Το παρακάτω κείμενο του Nelson Prado Alves Pinto μεταφράστηκε απ’ την ανθολογία Riccardo Bellofiore, ed, Marxian Economics: A Reappraisal – Essays on Volume III of Capital, vol. 1: Method, Value and Money, εκδόσεις Macmillan, 1998.

Το παρόν κείμενο πραγματεύεται την έννοια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου -ένα πολυσυζητημένο θέμα στη μαρξιστική βιβλιογραφία των αρχών του 20ού αιώνα- δίνοντας έμφαση στη χρησιμότητά της ως ένα όργανο για την ανάλυση των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών. Αντλώντας κυρίως απ’ τις παρατηρήσεις του Μαρξ στο κεφάλαιο «Ο Ρόλος της Πίστης στην Κεφαλαιοκρατική Παραγωγή» στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, το Χρηματιστικό Κεφάλαιο του Hilferding και το γενικότερο μαρξικό πλαίσιο (το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση), φαίνεται εφικτό ν’ αντικαταστήσουμε το ψευδοδιαζύγιο (γνωστό επίσης κι ως «εταιρική επανάσταση») με μια νέα φάση του καπιταλισμού στην οποία οι καπιταλιστές παραμένουν το ίδιο κυρίαρχοι με πριν, λειτουργώντας όμως μέσω ενός διαφορετικού θεσμικού μηχανισμού. Μ’ αυτή την έννοια, το παρόν κείμενο αναβιώνει τη γενικότερη σημασία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ώστε να συμπεριλάβει όχι μόνο το κεφάλαιο που βρίσκεται στη διάθεση των τραπεζών, μα επίσης το κεφάλαιο που προστάζουν μη-τραπεζικές οντότητες ή/και άτομα. Κι οι δύο μορφές ιδιωτικού πλούτου -τραπεζικές καταθέσεις και διαπραγματεύσιμοι τίτλοι- αντιμετωπίζονται ως ν’ απολαμβάνουν τις ίδιες ουσιώδεις ιδιότητες ρευστότητας (εύκολα μετατρέψιμοι στο χρηματικό τους ισοδύναμο) κι αυξανόμενης αξίας (ανατίμηση, τόκος, μερίσματα) και πρέπει οπότε ν’ αναγνωριστούν ως χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Αποστασιοποιούμενοι απ’ την ιδέα ότι η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου πηγάζει απ’ την κυριαρχία των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, φαίνεται εφικτό να μιλήσουμε για τη χρηματοπιστωτική φάση ως ένα στάδιο στο οποίο μια ολοένα αυξανόμενη μερίδα του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία είναι χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, χωρίς όμως να χρειαστεί να ισχυριστούμε την υπεροχή του τραπεζικού τομέα επί των μη-τραπεζικών δραστηριοτήτων.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η άνοδος κι η διεύρυνση της μεγάλης επιχείρησης, και πιο συγκεκριμένα, της εταιρικής μορφής της, σημάδεψε ένα σημείο καμπής στην ανάπτυξη του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί που έλαβαν χώρα κατ’ αυτή τη διαδικασία συχνά περιγράφονται ως να οδηγούν στην εποχή του διευθυντικού-μονοπωλιακού καπιταλισμού σ’ αντίθεση με την επιχειρηματική-ανταγωνιστική φάση της προηγούμενης περιόδου.

Για όσους ασχολούνται με τις θεσμικές επιπτώσεις της εταιρικής επανάστασης στις ΗΠΑ, το λεγόμενο διαζύγιο μεταξύ των ιδιοκτητών και των διευθυντών των επιχειρήσεων που απεικονίζεται στην ευρέως γνωστή μελέτη των Berle και Means –The Modern Corporation and Private Property [Η Σύγχρονη Εταιρεία κι η Ατομική Ιδιοκτησία] (1932)- έγινε μείζον σημείο αναφοράς. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους οικονομολόγους του συρμού μα επίσης και για τους κοινωνικούς επιστήμονες εν γένει. Το λήμμα «Εταιρεία» [«Corporation»] του Edward Mason στην International Encyclopedia of the Social Sciences [Διεθνής Εγκυκλοπαίδεια Κοινωνικών Επιστημών] (1968) υποστηρίζει ότι «[έ]νας αυξανόμενος διαχωρισμός της ιδιοκτησίας απ’ τον έλεγχο της μεγάλης εταιρείας απεικονίστηκε καθαρά στην κλασσική μελέτη των Berle και Means […] Από τότε, δεν έχει εμφανιστεί τίποτα που ν’ αρνείται αυτή τη θέση· αντιθέτως, εμφανίστηκαν πολλά που την επιβεβαιώνουν»[1]. Ο Robert Dahl  υπήρξε ακόμη πιο ακραίος όταν διακήρυξε ότι «[κ]άθε μορφωμένος άνθρωπος σήμερα δικαίως θεωρεί δεδομένα όσα διαπιστώσαν ο Berle κι ο Means πριν από τέσσερις δεκαετίες στη διάσημη μελέτη τους»[2].

Με την έκδοση του βιβλίου των Berle και Means, ένα μεγάλος αριθμός οικονομολόγων του συρμού ανέπτυξαν περαιτέρω αυτή την έννοια και συχνά -ρητά ή υπόρρητα- κατέληξαν στο ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει εξελιχτεί σ’ ένα σύστημα στο οποίο οι καπιταλιστές δεν έχουν και πολλά να πουν για την παραγωγή ή την κατανομή των πόρων[3]. Φτάνοντας στ’ άκρα, όπως έκανε ο ίδιος ο Berle στο βιβλίο του The Twentieth Century Capitalist Revolution [Η Καπιταλιστική Επανάσταση του 20ού Αιώνα], αυτό σημαίνει ότι «[τ]ο κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει, το ίδιο κι ο καπιταλισμός, όμως ο καπιταλιστής είναι ένας παράγοντας που εξασθενεί»[4].

Αυτό σίγουρα θ’ ακουγόταν πολύ παράξενο σ’ οποιονδήποτε ξεφυλλίζει το Business Week, το Fortune ή το The Wall Street Journal. Σ’ αντίθεση με τη διαβεβαίωση του Galbraith ότι η εξουσία λήψης αποφάσεων στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία δεν ασκείται απ’ το κεφάλαιο και τους καπιταλιστές αλλά απ’ την οργάνωση και τους γραφειοκράτες της[5], ο άνθρωπος που ξεφυλλίζει τα έντυπα αυτά βλέπει έναν επιχειρηματικό κόσμο στον οποίο οι μέτοχοι κι οι καπιταλιστές είναι πολύ ενεργοί κι έχουν καθοριστική επίδραση επί των εταιρικών αποφάσεων. Δεν περνά ούτε μια εβδομάδα χωρίς ρεπορτάζ αναφορικά με πλούσιους ανθρώπους (ή ομάδες ανθρώπων) που αγοράζουν και πωλούν τεράστιες δέσμες μετοχών/χρεόγραφων -μέσω αυτών που είναι κοινώς γνωστά ως επενδυτικά οχήματα- επηρεάζοντας συνεπώς δραστικά, ή ακόμη και καθορίζοντας, την μοίρα των «σταθερών» κι «ανεξάρτητων» γραφειοκρατιών για τις οποίες μιλά ο Galbraith. Όποιος ξεφυλλίζει αυτά τα έντυπα θα συνειδητοποιήσει επίσης ότι κακά οικονομικά αποτελέσματα ή μια μείωση στις προσφορές μετοχών μπορούν να πυροδοτήσουν αυτό που κάποτε περιγραφόταν ως μια «εξέγερση στο διοικητικό συμβούλιο»[6], με την οποία η ανώτατη διοίκηση ή/και οι στρατηγικές της αλλάζουν τελείως. Μ’ αυτή την έννοια, είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η ανησυχία των μετόχων ήταν υπεύθυνη για την αλλαγή της διοίκησης σε τουλάχιστον 4 απ’ τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες την περίοδο 1992-1993: στη General Motors, την IBM, τη Digital και την American Express[7].

Ακόμη κι αν δεν εμπλακούμε στο έντονο ντιμπέιτ του πόσο αποτελεσματικά εκπροσωπούνται οι μέτοχοι από ένα διοικητικό συμβούλιο, δεν θα μπορούσαμε ν’ αποφύγουμε τα σκαμπανεβάσματα δισεκατομμυριούχων όπως οι αδερφοί Bass, ο Kirk Kerkorian κι ο Γουόρεν Μπάφετ -για ν’ αναφέρουμε μόνο μερικούς απ’ τους πιο επιφανείς Αμερικάνους καπιταλιστές- στις υψηλά δημοσιευμένες οικονομικές τους διεργασίες[8]. Θα ήταν δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι τ’ αλισβερίσια τους δεν έχουν κανένα άμεσο αντίκτυπο στην κατανομή παραγωγικών πόρων ή στις αποφάσεις εταιρικών διοικήσεων. Όμως, οι καπιταλιστές αυτοί σπάνια αναλαμβάνουν διοικητικές θέσεις στις εταιρείες τις μετοχές και τα χρεόγραφα των οποίων διαπραγματεύονται. Ούτε δρουν στ’ όνομα των εταιρειών όταν αγοράζουν ή πωλούν αυτά τα χρεόγραφα. Συνεπώς, ένας απρόσεκτος παρατηρητής ίσως κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος επί του κεφαλαίου (εδώ νοημένου ως μηχανές, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κλπ) ασκείται αποκλειστικά και με πλήρη ελευθερία απ’ τους μισθωτούς μάνατζερ που δεν κατέχουν αυτό το κεφάλαιο. Αυτό, φυσικά, εγείρει το πιο θεμελιώδες ερώτημα του τι σημαίνει στην πραγματικότητα η καπιταλιστική οικονομία, η ατομική ιδιοκτησία και το ίδιο το κεφάλαιο. Η νεοκλασσική έννοια των παραγόντων της παραγωγής -εργασία, γη και κεφάλαιο- ενισχύει την άποψη ότι το κεφάλαιο είναι ένα υλικό πράγμα -παραγωγικοί πόροι- αντί για μια κοινωνική σχέση. Συνεπώς, η απουσία άμεσου ελέγχου επί των παραγωγικών πόρων μεταφράζεται άμεσα ως απώλεια ελέγχου επί του κεφαλαίου. Εξού ο «καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές» του Berle.

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να προτείνει ότι μια μαρξιστική προσέγγιση στην εταιρική επανάσταση ίσως παρουσιάζει μια πιο αξιόπιστη ερμηνεία μιας κοινωνίας στην οποία οι κάτοχοι του πλούτου φαίνεται να έχουν διατηρήσει το πάνω χέρι στον καθορισμό της κατανομής των πόρων. Η μαρξιστική οικονομική βιβλιογραφία επί του ζητήματος περιλαμβάνει τουλάχιστον μία αξιοσημείωτη μελέτη -το Χρηματιστικό Κεφάλαιο (1910) του Hilferding- η οποία ταχέως μετατράπηκε σ’ επιτακτικό σημείο αναφορά κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Στο βιβλίο του, ο Hilferding[9] ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε μια «προσπάθεια να κατανοηθούν επιστημονικά τα οικονομικά φαινόμενα της πιο πρόσφατης καπιταλιστικής εξέλιξης»[10]. Περιγράφοντας αυτή την «πιο πρόσφατη εξέλιξη», ο συγγραφέας δήλωσε ότι:

[Τ]ο χαρακτηριστικό του «σύγχρονου» καπιταλισμού είναι τα φαινόμενα εκείνα της συγκέντρωσης, που εκδηλώνονται απ’ την μια μεριά με την «άρση του ελεύθερου συναγωνισμού» δια της δημιουργίας των καρτέλ και τραστ, κι απ’ την άλλη με την όλο και περισσότερο στενή σχέση μεταξύ τραπεζιτικού και βιομηχανικού κεφαλαίου. Με τη σχέση αυτή το κεφάλαιο παίρνει, καθώς θ’ αναπτύξουμε αργότερα περισσότερο λεπτομερειακά, την μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, που αποτελεί τη τελειότερη και πιο αφηρημένη μορφή του κεφαλαίου[11].

Με τη σειρά του, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο ορίστηκε ως:

τραπεζικό κεφάλαιο, δηλαδή, κεφάλαιο στη χρηματική μορφή το οποίο στην πραγματικότητα μεταμορφώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο σε βιομηχανικό κεφάλαιο, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Όσον αφορά τους ιδιοκτήτες του, το κεφάλαιο αυτό πάντα διατηρεί τη χρηματική μορφή· το επενδύουν με την μορφή του χρηματικού κεφαλαίου, του τοκοφόρου κεφαλαίου, και πάντα μπορούν να το αποσύρουν ως χρηματικό κεφάλαιο. Όμως, στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου που επενδύεται έτσι με τις τράπεζες, μεταμορφώνεται σε βιομηχανικό, παραγωγικό κεφάλαιο (μέσα παραγωγής κι εργασιακή δύναμη) κι επενδύεται στην παραγωγική διαδικασία. Ένα ολοένα αυξανόμενο μερίδιο του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία είναι χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κεφάλαιο στη διάθεση των τραπεζών το οποίο χρησιμοποιείται απ’ τους βιομήχανους[12].

Η μεταμόρφωση των τραπεζικών καταθέσεων σε παραγωγικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τον Hilferding, οδηγεί στη συγκέντρωση δανειοληπτικών κεφαλαίων και χρεόγραφων (μετοχές κι ομόλογα) στα χέρια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών σε τέτοιο βαθμό που οι μεγάλες τράπεζες γίνονται τα κυρίαρχα συμφέροντα σε μη-χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Αντί για τον «καπιταλισμό χωρίς καπιταλιστές» του Berle, ο Hilferding υποδεικνύει έναν «καπιταλισμό των τραπεζιτών», ή, για να μείνουμε πιστοί στην ορολογία του, έναν «χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό».

Πολλά έχουν γραφτεί γι’ αυτή την έννοια, η οποία διατηρεί ακόμη και σήμερα μια επιρροή στην μαρξιστική οικονομική βιβλιογραφία. Ο Λένιν κι ο Μπουχάριν[13] υπήρξαν μεταξύ των πιο γνωστών υποστηρικτών της, και παραμένει το γεγονός ότι η ανάλυση του Hilferding έγινε αδιαχώριστη απ’ την ιδέα του τραπεζικού ελέγχου επί των βιομηχανικών εταιρειών.

Την ίδια στιγμή, η ιδέα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού δέχτηκε συχνά κριτική ως μια προσπάθεια να γενικευτεί μια ιδιαίτερη γερμανική εξέλιξη με το πέρασμα απ’ τον 19ο στον 20ό αιώνα. Ο Sweezy υπήρξε σαφής στην κριτική αποτίμηση του έργου του Hilferding όταν δήλωσε ότι:

Οι κεφαλαιούχοι έπαιξαν τον κυρίαρχο ρόλο στην προώθηση και μ’ αυτόν τον τρόπο πέτυχαν μια υψηλά σημαντική, για μια περίοδο ακόμη και κυρίαρχη, θέση στην εταιρική δομή. Ήταν στη βάση αυτού του φαινομένου που ο Hilferding ονόμασε το βιβλίο του Χρηματιστικό Κεφάλαιο. Ωστόσο, παρακάτω θα δούμε ότι ο Hilferding  έκανε λάθος υπερεκτιμώντας τη σημασία της χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας στο πιο πρόσφατο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης[14].

Σ’ ένα άλλο σημείο, ο Sweezy υπέδειξε τον παροδικό χαρακτήρα αυτής της υπεροχής του τραπεζικού τομέα, προτείνοντας ότι η έμφαση του Λένιν στον μονοπωλιακό χαρακτήρα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ταίριαζε καλύτερα για την περιγραφή του σύγχρονου καπιταλισμού:

Συνεπώς, οι κριτικές που δέχτηκε η θεωρία του Hilferding δεν ισχύουν και για τη θεωρία του Λένιν. Μολαταύτα, είναι αμφίβολο εάν ο όρος «χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο» μπορεί ν’ απεκδυθεί απ’ τον υπαινιγμό της κυριαρχίας των τραπεζιτών που του έδωσε ο Hilferding. Λόγω αυτού, φαίνεται προτιμότερο να εγκαταλείψουμε τον όρο αυτό και να τον αντικαταστήσουμε μ’ εκείνον του «μονοπωλιακού κεφαλαίου», ο οποίος υποδεικνύει καθαρά τι είναι το ουσιώδες για την έννοια του «χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου» στον Λένιν χωρίς ταυτόχρονα ν’ αποπροσανατολίζει τον ανυποψίαστο αναγνώστη[15].

Σ’ αντίθεση με τον Sweezy, είμαι πεποισμένος ότι είναι εφικτό να διευρύνουμε την έννοια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου του Hilferding πολύ πέρα απ’ το να σημαίνει μια οικονομία που κυριαρχείται από τραπεζίτες, αναγνωρίζοντας ακόμη και τον μεταβατικό χαρακτήτα της προφανούς ιστορικής αναφοράς του συγγραφέα.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το τραπεζικό κεφάλαιο ορίζεται βασικά -κι ορθά- ως μια μορφή κεφαλαίου, δηλαδή, «κεφάλαιο στη χρηματική μορφή […] που μπορεί πάντα ν’ αποσυρθεί […] ως χρηματικό κεφάλαιο». Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο μετατρέπεται σε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο όταν συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του χρηματικού κεφαλαίου μ’ εκείνα του βιομηχανικού κεφαλαίου, δηλαδή, όταν γίνεται ρευστό (εύκολα μετατρέψιμο στο χρηματικό του ισοδύναμο) και παραγωγικό: ταυτόχρονα χρήμα και μηχανές. Μ’ αυτή την έννοια, οι βιομηχανικές μετοχές που αποτελούν αντικείμενο συχνών συναλλαγών είναι εξίσου χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με τις τραπεζικές καταθέσεις. Ο Hilferding υπέδειξε ρητά αυτή την εναλλακτική εξέλιξη όταν περιέγραψε το αγγλικό τραπεζικό σύστημα:

Στην πραγματικότητα, αυτό αποτελεί σ’ έναν βαθμό την περίπτωση της Αγγλίας, όπου οι τράπεζες καταθέσεων παρέχουν πίστωση μόνο για το εμπόριο, και συνεπώς το επιτόκιο των καθέσεων είναι ελάχιστο. Συνεπώς, οι καταθέσεις αποσύρονται συνεχώς για να επενδυθούν στη βιομηχανία με την αγορά μετοχών, και σ’ αυτή την περίπτωση το κοινό κάνει άμεσα εκείνο που κάνει κι η τράπεζα, με τις βιομηχανικές τράπεζες και τις τράπεζες καταθέσεων να συνδέονται στενά[16].

Αν αυτό μεταφραστεί σ’ έναν βιομηχανικό τομέα που είναι λιγότερο εξαρτημένος στο τραπεζικό κεφάλαιο (εδώ νοημένο ως ένας οικονομικός τομέας κι όχι ως μια μορφή κεφαλαίου), δεν θα έπρεπε να το εκλάβουμε ως να έχει αποτραπεί η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με την πιο ευρεία του έννοια. Το θεσμικό πλαίσιο είναι σίγουρα διαφορετικό, όμως τα ουσιώδη χαρακτηριστικά είναι εκεί: συγκεντροποίηση των παραγωγικών πόρων σε συνδυασμό με τον μετασχηματισμό του ατομικού πλούτου σε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Ισχυρίζομαι ότι με το να υποδείξει τη γερμανική θεσμική διάταξη ως το μόνο μονοπάτι που οδηγεί στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, ο Hilferding υπήρξε ευάλωτος σε μια κριτική που απέκρυψε τη διορατικότητα της ευρύτερης άποψής του.

Είναι βέβαιο ότι ακόμη και στη Γερμανία, όπως ισχυρίστηκε πειστικά ο Sweezy, θα ήταν δύσκολο να βρούμε εμπειρικές αποδείξεις που να τεκμηριώνουν την ιδέα ενός καπιταλισμού που κυριαρχείται από τραπεζίτες μετά απ’ τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Όμως, αφετέρου, αληθεύει επίσης ότι μια αυξανόμενη μερίδα των μέσων παραγωγής στις εκβιομηχανισμένες χώρες έχει οργανωθεί υπό την εταιρική μορφή ενώ ο ατομικός πλούτος έχει σταδιακά μετασχηματιστεί σε διαπραγματεύσιμους τίτλους. Δεν υπάρχει εταιρεία χωρίς μετόχους, όπως και δεν υπάρχει διεύρυνση της ιδιοκτησίας μετοχών χωρίς την ανάπτυξη ενός τακτικού εμπόριου μετοχών. Είναι γι’ αυτό που το χρηματιστήριο έλαβε μια θέση κρίσιμης σημασίας στο οικονομικό ντιμπέιτ των τελών του 19ου αιώνα. Αναλύοντας τον αυξανόμενο χρηματοπιστωτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, μη-ορθόδοξοι συγγραφείς όπως ο Hobson κι ο Veblen[17] εκφράσαν την ίδια κριτική με τον Μαρξ και τον Hilferding όσον αφορά τα χρεόγραφα. Η χειραγώγηση, οι απάτες κι η ανεύθυνη διαχείριση φαινόνταν ως ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό αυτού του πιο πρόσφατου σταδίου της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην πλευρά τον οικονομολόγων του συρμού υπήρχε μια παρόμοια ανησυχία, και τα άρθρα του Berle στη δεκαετία του 1920, καθώς και το βιβλίο του με τον Means, προωθούσαν μια σειρά συστάσεων πολιτικής για την «προστασία του ατομικού πλούτου» απ’ τους αδίστακτους επιχειρηματίες. Και πράγματι, πολλές απ’ αυτές τις προτάσεις υιοθετήθηκαν στο «New Deal» του Ρούζβελτ, με την μορφή μιας κυβερνητικής υπηρεσίας -η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς [Security Exchange Commission, κάποιες φορές μεταφράζεται κι ως Επιτροπή Κινητών Αξιών και Συναλλαγών]- και των επακόλουθων ρυθμίσεών της.

Αυτό που έχει σημασία για τον παρόν συλλογισμό είναι αποδείξεις της αυξανόμενης σημασίας αυτής της νέας μορφής καπιταλιστικού πλούτου ακόμη κι εκεί που οι τράπεζες δεν είναι οι κυρίαρχοι οργανισμοί. Ο ατομικός πλούτους -νοούμενος εδώ ως ατομική προσταγή επί παραγωγικών πόρων- αποκτά υπόσταση σε

όλα αυτά τα χαρτιά [που] δεν είναι παρά συσσωρευμένες απαιτήσεις, νομικοί τίτλοι σε μελλοντική παραγωγή, που η χρηματική ή κεφαλαιακή αξία τους είτε δεν αντιπροσωπεύει απολύτως κανένα κεφάλαιο, όπως στην περίπτωση των κρατικών χρεών, είτε ρυθμίζεται ανεξάρτητα απ’ την αξία του πραγματικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν. Σ’ όλες τις χώρες με κεφαλαιοκρατική παραγωγή, υπάρχει με την μορφή αυτή μια τεράστια μάζα του λεγόμενου τοκοφόρου κεφαλαίου ή moneyed capital. Και με την έννοια συσσώρευση του χρηματικού κεφαλαίου εννοείται στο μεγαλύτερό της μέρος μόνο συσσώρευση αυτών των απαιτήσεων στην παραγωγή, συσσώρευση της αγοραίας τιμής, της απατηλής κεφαλαιακής αξίας αυτών των απαιτήσεων[18].

Μ’ αυτή την έννοια, ο ατομικός πλούτος (όπως αντικατοπτρίζεται απ’ την αγοραία τιμή) αποσυνδέεται όλο και περισσότερο απ’ το πραγματικό κεφάλαιο καθώς ο αξιακός καθορισμός του ακολουθεί ένα ανεξάρτητο μονοπάτι. Απ’ τη σκοπιά των καπιταλιστών, αυτό σημαίνει ότι μια αυξανόμενη μερίδα των περιουσιακών τους στοιχείων αρχίζει να συνδέεται με τα καπρίτσια του χρηματιστηρίου[19].

Απ’ την πλευρά της βιομηχανίας, η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μεταφράζεται σε μια αυξανόμενη συγκεντροποίηση των παραγωγικών πόρων υπό τον έλεγχο μεγαλών εταιρικών οντοτήτων. Αυτό είναι ένα δύσκολο σημείο στην μαρξιστική βιβλιογραφία, πιθανώς επειδή ο ίδιος ο Μαρξ υπήρξε μερικές φορές ασαφής επί του ζητήματος. Μολονότι αναγνώριζε την μετοχική εταιρεία ως ένα όργανο συγκεντροποίησης, υπέδειξε επίσης τον καταστροφικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού με τον οποίο οι επιτυχείς επιχειρήσεις εξαλείφουν τις μικρότερες ή τις λιγότερο ανταγωνιστικές. Η έμφαση στην επιθετική πτυχή αυτής της πάλης οδήγησε μερικούς απ’ τους ακολουθητές του Μαρξ να συγχωνεύσουν σε μία διαδικασία δύο διαδικασίες που θα πρέπει να νοηθούν ως διαφορετικές: τη συγκεντροποίηση του ελέγχου επί παραγωγικών πόρων και τη συγκεντροποίηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτό μπορεί να ξεκαθαρίσει απ’ τα ακόλουθα αποσπάσματα απ’ τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου:

Ο κόσμος θα έμενε ακόμα χωρίς σιδηρόδρομους, αν ήταν υποχρεωμένος να περιμένει ώσπου η συσσώρευση ν’ αύξανε μερικά ατομικά κεφάλαια ως τις διαστάσεις που να είναι σε θέση ν’ ανταποκριθούν στην κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής. Αντίθετα, η συγκεντροποίηση το κατάφερε αυτό στο άψε-σβήσε μέσω των μετοχικών εταιρειών[20].

Ενάντια σ’ αυτό το κατακομμιάτασμα του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου σε πολλά ατομικά κεφάλαια ή ενάντια στην αμοιβαία απώθηση των κλασμάτων του, δρα η έλξη τους. Αυτή πια δεν είναι απλή, ταυτόσημη με τη συσσώρευση, συγκέντρωση μέσω παραγωγής κι εξουσία πάνω σ’ εργασία. Είναι συγκέντρωση σχηματισμένων πια κεφαλαίων, κατάργηση της ατομικής τους αυτοτέλειας, απαλλοτρίωση ενός κεφαλαιοκράτη από άλλον, μετατροπή πολλών μικρών κεφαλαίων σε λίγα μεγάλα. Η διαδικασία αυτή διακρίνεται απ’ την πρώτη κατά το ότι προϋποθέτει μόνο μια διαφορετική κατανομή των κεφαλαίων που ήδη υπάρχουν και λειτουργούν, το πεδίο δράσης της, επομένως, δεν περιορίζεται απ’ την απόλυτη αύξηση του κοινωνικού πλούτου ή απ’ τα απόλυτα όρια της συσσώρευσης. Το κεφάλαιο αυξάνει εδώ κατά μεγάλες μάζες σ’ ένα χέρι, επειδή εκεί χάνεται από πολλά χέρια. Αυτή είναι η καθεαυτό συγκεντροποίηση σε διάκριση απ’ τη συσσώρευση και τη συγκέντρωση[21].

Μολονότι η διαφορά μεταξύ συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης φαίνεται αρκετά εμφανής, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός αναφορικά με την «απαλλοτρίωση ενός κεφαλαιοκράτη από άλλον» και την «αύξηση εδώ του κεφαλαίου κατά μεγάλες μάζες σ’ ένα χέρι, επειδή εκεί χάνεται από πολλά χέρια». Το διακύβευμα εδώ είναι η απαλλοτρίωση ή έλλειψη ελέγχου επί παραγωγικών πόρων, καθώς συγκεντροποίηση μπορεί να επιτευχθεί, και συχνά επιτεύχθηκε -μέσω καπιταλιστικών ενώσεων, εθελοντικών συγχωνεύσεων, εξαγορών, κλπ- χωρίς συγκέντρωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας[22].

Η προσεκτικότερη διατύπωση του Hilferding προσφέρει μια καλύτερη διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ανεξάρτητων διαδικασιών:

Η ανάπτυξη της εταιρικής μορφής της επιχειρήσης κατέστησε την πορεία της οικονομικής ανάπτυξης ανεξάρτητη από τυχαία γεγονότα στην κίνηση της ιδιοκτησίας, με τη τελευταία ν’ αντικατοπτρίζεται τώρα στην μοίρα των μετοχών στην αγορά κι όχι στην μοίρα της ίδιας της εταιρείας. Συνεπώς, η συγκέντρωση των εταιρειών μπορεί να λάβει χώρα ταχύτερα απ’ τη συγκεντροποίηση της ιδιοκτησίας. Καθεμία εξ αυτών των διαδικασιών ακολουθεί τους δικούς της νόμους, παρότι η τάση προς τη συγκέντρωση είναι κοινή και στις δύο· φαίνεται, ωστόσο, να είναι περισσότερο συμπτωματική και λιγότερο ισχυρή στην κίνηση της ιδιοκτησίας, και στην πράξη διακόπτεται συχνά από τυχαίους παράγοντες. Είναι αυτή η επιφανειακή εμφάνιση που οδηγεί μερικούς να μιλάνε για έναν εκδημοκρατισμό της ιδιοκτησίας μέσω της κατοχής μετοχών. Ο διαχωρισμός της τάσης προς βιομηχανική συγκέντρωση απ’ την κίνηση της ιδιοκτησίας είναι σημαντική επειδή επιτρέπει στις επιχειρήσεις να κατευθύνονται μόνο από τεχνολογικούς κι οικονομικούς νόμους, ανεξαρτήτως των ορίων που τίθονται απ’ την ατομική ιδιοκτησία. Αυτό το είδος συγκέντρωσης, το οποίο δεν είναι ταυτόχρονα μια συγκέντρωση ιδιοκτησίας, πρέπει να διακρίνεται απ’ τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση οι οποίες προκύπτουν απ’ την κίνηση της ιδιοκτησίας και που τη συνοδεύουν[23].

Μ’ αυτή την έννοια, η έλλειψη εμπειρικών αποδείξεων για την υποστήριξη μιας πιθανούς τάσης προς συγκεντροποίηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1930 στις ΗΠΑ, δεν φαίνεται να επηρεάζει τον γενικότερο ισχυρισμό του Hilferding. Μ’ αυτή την προσέγγιση, ο συγκεντροποιημένος έλεγχος επί των παραγωγικών πόρων που επέφεραν οι μετοχικές εταιρείες, δεν συνεπάγεται αναγκαία τη συγκέντρωση του ατομικού πλούτου. Ο Hilferding φαίνεται στην πραγματικότητα να ήταν αρκετά προσεκτικός όταν χαρακτήρισε την κίνηση της ιδιοκτησίας ως «περισσότερο συμπτωματική» και «λιγότερο ισχυρή».

Η προσοχή που αφιερώνεται σ’ αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα -τη διάκριση μεταξύ παραγωγικών πόρων και καπιταλιστικής ιδιοκτησίας- αντικατοπτρίζει τις επιπλοκές που συνήθως αναδύονται απ’ τις διαφορετικές αναπαραστάσεις του κεφαλαίου στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Θα ήταν εύκολο να ισχυριστούμε ότι το κεφάλαιο πρέπει να ιδωθεί, σύμφωνα με την καλύτερη μαρξική παράδοση, ως μια κοινωνική σχέση. Αρκεί οποιοδήποτε απόσπασμα στο οποίο ο Μαρξ μίλησε επ’ αυτού του ζητήματος, για παράδειγμα, στο κεφάλαιο για τον «Τριαδικό Τύπο» στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου:

Κεφάλαιο, γη, εργασία! Το κεφάλαιο, όμως, δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μια καθορισμένη κοινωνική σχέση παραγωγής, που ανήκει σ’ έναν καθορισμένο ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, μια σχέση που παρασταίνεται μ’ ένα πράγμα και που στο πράγμα αυτό δίνει έναν ειδικό κοινωνικό χαρακτήρα. Το κεφάλαιο δεν είναι το άθροισμα των υλικών και των παραγμένων μέσων παραγωγής. Το κεφάλαιο είναι τα μεταβλημένα σε κεφάλαιο μέσα παραγωγής, που αυτά καθεαυτά είναι τόσο λίγο κεφάλαιο όσο είναι χρήμα αυτός καθεαυτός ο χρυσός και το ασήμι. Τα μονοπωλημένα από ένα καθορισμένο κομμάτι της κοινωνίας μέσα παραγωγής, τα αυτοτελοποιημένα από τη ζωντανή εργασιακή δύναμη προϊόντα κι οι όροι της δραστηριότητας αυτής ακριβώς της εργασιακής δύναμης, που ορθώνονται απέναντί της, είναι που, εξαιτίας αυτής της αντίθεσης, προσωποποιούνται στο κεφάλαιο[24].

Η δυσκολία εγείρεται όταν στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό ο ατομικός πλούτος επενδύεται αυξανόμενα σ’ εταιρικές μετοχές (ή σε χρεόγραφα εν γένει) αντί σε παραγωγικά περουσιακά στοιχεία. Σημαίνει αυτό -όπως ισχυρίζεται ο Berle κι οι ακόλουθοί του- ότι το κεφάλαιο ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο του καπιταλιστή; Καθόλου, επειδή το κεφάλαιο δεν είναι μια διαφορετική λέξη για τους παραγωγικούς πόρους. Η ίδια κοινωνική σχέση που αποδίδει αυτόν τον ειδικό χαρακτήρα στα μέσα παραγωγής εκδηλώνεται στις εταιρικές μετοχές. Όπως μια μηχανή -σ’ ένα καπιταλιστικό σύστημα- εκτιμάται για την ικανότητά της να δημιουργεί κέρδος, έτσι κι οι εταιρικές μετοχές γεννιούνται όταν το θεσμικό πλαίσιο διασφαλίζει τη δυνατότητά τους να δημιουργήσουν εισόδημα. Η απλή ύπαρξη ενός διαπραγματεύσιμου τίτλου συνεπάγεται μια ειδική κοινωνική σχέση στην οποία ο ατομικός πλούτος -ως διακριτός απ’ το ταλέντο διαχείρισης, το κοινωνικό κύρος, τη θρησκευτική επιρροή, κλπ- προστάζει παραγωγικούς πόρους. Υπό αυτές τις περιστάσεις, για τον μεμονωμένο καπιταλιστή τα χρεόγραφα είναι εξίσου κεφάλαιο με το ισοδύναμό τους σε βιομηχανικό εξοπλισμό. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να πουλήσει τις μετοχές του και ν’ αξιοποιήσει τα κέρδη σε κάποια παραγωγική δραστηριότητα. Μπορεί να τα βάλει ενέχυρο ως εχέγγυα ή να τα κληροδοτήσει στους κληρονόμους τους. Μπορεί ακόμη και να ψηφίσει σε μια συνεδρίαση των μετόχων ή να λάβει μερός σε μια συμφωνία με πιστωτές. Δεν έχει χάσει κανέναν έλεγχο επί του κεφαλαίου του.

Ο μετασχηματισμός μιας οικογενειακής επιχείρησης σ’ εταιρεία δεν σπάει το μονοπώλιο μιας ορισμένης μερίδας της κοινωνίας επί των μέσων παραγωγής. Η εργασία παραμένει εξίσου αλλοτριωμένη με πριν, κι η ατομική συσσώρευση παραμένει ο βασικός λόγος ύπαρξης της παραγωγικής δραστηριότητας. Σίγουρα, ο μηχανισμός που καθυποτάσσει το παραγωγικό κεφάλαιο σ’ ατομικά συμφέροντα γίνεται περισσότερο σύνθετος και λιγότερο ορατός συγκριτικά με τον προσωπικό έλεγχο που ασκεί ο ιδιοκτήτης-μάνατζερ. Όμως, εκτός κι αν είμαστε πεποισμένοι ότι η εταιρική διοίκηση εμπλέκεται σε μια επιτυχημένη και γενικευμένη απάτη στη δέσμευσή της να μεγιστοποιήσει τα κέρδη των μετόχων, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέτουμε ότι η συμπεριφορά τους έρχεται σε σύγκρουση μ’ εκείνη των ιδιοκτητών-μάνατζερ προκάτοχών τους[25].

Λέγοντας ότι μια εταιρική μετοχή είναι εξίσου κεφάλαιο μ’ ένα κομμάτι εξοπλισμού δεν εννοούμε, φυσικά, ότι η κοινωνία γίνεται πλουσιότερη τυπώνοντας πιστοποιητικά μετοχών. Όπως επεσήμανε ρητά ο Μαρξ, η έκδοση μετοχών -πλασματικού κεφαλαίου- δεν επηρεάζει τα μέσα παραγωγής (ή το πραγματικό κεφάλαιο):

Οι μετοχές σιδηροδρομικών, μεταλλευτικών και ναυτηλιακων εταιρειών αντιπροσωπεύουν πραγματικό κεφάλαιο, συγκεκριμένα το κεφάλαιο που επενδύθηκε και λειτουργεί σ’ αυτές τις επιχειρήσεις ή το χρηματικό ποσό που έχει προκαταβληθεί απ’ τους μετόχους για να δαπανηθεί σαν κεφάλαιο σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Οπότε δεν αποκλείεται καθόλου ν’ αποτελεί επίσης καθαρή αγυρτεία. Αυτό το κεφάλαιο, όμως, δεν υπάρχει διπλό, την μια φορά σαν κεφαλαιακή αξία των τίτλων ιδιοκτησίας, των μετοχών, και την άλλη φορά σαν το πραγματικά επενδυμένο κεφάλαιο ή σαν το κεφάλαιο που πρόκειται να επενδυθεί σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Υπάρχει μόνο μ’ εκείνη τη τελευταία μορφή, κι η μετοχή δεν είναι παρά ένας τίτλος ιδιοκτησίας με δόσεις, πάνω στην υπεραξία που θα πραγματοποιήσει αυτό το κεφάλαιο[26].

Όμως, παρότι δεν αποκλείεται η πιθανότητα απάτης, η οργάνωση μιας μετοχικής εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απάτη εντός του θεσμικού πλαισίου ενός καπιταλιστικού συστήματος. Ένα πιστοποιητικό μετοχής αντικαθιστά στην ουσία την ιδιοκτησία ενός παραγωγικού περιουσιακού στοιχείου. Κανένας μέτοχος δεν μπορεί ν’ αξιώσει τίτλο τόσο στο πραγματικό (βιομηχανικός εξοπλισμός) όσο και στο πλασματικό κεφάλαιο (πιστοποιητικό μετοχής). Ούτε το πλασματικό κεφάλαιο είναι μια πλεονάζουσα αξία πάνω απ’ την παραγωγική επένδυση, επειδή αυτό θα διπλασίαζε ανυπόστατα το «μη-πλεονάζον» κομμάτι της[27].

Απ’ τη σκοπιά ενός εξωτερικού παρατηρητή -σαν επικριτής του καπιταλιστικού συστήματος- η παραγγελία μιας νέας μηχανής μπορεί ν’ αναγνωριστεί ως μια ανώτερη ή πραγματική συνεισφορά στον υλικό πλούτο, ενώ η απόκτηση μιας εταιρικής μετοχής αναπαριστά την απλή μεταφορά ενός δικαιώματος επί ενός μελλοντικού εισοδήματος. Όμως, για τον μεμονωμένο καπιταλιστή, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των δύο αυτών εναλλακτικών είναι ακριβώς τα ίδια. Μ’ αυτή την έννοια, όταν περιγράφει τη δημιουργία ενός πλασματικού κεφαλαίου, ο Μαρξ περιγράφει επίσης τη διαδικασία με την οποία αξιολογούνται τα παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία:

Τον σχηματισμό του πλασματικού κεφαλαίου τον ονομάζουν κεφαλαιοποίηση. Κεφαλαιοποιούν κάθε εισόδημα που επαναλαβαίνεται τακτικά, υπολογίζοντάς το με βάση το μέσο επιτόκιο, σαν έσοδο που θα απόφερε ένα κεφάλαιο μέσα σ’ έναν χρόνο αν το δανείζαν με το επιτόκιο αυτό. Αν, πχ, το χρονιάτικο έσοδο = 100£ και το επιτόκιο 5%, τότε οι 100£ θα ήταν ο τόκος ενός χρόνου 2.000£, κι αυτές οι 2.000£ θεωρούνται τώρα η κεφαλαιακή αξία του νομικού τίτλου ιδιοκτησίας για τις 100£ εισόδημα το χρόνο. Για εκείνον που αγοράζει αυτόν τον τίτλο ιδιοκτησίας, οι 100£ χρονιάτικο εισόδημα αντιπροσωπεύουν τότε πράγματι τον τοκισμό του κεφαλαίου του προς 5%. Έτσι χάνεται, χωρίς ν’ αφήσει ίχνη, κάθε σχέση με την πραγματική διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, κι εδραιώνεται η αντίληψη για το κεφάλαιο σαν ένα αυτοαξιοποιούμενο αυτόματο[28].

Η τιμή ζήτησης ενός κομματιού εξοπλισμού και συνεπώς η επενδυτική απόφαση αναφορικά μ’ ένα παραγωγικό περιουσιακό στοιχείο ακολουθεί ένα παρόμοιο μοτίβο. Το διαφορετικό στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό δεν είναι τα κριτήρια για τη τιμολόγηση ενός επενδυτικού περιουσιακού στοιχείου μα η «σύνδεσή του με την πραγματική διαδικασία διευρύνσης του κεφαλαίου». Η εισαγωγή ενός νέου στοιχείου μεταξύ του καπιταλιστή και των μέσων παραγωγής (είτε πρόκειται για μια τραπεζική κατάθεση είτε για ένα πιστοποιητικό μετοχής) διευρύνει το πλασματικό/χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο[29] σε βαθμό που γίνεται το κυρίαρχο όχημα για ατομική συσσώρευση κεφαλαίου. Τα παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία σταδιακά αποκλείονται απ’ τα ατομικά χαρτοφυλάκια χωρίς ν’ αλλάζει ο καπιταλιστικός χαρακτήρας τους, δηλαδή, η καθυπόταξή τους σε μια κοινωνική σχέση στην οποία «τα μέσα παραγωγής μονοπωλούνται από μια ορισμένη μερίδα της κοινωνίας».

Ο Hilferding παρατήρησε αυτές τις θεσμικές εξελίξεις, παρότι η ανάλυσή του ήταν ασαφής αναφορικά με το ποιος πρέπει να θεωρηθεί ο βασικός σκοπός της πράξης του καπιταλιστή. Όταν περιγράφει τις λειτουργίες του χρηματιστηρίου φαίνεται να είδε τον νέο καπιταλιστή (τον μέτοχο σ’ αντίθεση με τον ιδιοκτήτη-μάνατζερ) ως να στερείται μερικών εκ των ουσιωδών προνομίων του (ή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων):

Το χρηματιστήριο αρχικά κατέστησε εφικτή την κινητοποίηση του κεφαλαίου. Από μια νομική σκοπιά, η κινητοποίηση αυτή περιλαμβάνει έναν μετασχηματισμό, και την ίδια στιγμή έναν αναδιπλασιασμό, των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Η ιδιοκτησία των πραγματικών μέσων παραγωγής μεταφέρεται απ’ τα άτομα σε μια νομική οντότητα η οποία, σίγουρα, περιλαμβάνει το σύνολο αυτών των ατόμων, είναι όμως μια οντότητα στην οποία το άτομο ως τέτοιο δεν έχει πλέον ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας του. Το άτομο έχει μόνο μια αξίωση επί των εσόδων· η ιδιοκτησία του, η οποία κάποτε σήμαινε πραγματικό, απεριόριστο έλεγχο επί των μέσων παραγωγής, και συνεπώς επί της διαχείρισης της ίδιας της παραγωγής, έχει μεταμορφωθεί σε μια απλή αξίωση εισοδήματος κι έχει απεκδυθεί απ’ τον έλεγχο επί της παραγωγής[30].

Το γιατί η απώλεια του ελέγχου επί της παραγωγής πρέπει να θεωρηθεί ως μια απώλεια για τον καπιταλιστή δεν γίνεται ποτέ σαφές, παρότι ο συνολικός συλλογισμός του Hilferding μπορεί να κατανοηθεί ως μια περαιτέρω ανάπτυξη των περιγραφικών προτάσεων του Μαρξ στο κεφάλαιο «Ο Ρόλος της Πίστης στην Κεφαλαιοκρατική Παραγωγή» στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Όταν ανέλυσε τους μηχανισμούς δημιουργίας πίστωσης, ο Μαρξ επισήμανε τη διεύρυνση των μετοχικών εταιρειών, ισχυριζόμενος ότι σε μια τέτοια οργανωτική μορφή:

Το κεφάλαιο, που αυτό καθεαυτό βασίζεται σε κοινωνικό τρόπο παραγωγής και που προϋποθέτει κοινωνική συγκέντρωση μέσων παραγωγής κι εργασιακών δυνάμεων, παίρνει εδώ άμεσα την μορφή κοινωνικού κεφαλαίου (κεφαλαίου άμεσα συνεταιρισμένων ατόμων) σε αντίθεση προς το ατομικό κεφάλαιο, κι οι επιχειρήσεις του εμφανίζονται σαν εταιρικές επιχειρήσεις σε αντίθεση προς τις ατομικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για την κατάργηση [Aufheben] του κεφαλαίου σαν ατομική ιδιοκτησία μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής[31].

Αν η κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομική ιδιοκτησία εντός του πλαισίου μιας εταιρικής οικονομίας προκαλεί σύγχυση -επιφανειακά μοιάζει με το «κεφάλαιο χωρίς καπιταλιστές» του Berle- είναι σίγουρα επειδή το νόημα της Aufheben [κατάργηση-διατήρηση-υπέρβαση] του Μαρξ παρρενοήθηκε ως μια απλή κατάργηση. Στην πραγματικότητα, η Aufheben πρέπει να συνδεθεί με την εγελιανή έννοια της υπέρβασης, δηλαδή, με την ιδέα ενός καπιταλισμού που υπερβαίνει μια διαλεκτική αντίφαση, που πηγαίνει πέρα απ’ τα όριά του αποβάλλοντας μερικά απ’ τα χαρακτηριστικά του ενώ παράλληλα διατηρεί τον ουσιώδη χαρακτήρα του. Είναι αλήθεια, σ’ αυτό το κεφάλαιο του Κεφαλαίου το εταιρικό σύστημα χαρακτηρίζεται ως μια μεταβατική φάση για την «ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών»[32] όμως, μέχρι να συμβεί αυτό, η επέκταση της μετοχικής εταιρείας πρέπει να ιδωθεί ως μια επιτάχυνση της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής παραγωγής. Μ’ αυτή την έννοια, το σημαντικό για την κατανόηση αυτής της νέας φάσης -της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου- είναι η ιδέα ότι όταν τα μέσα παραγωγής οργανώνονται υπό την εταιρική μορφή, ο ατομικός έλεγχος επί των παραγωγικών όρων καθίσταται περιττός[33]. Αναπτυσσόμενη μέσα απ’ τη σύγκρουση μεταξύ της ατομικής ιδιοποίησης και τον χαρακτήρα κοινωνικής ανάληψης της καπιταλιστικής παραγωγής, η σύγχρονη μετοχική εταιρεία φέρει μέσα της την αλλοτρίωση της εργασίας χωρίς ν’ απαιτεί την άμεση προσταγή του «κυβερνήτη της βιομηχανίας» του 19ου αιώνα.

Αυτή η έννοια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, όπως αναπτύχθηκε απ’ τις προτάσεις του Μαρξ και του Hilferding, φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα για να συλλάβουμε εκείνο που είναι ουσιώδες στον σύγχρονο εταιρικό κόσμο: τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας από παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία σε διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα και τη συγκεντροποίηση του ελέγχου επί των παραγωγικών πόρων, ενώ η μικρή επιχείρηση αντικαθίσταται απ’ την μεγάλη εταιρεία, εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι ένα πιστοποιητικό μετοχής δεν πρέπει να ιδωθεί ως μια απλή αξίωση ενός μελλοντικού εισοδήματος, αλλά πρέπει ν’ αναγνωριστεί ως μια έκφραση μιας ειδικής κοινωνικής σχέσης που καθυποτάσσει την παραγωγή στην ατομική συσσώρευση κεφαλαίου. Για να μπει κανείς σε μια συζήτηση του κατά πόσον οι μάνατζερ ανταποκρίνονται στα συμφέροντα των μετόχων, πρέπει να θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτα ειδικά καπιταλιστικό στη σύγχρονη μετοχική εταιρεία. Αυτό είναι δυνατόν μόνο αν θεωρήσουμε την εταιρεία ως έναν διιστορικό θεσμό που μπορεί την μια να υπηρετεί τους καταναλωτές, την άλλη τους εργάτες, την άλλη τους φορολογούμενους ή ακόμη και τους ίδιους τους μάνατζερ, εις βάρος των μετόχων της. Αυτή είναι η εταιρεία έτσι όπως τη βλέπουν ο Berle κι ο Means (κι οι νεοκλασσικοί), κι είναι πλήρως ασύμβατη με μια κοινωνία στην οποία το κεφάλαιο αποτελεί την κυρίαρχη κοινωνική σχέση.

Επιπλέον, πρέπει να σημειώσουμε ότι σ’ αντίθεση με μερικές μαρξιστικές ερμηνείες, η έννοια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου δεν πρέπει να συνδεθεί με τον έλεγχο των τραπεζών επί της βιομηχανίας αλλά με την καθυπόταξη του ατομικού πλούτου στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Δηλαδή, εφόσον μετασχηματιστεί σε διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα, ο ατομικός πλούτος υπόκειται σε μια μόνιμη διαδικασία αξιολόγησης που καθορίζεται από όποιον έχει κεφάλαιο σε χρηματική μορφή. Σ’ αυτές τις αγορές, οι καπιταλιστές κι οι βιομηχανικές εταιρείες είναι εξίσου ενεργές με οποιονδήποτε χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Στην πραγματικότητα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές πρέπει να ιδωθούν ως ο μηχανισμός με τον οποίο η αξία που προκύπτει απ’ την παραγωγική δραστηριότητα -κι ιδιοποιείται από μεμονωμένους καπιταλιστές- αναδιανέμεται σύμφωνα μ’ ένα σύνθετο δίκτυο πιστωτικών σχέσεων. Στη διαδικασία αυτή, μια μεταβολή στο ρεύμα ή τ’ αναμενόμενα έσοδα θα πυροδοτήσει αμέσως μια επαναξιολόγηση της κεφαλαιακής αξίας του ατομικού πλούτου (προσταγή επί παραγωγικών πόρων).

Αυτό σημαίνει ότι ένας καπιταλιστής (ο σύγχρονος μέτοχος σ’ αντιπαραβολή με τον παλιότερο βιομήχανο) δεν γίνεται πλουσιότερος ή φτωχότερος όταν η εταιρεία της οποίας έχει μετοχές ανακοινώνει ένα κέρδος ή μια ζημία, αντίστοιχα. Είναι η αντίδραση του χρηματιστηρίου σ’ αυτή την πληροφορία -δηλαδή, η βαθμολόγηση της χρηματοπιστωτικής αγοράς- που θα καθορίσει το εάν οι μετοχές του ανατιμήθηκαν ή όχι. Κι είναι αυτό ακριβώς που θα καθοδηγήσει τις μετέπειτα κινήσεις του στις αγοραπωλησίες και τις ψηφοφορίες.

Η τάση αυτή προς μια γενικότερη «χρηματιστηριακή οικονομία» -σ’ αντίθεση μ’ έναν «καπιταλισμό που κυριαρχείται απ’ τους τραπεζίτες»- επισημαίνεται καθαρά απ’ τον Hilferding:

Αν η εγγενής τάση του καπιταλισμού, η ανάγκη του να τοποθετήσει όλο το διαθέσιμο κοινωνικό πλούτο στη διάθεση της καπιταλιστικής τάξης με την μορφή του κεφαλαίου, και να εξασφαλίσει το ίδιο κέρδος για κάθε μονάδα κεφαλαίου, τον υποχρεώνει να κινητοποιεί κεφάλαιο, και συνεπώς να το αξιολογεί ως απλό τοκοφόρο κεφάλαιο, τότε είναι λειτουργία του χρηματιστηρίου να διευκολύνει αυτή την κινητοποίηση, προσφέροντας τον μηχανισμό για την μεταφορά κεφαλαίου[34].

Σε μια μακροπρόθεσμη βάση, καμία εταιρεία -είτε χρηματοπιστωτική είτε βιομηχανική- δεν είναι ανεξάρτητη απ’ τις κινήσεις της χρηματοπιστωτικής αγοράς, επειδή είναι εκεί που συσσωρεύεται το ατομικό κεφάλαιο. Μ’ αυτή την έννοια, μια απ’ τις συνηθέστερες παρερμηνείες του εταιρικού κόσμου είναι εκείνη που λαμβάνει τον αριθμό των μετοχών που κατέχει ένα μεμονωμένο άτομο (ή μια συντονισμένη ομάδα ατόμων) ως σημείο αναφοράς για να καθορίσει εάν μια εταιρεία βρίσκεται υπό ατομικό ή διοικητικό έλεγχο[35]. Αυτό που ξεχνούν τέτοιου είδους αναλύσεις είναι το βασικό γεγονός ότι ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός διακρίνεται απ’ τον βιομηχανικό καπιταλισμό ακριβώς απ’ τη ρευστότητα και την κινητικότητα του ατομικού πλούτου, δηλαδή, απ’ την ικανότητα των καπιταλιστών να εισέρχονται και να εξέρχονται γρήγορα απ’ τις παρούσες επενδυτικές τους θέσεις. Με άλλα λόγια, όπως οι περισσότεροι Αμερικάνοι μάνατζερ μπορούν να διαβεβαιώσουν, η σύγχρονη επιχείρηση διοικείται με το ένα μάτι στραμμένο στην Main Street και το άλλο στη Wall Street [στην αργκό των οικονομικών, main street αποκαλείται η «πραγματική» οικονομία και wall street η χρηματοπιστωτική αγορά].

Σημειώσεις:
1. Edward Mason, «Corporation» στο David Sills, ed, International Encyclopedia of the Social Sciences, εκδόσεις Macmillan & The Free Press, 1968.
2. Robert Dahl, After the Revolution?, εκδόσεις Yale University Press, 1990. Βλέπε επίσης Maurice Zeitlin, «Corporate Ownership and Control: The Large Corporation and the Capitalist Class», American Journal of Sociology, vol. 79, no. 5, Μάρτιος 1974.
3. Βλέπε, πχ, John Galbraith, The New Industrial State, εκδόσεις Harper & Row, 1967, και Robin Marris, The Economic Theory of Managerial Capitalism, εκδόσεις Free Press, 1964.
4. Adolph Berle Jr., The Twentieth Century Capitalist Revolution, εκδόσεις Harcourt Brace, 1954, σελ. 39.
5. John Galbraith, Ο Novo Estado Industrial, εκδόσεις Abril Cultural, 1982, σελ. 11.
6. «The Board Revolt» στο Business Week International, 20 Απριλίου 1992, σελ. 20.
7. Βλέπε Business Week International, 2 Αυγούστου 1993, σελ. 49 για την American Express· Business Week International, 8 Μαρτίου 1992,  σελ. 46-48 για τη Digital· Business Week International, 2 Αυγούστου 1993, σελ. 24-26, 4 Μαϊου 1993, σελ. 28· και 10 Απριλίου 1993, σελ. 44 για την IBM.
8. Μεταξύ των δεκάδων ρεπορτάζ που μπορούν να βρεθούν σε κάθε επιχειρηματικό περιοδικό, θυμάμαι ότι το 1988 ο Robert Bass έγινε ο ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης αποταμιευτικής και δανειοδοτικής εταιρείας της Καλιφόρνια, ύστερα από μια μακρά και λεπτή διαπραγμάτευση με τη Federal Home Loan Bank, έναν κυβερνητικό οργανισμό που εμπλεκόταν στην προσπάθεια διάσωσης του αποταμιευτικού και δανειοδοτικού συστήματος κατά την πρόσφατη κρίση του. Ένα ενδιαφέρον άρθρο επ’ αυτού και τον τρόπο λειτουργίας του Bass μπορεί να βρεθεί στο Business Week International, 3 Οκτωβρίου 1988, σελ. 50-55. Ο Kerkorian υπήρξε θαυμαστής του διοικητικού ταλέντου του Iaccoca και κατείχε σταθερά το 9,8% των μετοχών με δικαίωμα ψήφου της Chrysler Corporation στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πρόσφατα οι δυο τους συνεργαστήκαν κι ανακοινώσαν προσφορά εξαγοράς 20,5 δισ. δολλαριών για την Chrysler, βλέπε Business Week International, 6 Απριλίου 1992, σελ. 41, 24 Απριλίου 1995, σελ. 30. O Μπάφετ «διέσωσε» τη διοίκηση της Gillette σε μια αμυντική κίνηση ενάντια σε μια εχθρική προσφορά το 1989, βλέπε Business Week International, 7 Αυγούστου 1989, σελ. 42.
9. Μολονότι το βιβλίο του Hilferding αναπτύσσει μια ολοκληρωμένη ανάλυση αναφορικά με το χρήμα, την πίστωση και τις πολιτικές πτυχές του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, το παρόν κείμενο ενδιαφέρεται μόνο για τη βασική έννοια του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στον Hilferding. Για μια κριτική αποτιμήση μερικών εκ των κύριων ισχυρισμών του Hilferding, βλέπε G. Pietranera, «II pensiero economico di Hilferding e il dramma della socialdemocrazia tedesca» στο R. Hilferding, Il capitale Finanziario, εκδόσεις Feltrinelli Editore, 1961· A. Hussain, «Hilferding’s Finance Capital», Bulletin of the Conference of Socialists Economists, Μάρτιος 1976, vol. V, 1 (13)· J. Tomlison, «Finance Capital» στο Eatwell, Millgate & Newman, eds, The New Palgrave: A Dictionary of Economics, εκδόσεις Macmillan, 1987.
10. Rudolf Hilferding, Χρηματιστικό Κεφάλαιο, εκδόσεις Γκοβόστης-Μπάυρον, σελ. 5. Δυστυχώς, η μοναδική αυτή ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Hilferding στην πραγματικότητα είναι μετάφραση μόνο του πρώτου μέρους (εκ των συνολικά πέντε) του βιβλίου του.
11. Ό.π.
12. Rudolf Hilferding, Finance Capital: A Study of the Latest Phase of Capitalist Development, εκδόσεις Routledge & Kegan Paul, 1981, σελ. 225.
13. Βλέπε Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο Του Καπιταλισμού, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2013· και Νικολάι Μπουχάριν, Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια Οικονομία, εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2004.
14. Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development, εκδόσεις Dobson Books, 1970, σελ. 260.
15. Ό.π., σελ. 269. Υπό το φως των σύγχρονων οικονομικών εξελίξεων, ο Sweezy φαίνεται να έχει αλλάξει άποψη, όπως φαίνεται στο πρόσφατο άρθρο του «The Triumph of Financial Capitalism», Monthly Review, June 1994.
16. Hilferding, ό.π., σελ. 224-225.
17. Βλέπε John Hobson, The Evolution of Modern Capitalism: A Study of Machine Production, εκδόσεις Walter Scott, 1916, ιδίως το κεφάλαιο 10, και Thorstein Veblen, The Theory of the Business Enterprise, εκδόσεις Scribner’s, 1904.
18. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 592.
19. Στατιστικές αναφορικά με την ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων στις ΗΠΑ μπορούν να βρεθούν στο Raymond Goldsmith, Financial Intermediaries in the American Economy since 1900, εκδόσεις Princeton University Press, 1958. Για τη σύνθεση του ατομικού πλούτου βλέπε Smith & Franklin, «New Dimensions of Economic Inequality: The Concentration of Personal Wealth 1922-1969», American Economic Review, vol. 64, no. 2, Μάιος 1974.
20. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 651.
21. Ό.π., σελ. 648-649.
22. Ένα παράδειγμα της ιδέας που συνδέει τη συγκεντροποίηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας με τη συγκέντρωση των παραγωγικών πόρων μπορεί να βρεθεί στο λήμμα «Centralization and Concentration of Capital» [«Συγκεντροποίηση και Συγκέντρωση Κεφαλαίου»] του Anwar Shaikh στο Tom Bottomore, ed, A Dictionary of Marxist Thought, εκδόσεις Basil Blackwell 1983.
23. Hilferding, ό.π., σελ. 126-127.
24. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 1000-1001.
25. Δεν αγνοώ τη βιβλιογραφία περί του κύριου παράγοντα ούτε τα κίνητρα που περιβάλλουν τη συμπεριφορά της εταιρικής διοίκησης, όμως απορρίπτω την ιδέα ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν να υπονομεύσουν ριζικά τη δυναμική μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Για μια ενδιαφέρουσα αξιολόγηση του ασαφούς χαρακτήρα αυτής της βιβλιογραφίας, βλέπε F. M. Scherer, «Corporate Ownership and Control» στο Meyer & Gustafson, eds, The US Business Corporation, εκδόσεις Ballinger, 1988, σελ. 43-66.
26. Μαρξ, ό.π., σελ. 589.
27. Η ερμηνεία αυτή μπορεί να βρεθεί στο λήμμα «Credit and Fictitious Capital» [«Πίστωση και Πλασματικό Κεφάλαιο»] του D. Foley στο Tom Bottomore, ed, A Dictionary of Marxist Thought. Τα υψηλά κέρδη κι ο συχνά δόλιος χαρακτήρας του χρηματιστηρίου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα τράβηξε την προσοχή πολλών συγγραφέων της εποχής, όπως του Μαρξ, του Hobson, του Veblen και του Hilferding.
28. Μαρξ, ό.π., σελ. 589.
29. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι για τον Hilferding το πλασματικό κεφάλαιο γίνεται χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο μόνο όταν αναπτύσσει μια αγορά στην οποία μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε χρήμα (Hilferding, ό.π., σελ. 128). Μ’ αυτή την έννοια, ένα μη-διαπραγματεύσιμο πιστοποιητικό χρέους ή μια μη-διαπραγματεύσιμη εταιρική μετοχή δεν μετράει ως χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.
30. Hilferding, ό.π., σελ. 139-140.
31. Μαρξ, ό.π., σελ. 550.
32. Ό.π., σελ. 551.
33. Ο Μαρξ επεσήμανε τον περιττό χαρακτήρα των καπιταλιστών εντός ενός πλαισίου όπου τα προνόμιά τους δεν συνδέονταν πλέον με την παραγωγική δραστηριότητα περισσότερο απ’ ότι τα προνόμια των πρώην φεουδαρχών λόρδων σε μια αναπτυσσόμενη αστική κοινωνία.
34. Hilferding, ό.π., σελ. 141.
35. Ύστερα απ’ τους Berle και Means, η μέθοδος αυτή έχει γίνει το γενικό πρότυπο στο ντιμπέιτ αναφορικά με τον εταιρικό έλεγχο. Μια επικαιροποίηση των αρχικών συμπερασμάτων τους μπορείς να βρεθεί στο Robert Lamer, Management Control and the Large Corporation, εκδόσεις Dunellen, 1970.