Για τον χρηματοπιστωτισμό (συχνά ταυτισμένο με τους Εβραίους) που δήθεν «παρασιτεί» στην «πραγματική» οικονομία:
[Ε]ίναι αυτή καθεαυτή η μορφή (το χρήμα εκποιείται στην πραγματικότητα περιοδικά σαν μέσο για την εκμετάλλευση της εργασίας, για τη δημιουργία υπεραξίας), που κάνει το πράγμα να εμφανίζεται σαν κεφάλαιο και το κεφάλαιο σαν απλό πράγμα. Είναι η μορφή αυτή που κάνει το συνολικό αποτέλεσμα του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής και κυκλοφορίας να εμφανίζεται σαν μια ιδιότητα που βρίσκεται μέσα στο πράγμα και εξαρτάται από τον ιδιοκτήτη του χρήματος, δηλαδή του εμπορεύματος, στη μορφή που μπορεί πάντοτε να ανταλλαγεί, εάν θα θελήσει να το ξοδέψει σαν χρήμα ή να το νοικιάσει σαν κεφάλαιο. Εδώ βρίσκεται η σχέση του κεφαλαίου σαν ποσό προς τον εαυτό του, σαν καρπός και το κέρδος που βγάζει μετριέται στην ίδια την αξία του χωρίς να χάνεται μέσα σ’ αυτό το προτσές (πράγμα που αντιστοιχεί στη φύση του κεφαλαίου). Έτσι είναι φανερό γιατί η επιφανειακή κριτική, που ενώ θέλει το εμπόρευμα καταπολεμά το χρήμα, στρέφεται τώρα με τη μεταρρυθμιστική σοφία της κατά του τοκοφόρου κεφαλαίου χωρίς να αγγίζει την πραγματική καπιταλιστική παραγωγή και επιτίθεται μόνο σε ένα από τα αποτελέσματά της. Αυτή η πολεμική κατά του τοκοφόρου κεφαλαίου από τη σκοπιά της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, που αυτοπαρουσιάζεται προκλητικά σαν «Σοσιαλισμός», υπάρχει σαν στοιχείο ανάπτυξης του ίδιου του κεφαλαίου, πχ στον 17ο αιώνα, όταν ο βιομήχανος καπιταλιστής έπρεπε να  επικρατήσει ενάντια στον παλαιομοδίτη τοκογλύφο, που ήταν τότε παντοδύναμος απέναντί του.
[…]
Η πολεμική των αστών οικονομολόγων του 17ου αιώνα […] ενάντια στον τόκο σαν αυτοτελή μορφή της υπεραξίας είναι μόνο η πάλη της ανερχόμενης βιομηχανικής αστικής τάξης ενάντια στους παλιάς μόδας τοκογλύφους, τους μονοπωλητές τον καιρό εκείνο του χρηματικού πλούτου. Το τοκοφόρο κεφάλαιο βρίσκεται εδώ ακόμα στην προκατακλυσμιαία μορφή του κεφαλαίου που πρέπει πρώτα να υποταχθεί στο βιομηχανικό κεφάλαιο και να πάρει την εξαρτημένη απ’ αυτό θέση του, που οφείλει να πάρει θεωρητικά και πρακτικά πάνω στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής. […] Είναι φανερό ότι ένα άλλο μοίρασμα του κέρδους ανάμεσα στα διάφορα είδη των καπιταλιστών, δηλαδή η αύξηση του βιομηχανικού κέρδους με τη μείωση του επιτοκίου και αντίστροφα, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θίξει την ουσία της καπιταλιστικής παραγωγής. Ο σοσιαλισμός λοιπόν που στρέφεται ενάντια στο τοκοφόρο κεφάλαιο σαν τη «βασική μορφή» του κεφαλαίου, δεν είναι μόνο πέρα για πέρα αιχμάλωτος του αστικού ορίζοντα. Εφόσον η πολεμική του δεν είναι μια οφειλόμενη στη σκοτεινή τάση ενάντια στο ίδιο το κεφάλαιο παρανοημένη επίθεση και κριτική -που όμως το ταυτίζει με μια παράγωγη μορφή του- δεν είναι παρά μόνο μια σοσιαλιστικά μεταμφιεσμένη τάση ανάπτυξης της αστικής Πίστης [πίστωσης], εκφράζει έτσι μόνο την υποανάπτυξη των σχέσεων στη χώρα, στην οποία μια τέτοια πολεμική συμπεριφέρεται σοσιαλιστικά, η ίδια δεν είναι παρά μόνο ένα θεωρητικό σύμπτωμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης […] Μια και η εμπορική και τοκοφόρα μορφή του κεφαλαίου είναι παλαιότερες από εκείνη της καπιταλιστικής παραγωγής, το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι η βασική μορφή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων που κυριαρχούν στην αστική κοινωνία – έτσι που οι άλλες μορφές [εμπορικό και τοκοφόρο κεφάλαιο] εμφανίζονται μόνο σαν παράγωγες ή δευτερεύουσες […] Γι’ αυτό, το βιομηχανικό κεφάλαιο στο προτσές της γέννησής του πρέπει πρώτα να υποτάξει τις μορφές αυτές [εμπορικό και τοκοφόρο κεφάλαιο] και να τις μετατρέψει σε παράγωγες ή ιδιαίτερες λειτουργίες του εαυτού του. […] Ο πραγματικός τρόπος του βιομηχανικού κεφαλαίου για να υποτάξει το τοκοφόρο κεφάλαιο είναι η δημιουργία μιας χαρακτηριστικής γι’ αυτό μορφής – του πιστωτικού συστήματος. […] Το πιστωτικό σύστημα είναι δική του δημιουργία, είναι το ίδιο μια μορφή του βιομηχανικού κεφαλαίου, που άρχισε με τη μανουφακτούρα και έχει διαμορφωθεί παραπέρα με τη μεγάλη βιομηχανία. Το πιστωτικό σύστημα είναι στην αρχή μια πολεμική μορφή ενάντια στους παλιάς μόδας τοκογλύφους (χρυσοχόοι στην Αγγλία, Εβραίοι, Λομβαρδοί, κλπ).
– Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 520 & 532-534
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την ενότητα απ’ το κεφάλαιο «Anti-capitalism and the elements of antisemitism: On theology and real abstractions» του βιβλίου Werner Bonefeld, Critical Theory and the Critique of Political Economy, εκδόσεις Bloomsbury, 2014. Καθώς η ενότητα αυτή δεν βρίσκεται στην αρχή του κεφαλαίου, προσαρμόσαμε την αρίθμηση των σημειώσεων. Επίσης, αφαιρέσαμε τη τελευταία πρόταση του κειμένου («Οι ακόλουθες ενότητες εξετάζουν αυτό το ζήτημα αναφορικά με τον ναζιστικό αντισημιτισμό») καθώς αποτελεί απλώς μια μεταβατική πρόταση προς τις επόμενες ενότητες, τις οποίες δεν έχουμε μεταφράσει. Οι επόμενες αυτές ενότητες πραγματεύονται το ζήτημα του αντισημιτισμού ως έναν φετιχιστικό αντικαπιταλισμό που επιτίθεται στον χρηματοπιστωτισμό και το χρήμα, τα οποία προσωποποιεί στους «Εβραίους». Η ανάλυση αυτή θεωρούμε πως είναι σε γενικές γραμμές γνωστή (όχι βέβαια πως η λογική αυτού του φετιχιστικού αντικαπιταλισμού έχει ξεπεραστεί), και επιλέξαμε να μεταφράσουμε μόνο την παρούσα ενότητα που καταπιάνεται με τα εθνοαπελευθερωτικά κι αντιιμπεριαλιστικά κινήματα και ρητορικές που τόσο μαστίζουν την αριστερά στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου α/α/α χώρου.

Ο ρατσισμός κι ο αντισημιτισμός είναι διαφορετικοί στην ενότητά τους. Όλες οι μορφές ρατσισμού προβάλλουν κάποιον Άλλο ως μια δύναμη αποσύνθεσης κάποιας υποτιθέμενης εθνικής ομοιογένειας σκοπών. Ο ρατσισμός προβάλλει τον Άλλο ως κατώτερο ή «υπάνθρωπο». Αυτός ο Άλλος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οικονομική εκμετάλλευση και ως πολιτικός αποδιοπομπαίος τράγος. Σ’ αντίθεση με τον αντισημιτισμό, αυτός ο φυλετικοποιημένος Άλλος γίνεται αντιληπτός σαν μια εδαφικοποιημένη δύναμη – πάντα έχει τις δικές του εθνικές ρίζες και παραδόσεις. Ανήκει σε μια διαφορετική εθνική κοινότητα. Ο ρατσισμός απαιτεί πως αυτός ο Άλλος πρέπει ν’ αποδεχτεί την κατώτερη θέση του χωρίς ερωτήσεις. Ο σκοπός του δεν είναι να «αποκλείσει ανθρώπους» αλλά να τους «κρατήσει εντός του συστήματος ως κατώτερους (Untermenschen, υπάνθρωπους)»[1]. Για τον ρατσιστή, αυτός ο Άλλος είναι ένας εν δυνάμει δούλος, ο οποίος πρέπει να κρατηθεί υπό έλεγχο για χάρη της κοινωνίας η οποία απαιτεί να εξυπηρετηθεί. Αυτός ο Άλλος ρυθμίζεται μέσω θεσμικού ρατσισμού, απειλών απέλασης, διακρίσεων, φυλετικών προφίλ, συκοφαντιών, εμπρησμών, δολοφονιών κι εξαναγκαστικού εκτοπισμού, ώστε να υποδειχθεί η επισφαλής φύση του στάτους του ως μετανάστης. Ο ρατσισμός μεταθέτει τις φεουδαρχικές σχέσεις της κοινωνικής ιεραρχίας, θέσης και προνομίου στην αστική κοινωνία, εκσυγχρονίζοντας, όπως είναι, τις σχέσεις μεταξύ του αφέντη και του δούλου ως σχέσεις μιας «οργανικής κοινωνίας» όπου ο καθένας γνωρίζει τη θέση του στην κοινωνική ιεραρχία, και όπου ο Άλλος προσφέρει τη δικαιολογία για μια πληγωμένη ζωή και γίνεται το αντικείμενο μίσους και γελοιοποίησης, και γίνεται αποδεκτός, αν και επισφαλώς, για όσο χρονικό διάστημα δουλεύει σιωπηλά, χωρίς να φαίνεται.

Αντιθέτως, ο αντισημιτισμός προβάλλει τον Άλλο ως αποεδαφικοποιημένο και πανίσχυρο. Για τον αντισημίτη, ο Εβραίος έρχεται απ’ το πουθενά και, ως αποεδαφικοποιημένος κοσμοπολίτης, απεικονίζεται να περιπλανάται αιωνίως χωρίς σταματημό απ’ το ένα μέρος στο άλλο, διαδίδοντας χρήμα κι εξαθλίωση. Ως εκδίκηση, ο «περιπλανώμενος Εβραίος» δεν επιτρέπεται, ακόμη και στον θάνατο, να ξεκουραστεί. Η βεβήλωση εβραϊκών νεκροταφείων αποτελεί την επιτομή της αντισημιτικής συμπεριφοράς[2]. Για τον αντισημίτη, οι Εβραίοι δεν έχουν συγκεκριμένες ρίζες, και η προσπάθεια να βρουν ρίζες, ακόμη και στον θάνατο, αποτελεί κάτι προκλητικό και πρέπει ν’ απαντηθεί. Δηλαδή, οι «Εβραίοι» θεωρούνται «αποεδαφικοποιημένοι» και συνεπώς «αφύσικοι»: οι ρίζες τους βρίσκονται σ’ ένα βιβλίο, στον λόγο [reason], την πανουργία, τον διαπληκτισμό, τις ιδέες, την αφηρημένη σκέψη και αποτελούν προσωποποίηση του αφηρημένου πλούτου – χρήμα και χρηματοπιστωτισμός. Ο λόγος [reason] αποτελεί μια ισχυρά καταστροφική δύναμη που ανήκει στον διαφωνούντα, τον αιρετικό, τον ανατρεπτικό στοχαστή. Ο αντισημίτης αποδίδει αυτή τη δύναμη του λόγου [reason] στον πανούργο «Εβραίο»[3]. Ο «Εβραίος» διακατέχεται από μια αποεδαφικοποιημένη ευφυΐα που καταστρέφει το οργανικό κοινωνικό υλικό. Η δύναμή του, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί συγκεκριμένα· είναι μια αφηρημένη, άυλη, αόρατη δύναμη. Ο αντισημιτισμός δεν έχει να κάνει με συγκεκριμένους ανθρώπους. «[Ε]ίναι η φήμη για τους Εβραίους»[4], όλων τους ανεξαιρέτως – αφού κανείς δεν μπορεί να ονομαστεί συγκεκριμένα ως ο υπεύθυνος πράκτορας του κακού, όλοι είναι ένοχοι. Όλοι μπορούν οπότε να είναι Εβραίοι. Ο Εβραίος γίνεται αντιληπτός ως αυτός που κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα. Η αντιμετώπιση του ρατσισμού προς τον Άλλο ως έναν πραγματικό ή εν δυνάμει δούλο έρχεται σ’ αντίθεση με την αντισημίτικη προβολή της «αποεδαφικοποιημένης κι αόρατης» δύναμης του καταστροφικού Εβραίου, αυτή την προβαλλόμενη ενσάρκωση του κακού. Το κακό δεν μπορεί να υποδουλωθεί, καθώς αν μπορούσε να υποδουλωθεί δεν θα ήταν πια κακό. Το κακό πρέπει να εξαλειφθεί. Ο φημολογούμενος Εβραίος προσωποποιεί μια αόρατη δύναμη, και αυτή η δύναμη χρείαζεται να γίνει ορατή διαμέσου αποανθρωποποίησης· αν υποβαθμιστεί σ’ ένα τίποτα, μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί σαν να ήταν πραγματικά αόρατη – ο προβαλλόμενος εχθρός των σχέσεων της εθνικής αρμονίας εξαφανίζεται χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του[5].

Ο σύγχρονος αντισημιτισμός επικαλείται την ιδέα του χρηματοπιστωτισμού και των κερδοσκόπων ως εμπόρων απληστίας, και αντιπαραθέτει σ’ αυτό την ιδέα μιας εθνικής κοινότητας βασισμένης σε μια υποτιθέμενη γραμμικότητα πατρογονικών παραδόσεων και σχετικών φορεσιών φαντασιακών μορφών εθνικής ηθικής και συνοχής. Ο εθνικός χαρακτήρας θεωρείται να πηγάζει απ’ τους υποτιθέμενα φυσικούς δεσμούς του έθνους που, ως μια οργανική κοινότητα ίσων, βασίζεται στο αίμα και την πατρογονική κυριότητα της γης. Το έθνος «υπόκειται στο αίμα», εγείρεται απ’ το «έδαφος» και παρέχει στην πατρίδα μια άτρωτη δύναμη και μονιμότητα, ενώνεται απ’ τα χαρακτηριστικά της «φυλής», η διατήρηση της καθαρότητας της οποίας αποτελεί τον όρο για την «υγεία» του έθνους[6]. Ο αντισημιτισμός επιβεβαιώνει την ιδέα του πατρογονικού έθνους ως το φαντασιακό αντιστάθμισμα σ’ έναν κόσμο που κυβερνάται από μοιραίες αφαιρέσεις, ειδικά το χρήμα και τον χρηματοπιστωτισμό, τα οποία αποτελούν τις κατ’ εξοχήν μορφές του καπιταλιστικού πλούτου. Το χρήμα για χάρη περισσότερου χρήματος περιλαμβάνει την ελευθερία του πλούτου και της καταστροφής, συνεπάγεται τον πλούτο ως μια ανεξάρτητη δύναμη που εκδηλώνεται πίσω απ’ τις πλάτες των παραγωγών, σαν να διευθύνεται από αόρατες δυνάμεις. Ο αντισημιτισμός μεταφράζει τη δυσφορία με τους όρους του πλούτου στη συλλογική αποδοχή του θυμού και της πικρίας προς τον «εβραϊκό καπιταλισμό» του χρήματος. Η απεικόνιση του Εβραίου ως τον «εξωτερικό εχθρό που βρέθηκε ανάμεσά μας», ο οποίος κερδοσκοπεί στην εθνική βιομηχανία για χάρη περισσότερου χρήματος, βασίζεται στην ύπαρξη του εθνικού κράτους ως τον φύλακα του μονοεθνικού «καραβιού», που προσδιορίζεται από τις αρετές της εθνικής αλληλεγγύης, της εθνικής πάλης, της εθνικής ομοιογένειας του σκοπού και της εθνικής βιομηχανίας κι οικονομίας.

Αυτός ο εθνικός ορισμός της αλληλεγγύης και της οικονομικής προσπάθειας, αποδίδει την παραγωγή του υλικού πλούτου στη συγκεκριμένη [ή ωφέλιμη] εργασία του έθνους, σ’ αντίθεση με την αφηρημένη εννοιολόγηση του καπιταλιστικού πλούτου ως έναν όρο της παγκόσμιας αγοράς, ο οποίος, στην μορφή του χρήματος και του χρηματοπιστωτισμού, συσσωρεύεται σε λίγα χέρια. Ενώ το έθνος παράγει τον υλικό πλούτο με δάκρυα κι ιδρώτα, ο πλούτος του χρήματος και του χρηματοπιστωτισμού μοιάζει αβίαστος. Πηγάζει απ’ τα αλισβερίσια με το χρήμα, κερδοσκοπώντας με μοιραίες επιπτώσεις στον εθνικό πλούτο ενός σκληρά εργαζόμενου λαού. Αντί των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής έχουμε τα σκληρά εργαζόμενα έθνη, και αντί της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας έχουμε μια διαίρεση μεταξύ καθυποταγμένων εθνών και ιμπεριαλιστικών εθνών, κι επιπλέον υπάρχει ο Εβραίος – αυτή η προσωποιημένη ενσάρκωση του αφηρημένου πλούτου που επιβεβαιώνει την άυλη μα καταστροφική του δύναμη επί των εθνών του κόσμου σε συνοδεία του συστήματος του ιμπεριαλισμού και του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ο Βάλλερσταϊν έχει πειστικά ισχυριστεί πως ο ορθόδοξος μαρξισμός υπήρξε αρχικά εχθρικός προς την έννοια της εθνικής απελευθέρωσης και πως υπήρξε «αρκετά καχύποπτος με τις συζητήσεις περί των δικαιωμάτων των λαών, τα οποία συνέδεαν με τα εθνικιστικά κινήματα της μεσαίας τάξης». Ήταν μόνο στο [οργανωμένο απ’ την Κομιντέρν] Συνέδριο των Λαών της Ανατολής στο Μπακού το 1920 που η έμφαση στη ταξική πάλη «τέθηκε στο ράφι για χάρη της τακτικής πρωτεραιότητας του αντιιμπεριαλισμού, ένα θέμα γύρω απ’ το οποίο η Γ’ Διεθνής ήλπιζε να χτίσει μια πολιτική συμμαχία μεταξύ κυρίως των ευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων και τουλάχιστον εκείνων του εθνοαπελευθερωτικού κινήματος […] που ήταν περισσότερο ριζοσπάστες»[7]. Μετά το Μπακού, «δόθηκε η ταμπέλα της “επαναστατικής” δραστηριότητας»[8] στους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες. Το σημαντικό κείμενο που σημάδεψε αυτή την μετατόπιση απ’ τη ταξική πάλη για τη γενική ανθρώπινη χειραφέτηση προς την αντιιμπεριαλιστική πάλη για την εθνική απελευθέρωση είναι το Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα του Στάλιν, που γράφτηκε το 1913. Ορίζοντας ένα έθνος ως μια «ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της κοινότητας στη γλώσσα, στο έδαφος, στην οικονομική ζωή και στη ψυχοσύνθεση που εκδηλώνεται στην κοινότητα της κουλτούρας», διακήρυξε ότι «είναι αρκετή η απουσία έστω και ενός απ’ τα γνωρίσματα αυτά για να παύσει το έθνος να είναι έθνος»[9]. Η Μεγάλη Εκκαθάριση, όπως παρατήρησε ο Τρότσκι ήδη απ’ το 1937, υιοθέτησε αντισημιτική δημαγωγία ενάντια των μαρξιστών με διεθνιστικές πεποιθήσεις σε τέτοιο βαθμό που ανέρχεται σχεδόν σε επιστήμη. Στη σοβιετική αντίληψη της ταξικής πάλης ως αντιιμπεριαλιστική εθνική απελευθέρωση, ο Εβραίος εμφανίζεται σε πολλές μεταμφιέσεις -φιλελεύθερος, σοσιαλδημοκράτης, τροτσκιστής, φασίστας ή σιωνιστής- αλλά ανεξάρτητα απ’ την προβαλλόμενη εικόνα του, ενσαρκώνει όλα όσα ορίστηκαν ως καπιταλιστικά, ιμπεριαλιστικά, δυτικά και, πάνω απ’ όλα, μη-ρώσικα[10].

Η κριτική του ιμπεριαλισμού συνεπάγεται την απαίτηση του εθνικού αυτοπροσδιορισμού ως μια απελευθερωτική επαναστατική πρακτική. Η εγκατάλειψη της τάξης ως την κρίσιμη κατηγορία της επαναστατικής σκέψης κι η αντικατάστασή της απ’ την κατηγορία του κυριαρχούμενου έθνους παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή σε σχέση με το Ισραήλ. Σύμφωνα με τον Πέρρυ Άντερσον, έναν εκ των σημαντικότερων και ιδιαίτερων στοχαστών της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς, «ο αμερικάνικος σιωνισμός, περιχαρακωμένος στην οικονομία, την κυβέρνηση και τα μήντια, έχει αποκτήσει απ’ τη δεκαετία του 1960 έναν σφιχτό έλεγχο των μοχλών της κοινής γνώμης και της επίσημης πολιτικής προς το Ισραήλ, και έχει εξασθενίσει μόνο στις σπανιότερες των περιστάσεων»[11]. Για τον Άντερσον, το Ισραήλ είναι ένα εβραϊκό κράτος, οι εθνικιστικοί του θρίαμβοι είναι εβραϊκοί θρίαμβοι κι η οικονομία του είναι μια εβραϊκή οικονομία, κάνοντας το Ισραήλ ένα «κράτος-ενοικιαστή» [rentier state][12] που κρατείται απ’ τις ΗΠΑ ως το ιμπεριαλιστικό τους προγεφύρωμα στην Μέση Ανατολή. Οπότε, οι Εβραίοι δεν έχουν μόνο καταλάβει την Παλαιστίνη, αλλά έχουν επίσης πάρει τον έλεγχο της Αμερικής, ή όπως το θέτει ο Τζέιμς Πέτρας, η τρέχουσα προσπάθεια «οικοδόμησης μιας αμερικανικής αυτοκρατορίας» διαμορφώνεται από «σιωνιστές οικοδόμους αυτοκρατοριών»[13]. Για τον Πέτρας, ο σιωνισμός είναι η ιδεολογία και το εκτεταμένο οργανωτικό σύστημα και πολιτική πρακτική του σύγχρονου αμερικανικού ιμπεριαλισμού που διαφυλάσσει τα καπιταλιστικά κέρδη και τον πλούτο, τη δύναμή του και την παρασιτική του ευημερία[14].

Υπό το λάβαρο της αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης έχουν επιτευχθεί συμμαχίες με τις πιο αηδιαστικές πολιτικές δυνάμεις, στην επιδίωξη φαινομενικά προοδευτικών σκοπών, που αν τις εξετάσουμε στενότερα είναι πλήρως οπισθοδρομικές. Σύμφωνα με τον Άλεξ Καλλίνικος, ο αντικαπιταλισμός πρέπει να «πληρεί τις απαιτήσεις (τουλάχιστον) της δικαιοσύνης, της αποτελεσματικότητας, της δημοκρατίας και της βιωσιμότητας»[15]. Για να ριζοσπαστικοποιήσει το αντικαπιταλιστικό κίνημα, απαιτεί να δοθεί ηθική στήριξη στις αντιιμπεριαλιστικές «αντιστασιακές» ομάδες που είναι ανοιχτά εχθρικές προς τις αντικαπιταλιστικούς σκοπούς που ο ίδιος υποστηρίζει[16]. Προτρέπει την αριστερά να συμμαχήσει με το «αξιοσέβαστο ισλαμικό ιερατείο» ώστε να «ριζοσπαστικοποιήσει το αντικαπιταλιστικό κίνημα προσδίδοντάς του μια αντιιμπεριαλιστική αιχμή»[17]. Δηλαδή, «πρέπει να συνεργαστούμε με την Μουσουλμανική Αδελφότητα [Κοινωνία των Αδελφών Μουσουλμάνων] για συγκεκριμένα ζητήματα [Παλαιστίνη ή Ιράκ]»[18]. Η Τζούντιθ Μπάτλερ ισχυρίζεται, με μια παρόμοια εγκατάλειψη της σκέψης, πως η αντιιμπεριαλιστική αντίσταση είναι καθεαυτή κάτι καλό. Ότι της ζητήθηκε απ’ το Online Magazin für Frauen [Διαδικτυακό Γυναικείο Περιοδικό] να επεξηγήσει τη δήλωσή της πως η Χαμάς κι η Χεζμπολάχ είναι προοδευτικά κοινωνικά κινήματα, σχολίασε πως «ομάδες όπως η Χαμάς κι Χεζμπολάχ πρέπει να περιγραφτούν ως αριστερά κινήματα […] Είναι “αριστερές” με την έννοια πως αντιτίθονται στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό»[19]. Επειδή δεν εγκρίνει τη χρήση βίας απορρίπτει αυτές τις τακτικές τους, όμως μολαταύτα τις αποδέχεται ως μέλη της παγκόσμιας αριστεράς επειδή απορρίπτουν τον ιμπεριαλισμό και διεκδικούν την εθνική απελευθέρωση. Ο ορισμός της για την «αριστερά» αδιαφορεί για τους κοινωνικούς σκοπούς και στόχους, και περιλαμβάνει τους πιο αηδιαστικούς συνεργάτες, ιστορικούς καθώς και περιστασιακούς. Πέρα απ’ τα φαντασιακά και ρομαντικοποιημένα χαρακτηριστικά το εθνικού είναι, τι σημαίνει πραγματικά όταν λέμε πως το έθνος απελευθερώνεται;

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ προσφέρει ένα περισσότερο επιφυλακτικό επιχείρημα. Λέει ότι εν όψει του αντισημιτισμού δεν πρέπει κανείς να «διαδίδει φιλελεύθερη ανεκτικότητα» αλλά να προσπαθήσει «το υποβόσκον αντικαπιταλιστικό του κίνητρο να εκφραστεί με άμεσο, μη-μεταθετειμένο τρόπο»[20]. Ωστόσο, ο αντικαπιταλισμός δεν συνεπάγεται αναγκαία την πάλη για την αταξική κοινωνία για ανθρώπινους σκοπούς. Η παρατήρηση του Ζιζέκ για τα υποβόσκουσα αντικαπιταλιστικά κίνητρα φαίνεται να εγγράφεται σε μια τελεολογική οπτική της ιστορίας που πιστεύει πως ο καπιταλισμός αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό, σαν από αναγκαιότητα. Αν δεν ισχύει αυτό; Τι άλλες μορφές αντικαπιταλισμού είναι εφικτές, και τι θα σήμαινε να εκφραστούν μ’ έναν άμεσο, μη-μεταθετειμένο τρόπο; Η στήριξη του αντικαπιταλισμού για χάρη του αντικαπιταλισμού είναι πλήρως λαθεμένη. Η σθεναρή υπεράσπιση της Αλ Κάιντα απ’ τον Άλεξ Καλλίνικος ενάντια στην περιγραφή της ως φασιστική αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Απορρίπτει αυτή την περιγραφή της ως «έναν παράξενο ισχυρισμό», κι ύστερα λέει ότι η «μουσουλμανική έννοια της ummah -η κοινότητα των πιστών- είναι ακριβώς μια διαεθνική έννοια, κάτι που το δίκτυο της Αλ Κάιντα έχει παρατηρήσει ρητά (ανεξάρτητα από το πως οι ερμηνείες της για το μουσουλμανικό δόγμα μπορεί να διαφέρουν απ’ τις ερμηνείες άλλων), ενσωματώνοντας ακτιβιστές από πολλά διαφορετικά εθνικά υπόβαθρα»[21]. Για τον Καλλίνικος, η Αλ Κάιντα είναι διαεθνική λόγω της «ρητής παρατήρησης της ummah», και συνεπώς δεν μπορεί να περιγραφεί ως «φασιστική»[22]. Το ζήτημά μας δεν είναι αν η ταμπέλα «φασιστική» ταιριάζει ή όχι στην Αλ Κάιντα. Το ζήτημα είναι η νοοτροπία απόδοσης ταμπέλων σε κοινωνικά αντικείμενα χωρίς περαιτέρω σκέψη του τι ίσως είναι αυτά τα αντικείμενα.

Ο αντικαπιταλισμός δεν αποτελεί μια μοναδιαία μορφή αντίθεσης στον επικρατή τρόπο κοινωνικής εργασίας, και μεταξύ αυτού του «μη-μεταθετειμένου» αντικαπιταλισμού και του άλλου αντικαπιταλισμού υπάρχουν τεράστιες διαφορές[23]. Στην καλύτερη, η αλληλεγγύη με λάθος φίλους αυτοεπιβεβαιώνει μια στάση ριζοσπαστισμού στην κομφορμιστική ανταρσία· στη χειρότερη, τρελαμένη από πικρία και τυφλή απ’ την επιθυμία της για δράση, ξεκινά να «κλωτσά μαζί με τα καρφιά κι όχι ενάντιά τους»[24]. Η αντιιμπεριαλιστική αντίληψη πως ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, είναι κενή από λυτρωτικά κοινωνικά περιεχόμενα. Επενδύει στην «οπισθοδρομική ισονομία» μερικών φαντασιακών εθνικών ή διαεθνικών «εμείς»[25]. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το αίτημα πως κανείς δεν πρέπει να λιθοβολείται ως θανάτου γίνεται σχετικό, επειδή ο αντιιμπεριαλισμός απαιτεί αλληλεγγύη με υποτιθέμενα αντιιμπεριαλιστές ιερείς οι οποίοι πραγματικά πιστεύουν πως μια γυναίκα που θέλει να είναι ελεύθερη απ’ τους παραδοσιακούς δεσμούς της πατριαρχίας πρέπει να θανατωθεί διά λιθοβολισμού. «Αν η “διαφοροποίηση” [différance] έχει γίνει το σήμα κατατεθέν του θεωρητικού αντι-λόγου [anti-reason], “ο Άλλος” έχει γίνει το σήμα κατατεθέν του πρακτικού αντι-λόγου»[26]. Ο Ζιζέκ έχει συνεπώς δίκιο όταν ισχυρίζεται πως δεν πρέπει να πρασπαθήσουμε να «”κατανοήσουμε” τον αραβικό αντισημιτισμο […] ως “φυσική” αντίδραση στην ελεεινή κατάσταση των Παλαιστίνιων». Πρέπει να του αντισταθούμε «άνευ όρων». Το να «κατανοήσουμε» τον ισλαμικό αντισημιτισμό σαν μια «δικαιολογημένη» έκφραση οργής ενάντια στον ιμπεριαλισμό σημαίνει, συνεπώς, πως ο αντισημιτισμός αρθρώνει μια αξιόλογη αντίσταση στον καπιταλισμό. Παρομοίως, δεν πρέπει να προσπαθούμε να «κατανοήσουμε» τα μέτρα του κράτους του Ισραήλ «ως “φυσική” αντίδραση με υπόβαθρο τη μνήμη του Ολοκαυτώματος»[27]. Μια τέτοια «κατανόηση» αποδέχεται τη χρησιμοποίηση του ναζιστικού βαρβαρισμού ως μια νομιμοποίηση για στρατωτιοτικοποιημένη κρατική δράση. Κάθε κράτος αποτελεί έναν εντερπρενέρ μνήμης για να νομιμοποιηθεί και να δικαιολογήσει τις πολιτικές του στο όνομα του έθνους και του εθνικού συμφέροντος. Μια τέτοια χρησιμοποίηση του παρελθόντος δεν λυτρώνει τους νεκρούς. Ακολουθώντας τον Μπένγιαμιν, η απολύτρωση συνεπάγεται την επιστροφή του παρελθόντος στους σύγχρονους αγώνες για την ανθρώπινη χειραφέτηση, η οποία είναι τόσο ενική όσο και οικουμενική, αδιαίρετη και ανεκτίμητη[28]. Συνδέεται με τους refuseniks[29], τους αιρετικούς, τους αντιφρονούντες κι αντικαθεστωτικούς, όχι με τα καλά γραφεία του κράτους. Αν οπότε η κριτική του Ισραήλ θέλει να είναι κάτι παραπάνω από απλώς μια παραπλανητική διαφήμηση περί εθνικοποιημένων αφαιρέσεων, πρέπει να μαζέψει το θάρρος των refuseniks και των αντιφρονούντων, και να σκεφτεί κόντρα στην εθνική ομίχλη. Πρέπει συνεπώς ν’ αναγνωρίσει τις κοινωνικές διακρίσεις που εξαφανίζονται στην πολιτική μορφή ενός ομογενοποιημένου εθνικού λαού. Η αποκείμενη βία που χρησιμοποιεί το κράτος του Ισραήλ στους Παλαιστίνιους δεν έχει να κάνει τίποτα με την εβραϊκότητα. Η κρατική βία δεν έχει εβραϊκό χαρακτήρα. Η βία κυριαρχεί στην εννοιολόγηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και χαρακτηρίζει το κράτος ως τη συγκεντροποιημένη βία της κοινωνίας αυτής.

Σε τι αναφέρεται ο χαρακτηρισμός «εβραϊκό»; Τι είναι ένα εβραϊκό κράτος; Ο σπουδαίος θεωρητικός της αυτονομίας του κράτους, Τόμας Χομπς, συνέλαβε το κράτος ως το αποτέλεσμα ενός κοινωνικού συμβολαίου που επέτρεπε στα αντιμαχόμενα κοινωνικά συμφέροντα ν’ ανθίσουν στη βάση μιας αμοιβαίας προστασίας. Το κράτος που περιγράφει ο Χομπς εμφανίζεται παρόμοιο μ’ έναν θνητό θεό. Ο Άνταμ Σμιθ όρισε το κράτος ως μια δύναμη που διευκολύνει την αγορά – το κράτος αστυνομεύει τη νομοταγή αλληλεπίδραση μεταξύ των ιδιωτικών συμφερόντων για να διαφυλάξει τις σχέσεις της τέλειας ελευθερίας. Για να είναι η οικονομία ελεύθερη, το κράτος πρέπει να είναι ισχυρό ως μια αστυνομία της αγοράς. Ο Καρλ Μαρξ συνέλαβε το κράτος ως τη συγκεντροποιημένη βία της αστικής κοινωνίας, και το θεώρησε την πολιτική μορφή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Ο Μαξ Βέμπερ ισχυρίστηκε πως το κράτος δεν μπορεί να οριστεί απ’ τις λειτουργίες του, πολλώ δε μάλλον βάσει φαντασιακών εθνικών χαρακτηριστικών, αλλά αποκλειστικά από τα μέσα [means] του: τη νομιμοποιημένη χρήση βίας. Συνέλαβε το νεωτερικό κράτος σαν μια μηχανή. Ο Λένιν απεικόνισε το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, και απαίτησε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Καμιά απ’ αυτές τις περιγραφές δεν ορίζει το κράτος με τους όρους των υποτιθέμενων ή φαντασιακών χαρακτηριστικών ενός ομογενοποιημένου λαού. Μια τέτοια σφυρηλάτιση εθνικής ταυτότητας αποτελεί ένα πολιτικό έργο, και ο Πέρρυ Άντερσον έχει συνεπώς απόλυτο δίκιο όταν ισχυρίζεται πως το ενδεχόμενο της βίας ενάντια στον Άλλο είναι εγγενής στον εθνικισμό, οποιοδήποτε εθνικισμό[30].

Ο χαρακτηρισμός «εβραϊκό» δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα ανθρώπινα όντα εντός των κοινωνικών τους σχέσεων, ούτε αναφέρεται σε συγκεκριμένα άτομα, τον Αριέλ Σαρόν ή τον Καρλ Μαρξ, τον Άλμπερτ Αϊνστάιν ή την Έμμα Γκόλντμαν, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ή τον Λέων Τρότσκι, τον Michael Neumann ή την Esther Rosenberg. Παραβλέπει τις ανθρώπινες διαφοροποιήσεις κι απορρίπτει την ιδέα πως η καπιταλιστική κοινωνία συνίσταται από ανταγωνιστικώς συγκροτημένες κοινωνικές σχέσεις, για να ισχυριστεί τον εβραϊκό χαρακτήρα του καπιταλισμού. Η στηλίτευσή του είναι απόλυτη στο ότι αντιμετωπίζει τους πάντες σαν παράγοντες του ίδιου αμετάβλητου είδους, είτε είναι αναρχικοί, κομμουνιστές, refuseniks, καπιταλιστές ή εργάτες, συντηρητικοί, φανατικοί θρησκόληπτοι, πολεμοχαρείς, ειρηνιστές, ζητιάνοι ή απλώς απλοί και βαρετοί καθημερινοί άνθρωποι[31]. Αντί ν’ αναγνωρίσει τις αντιφάσεις, τις διαφορές, τους ανταγωνισμούς, τους αγώνες και τις συγκρούσεις, προβάλλει αυτά τα αφηρημένα, φαντασιακά «χαρακτηριστικά» που αψηφούν τη λογική, υποκαθιστώντας την κριτική της μορφής του κράτους ως τη συγκεντροποιημένη βία των υπάρχοντων κοινωνικών σχέσεων, με απολυταρχικές αντιλήψεις περί του εθνικού φίλου και του εθνικού εχθρού. Σ’ αυτή τη σχέση, η λογική αναστέλλεται κι η σκέψη οδηγείται στην πιο απομακρυσμένη κι ανορθολογική αντιλήψη πως ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου – από τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ ως την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Ωστόσο, αυτό επίσης σημαίνει πως ο μόνος τρόπος ν’ αντιμετωπίσουμε τον αναγεννημένο αντισημιτισμό δεν είναι να κηρύττουμε τη φιλελεύθερη ανεκτικότητα η οποία, πχ, αποδέχεται πως κανείς, ούτε άντρας ούτε γυναίκα, πρέπει να λιθοβολείται ως τον θάνατο, όμως καταστέλλει αυτή την αρχή σε σχέση με τον αντιιμπεριαλιστικό Άλλο επειδή η πολιτισμένη του ανθρωπιά είναι στην πραγματικότητα απάνθρωπη προς έναν λαό που μυστικά θεωρεί ως απολίτιστο. Η αντικαπιταλιστική ανεκτικότητα στον θάνατο διά λιθοβολισμού επειδή διαπράχθηκε από τους αντιιμπεριαλιστές φίλους δεν έχει καμία αξία να υπερασπιστεί και καμία αρχή να επικαλεστεί.

Ο αντισημιτισμός δεν αρθρώνει αντικαπιταλισμό μ’ έναν μεταθετειμένο τρόπο. Επικρίνει τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα εβραϊκής εξουσίας. Η Ουλρίκε Μάινχοφ, η εκλιπούσα συνιδρύτρια της γερμανικής Φραξιά Κόκκινος Στρατός [RAF], διατύπωσε με συντομία αυτόν τον εξορθολογισμό του αντισημιτισμού ως ένα μίσος για τον καπιταλισμό, όταν είπε:

Το Άουσβιτς σήμαινε πως έξι εκατομμύρια Εβραίοι σκοτώθηκαν, και πετάχτηκαν στον σωρό αποβλήτων της Ευρώπης, γι’ αυτό που ήταν: Εβραίοι του χρήματος. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο κι οι τράπεζες, ο σκληρός πυρήνας του συστήματος του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού, μετέτρεψε το μίσος των ανθρώπων ενάντια στο χρήμα και την εκμετάλλευση σε μίσος ενάντια στους Εβραίους […] Ο αντισημιτισμός είναι στην πραγματικότητα ένα μίσος για τον καπιταλισμό[32].

Ποια χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι εβραϊκά; Σε τι επιτίθονται οι αντισημίτες όταν επιτίθονται στον καπιταλισμό; Ποιο είναι το μέτρο της επιτύχιας τους;

Σημειώσεις:
1. Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν, After Liberalism, 1995, σελ. 78.
2. Αυτό το σημείο προέρχεται απ’ το Αντόρνο & Χορκχάιμερ, Dialectic of Enlightenment, εκδόσεις Verso, 1979, σελ. 183.
3. Σύμφωνα με τον Πατ Μπουσάναν, η κρίση των αμερικανικών αξιών αποτελεί συνέπεια των δόλιων επιρροών της «κριτικής θεωρίας», για την οποία θεωρεί υπεύθυνους «αυτούς τους ταραχοποιούς κομμουνιστές Εβραίους». Βλέπε Πατ Μπουσάναν, The Death of the West: How Dying Populations and Immigrant Invasions Imperil Our Culture and Civilization, εκδόσεις St. Martin’s Griffin, 2001. Ο Μπουσάναν είναι πρώην ανώτερος σύμβολων των Αμερικανών προέδρων Ρίτσαρντ Νίξον, Τζέραλντ Φορντ και Ρόναλντ Ρήγκαν. Αποτελεί επιφανή συντηρητικό στοχαστή.
4. Αντόρνο, Minima Moralia, εκδόσεις Verso, 1974, σελ. 141.
5. Ή, όπως ισχυρίζεται ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ στο βιβλίο του Anti-Semite and Jew, εκδόσεις Schocken Books, 1976, απ’ τη στιγμή που συγκεντρωθεί ο όχλος, ο Εβραίος μπορεί να εκδιωχθεί άφοβα.
6. Χέρμπερτ Μαρκούζε, Negations, εκδόσεις Free Association Books, 1988, σελ. 23.
7. Βάλλερσταϊν, ό.π., σελ. 156.
8. Ό.π., σελ. 211.
9. Ιωσήφ Στάλιν, Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα, εκδόσεις Ειρήνη, σελ. 7.
10. Βλέπε Léon Poliakov, Vom Antizionismus zum Anti-Semitismus, 1992, σελ. 47.
11. Πέρρυ Άντερσον, «Scurrying Towards Bethlehem», New Left Review 10, Ιούλιος-Αύγουστος 2001, σελ. 15.
12. [Σ.τ.Μ.]: Το κράτος που το σύνολο ή ένα μεγάλο τμήμα των εθνικών του εσόδων προέρχεται απ’ την ενοικίαση αυτόχθονων πόρων σε ξένους πελάτες.
13. Τζέιμς Πέτρας, «Empire Building and Rule: U.S. and Latin America», στο ed. Pratyush Chandra, Anuradha Ghosh & Ravi Kumar, The Politics of Imperialism and Counterstrategies, εκδόσεις Aakar Books, 2004, σελ. 210.
14. Τζέιμς Πέτρας, The Power of Israel in the United States, εκδόσεις Clarity Press, 2006.
15. Άλεξ Καλλίνικος, An Anti-Capitalist Manifesto, εκδόσεις Polity, 2003, σελ. 107.
16. Άλεξ Καλλίνικος & Chris Nineham, «At an impasse? Anti-Capitalism and the Social Forums Today», International Socialism 115, 2007, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://isj.org.uk/at-an-impasse-anti-capitalism-and-the-social-forums-today. Βλέπε επίσης Chris Harman, «Hizbollah and the War Israel Lost», International Socialism 112, 2006, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://isj.org.uk/hizbollah-and-the-war-israel-lost.
17. Άλεξ Καλλίνικος, «The Grand Strategy of the American Empire», International Socialism 97, 2002, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://pubs.socialistreviewindex.org.uk/isj97/callinicos.
18. International Socialism, «Egypt: The Pressure Builds Up», International Socialism 106, 2005, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://isj.org.uk/egypt-the-pressures-build-up.
19. Βλέπε https://radicalarchives.org/2010/03/28/jbutler-on-hamas-hezbollah-israel-lobby, και για το σχόλιό της που παραθέτουμε βλέπε https://www.aviva-berlin.de/aviva/Found.php?id=1427323.
20. Σλάβοϊ Ζίζεκ, Καλωσορίσατε στην Έρημο του Πραγματικού!, εκδόσεις Scripta, 2003, σελ. 174
21. Άλεξ Καλλίνικος, «The Anti-Capitalist Movement after Genoa and New York», στο ed. Stanley Aronowitz & Heather Gautney, Implicating Empire, εκδόσεις Basic Books, 2003, σελ. 140.
22. Για περισσότερα επ’ αυτού του σημείου, Werner Bonefeld, «Antisemitism and the Power of Abstraction: From Political Economy to Critical Theory», στο ed. Marcel Stoetzler, Antisemitism and the Invention of Sociology, 2014.
23. Βλέπε Marcel Stoetzler, «On the Possibility That the Revolution That Will End Capitalism might Fail to Usher in Communism», Journal of Classical Sociology, vol. 12, no. 2, 2012, σελ. 191-204.
24. Βλέπε Adorno, Minima Moralia, σελ. 73-74.
25. Ό.π., σελ. 56.
26. Gillian Rose, Judaism & Modernity, εκδόσεις Blackwell Publishers, 1993, σελ. 5.
27. Ζιζέκ, ό.π.
28. Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, 2014.
29. [Σ.τ.Μ.]: Ρωσικός ανεπίσημος όρος για εκείνους, συνήθως αλλά όχι αποκλειστικά σοβιετικούς Εβραίους, που οι αρχές της ΕΣΣΔ τους απαγορεύαν να μεταναστεύσουν εκτός της ΕΣΣΔ. Ο γενικός κανόνας ήταν πως οι αντιφρονούντες, οι refuseniks κι όσοι θεωρούνταν εσωτερικός εχθρός απολύονταν απ’ τη δουλειά τους και τους αρνούνταν να βρουν δουλειά σύμφωνα με την ειδίκευσή τους, αναγκαζόμενοι να δουλέψουν ως ανειδίκευτοι ή να φυλακιστούν λόγω «κοινωνικού παρασιτισμού».
30. Πέρρυ Άντερσον, ό.π.
31. Πράγματι, η απερίσκεπτη στήριξη της πατριωτικής αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης δεν αναγνωρίζει ούτε τις φεμινίστριες, ούτε τους σοσιαλιστές, ούτε τους κομμουνιστές και τους αναρχικούς. Αναγνωρίζει την αντιιμπεριαλιστική αντίσταση, πχ, της Χεζμπολάχ, και ότι δεν αναγνωρίζει μπορεί να διαγραφτεί απ’ το πρόσωπο του πλανήτη.
32. Ουλρίκε Μάινχοφ, παρατίθεται στο Georg Watson, «Race and the Socialists», Encounter, Νοέμβριος 1976, σελ. 23. Για το Άουσβιτς και τη (δυτικο)γερμανική αριστερά, βλέπε Detlev Claussen, «In the House of the Hangman», στο ed. Anson Rabinbach & Jack Zipes, Germans and Jews Since the Holocaust, 1986.

Advertisements