιατύπωσε την περίφημη φράση του Μαρξ -το προλεταριάτο πετυχαίνοντας τη χειραφέτησή του θ’ απελευθερώσει όλη την ανθρωπότητα- ως εξής: η εργατική τάξη, ακολουθώντας τα δικά της, μερικά [partial] συμφέροντα, δημιουργεί μια γενική κρίση στις σχέσεις του κεφαλαίου. Ο εργατισμός χάραξε έναν τρόπο του να σκέφτεσαι πολιτικά. Η σκέψη κι η ιστορία συναντήθηκαν αναμεταξύ τους σε μια ευθεία, άμεση και μετωπική σύγκρουση. Οτιδήποτε υπάρχον έπρεπε να εκτεθεί σ’ ανάλυση, αναστοχασμό, κριτική. Ό,τι ειπώθηκε και γράφτηκε γι’ αυτό ήρθε αργότερα.

Η βιογραφική έκθεση που ακολουθεί διατηρεί ένα στοιχείο αμφισημίας μεταξύ προσωπικής και γενεαλογικής αναφοράς. Όμως, θα δηλώσω εξ αρχής ότι ο εργατισμός μου ήταν του Κομμουνιστικού είδους. Αυτό δεν ίσχυε για την πλειοψηφία, ακόμη και στην αρχή· τα κομματικά μέλη δεν υπήρξαν ποτέ η πλειοψηφία εντός του ιταλικού εργατισμού, ούτε κυριαρχούσαν στα Quaderni Rossi και τη Classe Operaia· ο συνδυασμός υπήρξε μάλλον προσωπικό μου πρόβλημα. Εδώ θα περιγράψω την μαθητεία του εργατιστή, μια περιορισμένη μα σημαντική γενεαλογική φραξιά. Ως άγαρμπος ιστορικός γεγονότων, καθώς κι ιδεών, θα προσπαθήσω να εξηγήσω τα σύνθετα, αρχικά χτυπήματα του εργατιστικού επιχειρήματος, και μερικά απ’ όσα έγιναν αργότερα.

Η ρήξη του 1956

Μια ημερομηνία-κλειδί αναδύεται ως στρατηγικός τόπος για όλους μας: το 1956. Πολλά πράγματα έκαναν τη χρονιά αυτή «αξέχαστη», θα τονίσω όμως την μετάβαση -στην πράξη, μια επιστημολογική ρήξη- από μια κομματική αλήθεια σε μια ταξική αλήθεια. Το χρονικό διάστημα απ’ το Σοβιετικό 20ό Κομματικό Συνέδριο ως τα γεγονότα στην Ουγγάρια συνιστούσαν μια αλληλουχία αλμάτων στη συνείδηση μιας νεαρής γενιάς διανοούμενων. Αισθάνθηκα, πριν μπορέσω να το σκεφτώ συνειδητά, ότι ο 20ός αιώνας τέλειωσε εκεί. Ξυπνήσαμε απ’ τον δογματικό ύπνο της ιστορικότητας. Στην Ιταλία, ο κανόνας του κύριου ονόματος, ως ουσιαστικό ή επίθετο, υλιστής ή ιδεαλιστής -η γραμμή De Sanctis-Λαμπριόλα-Croce-Γκράμσι- είχε ασκήσει μια απαράμιλλη πολιτιστική ηγεμονία στην πολιτική. Χάρη στη χαρισματικότητα του Τολιάτι, είχε σχηματιστεί μια πανίσχυρη ομάδα ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (ΚΚΙ) την μεταπολεμική περίοδο, και ξεκινούσε τώρα να στρωθεί στη δουλειά. Στο Ινστιτούτο Γκράμσι θα συναντούσες κομματικά μέλη απ’ την Κεντρική Επιτροπή και τη Γραμματεία. Δεν έγραφαν βιβλία, ούτε έβαζαν άλλους να γράφουν γι’ αυτούς. Διαβάζαν βιβλία. Και μεταξύ των πρωτοβουλιών, συζητούσαν τις σκέψεις τους γύρω απ’ τα βιβλία αυτά.

Κάποια στιγμή, ήρθε απ’ τη Σικελία ένας τύπος με παράξενη εμφάνιση – δίδασκε στη Μεσσήνη: ψηλός, λεπτός, με γαμψή μύτη και γερακίσιο πρόσωπο. Μιλούσε με μια δύσκολη γλώσσα, και τα γραπτά του ήταν ακόμη δυσκολότερο να κατανοηθούν. Όμως, ο Ντέλα Βόλπε αποσυναρμολόγησε, κομμάτι-κομμάτι, την πολιτιστική γραμμή των Ιταλών Κομμουνιστών, χωρίς να δίνει βάση στους ορθόδοξους όρκους πίστης[2]. Για να είμαι ειλικρινής: απελευθερωθήκαμε απ’ τη γκραμσιανή «εθνική-λαϊκή» γραμμή του ΚΚΙ, μας είχε όμως ακόμη μείνει ένας ορισμένος πνευματικός αριστοκρατορισμός. Η κατανόηση υπήρξε περισσότερο σημαντική απ’ την πειθώ· το κόπιασμα επί της έννοιας δημιουργούσε δυσκολίες με τη λέξη. Σήμερα ισχύει το αντίθετο – η άνεση του λόγου [discourse] σημαίνει την κατάργηση της σκέψης. Η τότε προσέγγισή μας φαίνεται πολύ πολυτιμότερη σήμερα που έχει ολοκληρωθεί ο θρίαμβος της μηντιοποιημένης χυδαιότητας επί της πολιτικής γλώσσας. Υπήρξαμε ένα σχολείο ασκητικής πνευματικής αυστηρότητας, η οποία ήρθε με το κόστος μιας ελαφρώς αυτοαναφορικής απομόνωσης. Επιστήμη ενάντια στην ιδεολογία – αυτό ήταν το πρότυπο. Μαρξ εναντίον Χέγκελ, όπως Γαλιλαίος εναντίον των Σχολαστικών, ή Αριστοτέλης εναντίον των πλατωνικών. Ύστερα, γενικά μιλώντας, ξεπεράσαμε αυτό το σχήμα όσον αφορά το περιεχόμενο, διατηρώντας παράλληλα τα μαθήματά του αναφορικά με την μέθοδο. Κοιτώντας αναδρομικά, ήταν ακριβώς σ’ αυτή τη βάση που απ’ το 1956 κι ύστερα, ενώ άλλοι -η πλειοψηφία- ανακάλυπταν εκ νέου την αξία των αστικών ελευθεριών, σ’ εμάς τους λίγους δώθηκε η ευκαιρία ν’ ανακαλύψουμε, βήμα-βήμα, διαμέσου πειραματισμού και σφαλμάτων, τους ορίζοντες της κομμουνιστικής ελευθερίας.

Ακόμη και σήμερα δεν είμαι σίγουρος για την επιλογή των πολιτικών τακτικών μας σ’ αυτό το σημείο – όχι για το αν ήταν η «ορθή» επιλογή, αλλά για το ποια θα ήταν η χρησιμότερη. Είναι αλήθεια ότι, κάποιες φορές, λίγα εξαρτώνται στις επιλογές μας και πολλά στις περιστάσεις, τ’ ανοίγματα, τις συναντήσεις. Όμως, το 1956 μας ανοίχτηκε ένα άλλο μονοπάτι: αυτό της πολιτικής ανάπτυξης εντός του μαζικού ΚΚΙ, η ηγεσία του οποίου είχε ξεκινήσει μια περίοδο «ανανέωσης σε συνέχεια». Τι θα συνεπαγόταν αυτό το δεύτερο μονοπάτι; Μια μακρά πορεία μέσα απ’ την οργάνωση· μια πολιτιστική θυσία στον βωμό της πράξης· την άσκηση της αναγεννησιακής πολιτικής κατηγορίας της «ειλικρινής υποκρίσιας». Στον προσωπικό μου σχηματισμό, ο Τολιάτι υπήρξε ο κατεξοχήν μαιτρ της πολιτικής. Διερωτήθηκα αν θα ήταν εφικτό να γίνω τολιατικός, αλλά με μια διαφορετική κουλτούρα – κι απάντησα, ναι. Η πολιτική έχει μια δική της αυτονομία, ακόμη κι απ’ το πολιτιστικό πλαίσιο που τη συντηρεί κι ανά καιρούς τη νομιμοποιεί. Αφεθήκαμε να παρασυρθούμε απ’ τη συναρπαστική απόλαυση της εναλλακτικής σκέψης. Όμως, η επίμονη αμφιβολία παραμένει, το άλλο μονοπάτι ίσως να ήταν το σωστό: να λες λιγότερα και να κάνεις περισσότερα. Η θεωρητική ανακάλυψη της «αυτονομίας του πολιτικού» έλαβε χώρα εντός της πρακτικής εμπειρίας του εργατισμού· ήταν μόνο η ιστορική-εννοιολογική του ανάπτυξη που ήρθε αργότερα – και μ’ αυτή, η συνειδητοποίηση του να έχεις αποτύχει να φτάσεις σε μια σύνθεση του «εντός κι εναντίον».

Πριν από μερικά χρόνια, έγραψα: «Εμείς οι νεαροί κομμουνιστές διανοούμενοι είχαμε δίκιο να σταθούμε στο πλευρό των Ούγγρων εξεγερμένων. Όμως -αυτό είναι το παράδοξο της επανάστασης στη Δύση- το σοσιαλιστικό κράτος δεν είχε άδικο στο να δώσει με τα τανκς ένα τέρμα στη διαμάχη»[3]. Πρόκειται ακριβώς για μια από εκείνες τις προτάσεις που ακόμη κι οι καλύτεροι φίλοι σου, ακριβώς επειδή θέλουν το καλό σου, προσποιούνται ότι δεν έχουν διαβάσει. Όμως, η επίλυση αυτού του οιδιπόδειου αινίγματος του εργατικού κινήματος του 20ού αιώνα υπήρξε ακριβώς το καθήκον που αντιμετωπίζαμε. Είναι εύκολο να επιλέξουμε μεταξύ σωστού και λάθους· το δύσκολο είναι να πρέπει να επιλέξεις μεταξύ δύο σωστών, και τα δύο εσωτερικά της δικής σου πλευράς. Το δίλημμα είναι αν πρέπει ν’ ακολουθήσουμε το πάθος του ανήκειν ή τον λογισμό [calculus, λογισμός με την μαθηματική έννοια του όρου] των πιθανοτήτων. Τα δύο σωστά του 1956 υπήρξαν επίσης δύο λάθη, διαχωρίζοντας εκείνους που έβλεπαν μόνο την πιθανή ανάπτυξη αυτού που θα μπορούσε ν’ αποκαλεστεί «σοσιαλισμός μ’ ανθρώπινο πρόσωπο» από εκείνους που μόνο κριτήριό τους υπήρξε ο άμεσος έλεγχος επί πυροβολείων, στα διασταυρούμενα πυρά μεταξύ των δύο αντίπαλων μπλοκ.

Όμως, μια απ’ τις σημαντικότερες κριτικές αναλύσεις του σοβιετικού συστήματος ήρθε απ’ τον εργατισμό. Το Operai e sistema sovietico [Οι Εργάτες και το Σοβιετικό Σύστημα] της Rita Di Leo επέδειξε ότι εκκινώντας απ’ τη σκοπιά των εργατών ήταν εφικτό να κατανοήσουμε πολλά περισσότερα πέρα απ’ το καπιταλιστικό εργοστάσιο[4]. Το κατεξοχήν πολιτικό πείραμα των εργατών παρουσιάστηκε εδώ κριτικά. Παρέμεινε μια εξαιρετικά απομονωμένη ανάλυση: η αλήθεια και τα γεγονότα συμπίπταν πολύ στενά ώστε το έργο αυτό να καλωσοριστεί απ’ τις δύο κυρίαρχες, αντιμαχόμενες ιδεολογίες.

Μια ιστορία ενηλικίωσης

Ήταν στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 που ξεκίνησε να σχηματίζεται αυθόρμητα μια εργατιστική ομάδα. Όχι με τον τρόπο που οι «ομάδες» θεσμοθετήθηκαν στις αρχές τις δεκαετίας του 1970. Ο δικός τρόπος μας υπήρξε ένας πρωτότυπος, πλήρως αυθόρμητος τρόπος συνεύρεσης, πολιτικά και πολιτιστικά. Είναι παράξενο το πως, με τον καιρό, έχει παραμείνει ένα είδος αμοιβαίας συμπάθειας, ακόμη και μεταξύ των συντρόφων εκείνων που δεν ακολούθησαν την ίδια διαδρομή απ’ τα Quaderni Rossi στη Classe Operaia. Νιώθω ακόμη μια βαθιά συμπάθεια ανακαλώντας τις ανθρώπινες ποιότητες ανθρώπων όπως η Bianca Beccalli, οι Dario και Liliana Lanzardo, ο Mario Miegge, ο Giovanni Mottura, ο Vittorio Rieser, η Edda Saccomani, ο Michele Salvati, κλπ. Η φράση «κόκκινα τετράδια» [quaderni rossi] ήταν ένα υπέροχος τίτλος για το περιοδικό, είχε μια υποβλητική απλότητα, ήταν εύγλωττος. Τα «τετράδια» εκφράζαν τη θέληση για έρευνα, ανάλυση και μελέτη. Το «κόκκινο» του εξώφυλλου των τετραδίων ήταν το σήμα μιας απόφασης, μια δέσμευση να είναι τέτοιο [κόκκινο, κομμουνιστικό]. Το να ξεκινάει η συγγραφή, συνεπώς κι η ανάγνωση, απ’ το ίδιο το εξώφυλλο -μαύρα γράμματα σε κόκκινο φόντο- υπήρξε μια εξαιρετική ιδέα εκ μέρους του Panzieri[5].

Ο Raniero Panzieri -πέθανε το 1964, στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας της ζωής του- υπήρξε απ’ αυτούς που του έμελλε να περάσει λίγο χρόνο σ’ αυτή τη γη. Του έφτασε όμως για ν’ αφήσει το στίγμα του. Όποτε τον θυμάμαι σήμερα, όταν τον σκέφτομαι ξανά, νιώθω μια νοσταλγία για μια πολιτική ανθρωπιά που έχει πια χαθεί. Δεν υπήρξε φύσει ρομαντικός ήρωας, αλλά έγινε τέτοιος αναγκαστικά απ’ τις περιστάσεις. Ήθελε να γίνει από οργανωτής του εργατισμού, οργανωτής της εργατικής κουλτούρας. Δεν μπορούσε όμως να οργανώσει τίποτα. Υπάρχει μια γοητεία στους περιορισμούς του, τόσο παρόμοιοι με τους δικούς μας -ιδίως με τους δικούς μου- που μας έκανε να αισθανόμαστε κοντά του. Ο Μαρξ του Panzieri ήταν αυτός της Λούξεμπουργκ, όχι του Λένιν. Όπως κι η Ρόζα, διάβασε το Κεφάλαιο και φαντασιωνόταν την επανάσταση, σ’ αντίθεση με τον Λένιν ο οποίος διάβασε το Κεφάλαιο ώστε να οργανώσει την επανάσταση. Ο Panzieri δεν ήταν, και δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει, Κομμουνιστής. Η παράδοσή του ήταν εκείνη του επαναστατικού συνδικαλισμού, με μια δόση του αναρχικού σοσιαλισμού που έφερε ιστορικά στο εσωτερικό του το παλιό ΚΚΙ. Όμως, ο «εργατικός έλεγχος» υπήρξε μια μαγική φράση που μας ξύπνησε από έναν άλλο δογματικό ύπνο – εκείνον τον ύπνο των Σοσιαλιστών περί του «κόμματος του συνόλου του λαού».

Περπατώντας με τον Raniero το βράδυ στους δρόμους της Ρώμης ή του Μιλάνου -όχι του μισητού Τορίνο- πραγμάτωνες την ίδεα του Μπένγιαμιν του να «χάνεσαι» στους δρόμους μιας πόλης. Υπάρχει μια τέχνη, επίσης, στο να χάνεσαι στη πόλις – η τέχνη της πολιτικής· βάλαμε όλες μας τις δυνάμεις στο να μάθουμε άριστα αυτή τη τέχνη. Χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε στο σύνορο που χωρίζει την μια πλευρά απ’ την άλλη περισσότερες από μία φορές, χωρίς να το διασχίσουμε ούτε μια φορά. Προτιμούσαμε τα πεφωτισμένα αφεντικά, μόνο όμως για να πολεμήσουμε καλύτερα στον πόλεμο που μας ενδιέφερε. Δεν μας σαγήνευε η προοδευτική δημοκρατία, αλλά τη χρησιμοποιούσαμε ως ένα περισσότερο ανεπτυγμένο πεδίο πάλης. Ενστικτωδώς, αναγνωρίσαμε τους ρεφορμιστές της αριστεράς ως σοβαρούς αξιωματούχους της καπιταλιστικής γενικής διάνοιας (κυριαρχώντας σήμερα στο ευρω-παγκόσμιο επίπεδο). Εκτιμήσαμε την κινηματική παρόρμηση ως ένα πάθος παρά ως ένα γεγονός. Ήταν ένα γεγονός του πολιτικού φαντασιακού που σκεφτόμασταν διαρκώς – και το κάναμε πράξη, ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα.

Τα Quaderni Rossi έστρεψαν τους προβολείς στο εσωτερικό του εργοστασίου, εστιάσαν τους φακούς τους και τραβήξαν μια φωτογραφία στην οποία οι παραγωγικές σχέσεις διακρίνονταν με τρομακτική ευκρίνεια. Ότι κι αν έχει ειπωθεί για τους πρώην εργατιστές διανοούμενους, υπάρχει πάντα μια συναίνεση ότι οι αναλύσεις των εργατικών ερευνών τους ήταν «διαυγείς». Ο εργατισμός άνοιξε έναν νεό τρόπο εμπλοκής στην κοινωνιολογία: βεμπεριανή μεθοδολογία αναμειγμένη με την πολιτική της μαρξιστικής ανάλυσης. Μ’ αυτή την έννοια, κοιτώντας πίσω μεταξύ των Quaderni Rossi και της Classe Operaia, ή μεταξύ του Vittorio Rieser και του Romano Alquati, υπήρχαν μικρότερες διαφωνίες απ’ ότι νομίζαμε τότε. Το χρέος της ιταλικής κοινωνιολογίας στον εργατισμό δεν αναγνωρίζεται ευρέως· υπήρξε όμως επίσης κι ένα πλαίσιο εντός του οποίου οραματίστηκαν νέοι τρόποι ιστορίας. Ο Umberto Coldagelli κι ο Gaspare De Caro ανοίξαν ένα κριτικό μονοπάτι με τις «Μαρξιστικές Υποθέσεις Έρευνας για τη Σύγχρονη Ιστορία» στα Quaderni Rossi 3. Ο Coldagelli ξεκίνησε το μεγάλο του εγχείρημα στην πολιτική και θεσμική ιστορία της Γαλλίας· ο Σέρτζιο Μπολόνια ξεκίνησε την έρευνα για τη Γερμανία, τον ναζισμό και την εργατική τάξη[6].

Περάσματα μέσα απ’ το καθαρτήριο

Η διαφωνία μας με τον Panzieri και τους κοινωνιολόγους των Quaderni Rossi εγέρθηκε επί της ιδέας και της πρακτικής της πολιτικής· τίποτα παραπάνω. Η προτεραιότητα της πολιτικής ήταν παρούσα εξ αρχής στη Classe Operaia, που ξεκίνησε το 1963 ως «η πολιτική εφημερίδα των εργατών που αγωνίζονται». Το σύνθημα στο σημείωμα της σύνταξης, «Ο Λένιν στην Αγγλία», που έγραψα στο πρώτο τεύχος -«πρώτα οι εργάτες, ύστερα το κεφάλαιο»· δηλαδή, είναι οι αγώνες των εργατών που οδηγούν την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης- αυτό ήταν πολιτική: θέληση, απόφαση, οργάνωση, σύγκρουση. Η μετάβαση απ’ την ανάλυση των συνθηκών των εργατών, όπως συνέχισαν να κάνουν τα Quaderni Rossi, στην παρέμβαση επί των διεκδικήσεων που προωθούσαν οι εργάτες για τα ταξικά τους συμφέροντα, ήταν εκείνο που έδωσε νόημα στο άλμα μας από ένα περιοδικό σε μια εφημερίδα. Κι αν τα Quaderni Rossi είχαν ως αποτέλεσμα μια καινοτομία στο περιεχόμενο, η Classe Operaia υπήρξε επίσης μια επανάσταση, αυτή τη φορά στις μορφές. Η επιλογή της γραφιστικής υπήρξε ένα ζήτημα υψηλού επιπέδου δεξιοτεχνίας· ποιητές και συγγραφείς, απ’ τον Μπάμπελ ως τον Μπρεχτ, απ’ τον Μαγιακόφσκι ως τον Ελυάρ, συνωστίζονταν στις σελίδες της· πρωτοπόρησε στα κόμικ στριπ πολιτικής σάτιρας – ο νικηφόρος δράκος που κυνηγά έναν Άη Γιώργη που έχει τραπεί σε φυγή, σε μια αντιστροφή δούλου κι αφέντη. Είδαμε την Classe Operaia ως τη Politecnico -τη μυθική μεταπολεμική πολιτιστική εβδομαδίαια εφημερίδα- των εργοστασιακών εργατών.

Στην κόκκινη κεφαλή της εφημερίδας ήταν γραμμένα τα λόγια του Μαρξ: «Η επανάσταση όμως είναι ριζική. Βρίσκεται ακόμα στο πέρασμά της μέσα από το καθαρτήριο πυρ. Εκτελεί μεθοδικά το έργο της»[7]. Η επανάσταση είναι ριζική. Σε μετάφραση/ερμηνεία του Τολιάτι: πηγαίνει στον πάτο των πραγμάτων. Όχι κι άσχημο. Αυτό το «όμως» είναι καίριας σημασίας· μια σημαντική αμφιβολία. Σήμερα δεν γνωρίζουμε πλέον αν ακόμη λειτουργεί μεθοδικά, ή ίσως επισφαλώς, ή αν στην πραγματικότητα έχει βγει σε σύνταξη. Οι μακρές, αργές περιόδοι παλινόρθωσης είναι επιρρεπείς -περισσότερο από άλλες εποχές- σε φανταχτερές επαναστατικές αυταπάτες· μεταξύ του 1848 και του 1871, ο Μαρξ είδε αρκετές τέτοιες. Απ’ την μικρή μας γωνιά, είδαμε άλλες, κι αυτό αργότερα θα γίνει ένα απ’ τα κριτήρια επιλογής για εκείνους που πήραν την εργατιστική εμπειρία στο πεδίο της πάλης. Σήμερα, η διάσημη ρήξη στο εσωτερικό των Quaderni Rossi ίσως να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι οφείλεται στην ασυμβατότητα χαρακτήρων όπως αυτές του Panzieri και του Romano Alquati. Συναντήθηκαν στη βάση ενός κοινού ερευνητικού εγχειρήματος, όμως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν. Στον Alquati, η πνευματική αποδιοργάνωση είχε εγερθεί σ’ επίπεδο διάνοιας. Δεν έβλεπε τόσο τι υπάρχει, αλλά εκείνο που σχηματίζοταν. Μας είπε ότι μόνο όταν ενηλικιώθηκε, όταν τελικά κατάφερε ν’ αγοράσει γυαλιά, συνειδητοποίησε ότι τα λιβάδια είναι πράσινα. Ο Alquati εφηύρε, και συνεπώς διαισθανόταν· έλεγε ότι πάντα βρισκόταν ένα βήμα μπροστά. Ήταν όμως εκείνος που μας έδειξε πως διεξάγουν την πάλη τους οι νεαροί εργάτες της FIAT.

Με άλλα λόγια, είμασταν ένα σωστό τρελοκομείο. Στις συναντήσεις μας, περνούσαμε τον μισό χρόνο μας συζητώντας και τον άλλο μισό γελώντας. Και πέρα από μερικούς μιλιτάντηδες της βάσης του ΚΚΙ, δεν έχω ξανασυναντήσει ποτέ μου υψηλότερη πάστα ανθρώπου απ’ αυτή εκείνων που συνεργαστήκαμε αρχικά στα Quaderni Rossi και μετά στην Classe Operaia: τέτοιες ανιδιοτελείς δημόσιες παρεμβάσεις, ελεύθερες από κάθε προσωπική φιλοδοξία· τέτοια ειλικρινή αίσθηση δέσμευσης· και τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, τέτοιο πεφωτισμένο, αυτοειρωνικό τρόπο μοιράσματος του συλλογικού έργου. Οι σύντροφοι των Quaderni Rossi είναι περισσότερο γνωστοί, κι έχουν συγχωρεθεί απ’ τους εχθρικούς καιρούς που ακολούθησαν, καλωσορίστηκαν στον Παρνασσό εκείνων που είχαν καλές προθέσεις[8]. Οι σύντροφοι της Classe Operaia είναι λιγότερο γνωστοί και πολύ συχνά αποδοκιμάζονται· τους θυμάμαι με μεγάλη νοσταλγία. Οι νεαροί αυτοί άντρες κι οι νεαρές αυτές γυναίκες δεν θεωρητικοποίησαν «έναν νέο τρόπο του να κάνεις πολιτική». Τον έκαναν πράξη.

Ο εργατισμός μας

Τι είναι, τότε, ο εργατισμός; Μια εμπειρία πνευματικής δημιουργίας, με χρόνια μαθητείας και προσκυνήματος [pilgrimage]· ένα επεισόδιο στην ιστορία του εργατικού κινήματος, που ταλαντεύεται μεταξύ μορφών πάλης κι οργανωτικών λύσεων· μια απόπειρα απομάκρυνσης απ’ την μαρξιστική ορθοδοξία, στην Ιταλία κι αλλού, αναφορικά με τις σχέσεις μεταξύ εργατών και κεφαλαίου· μια απόπειρα πολιτιστικής επανάστασης στη Δύση. Μ’ αυτή τη τελευταία έννοια, ο εργατισμός υπήρξε επίσης ένα γεγονός ειδικά του 20ού αιώνα. Αναδύθηκε την ακριβή στιγμή της μετάβασης όταν το τραγικό μεγαλείο του αιώνα στράφηκε ενάντια στον εαυτό του, κινούμενο από μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης σε μια νέα «κανονική» αιώνια εποχή. Κοιτώντας πίσω στη δεκαετία του 1960, μπορούμε να δούμε ότι τα χρόνια αυτά είχαν μια μεταβατική λειτουργία. Η μέγιστη αταξία ανανέωσε την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Τα πάντα αλλάξαν ώστε τα πάντα να μείνουν ουσιαστικά τα ίδια.

Ο εργοστασιακός εργάτης που συναντήσαμε ήταν μια φιγούρα του 20ού αιώνα. Δεν χρησιμοποιήσαμε ποτέ τον όρο «προλεταριάτο»: οι εργάτες «μας» δεν ήταν σαν αυτούς του Ένγκελς στο Μάντσεστερ, μοιάζαν περισσότερο μ’ εκείνους του Ντητρόιτ. Δεν φέραμε μαζί μας στα εργοστάσια την Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία του 1844, φέραμε την πάλη των εργατών ενάντια στην εργασία των Grundrisse. Δεν κινητοποιηθήκαμε από μια ηθική αγανάκτηση ενάντια στην εργοστασιακή εκμετάλλευση, μα απ’ τον πολιτικό μας θαυμασμό προς τις πρακτικές ανυπακοής που εφηύραν οι εργάτες. Πρέπει ν’ αναγνωριστεί στον εργατισμό μας ότι δεν έπεσε στην παγίδα του τριτοκοσμισμού, της αντιπαράθεσης υπαίθρου-πόλης, στις μακρές πορείες των αγροτών. Δεν υπήρξαμε ποτέ Κινέζοι κι η Πολιτιστική Επανάσταση της Ανατολής μας άφησε ψυχρούς, αποξενωμένους, περισσότερο από λίγο σκεπτικούς και, πράγματι, ισχυρά κριτικούς απέναντί της. Το κόκκινο ήταν, και παραμένει, το αγαπημένο μας χρώμα· μα γνωρίζουμε ότι όταν το φορούν φρουροί και ταξιαρχίες, μπορούν να προκύψουν απ’ αυτό μόνο οι χείριστες πτυχές της ανθρωπότητας.

Καλωσορίσαμε όμως το γεγονός ότι οι εργάτες του 20ού αιώνα διαταράξαν την «μακρά κι ένδοξη» ιστορία των κατώτερων τάξεων με τις απέλπιδες εξεγέρσεις τους, τις χιλιαστικές αιρέσεις τους, τις επαναλαμβανόμενες και γενναιόδωρες απόπειρες -πάντα οδυνηρώς κατεσταλμένες- να σπάσουν τις αλυσίδες τους. Στα μεγάλα εργοστάσια, η σύγκρουση υπήρξε σχεδόν ίση. Κερδίζαμε και χάναμε, ημέρα με την ημέρα, σ’ έναν διαρκή πόλεμο χαρακωμάτων. Είμασταν ενθουσιασμένοι με τις μορφές της πάλης, μα επίσης και με το timing της, τις στιγμές που καταλήφθηκαν, τους όρους που επιβλήθηκαν, τους στόχους που επιδιώχθηκαν και τα μέσα για την επιδίωξή τους: ζητώντας τίποτα περισσότερο απ’ το εφικτό, τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που μπορούμε ν’ αποκτήσουμε. Μια ακόμη διεισδυτική ανακάλυψη ήταν όταν βρήκαμε ότι, κατά τη διάρκεια της μακράς φάσης της φαινομενικής ηρεμίας στη FIAT -απ’ το 1955 (η εκλογική ήττα της εσωτερικής επιτροπής) ως την επιστροφή των αγώνων για τις γενικές συμβάσεις το 1962- δεν υπήρξε καμία εργατική παθητικότητα μα αντ’ αυτού ένα άλλο είδος άγριας πάλης: η salto della scocca («παράλειψη του σασί»), το σαμποτάζ στη γραμμή παραγωγής, η απείθαρχη χρήση των ταιηλοριστικών παραγωγικών προγραμμάτων.

Ναι, οι εργάτες αυτοί υπήρξαν τα παιδιά των αντιφασιστών εργατών του 1943, που διέσωσαν αποθήκες και μηχανές απ’ τη ναζιστική καταστροφή. Όμως, υπήρξαν επίσης οι κληρονόμοι τους στις καταλήψεις εργοστασίων των επαναστατικών ετών 1919-1920, όταν η κόκκινη σημαία κυμάτιζε πάνω απ’ τα εργοστάσια, μαρτυρώντας τη βούληση να κάνουν ότι έγινε και στη Ρωσία. Στην καταναγκαστική συγκέντρωση βιομηχανικής εργασίας στην Ιταλία μεταξύ των δεκαετίων του 1950 και 1960, οι ανάγκες για ιλιγγιώδη καπιταλιστική ανάπτυξη δημιουργήσαν ένα πρωτόγνωρο χωνευτήρι ιστορικών εμπειριών, καθημερινών αναγκών, συνδικαλιστικής δυσαρέσκειας και πολιτικών διεκδικήσεων· αυτό ήταν που προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε -αναμφίβολα, αφελώς- οι εργατιστές. Μακάρια η αφέλεια που μας έκανε -ο Fortini το έλεγε καλά- «σοφούς σαν περιστέρια». Ο εργατισμός ήταν το σύμπαν μας· αποφοιτήσαμε στη ταξική πάλη – δίνοντάς μας πτυχίο όχι για να διδάξουμε, μα να ζήσουμε. Η εργατική σκοπιά έγινε ένα πολιτικό μέσο για να βλέπουμε τον κόσμο, κι ένας ανθρώπινος τρόπος για να λειτουργούμε εντός του, μένοντας πάντα στην ίδια πλευρά. Το γεγονός είναι ότι το σύνολο της ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα συνέκλινε στη φιγούρα του εργάτη-μάζα· μόνο το εργατικό υποκείμενο που αναδύθηκε εκείνη την περίοδο, μεταξύ 1914-1945, κι αναπτύχθηκε μετά απ’ αυτή, μπορούσε ν’ ανέλθει στο ύψος αυτής της ιστορίας.

Όμως, με τη δεκαετία του 1960 εισερχόμασταν ήδη στο φθίνον μισό του αιώνα· μόνο η μίζερη πορεία των δεκαετιών που ακολούθησαν, ως το τέλος του αιώνα και πέρα, μπορέσαν να την κάνουν να φανεί ως μια θαυμαστή εποχή νέων αφετηριών. Η ποιοτική διαφορά μεταξύ αναταραχής κι επανάστασης απαιτεί βαθύτερη έρευνα. Το να επικρίνουμε την εξουσία είναι ένα πράγμα, να τη βάζουμε σε κρίση είναι κάτι διαφορετικό. Η χειραφέτιση του ατόμου τη δεκαετία του 1960 οδήγησε στην παλινόρθωση της παλιάς ισορροπίας δυνάμεων, λουστραρισμένη τώρα με μερικές νέες μεταρρυθμίσεις. Υπήρξαμε τα θυσιαστήρια θύματα σ’ αυτή τη διαδικασία, η οποία δεν ήταν μια ανωμαλία μα ένα κανονικό χαρακτηριστικό της πολιτικής. Το να το καταλάβουμε αυτό δεν αρκεί για να το ανατρέψουμε, αποτελεί όμως μια αναγκαία προϋπόθεση. Η όλη συζήτηση για την «αυτονομία του πολιτικού» -η οποία ξεκίνησε στον εργατισμό και διαδόθηκε αλλού- αυτό αφορούσε. Οι αγώνες των εργατών καθορίζουν την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης· όμως, η καπιταλιστική ανάπτυξη θα χρησιμοποιήσει αυτούς τους αγώνες για τους δικούς της σκοπούς αν δεν ανοιχτεί μια οργανωμένη επαναστατική διαδικασία ικανή ν’ αλλάξει αυτή την ισορροπία δυνάμεων. Είναι εύκολο να το δούμε αυτό στην περίπτωση κοινωνικών αγώνων στους οποίους το σύνολο του συστημικού μηχανισμού κυριαρχίας επανατοποθετήθηκε, μεταρρυθμίστηκε, εκδημοκρατίστηκε και σταθεροποιήθηκε εκ νέου.

Ένα παράδοξο: οι πιο πολιτιστικά οπισθοδρομικοί αγώνες -για «χειραφέτηση»- είχαν κοινωνικές συνέπειες που ήταν ευνοϊκές για την εργασία, αναγκάζοντας το κεφάλαιο να κάνει υποχωρήσεις: κράτος πρόνοιας, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ο ρόλος των συνδικάτων και των κομμάτων. Όμως, οι πιο πολιτιστικά ανεπτυγμένοι αγώνες -για απελευθέρωση- συνοδεύτηκαν από μια εκδικητική καπιταλιστική αναθέρμανση, την μοναδική σκέψη μιας μοναδιαίας εφικτής κοινωνικής μορφής, και την καθυπόταξη του κάθε ανθρώπου σε μια καθολική θεωρία και πρακτική της αστικής ζωής. Ίσως, όπως θα μας πουν εν χορώ οι συντηρητικοί κι οι φιλελεύθεροι, οι πρώτοι αγώνες ήταν σωστοί κι οι δεύτεροι λαθος. Νομίζω ότι χρειάζεται να βρούμε μια άλλη εξήγηση. Στους αγώνες για χειραφέτηση, ήταν η κρίση του κινήματος αυτού η οποία έπαιξε έναν ενεργό ρόλο – και, παραδόξως, οι αγώνες επιδεινώσαν την κρίση. Λειτούργησε κι ο εργατισμός μ’ έναν τέτοιο τρόπο; Αφήνω το ερώτημα ανοικτό.

Ο εργατισμός και το ΚΚΙ

Όμως, υπήρξε ένα απλό γεγονός που δεν μπορούσε να εξαλειφθεί από μια πράξη πολιτικής βούλησης. Πολλοί από εκείνους που επινόησαν την «εναλλακτική υποκειμενικότητα» της δεκαετίας του 1960 είχαν διαμορφωθεί εκτός των επίσημων, θεσμικών μορφών του εργατικού κινήματος και των κομμάτων του, και προσανατολίζονταν σ’ ορισμένο βαθμό ενάντια σ’ αυτές. Έτσι, το 1962, η διένεξη των εργατών της FIAT για νέα σύμβαση έγινε η ευκαιρία για μια ασυνήθιστη δημόσια αγκιτάτσια, η οποία έγινε αισθητή σ’ εθνικό επίπεδο. Έτσι, μάθαμε, λειτουργούσε στην πράξη η πολιτική κεντρικότητα της εργατικής τάξης: θέτοντας ξανά στην ημερήσια διάταξη της χώρας, κάθε φορά που εκρήγνοταν, την πρόταση του Μπρεχτ στο αντιφασιστικό συνέδριο του Παρισίου το 1935: «Σύντροφοι, επιτρέψτε μας να μιλήσουμε για τις σχέσεις ιδιοκτησίας!». Όμως, το ΚΚΙ δεν απαλλάχθηκε απ’ τη λειτουργία του να μεταφράζει τους μεγάλους εργατικούς αγώνες των αρχών της δεκαετίας του 1960 σε υψηλή πολιτική. Σ’ αντίθεση μ’ αυτό που νομίζει συνήθως ο κόσμος, το «κόμμα της εργατικής τάξης» υπήρξε περισσότερο πρόθυμο ν’ ακούσει το 1968 των φοιτητών παρά το 1969 των Ιταλών εργατών. (Εδώ υπάρχει επίσης μια κατόπιν εορτής απόδειξη: τ’ ακόλουθα χρόνια, η κομματική ηγεσία αναπληρώθηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ τις τάξεις των φοιτητών παρά των εργατών.) Την ίδια στιγμή, αναπτύχθηκε ένας αριστερός αντικομμουνισμός ο οποίος απαιτεί μια ιστορική ανάλυση. Εδώ υπήρξε κυρίως ενάντια του ΚΚΙ, αποτελούμενος από πνευματικές δυνάμεις που ακόμη υπάρχουν σήμερα (παρά την εξαφάνιση του ανταγωνιστή τους), οι οποίες αναπτύχθηκαν υπό τη ταμπέλα ενός κινήματος, μιας γενιάς, μιας στάσης· ενός τρόπου αίσθησης, μιας οικειότητας κι επικοινωνίας αντί ενός τρόπου είναι, σκέψης και πάλης. Οι πρωτοπορίες εκείνων των ημερών έχουν τώρα πλαισιωθεί από έναν στρατό μεταμελημένων.

Το φαινόμενο αυτό εντάθηκε ύστερα απ’ τον θάνατο του Τολιάτι το 1964, όχι μόνο λόγω μιας πραγματικής ύφεσης στην μεσολαβητική ικανότητα του κόμματος, μα επίσης λόγω των ριζικών μετασχηματισμών που λάμβαναν χώρα στο εσωτερικό της ιταλικής κοινωνίας. Ήταν μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές αυτής του 1960 που ο σύγχρονος καπιταλισμός πράγματι απογειώθηκε στην Ιταλία, κι η αρχαία μικρή φράση «κοινωνία των πολιτών», ενσωματωμένη στην μνήμη του 19ου αιώνα, τελικά έφτασε στο τέλος της. Η στενόμυαλη «Ιταλίτσα» της ιταλικής ενοποίησης ακόμη βάρυνε εκείνους από εμάς που γεννηθήκαμε τη δεκαετία του 1930· θα μαθαίναμε περισσότερα μελετώντας εκείνη τη δεκαετία παρά βιώνοντας όλες όσες ακολούθησαν. Είμασταν εμβολιασμένοι κατά της παλαιοϊταλικής ασθένειας. Το σύνολο της ιταλικής ιστορίας έως εκείνο το σημείο είχε υπάρξει μια ελάσσονα ιστορία του 20ού αιώνα. Όσοι από εμάς προσπαθούσαμε να σκεφτούμε με σύγχρονους, πεφωτισμένους τρόπους αισθανόμασταν αυτό το βάρος στους ώμους μας – απ’ τους περιορισμούς της ιταλικής γλώσσας ως τη τυφλότητα της κουλτούρας της. Όπως ανακαλύψαμε, διαβάζοντας Λοκ και Μοντεσκιέ, κι εξετάζονται το μοντέλο Westminster, το σύνολο της προφασιστικής εποχής υπήρξε, στη τελική, μια καρικατούρα των δυτικών φιλελεύθερων συστημάτων. Κι οι δύο «κόκκινες διετίες», τόσο διαφορετικές η μία απ’ την άλλη -1919-1920 και 1945-1946- υπήρξαν μαγικές στιγμές που μπορούσαν να έχουν αναδυθεί μόνο απ’ τις στάχτες των μεγάλων πολέμων.

Η ήρεμη δύναμη του ΚΚΙ ήταν να τοποθετηθεί εντός αυτής της ελάσσονας ιστορίας μακράς διαρκείας, περιορίζοντας τους στόχους του, βάζοντας τέρμα σε κάθε παρορμητικότητα, οργανώνοντας ένα «τι να κάνουμε» που ποτέ δεν πήγαινε πέρα του εφικτού, προσέχοντας να μην διεκδικήσει το ανέφικτο. Η «εθνική-λαϊκή» γραμμή του ΚΚΙ υπήρξε ένα ανάθεμα για εμάς τους εργατιστές, στο επίπεδο της κουλτούρας ακόμη πριν απ’ αυτό της πολιτικής· αυτό ήταν κάτι που κατανοήσαμε από νωρίς. Ο σύντροφός μας Alberto Asor Rosa έγραψε το Scrittori e popolo [Συγγραφείς και Λαός] το 1964, σε ηλικία 30 ετών: ένα δοκίμιο αναφορικά με τη λαϊκιστική λογοτεχνία στην Ιταλία, στρεφόμενο εναντίον της[9]. Το βιβλίο του σημάδεψε την αρχή μιας κρίσης σε μια πτυχή της ιταλικής πολιτικής κουλτούρας που είχε παραμείνει ηγεμονική έως τότε. Όμως, χωρίς τη λαϊκή -όχι λαϊκιστική- πολιτική, δεν θα είχαμε ποτέ λόγο να τραγουδάμε «Avanti, avanti, il gran partito noi siamo dei lavoratori» [«Εμπρός, εμπρός, το μεγάλο κόμμα είμαστε των εργατών», απ’ την ιταλική εκδοχή του ύμνου της Διεθνούς]… Η μεγάλη δύναμη του ΚΚΙ ήταν η συνειδητή στρατηγική του να ριζώνεται ρητά, πολιτιστικά, στον λαό που είχε αναδυθεί απ’ αυτή την ιστορία.

Είναι κοινότοπο να λέγεται ότι το ΚΚΙ υπήρξε η πραγματική ιταλική σοσιαλδημοκρατία. Δεν ήταν. Αντ’ αυτού, υπήρξε η ιταλική εκδοχή του κομμουνιστικού κόμματος. Ο ιταλικός δρόμος στον σοσιαλισμό υπήρξε μακρύς, εκτεινόμενος στο βάθος: πίσω μας βρισκόταν η ιστορία ενός έθνους, η πραγματικότητα ενός λαού, η παράδοση μιας κουλτούρας. Η ζωή και το έργο του Γκράμσι τα συνέθεσε αυτά, και κληροδότησε την ηγεμονική τους πνευματική κληρονομιά στη συναθροιστική πολιτική δράση του Τολιάτι. Έτσι, ο ρεφορμισμός υπήρξε, με μια πρωτότυπη έννοια, η πολιτική μορφή που έλαβε εντός αυτού του πλαισίου η επαναστατική διαδικασία. Αυτός ο κύκλος έκλεισε με τη διάλυση του μύθου της καπιταλιστικής οπισθοδρομικότητας, ο οποίος επέμενε για πολύ στο ΚΚΙ, ακόμη και κατά την άνοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ιταλία. Η πιο ορθόδοξη φραξιά του Τολιάτι, η ομάδα Amendola, καλλιέργησε αυτόν τον μύθο πέρα από οποιοδήποτε δικαιολογήσιμο σημείο, και το κατέστησε σε κοινωνική βάση μιας πολιστικής κοινής λογικής. Εδώ ήταν που συνέβη η διάσπαση μεταξύ του κόμματος και των νεαρών αναδυόμενων πνευματικών δυνάμεων, οι οποίες βρήκαν στήριξη σε μέρη του συνδικαλιστικού τομέα, ειδικά στον Βορρά, και στις ανήσυχες τάξεις του Κόμματος[10].

Στην πραγματικότητα, οι αγώνες των εργατών της βόρειας Ιταλίας των αρχών της δεκαετίας του 1960 ήταν πιο κοντά σ’ αυτούς της Αμερικής του New Deal παρά σ’ εκείνους των εργατών γης της νότιας Ιταλίας της δεκαετίας του 1950. Ο εργάτης της Απουλίας που έγινε εργάτης-μάζας στο Τορίνο υπήρξε το σύμβολο του τέλους της ιστορίας της «Ιταλίτσας». Ο Τολιάτι είχε συλλάβει σθεναρά το εποικοδόμημα και τις πολιτικές πτυχές της πρώιμης κεντροαριστεράς, υπήρξε όμως ανίκανος να δει τις κοινωνικές, υλικές αιτίες που τις γέννησε και τον κεντρικό ρόλο του μεγάλου εργοστασίου. Τα Quaderni Rossi κι η Classe Operaia είδαν καθαρότερα απ’ τα περιοδικά του ΚΚΙ, τα Società και Rinascita, το πλέγμα εργοστάσιο-κοινωνία-πολιτική ως τον στρατηγικό χώρο στον οποίο λαμβάνουν χώρα οι καπιταλιστικοί μετασχηματισμοί. Χρειάζεται κανείς απλώς να ξεφυλλίσει τα εργατιστικά περιοδικά: αλληλογραφία με τα εργοστάσια, επιτόπιες αναλύσεις για την αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, αξιολογήσεις των στρατηγικών της διαχείρισης, κριτική των διεκδικήσεων, αξιολόγηση των συμβάσεων, παρεμβάσεις στους αγώνες, διεθνή θέματα· κι επίσης, σημειώματα της σύνταξης για τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα της εποχής.

Η κουλτούρα της κρίσης

Η υπόθεση ότι η αλυσίδα έπρεπε να σπάσει όχι εκεί που το κεφάλαιο ήταν ασθενέστερο αλλά εκεί όπου η εργατική τάξη ήταν ισχυρότερη, διαμόρφωσε την ημερήσια διάταξη των εργατιστών. Ακόμη και σήμερα δεν είμαι σίγουρος εάν μια επιθυμία για πνευματική περιπέτεια κι η άσκηση πολιτικής υπευθυνότητας μπορούν αλήθεια να συμβιβαστούν· όμως, για εμάς συνυπήρξαν, στις πολιτικές φιλίες που γεννηθήκαν σ’ αυτή τη βάση. Αν δεν βγήκε κάτι άλλο απ’ την όλη ιστορία, τουλάχιστον βρήκαμε έναν τρόπο να επιβιώνουμε, με μια ευχάριστη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σ’ έναν εχθρικό κόσμο. Μ’ αυτή την έννοια, ο εργατισμός μας υπήρξε ουσιαστικά μια μορφή πολιτιστικής επανάστασης, η οποία παρήγαγε σημαντικές πνευματικές φιγούρες αντί για καθοριστικά ιστορικά γεγονότα. Περισσότερο από έναν τρόπο του να κάνεις πολιτική, όρισε έναν τρόπο του να κάνεις πολιτική κουλτούρα. Αυτή ήταν μια σοβαρή, υψηλή κουλτούρα: εξειδίκευση χωρίς ακαδημιοποίηση, στοχεύοντας σε μια πρακτική με στρατηγική συνοχή κι ιστορικό βάθος. Ήταν ένας τρόπος αποκατάστασης, ή πιθανόν εμφύτευσης, μιας μεταπρολεταριακής αριστοκρατίας του λαού ενάντια στο υπάρχον ρεύμα ενός αστικού λαϊκισμού. Είδαμε ένα υποκείμενο χωρίς μορφή – ή, καλύτερα, με μια παραδοσιακή, ιστορική μορφή που βρισκόταν σε κρίση. Το νέο μας κοινωνικό υποκείμενο, ο εργάτης-μάζα, δεν βρισκόταν πλέον εγκλωβισμένος στην παλιά πολιτική μορφή. Ένα υποκείμενο που γεννιέται μέσα απ’ την κρίση είναι ένα κριτικό υποκείμενο. Αργότερα θ’ αναπτυσσόταν μια παθιασμένη ερωτική σχέση μεταξύ του εργατισμού και της σκέψης της κεντρικής Ευρώπης του 19ου αιώνα: ένας έρωτας που δεν υπήρξε απογοητευτικός, και που θα έλεγα ότι επανεμφανίστηκε, δεδομένου του έργου που παρήχθησε εντός αυτού του πλαισίου. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς περιοδικά όπως τα Angelus Novus, Contropiano κι αργότερα -σ’ ορισμένο βαθμό- το Laboratorio Politico, για να πειστεί ότι για εμάς, η επικοινωνία δεν υπήρξε ποτέ διαχωρισμένη απ’ τη σκέψη.

Έχει χυθεί πολύ μελάνι σε αντιπαραθέσεις περί του αντιεγελιανισμού στον ιταλικό εργατισμό. Ο εγελιανισμός μπορούσε να βρεθεί, πρώτα και κύρια, στην ιδελογία εκείνη των εργατών ως μια «καθολική τάξη», εμποτισμένη με καντιανή ηθική την εποχή της Β’ Διεθνούς, και στον διαλεκτικό υλισμό την εποχή της Γ’ Διεθνούς. Αυτή η εικόνα του προλεταριάτου, το οποίο «απελευθερώνοντας τον εαυτό του απελευθερώνει όλη την ανθρωπότητα», παρούσα στον Μαρξ του 19ου αιώνα, θρυμματίστηκε απ’ την κραυγή του Μουνκ, κι ακολούθησε η μεγάλη κατάρρευση όλων των μορφών των αρχών του 20ού αιώνα. Εδώ μιλάμε για καλλιτεχνικές πρωτοπορίες, μα επίσης και για επιστημονικές και φιλοσοφικές, και την επανάσταση όλων των άλλων συλλογικών ανθρώπινων μορφών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών, υπό το τραγικό χτύπημα -1914!- του πρώτου μεγάλου ευρωπαϊκού, και παγκόσμιου, εμφύλιου πολέμου. Η παλίρροια της ανθρώπινης προόδου -η μπελ επόκ- προσέκρουσε στον τοίχο της χειρότερης σφαγής που έχουμε δει. Εκεί όμως που υπάρχει κίνδυνος, αναπτύσσεται επίσης σωτηρία. Απ’ αυτή την κόλαση γεννήθηκε η αρχή [principle] της ελπίδας: το πιο ανεπτυγμένο επαναστατικό πείραμα που έγινε ποτέ. Ήταν οι μπολσεβίκοι, μόνοι και καταραμένοι, που έκαναν το άλμα· όλα όσα ακολούθησαν, στην πορεία του πειράματός τους, δεν μπορούν ν’ ακυρώσουν την ευγνωμοσύνη που τους χρωστά η ανθρωπότητα γι’ αυτή την ηρωική προσπάθεια. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κομμουνιστής για να το καταλάβει αυτό. Κι όσοι δεν το καταλαβαίνουν -ή δεν θέλουν να το καταλάβουν- τους λείπει ένα κομμάτι της ψυχής που χρειάζεται ώστε να υπάρξεις και να δράσεις πολιτικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Είχαμε την καλή τύχη να ξεκινήσουμε μ’ αυτή τη σκέψη. Προσθέσαμε την αρετή της «εργατικής σκοπιάς», κι έτσι ξεκινήσαμε την πνευματική περιπέτεια που αφηγούμαστε εδώ.

Κριτική του 1968

Δύο καλά παιχνίδια της μοίρας: ζήσαμε το 1956 όσο είμασταν ακόμη νέοι, και το 1968 όταν δεν είμασταν πια νέοι. Αυτό μας επέτρεψε να συλλάβουμε τον πολιτικό πυρήνα που κείτονταν κάτω απ’ το ιδεολογικό περίβλημα των εποχών εκείνων. Μπορέσαμε ν’ απαντήσουμε στο 1956 χωρίς τον περιορισμό των ιστορικών δεσμών που βαραίναν την προηγούμενη γενιά· μπορούσαμε ν’ αδράξουμε τις ευκαιρίες που ανοίγαν. Ήταν μια εποχή που η ιστορία κι η πολιτική βρίσκονταν σε πλήρη ροή, και σου επιβάλλονταν στην καθημερινή ζωή· δεν είχαμε άλλη επιλογή απ’ το να εμπλακούμε στα γεγονότα, ν’ αμφισβητήσουμε τους εαυτούς μας, να πάρουμε αποφάσεις, να επιλέξουμε μεταξύ δύο πλευρών. Ποτέ δεν δέχτηκα τις έννοιες του καλού και του κακού που χρησιμοποιεί η εκκλησία για να δαμάσει τους πιστούς. Όμως, κατάλαβα μέσα από σκληρή εμπειρία ότι το κακό είναι εκείνες οι μακρές, καταθλιπτικές περιόδους που δεν συμβαίνει τίποτα· το καλό εκδηλώνεται όταν αναγκάζεσαι να πάρεις θέση· είναι η πτώση στην αμαρτία που σ’ αφυπνεί στην ελευθερία. Παρομοίως, ο μηδενισμός δεν παράγεται από σκοτεινές περιόδους βαρβαρισμού, μα απ’ τις ψευδείς αναλάμψεις πολιτισμού – ενάντια στις οποίες δεν αποτελεί τη χειρότερη απάντηση.

Το 1956 δεν υπήρχε χώρος για ναρκισσιστική διασκέδαση ή ανάλυση του ασυνείδητου – τουλάχιστον, όχι σ’ αυτόν τον ταραγμένο τόπο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Η πολιτική καταστροφή πυροδότησε μια μεγάλη πολιτιστική κρίση. Λίγο-λίγο, καθώς ξεδιπλώνονταν δραματικά γεγονότα -το 20ό Κομματικό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, η κρυφή ομιλία του Χρουστσόφ, η ουγγρική εξέγερση κι η καταστροφή της- τα πάντα λαμβάνονταν υπόψη. Οι μανδαρίνοι του Τολιάτι βαδίζαν επιφυλακτικά μεταξύ των αντιφάσεων του σοβιετικού συστήματος, εκχυδαΐζοντας το γκραμσιανό διάταγμα ενάντια στον Croce: λιγότερη διαλεκτική των αντιθέτων, περισσότερη διαλεκτική των διαφορών. Είμασταν νέοι και μ’ ελεύθερο πνεύμα: όσο αφελές κι αν φαίνεται, θέλαμε σαφήνεια αντί για σύγχυση, όμως μας προσφερόταν ένα απαλό κιαροσκούρο[11]. Ήταν το πρώτο «όχι» -οδυνηρό μα εμφατικό- που είπαμε στους κομματικούς ηγέτες. Μη έχοντας ζήσει τον πόλεμο εναντίον του φασισμού, δεν νιώθαμε αυτόν τον σιδηρούν δεσμό με τη σοσιαλιστική πατρίδα: δεν είχε γίνει το κέντρο των ζώων μας. Για τους μεγαλύτερους από εμάς, ο αντιφασισμός είχε υπάρξει μια πολιτική κι ηθική προσταγή, ικανή ν’ αφήσει για πάντα το σημάδι της στην ύπαρξη κάποιου· μια δέσμευση σπουδαίας ανθρώπινης έντασης, απ’ την οποία καμία σκεπτόμενη καρδιά δεν μπορούσε να δραπετεύσει στο κλίμα εκείνων των εποχών. Γεννημένοι τη δεκαετία του 1930, είμασταν πολύ μικροί για την αντιφασιστική αντίσταση, και την μεταπολεμική εποχή δεν φοβηθήκαμε ποτέ ότι ο φασισμός θα επέστρεφε. Ως μιλιτάντηδες, βιώσαμε τον Ψυχρό Πόλεμο ως μια «σύγκρουση πολιτισμών», όχι μια σύγκρουση επί σφαιρών επιρροής. Από εκεί κι έπειτα, δεν υπήρχε χώρος στη σκέψη μας για «σπουδαία και προοδευτικά πεπρωμένα». Ο κομμουνισμός δεν ήταν πια ο τερματικός σταθμός μιας σιδηροδρομικής γραμμής που οδηγούσε την ανθρωπότητα ανυποχώρητα προς την πρόοδο. Ακολουθώντας τον Μαρξ, ο κομμουνισμός θα ήταν η αυτοκριτική του παρόντος· ακολουθώντας τον Λένιν, θα ήταν η οργάνωση μιας δύναμης ικανής να σπάσει τον πιο αδύναμο κρίκο στην αλυσίδα της ιστορίας.

Αυτή η αφήγηση του 1956 δεν είναι υπερβολική. Χωρίς αυτό το άλμα, ο εργατισμός δεν θα είχε υπάρξει ποτέ: δεν θα είχαμε τις «Επτά Θέσεις για τον Εργατικό Έλεγχο» του Panzieri[12], ούτε θα είχαμε συναντηθεί, ως διανοούμενοι της κρίσης. Το 1968 θα είχε συμβεί έτσι κι αλλιώς -ξεπήδησε από άλλες ρίζες, απ’ τις εκσυγχρονιστικές προσταγές της καπιταλιστικής κοινωνίας- όμως, πιθανόν να είχε λάβει μια διαφορετική μορφή, με περισσότερα παιδιά των λουλουδιών και λιγότερους μαθητευόμενους επαναστάτες. Είδαμε το 1968 ως ενήλικοι, κάτι το οποίο υπήρξε μια ακόμη καλοτυχία, καθώς το να βιώσεις το 1968 ως νεαρός αποδείχτηκε, μακροπρόθεσμα, να είναι μια μεγάλη κακοτυχία (όπως είπε ο Μαρξ ότι ήταν να είσαι μισθωτός εργάτης). Η εμφάνιση εδραιώθηκε κι η πραγματική υπόσταση χάθηκε. Η εμφάνιση -δηλαδή, αυτό που το κίνημα εξέφρασε συμβολικά- ήταν ο αντιεξουσιαστικός χαρακτήρας του. Με τον τρόπο του, αυτό λειτούργησε. Η υπόσταση ήταν ο χαρακτήρας του ως εξέγερση. Αυτό δεν κράτησε: στα άτομα κατασβήστηκε κι απορροφήθηκε, στις ομάδες εκτράπηκε κι αλλοιώθηκε.

Όσοι από εμάς ζήσαμε τους αγώνες των εργοστασιακών εργατών των αρχών της δεκαετίας του 1960, είδαμε τις φοιτητικές διαδηλώσεις με μια συμπονετική αποστασιοποίηση. Δεν είχαμε προβλέψει μια σύγκρουση γενεών, παρότι στα εργοστάσια είχαμε συναντήσει το νέο στρώμα εργατών -ειδικά των νεαρών εσωτερικών μεταναστών απ’ τον Νότο- που ήταν δραστήριο και δημιουργικό, πάντα στην πρώτη γραμμή (σίγουρα συγκριτικά με τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργάτες που ήταν εξουθενωμένοι απ’ τις παλιότερες ήττες). Όμως, στα εργοστάσια, ο δεσμός μεταξύ πατεράδων και γιων ακόμη κρατούσε· ήταν στις μεσαίες τάξεις που είχε καταστραφεί. Αυτό υπήρξε ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, όχι όμως επαρκές για μια μεταβολή στη δομική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Τον Μάρτιο του 1968 βρεθήκαμε στη Βάλε Τζούλια μαζί με τους φοιτητές ενάντια στην αστυνομία – όχι όπως ο Παζολίνι. Όμως, την ίδια στιγμή, γνωρίζαμε ότι πρόκειται για μια μάχη πίσω απ’ τις γραμμές του εχθρού, μια μάχη για τον καθορισμό του ποιος θα ήταν επικεφαλής του εκσυγχρονισμού. Η παλιά άρχουσα τάξη, η γενιά της πολεμικής περιόδου, είχε εξαντληθεί. Μια νέα ελίτ μαχόταν να βγει στην επιφάνεια· μια νέα άρχουσα τάξη για τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό που κείτεται στο μέλλον. Ο Ψυχρός Πόλεμος αποτελούσε εδώ και πολύ καιρό ένα εμπόδιο· η κρίση της πολιτικής, των κομμάτων και «του κοινού» [the public] καραδοκούσε. Το δηλητήριο της «αντιπολιτικής» εισήχθει για πρώτη φορά στις φλέβες της κοινωνίας απ’ τα κινήματα του 1968. Η ωρίμανση της κοινωνίας των πολιτών κι η κατάκτηση νέων δικαιωμάτων μετασχημάτισε τη συλλογική συνείδηση. Όμως, πρώτα και κύρια, οι μετασχηματισμοί αυτοί υπήρξαν ευεργετικοί για τον ιταλικό καπιταλισμό και την επιδίωξή του να εκσυγχρονιστεί. Η επανιδιωτικοποίηση του συνολικού συστήματος των κοινωνικών σχέσεων ξεκίνησε απ’ αυτή την περίοδο, και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Παράδοξα αποτελέσματα

Η αξιοσημείωτη νεολαία του 1968 δεν κατάλαβε αυτή την αλήθεια – ούτε κι εμείς, παρότι θα τη συλλαμβάναμε αρκετά σύντομα: η συντριβή της εξουσίας δεν σήμαινε αυτομάτως την απελευθέρωση της ανθρώπινης ποικιλομορφίας· θα μπορούσε να σημαίνει, και πράγματι αυτό συνέβη, ελευθερία ειδικά για τα ζωώδη πνεύματα του καπιταλισμού, τα οποία περπατούσαν βαριά κι ανήσυχα μέσα στο σιδηρούν κλουβί του κοινωνικού συμβολαίου που το σύστημα είχε δει ως μια αναπόφευκτη γιατρεία για τα χρόνια των επαναστάσεων, κρίσεων και πολέμου. Το έτος 1968 υπήρξε ένα κλασσικό παράδειγμα της ετερογένεσης των σκοπών. Το σύνθημα «είναι μόνο η αρχή» μπορούσε να υπάρξει επιτυχές μόνο για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, έχοντας ως υπόβαθρο μια έκρηξη σ’ όλο τον δυτικό κόσμο, η οποία αποτελούσε τη δύναμη του κινήματος. Το σύνθημα «ο αγώνας συνεχίζεται» αποτελούσε ήδη μια αναγνώριση της ήττας.

Μακροπρόθεσμα, το παιχνίδι χάθηκε. Η ριζοσπαστικοποίηση του λόγου [discourse] για την αυτονομία της πολιτικής απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1970, γεννήθηκε απ’ αυτή την αποτυχία των εξεγερτικών κινημάτων, απ’ τους εργατικούς αγώνες ως τη νεολαιίστικη εξέγερση, που εκτείνονταν στη δεκαετία του 1960. Εκείνο που έλειπε ήταν η καθοριστική παρέμβαση μιας οργανωμένης δύναμης, η οποία θα μπορούσε να έρθει μόνο απ’ το υπάρχον εργατικό κίνημα, και συνεπώς τους Κομμουνιστές. Μια συντονισμένη πρωτοβουλία θα μπορούσε να ωθήσει τ’ απρόθυμα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα προς την ανάληψη μιας ιστορικής επανοικοδόμησης, για την οποία οι συνθήκες ήταν ώριμες. Θα έπρεπε να είχαμε πιέσει για μια νέα «πολιτική από τα πάνω» στο εσωτερικό των κινημάτων βάσης, ν’ αντιπαλέψουμε το υπόρρητο ρεύμα προς την αντιπολιτική, και συνεπώς να διαταράξουμε την κοινωνική και πολιτική ισορροπία δυνάμεων, αντί να την επανασταθεροποιήσουμε. Τότε, ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός. Μετά, και για πολύ καιρό, δεν ήταν. Δεν αδράξαμε την ευκαιρία, η φευγαλέα στιγμή πέρασε, κι οι νεκροί επανακατέκτησαν τους ζωντανούς. Οι πραγματικές διαδικασίες νικήσαν τα φαντασιακά υποκείμενα. Από μερικές απόψεις, τα πράγματα πήγαν καλύτερα στις ΗΠΑ απ’ ότι στην Ευρώπη. Εκεί, ο Αμερικανός Γολιάθ ταπεινώθηκε απ’ τον Βιετναμέζο Δαβίδ. Εδώ, περάσαμε απ’ την εξέγερση του Παρισίου στην εισβολή στην Πράγα, απ’ τα Quaderni Rossi στους νέους φιλοσόφους, απ’ το Γούντστοκ στην Πιάτσα Φοντάνα, κι απ’ τα παιδιά των λουλουδιών στα μολυβένια χρόνια. «Οι καιροί αλλάζουν»: 10 χρόνια ύστερα απ’ το 1968, οι καιροί πράγματι είχαν αλλάξει. Η Τριμερής Επιτροπή υπαγόρευσε τις αρχές [tenets] της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και της πολιτικής [civic] θρησκείας της.

Στην Ιταλία, η εποχή του κλασσικού εργατισμού τελείωσε. Η Classe Operaia πήρε την αμφιλεγόμενη απόφαση ν’ ανακοινώσει ότι το εγχείρημά της εξαντλήθηκε. «Μην γίνεται συνδρομητές», είπε στους αναγνώστες της με χαρακτηριστική ειρωνεία στο τελευταίο τεύχος, που εκδόθηκε το 1967, «φεύγουμε τώρα». Τι ρόλο ίσως θα είχε παίξει η «πολιτική εφημερίδα των εργατών που αγωνίζονται» αν υπήρχε ακόμη κατά τα γεγονότα του 1968, με τον συμπαγή, υψηλού κύρους πυρήνα των ακτιβιστών της; Θα μπορούσε να είχε επηρεάσει το κίνημα, να προσφέρει μια καθοδήγηση, να του δώσει έναν πολιτικό προσανατολισμό; Δεν το νομίζω. Η απόφαση να κλείσουμε την εφημερίδα πάρθηκε για ν’ αποφύγουμε τον επικείμενο κίνδυνο του να μετατραπεί σ’ ένα «γκρουπούσκουλο», με όλες τις συνήθεις παραμορφώσεις: μειονοτισμός, αυτοαναφορικότητα, ιεραρχικοποίηση, «διπλές στρώσεις», αντιγράφοντας ασυνείδητα τις πρακτικές του «δυαδικού κράτους», κλπ. Στην καλύτερη, οι μικρές ομάδες οδηγούνται μοιραία να επαναλάβουν τις αμαρτίες των μεγαλύτερων οργανώσεων. Συνεπώς, δεν υπήρξε καμία συνέχεια μεταξύ του πολιτικού εργατισμού και των δυνητικά αντιπολιτικών κινημάτων του 1968. Φυσικά, χαμογελούσαμε όταν ακούγαμε ανθρώπους να φωνάζουν το σύνθημα «φοιτητική εξουσία», θυμάμαι όμως καθαρά τη στιγμή που μια φοιτητική διαδήλωση στο Κόρσο της Ρώμης αναπάντεχα κραύγασε «εργατική εξουσία». Στην πραγματικότητα, παρότι ο εργατισμός υπήρξε διστακτικός προς το 1968, το 1968 ανακάλυψε τον εργατισμό, πολύ πριν το «θερμό φθινόπωρο» του 1969. «Φοιτητές κι εργάτες, ενωμένοι στον αγώνα». Ένα συναρπαστικό, κινητοποιό σύνθημα, που βοηθούσε στον σχηματισμό μιας γενναιόδωρης γενιάς μιλιτάντηδων, που παραμένει σιωπηλά παρούσα στους πόρους της κοινωνίας των πολιτών.

Η Classe Operaia έκλεισε καθώς άνοιγε το 11ο Κομματικό Συνέδριο του ΚΚΙ. Δεν υπήρξε ποτέ μια περισσότερο χτυπητή σύμπτωση των αντιθέτων. Ήμουν τότε σε «άδεια» από το κόμμα, όμως η κομματική μου συμμετοχή -στρατολόγηση με την ελεύθερη βούληση κάποιου- θεωρούταν δεδομένη: αυτό ίσχυε τόσο πριν την εργατιστική εμπειρία, και συνέχισε να ισχύει όσο υπήρχε το κόμμα. Δεν μπλεχτήκαμε όμως στους πικρούς αγώνες στην κορυφή της ηγεσίας που προέκυψαν μετά τον Τολιάτι. Είμασταν ενάντια στον Amendola, χωρίς όμως να υποστηρίζουμε τον Ινγκράο. Δεν μας άρεσε η ιδέα ενός μοναδικού αριστερού κόμματος στην Ιταλία, το οποίο θα σήμαινει την ρητή σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΚΚΙ. Μα πάνω απ’ όλα, πολεμήσαμε τη δεξιά του Κόμματος αναφορικά με την ανάλυσή της για τον ιταλικό καπιταλισμό. Προτείναμε, με αληθινό μαρξιστικό στυλ, την έννοια του νεοκαπιταλισμού, τον οποίο είδαμε ως ένα πιο ανεπτυγμένο -και συνεπώς περισσότερο παραγωγικό- πεδίο πάλης, ενώ η άλλη πλευρά είχε μια ξεπερασμένη άποψη για την ιταλική οικονομία, αναμειγμένη με μια εξίσου οπισθοδρομική σοβιετική ορθοδοξία. Και το διεθνές πλαίσιο είχε επίσης μεταβληθεί απ’ την αρχή της χαλάρωσης του Ψυχρού Πολέμου και την «ειρηνική συνύπαρξη» των δύο συστημάτων. Το κεφάλαιο θα χρειαζόταν μια νέα επιστράτευση επαγγελματιών πολιτικών, οπλισμένων με μια διαφορετική πολιτιστική παράδοση -η οποία δεν είχε ακόμη κατασκευαστεί- και με νέα πνευματικά εργαλεία. Αυτή θα ήταν μια φιγούρα που θα ταίριαζε στον νεοκαπιταλισμό, ένας συνδυασμένος τεχνοκράτης-και-πολιτικός, ικανός να λειτουργεί επιδέξια εντός των περιστάσεων αταξίας που θα ‘ρθουν.

Το ιταλικό «θερμό φθινόπωρο» του 1969 υπήρξε ένα αυθόρμητο κίνημα: αυτό υπήρξε επίσης το όριό του,  ο εφήμερος χαρακτήρας του που προέκυπτε στον δομικό του ρόλο, εντός του μεσοπρόθεσμου προς το μακροπρόθεσμο, του εκσυγχρονισμού χωρίς επανάσταση. Ο εργατισμός υπήρξε, τουλάχιστον στην Ιταλία, μια απ’ τις θεμέλιες προϋποθέσεις του 1968· όμως, την ίδια στιγμή, ο εργατισμός είχε ασκήσει προκαταβολικά μια ουσιώδη κριτική στο 1968. Με τη σειρά του, το 1969 διόρθωσε πολλά και προκάλεσε πολύ περισσότερη ανησυχία. Αυτό υπήρξε το πραγματικό θαυμαστό έτος. Το 1968 γεννήθηκε στο Berkeley και βαπτίστηκε στο Παρίσι. Έφτασε στην Ιταλία ακόμη νέο κι όμως ήδη ώριμο, αιωρούμενο μεταξύ των εργατών και του ΚΚΙ, ακριβώς εκεί που είχαμε τοποθετηθεί κι εμείς. Ο εργατισμός ώθησε το 1968 πέρα απ’ τις προϋποθέσεις του. Το 1969, το ζήτημα δεν ήταν η αντιεξουσία μα ο αντικαπιταλισμός. Οι εργάτες και το κεφάλαιο βρέθηκαν σωματικά ενώπιος ενωπίω. Με το θερμό φθινόπωρο, οι μισθοί ασκήσαν ένα άμεσο αποτέλεσμα στα κέρδη· η ισορροπία δυνάμεων μετατοπίστηκε υπέρ των εργατών κι εις βάρος των αφεντικών. Η ιδέα της εργατικής πάλης έλαβε μια γενική κοινωνική διάσταση. Αυτό υπήρξε εμφανές σε δύο συνέπειες που εξήχθησαν απ’ αυτό. Πρώτον, ένα άλμα στην εθνική κοινωνική συνείδηση κι ένα πολιτικό άνοιγμα για συναίνεση γύρω απ’ το μεγαλύτερο αντιπολιτευτικό κόμμα, το οποίο ακόμη έβλεπε τον εαυτό του τυπικά ως το κόμμα της εργατικής τάξης. Δεύτερον, η βίαιη αντίδραση του συστήματος, το οποίο χρησιμοποίησε όλες τις αμυντικές στρατηγικές του, από νομικές παραχωρήσεις ως κρατική τρομοκρατία, απ’ τις μυστικές υπηρεσίες ως τον κοινωνικό συμβιβασμό. Η επιθετική απάντηση του συστήματος στο πλήγμα που πέτυχε το θερμό φθινόπωρο σάρωσε το κίνημα – ή, κάτι που ανέρχεται στο ίδιο, άλλαξε την κατεύθυνσή του. Ήταν αυτό το δεύτερο μονοπάτι που υπερίσχυσε, κι απ’ αυτό θα έρρεε μια άλλη ιστορία.

Όλα αυτά ήταν ήδη χαραγμένα στην ανεπίλυτη αντίφαση μεταξύ των αγώνων και της οργάνωσης -νέοι αγώνες, συνεπώς νέα οργάνωση- η οποία είχε μπλοκάρει το μονοπάτι του εργατισμού στην πρώιμη φάση του. Όλες οι προσπάθειες να συνδεθεί μ’ εσωτερικές εξελίξεις του ΚΚΙ στα μέσα της δεκαετίας του 1960 πήγαν στραβά. Το εξαιρετικό «ανθρώπινο υλικό» που έπαιξε τέτοιο μεγάλο ρόλο στο πείραμα του εργατισμού δεν ήταν φτιαγμένο για ένα πολιτικό παιχνίδι στο οποίο οι υποθέσεις σου πρέπει να ελεγχθούν σ’ ένα διαφορετικό πεδίο απ’ αυτό που έχει επιλέξει, δεν ήταν οργανικά προσαρμοσμένο σε κάτι τέτοιο. Η ιδέα του «εντός κι ενάντια» -αυτή η εκλεπτυσμένη, πιθανόν εξαιρετικά σύνθετη αρχή [principle] που εκφράστηκε στην κλασσική μορφή της ως πολιτικός εργατισμός- υπήρξε ανίκανη να ριζώσει στα άτομα με σάρκα και οστά· παρέμεινε η δήλωση μιας μεθόδου, αναγκαία για την κατανόηση μα αναποτελεσματική ως μια βάση για δράση.

Μολυβένια χρόνια

Η αληθινή διαφορά μεταξύ του εργατισμού μας και του τυπικού εργατισμού του ΚΚΙ κείτεται στην έννοια της πολιτικής κεντρικότητας των εργατών. Συνεχίσαμε αυτή τη συζήτηση μέχρι και το 1977, όταν συγκαλέσαμε ένα συνέδριο για τον «εργατισμό και την κεντρικότητα των εργατών» με τον Ναπολιτάνο και τον Tortorella, σε μια μολυβένια Παδόβα, υποκείμενη στα μη-πασιφιστικά γιουρούσια των λεγόμενων αυτόνομων[13]. Δεν παίρνω εδώ το 1977 ως μια ημερομηνία μείζονος σημασίας – μια επιλόγη παρά μια παράλειψη. Συμφωνώ ότι, συγκριτικά με το 1968, το 1977 είχε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος και σηματοδοτεί μια αποφασιστικότερη κοινωνική μετατόπιση· μεγάλο μέρος της αρνητικής σχέσης μεταξύ των νέων γενιών και της πολιτικής λύθηκε εκεί, σ’ αυτό το πεδίο μάχης. Όμως, θα ήθελα να πω ότι ο ιταλικός εργατισμός των αρχών της δεκαετίας του 1960 δεν οδήγησε σ’ αυτή την κατεύθυνση. Κοιτώντας αναδρομικά, η Classe Operaia υπήρξε πιο κοντά στα Quaderni Rossi απ’ ότι στην Potere Operaio του Νέγκρι, ή απ’ όλους αυτούς που συνέχισαν συμμετέχοντας στην εργατική αυτονομία. Η ακριβής διαχωριστική γραμμή υπήρξε η εξής: αυτά τα δύο αρχικά εγχειρήματα, αρχικά το περιοδικό [τα Quaderni Rossi] κι ύστερα η ημερήσια εφημερίδα [η Classe Operaia], θεωρούσαν τους εαυτούς τους κριτικά εντός του εργατικού κινήματος, ενώ τα μετέπειτα εγχειρήματα -βασισμένα περισσότερο στην αυτοοργάνωση- τοποθετήθηκαν επικίνδυνα ενάντια στο εργατικό κίνημα. Η ευφυία του Τόνι Νέγκρι είναι έκδηλη στη θεωρία του για την μετάβαση απ’ τον «εργάτη-μάζα» στον κοινωνικό εργάτη[14], όμως η πρακτική ζημιά είχε ήδη γίνει, και μια βίαιη σπατάλη πολύτιμων ανθρώπινων πόρων είχε ήδη περάσει απέλπιδα στη λάθος πλευρά.

Ο Νέγκρι έπαιξε έναν ρόλο-κλειδί στην εμπερία της Classe Operaia· υπήρξε ουσιαστικός στη γέννηση αυτής της εφημερίδας, κι ύστερα στο συντατικό έργο και τη διανομή της. Με τα πόδια του γερά φυτεμένα στη στρατηγική τοποθεσία του Porto Marghera, αισθάνθηκε τις εξελίξεις κι έδωσε μορφή στη θέση του. Η εμπειρία του ταιηλορφορντικού εργάτη -κι η μετέπειτα κριτική αυτής της φιγούρας- κείτεται στη ρίζα όλης της μετέπειτα έρευνάς του. «Εργάτες χωρίς συμμάχους» [εννοώντας, οι εργάτες να σταθούν μόνοι τους για τα δικά τους συμφέροντα, χωρίς συμμάχους από άλλες τάξεις], ούρλιαξε ο τίτλος της Classe Operaia τον Μάρτιο του 1964, στην οποία υπήρχε ένα σημείωμα της σύνταξης από τον Νέγκρι. Αυτό ήταν λάθος. Το σύστημα των συμμαχιών -απασχολούμενοι, μεσαίες τάξεις, η Κόκκινη Εμίλια [η Εμίλια είναι ιταλική περιφέρεια, ιστορικό προπύργιο του ΚΚΙ]- που είχε οικοδομήσει το επίσημο εργατικό κίνημα στη βάση ενός ανεπτυγμένου προκαπιταλισμού, σίγουρα χρειαζόταν να επικριθεί και να του αντιταχθούμε. Όμως, ένα νεό σύστημα συμμαχιών αναδυόταν στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, με νέους επαγγελματίες να αναδύονται απ’ το πλαίσιο της μαζικής παραγωγής, τη συνεπακόλουθη διεύρυνση της αγοράς και τη διάδοση της κατανάλωσης, και τους εν εξελίξει πολιτικούς [civil] μετασχηματισμούς και τις πολιτιστικές μετατοπίσεις σ’ όλη τη χώρα. Όλα αυτά υπήρξαν τρόποι με τους οποίους οι εργάτες του 1962 ανέμεναν τον εκσυγχρονισμό του 1968 και την ανατολή της μετανεωτερικότητας το 1977.

Αυτό που ακολούθησε ήταν η παράδοξη ιστορία μιας γενικής ήττας, η οποία υπογραμμίστηκε από απατηλές νίκες μικρής κλίμακας. Έτσι συνέχισαν τα πράγματα ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν όλοι μας αναγκαστήκαμε να καταλάβουμε που κατέληξε η ιστορία. Η ηγεσία του ΚΚΙ υπέφερε, μ’ έναν υφιστάμενο τρόπο, την ίδια μοίρα με τις άρχουσες τάξεις της χώρας. Ο εκσυγχρονισμός απαιτούσε ένα πέρασμα της σκυτάλης απ’ τις γενιές του πολέμου και της αντίστασης στις γενιές της ειρήνης και της ανάπτυξης. Τα κινήματα του 1968 προσφέραν το νέο προσωπικό γι’ αυτή την μεταβίβαση. Αυτό που συνέβη στο κόμμα ήταν εκείνο που συνέβη στους κύκλους της εξουσίας: δεν γεννήθηκε μια νέα πολιτική τάξη [class]· αντ’ αυτού, στη θέση της, αναδύθηκε μια νέα διοικητική τάξη [class], πάντα ως μάνατζερ, τόσο στο επίπεδο της κυβέρνησης όσο και στο επίπεδο της αντιπολίτευσης. Όλη η ηγεσία του Μπερλινγκουέρ -τόσο με τον ιστορικό συμβιβασμό όσο και με την εναλλακτική του- αποδείχτηκε να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια ταραχώδη περίοδο άμυνας, που ευθυγράμμισε τον κόσμο του κόμματος για να τον περιορίσει, κι επιβράδυνε τη νεοαστική πλημμύρα. Όμως, έχοντας φτάσει σ’ αυτό το σημείο, λίγα μπορούσαν πια να γίνουν. Στη τελευταία πράξη της τραγωδίας, το ΚΚΙ αναβαπτίστηκε ως Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς. Αυτό ακολουθήθηκε απ’ τη φάρσα, ακόμη κι όταν η λέξη «κόμμα» εξαφανίστηκε, υπό την πίεση του αντιπολιτικού λαϊκισμού. Δεν υπήρχαν πια άλλα φράγματα. Μόνο η πλημμύρα.

Απ’ το 1980 κι ύστερα, η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παλινόρθωση απομύζησε την ικανότητα των εργατών ν’ αντιταχθούν. Με το σπάσιμο του πιο αδύναμου κρίκου της αντικαπιταλιστικής αλυσίδας -το σοβιετικό κράτος- δεν υπήρχε πια κανένας τρόπος να εμποδιστεί η επιστραφούσα ηγεμονική δύναμη απ’ το να καταλάβει τον απόλυτο έλεγχο. Η νεοανακηρυχθείσα κυριαρχία του κεφαλαίου δεν ήταν μόνο οικονομική μα και κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική. Υπήρξε συνάμα θεωρητική κι ιδεολογική, ένας συνδυασμός πνευματικής και μαζική κοινής λογικής. Όμως, αξίζει να τονίσουμε ένα τελευταίο γεγονός: όσο παρέμενε ανοιχτός ο μετακαπιταλιστικός ορίζοντας, η πάλη για την εισαγωγή στοιχείων κοινωνικής δικαιοσύνης στον καπιταλισμό πετύχαινε μερικές νίκες. Απ’ τη στιγμή που το επαναστατικό εγχείρημα ηττήθηκε, το ρεφορμιστικό πρόγραμμα έγινε επίσης ανέφικτο. Μ’ αυτή την έννοια, η πρόσφατη μορφή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ίσως αποδειχτεί ειρωνικά παρόμοια με τις τελικές μορφές του κρατικού σοσιαλισμού: ανίκανη μεταρρύθμισης.

Σημειώσεις:
1. Malvezzi & Pirelli, eds, Lettere di condannati a morte della Resistenza italiana, 8 settembre 1943 – 25 aprile 1945, Τορίνο, 1952.
2. Βλέπε επίσης Γκαλβάνο Ντέλα Βόλπε, «The Marxist Critique of Rousseau», New Left Review I/59, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1970, και Ντέλα Βόλπε, «Settling Accounts with the Russian Formalists», New Left Review Ι/113-114, Ιανουάριος-Απρίλιος 1979.
3. Μάριο Τρόντι, La politica al tramonto, Τορίνο, 1998.
4. Rita Di Leo, Operai e sistema sovietico, Μπάρι, 1970.
5. [Σ.τ.Μ.]: Στα Quaderni Rossi, στο εξώφυλλο δεν υπήρχε μόνο ο τίτλος του περιοδικού, ο αριθμός του τεύχους, κλπ, αλλά ξεκινούσε κανονικά και το πρώτο άρθρο του τεύχους.
6. [Σ.τ.Μ.]: Βλέπε Σέρτζιο Μπολόνια, Ναζισμός κι Εργατική Τάξη, εκδόσεις antifa scripta, 2011.
7. [Σ.τ.Μ.]: Καρλ Μαρξ, «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 385.
8. [Σ.τ.Μ.]: Στην αρχαιοελληνική μυθολογία, ο Παρνασσός συνδέονταν με τον θεό Απόλλωνα κι ήταν η κατοικία των Μουσών, γι’ αυτό στη λογοτεχία αναφέρεται ως πατρίδα της ποίησης, της λογοτεχνίας και της γνώσης.
9. Alberto Asor Rosa, Scrittori e popolo, Ρώμη, 1965.
10. Για το εσωτερικό ντιμπέιτ του ΚΚΙ, βλέπε New Left Review I/13-14, Ιανουάριος-Απρίλιος 1962.
11. [Σ.τ.Μ.]: Τεχνική στη ζωγραφική η οποία βασίζεται σ’ έντονες αντιθέσεις μεταξύ σκοτεινών και φωτεινών σημείων στον πίνακα. Μ’ αυτή τη τεχνική, οι μορφές της σύνθεσης δεν οριοθετούνται με κάποιο περίγραμμα αλλά διακρίνονται μέσα από την αντιπαράθεση των φωτεινών και σκοτεινών επιφανειών. Σ’ αυτή την έλλειψη περιγράγραμματος, την οποία ταυτίζει με τη σαφήνεια, αναφέρεται εδώ ο Τρόντι.
12. Raniero Panzieri, «Sette tesi sulla questione del controllo operaio», Mondo Operaio 2, Φεβρουάριος 1958. Αγγλική μετάφραση του κειμένου μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.viewpointmag.com/2014/09/09/seven-theses-on-workers-control-1958/.
13. Για τα πρακτικά του συνεδρίου, βλέπε Τρόντι κ.α., Operaismo e centralità operaia, Ρώμη, 1978.
14. Αντόνιο Νέγκρι, Από τον Εργάτη-Μάζα στον Κοινωνικό Εργάτη, εκδόσεις Κομμούνα, 1983.