Alerta Comunista

Αναζητώντας την πραγματική κίνηση

Η Ουσία και το Μέγεθος της Αξίας

Το εντυπωσιακό στην παρούσα κρίση δεν είναι η άνοδος της ανεργίας – αυτό υπήρξε ένα μείζον χαρακτηριστικό τόσο της Μεγάλης Ύφεσης όσο και των υφέσεων της δεκαετίας του 1950. Αντ’ αυτού, εντυπωσιακός είναι ο πληθωρισμός ο οποίος έχει συνοδεύσει την ανεργία: η γενική άνοδος των τιμών σχεδόν κάθε εμπορεύματος που αγοράζουμε. Οι αυξήσεις των τιμών επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους, είτε είναι μισθωτοί είτε όχι. Όποια κι αν είναι η μορφή του εισοδήματος κάποιου, ο πληθωρισμός υπονομεύει την πραγματική του αξία. Ιδιαίτερα για την εργατική τάξη, ο πληθωρισμός έχει το άμεσο αποτέλεσμα της μείωσης της αξίας του μοναδικού εμπορεύματος που πωλεί η τάξη: την εργασιακή της δύναμη.

Για την καπιταλιστική τάξη ισχύει το αντίστροφο. Από τη στιγμή που είναι οι ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων των οποίων αυξάνονται οι τιμές, ο πλούτος τους, ενσωματωμένος σ’ αυτά τα εμπορεύματα, τείνει να αυξάνεται μαζί με τις τιμές και, συνεπώς, το ίδιο κάνει και το εισόδημά τους, το οποίο προέρχεται από την πώληση των εμπορευμάτων αυτών. Θεωρώντας τους υπόλοιπους παράγοντες σταθερούς, ο πληθωρισμός τείνει να μειώνει το εισόδημα της εργατικής τάξης και να αυξάνει το εισόδημα του κεφαλαίου – προκαλώντας μια μετατόπιση της αξίας από την μια τάξη στην άλλη, ειδικά όταν η αυξανόμενη ανεργία έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση του ονομαστικού εισοδήματος της εργατικής τάξης.

Το δεύτερο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της κρίσης είναι ο παγκόσμιος χαρακτήρας της. Ο πληθωρισμός σήμερα δεν αποτελεί ένα εθνικό φαινόμενο, περιορισμένο σε συγκεκριμένες χώρες ενώ σε άλλες υπάρχει αποπληθωρισμός· είναι ένα διεθνές φαινόμενο τα μείζονα στοιχεία του οποίου δεν αποτελούν μυστήριο: η δραματική άνοδος των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων που έχει συμβεί από τη δεκαετία του 1970. Αυτές οι ενεργειακές κι επισιτιστικές κρίσεις, που περιλαμβάνουν αυξήσεις των τιμών στον ανεπτυγμένο κόσμο και την απόλυτη μη-διαθεσιμότητά τους σε τμήματα του υποανάπτυκτου κόσμου, έχουν υπάρξει το αποτέλεσμα σαφών κυβερνητικών πολιτικών. Στην περίπτωση της ενέργειας, είναι καλά γνωστό το πως οι χώρες του ΟΠΕΚ αυξήσαν δραματικά τις τιμές τους για το αργό πετρέλαιο ξεκινώντας από το 1973. Είναι λιγότερο γνωστό στις ΗΠΑ το πως η αμερικάνικη κυβέρνηση ενθάρρυνε επίσης αυτή την κίνηση[1]. Δεν είναι επίσης ιδιαίτερα γνωστό ότι η Σοβιετική Ένωση κι η Κίνα ακολούθησαν τον δρόμο του ΟΠΕΚ αυξάνοντας τις τιμές τους τόσο εγχώρια όσο και για τις εξαγωγές[2]. Στην περίπτωση των τροφίμων, οι οξείες αυξήσεις των τιμών στις ΗΠΑ, και οπότε σε μεγάλο τμήμα της διεθνούς αγοράς τροφίμων στην οποία οι ΗΠΑ κυριαρχούν, υπήρξε επίσης το αποτέλεσμα κυβερνητικής πολιτικής. Ένας συνδυασμός προώθησης των εξαγωγών, περιορισμών στην παραγωγή, απαξίωσης και ειδικών πωλήσεων στη Σοβιετική Ένηση το 1972 και το 1975 οδήγησαν στην αύξηση των τιμών και τη διατήρησή τους σ’ αυτό το επίπεδο, προκαλώντας μείωση του πραγματικού εισοδήματος στη Δύση, και συνεισφέροντας στη συνθήκη του εκτεταμένου λιμού σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής[3].

Αυτές οι αυξανόμενες τιμές και οι υποτιθέμενες ελλείψεις τροφίμων και ενέργειας μας ωθήσαν να αναλογιστούμε πολλές πτυχές αυτών των εμπορευμάτων, καθώς και των τιμών τους. Αφού τα εμπορεύματα διανέμονται στην καπιταλιστική κοινωνία σύμφωνα με τη τιμή τους, η αύξησή της έχει σημαίνει μια μείωση στη διαθεσιμότητά τους κι αυτό έχει αυξήσει το ποσοτικό ζήτημα της σπάνης – μια ανησυχία η οποία έχει κινητοποιηθεί από τα όρια της βιβλιογραφίας σχετικά με την ανάπτυξη. Υπάρχει, θα υπάρξει, αρκετή τροφή, αρκετή ενέργεια; Τέτοια ερωτήματα οδηγούν αναγκαία σε μια θεμελιακή αμφισβήτηση της καταγωγής των εμπορευμάτων και της βάσης της παραγωγής τους. Την ίδια στιγμή, στα ερωτήμα που είχαν εγερθεί προηγούμενως σχετικά με την ποιότητα αυτών των «αγαθών» δώθηκε μια ανανεωμένη κατεπείγουσα σημασία λόγω της αυξανόμενης ακρίβειάς τους. Τι παίρνουμε με τα λεφτά μας; Είναι τα εμπορεύματα εκείνα αυτό που θέλουμε; Είναι ασφαλή για εμάς, για το περιβάλλον; Αν όχι, γιατί;

Μαζί μ’ αυτή την αυξημένη πολιτική συνείδηση και αμφισβήτηση, έχει αναπτυχθεί μια ευρεία ποικιλία αγώνων γύρω απ’ αυτά τα ζητήματα. Η συνεχιζόμενη ανάπτυξη των ομάδων δράσης καταναλωτών, το οικολογικό κίνημα και το κίνημα ενάντια στον λιμό, όλα τους προέκυψαν απ’ αυτές τις αλλαγές. Μεταξύ εκείνων που χτυπήθηκαν σκληρότερα από τις αυξημένες τιμές και την χαμηλότερη διαθεσιμότητα, παρουσιάστηκε μια αναπτυσσόμενη μαχητική άμεση δράση για την αντιμετώπιση της αναπόφευκτης μείωσης του εισοδήματός τους. Έχουν περάσει από τον θυμό στην άμεση οικειοποίηση και τη βίαιη διαμαρτυρία. Σε όλες τις ΗΠΑ, οι ζημίες των επιχειρήσεων (και τα κέρδη της εργατικής τάξης) από κλοπές προϊόντων αυξάνονται σταθερά καθώς όλο και περισσότεροι χαμηλόμισθοι εργάτες αρνούνται να πληρώσουν τις αυξημένες τιμές[4]. Στη Σοβιετική Ένωση και την ανατολική Ευρώπη, η κλοπή από το κράτος συνεχίζει να αυξάνεται[5]. Σε περιοχές τόσο διαφορετικές όσο το Τορίνο της Ιταλίας και τη Crystal City του Τέξας, οι εργάτες έχουν αρνηθεί να πληρώσουν τους αυξημένους λογαριασμούς φυσικού αερίου κι ηλεκτρισμού και εξάσκησαν αυτό που έχει γίνει γνωστό σαν «αυτομείωση» των τιμών[6]. Οι κλοπές προς την Ma Bell έχουν γίνει μια διαδεδομένη πρακτική στις ΗΠΑ[7]. Τα «Μαύρα Χριστούγεννα» που έλαβαν χώρα στη Νέα Υόρκη κατά την πρόσφατη διακοπή ρεύματος έδειξε τη διαδεδομένη προθυμία μιας συλλογικής πλήρης προσπέρασης των τιμών όποτε αυτό είναι εφικτό[8]. Όπου οι εργάτες κατάφεραν να αναγνωρίσουν την εθνική κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τις αυξήσεις τον τιμών της επιτέθηκαν, συχνά με βία. Τα γεγονότα στην Πολωνία τον Ιούνιο του 1976 και στην Αίγυπτο την ίδια χρονιά, αποτελούν δύο από τις πιο δραματικές περιπτώσεις στις οποίες οι βίαιες αναταραχές ανάγκασαν την κυβέρνηση να αποσύρει τις αποφάσεις της αναφορικά με αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων[9]. Στις ΗΠΑ, τα μποϋκοτάζ προς το μοσχαρίσιο κρέας και τον καφέ, και η άρνηση των λιμενεργατών να φορτώσουν σιτάρι για τη Σοβιετική Ένωση, υπήρξαν δράσεις που επιχειρήθηκαν για την επιβράδυνση των αυξήσεων των τιμών[10].

Σε μια τέτοια περίοδο, όταν ένας κρίσιμος τομέας της ταξικής πάλης περιστρέφεται γύρω από τη τιμή, την ποσότητα και την ποιότητα των εμπορευμάτων, είναι προφανές ότι μια επαρκής ανάλυση αναφορικά με το το τι είναι τα εμπορεύματα, ποιον υπηρετούν και τι αναπαριστούν οι τιμές τους, λαμβάνει μια νέα επείγουσα σημασία. Οι εργάτες νιώθουν, πολύ σωστά, ότι δέχονται επίθεση. Το επουσιώδες είναι η κατανόηση της φύσης της επίθεσης και το πως μπορεί να αντιμετωπιστεί. Θα δούμε ότι η ανάλυση του Μαρξ πράγματι μας παρέχει μια αφετηρία για την κατανόηση της ταξικής πάλης, της οποίας αυτές οι μεταβολές αποτελούν στοιχείο. Θα αποκτήσουμε περαιτέρω διορατικότητα εφαρμόζοντας την ανάλυσή του στα διάφορα μεμονωμένα εμπορεύματα τα οποία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο στην κρίση, για παράδειγμα, τα τρόφιμα κι η ενέργεια, οι τιμές των οποίων έχουν παίξει τον σημαντικότερο ρόλο στον παρόντα πληθωρισμό, και η εργασιακή δύναμη, η αξία της οποίας έχει υπονομευτεί από αυτόν τον πληθωρισμό.

Οι δύο πτυχές του εμπορεύματος: αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία

Ο Μαρξ ξεκινάει την ανάλυσή του για το εμπόρευμα αναλύοντάς το στα δύο του χαρακτηριστικά. Παρατηρεί ότι κάθε εμπόρευμα έχει μια διττή ύπαρξη. Αποτελεί τόσο μια αξία χρήσης όσο και μια ανταλλακτική αξία. Παίρνοντας το πρώτο τμήμα του διαγράμματος 2, έχουμε:

Untitled

Ένα εμπόρευμα είναι μια αξία χρήσης επειδή έχει μια αξία στη χρήση του – μια χρησιμότητα, μια ωφελιμότητα, ικανοποιεί κάποιο είδος ανθρώπινων επιθυμιών. Αποτελεί επίσης μια ανταλλακτική αξία επειδή έχει μια αξία στην ανταλλαγή του· δηλαδή, μπορεί να ανταλλαχτεί για κάτι άλλο.

Η αξία χρήσης και η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος δεν αποτελούν απλώς δύο διαφορετικούς καθορισμούς, ή πτυχές· αποτελούν αντιφατικούς καθορισμούς. Ένα εμπόρευμα είναι αξία χρήσης μόνο αν είναι άμεσα χρήσιμο σε όποιον το κατέχει. Αποτελεί ανταλλακτική αξία μόνο αν δεν είναι άμεσα χρήσιμο και χρησιμοποιείται μόνο ώστε να το ανταλλάξουμε για κάτι άλλο. Η ανταλλακτική αξία, οπότε, δεν είναι απλώς διαφορετική από την αξία χρήσης· αποτελεί το ακριβώς αντίθετό της· ορίζονται από την αντιφατική τους θέση η μία σε σχέση με την άλλη. Όμως, αποτελούν μόνο τις διφυές πτυχές του εμπορεύματος, και το εμπόρευμα αποτελεί την ενότητα αυτών των αντιθέτων. Ο παράξενος συνδυασμός ένωσης και αντίθεσης, στην οποία τα αντίθετα έχουν το νόημά τους μόνο στην αναμεταξύ τους σχέση και είναι συνεπώς άρρηκτα συνδεδεμένα, είναι ακριβώς εκείνο που εννοεί ο Μαρξ μιλώντας για μια αντιφατική σχέση.

Όμως, αυτή φαίνεται μια αδύνατη κατάσταση επειδή για να είναι κάτι αξία χρήσης πρέπει να χρησιμοποιηθεί κι όχι να ανταλλαχτεί. Για να αποτελεί ανταλλακτική αξία δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αλλά να ανταλλαχτεί. Αυτή η αντιφατική κατάσταση, την οποία ο Μαρξ ανέλυσε περισσότερο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, μπορεί να επιλυθεί μόνο στην πραγματική ανταλλακτική διαδικασία: η ανταλλακτική διαδικασία πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την εξέλιξη όσο και την επίλυση αυτών των αντιφάσεων[11]. Ο Μαρξ αποκαλεί την πραγματοποίηση αυτή των δύο αντιφατικών πτυχών που συμβαίνει στη διαδικασία της κυκλοφορίας ως μεταμόρφωση του εμπορεύματος. Πριν ένα εμπόρευμα πωληθεί και καταναλωθεί, η αξία χρήσης κι η ανταλλακτική αξία έχουν μόνο μια αφηρημένη και δυνητική ύπαρξη. Όταν πωληθεί, ανταλλαχθεί για χρήμα (Ε–Χ), τότε ο χαρακτήρας της ανταλλακτικής αξίας πραγματοποιείτε. Όμως, σ’ αυτή την ανταλλάγη, η μορφή της ανταλλακτικής αξίας εμφανίζεται στο χρήμα που την πραγματοποίησε. Όταν αυτό το χρήμα ανταλλαχτεί για κάποιο άλλο εμπόρευμα, το οποίο καταναλώνεται (Χ–Ε), η ανταλλακτική αξία μεταμορφώνεται ξανά στην άλλη της πτυχή, σε αξία χρήσης, η οποία τότε πραγματοποιείται. Επειδή η ολοκληρωμένη ανάλυση αυτής της διαδικασίας απαιτεί μια κατανόηση της αξίας, η οποία αναπτύσσεται μόνο παρακάτω στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, καθώς και μια κατανόηση της ανταλλαγής, η οποία αναλύεται στο δεύτερο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, η ανάλυση του Μαρξ για το πως συμβαίνει πράγματι αυτή η επίλυση παρουσιάζεται στο τρίτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου. Στο πρώτο κεφάλαιο έχουμε μόνο την αφηρημένη αντιπαράθεση της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας. Ο Μαρξ σκιαγραφεί αυτές τις σχέσεις με μια ποικιλία φαινομενικά αθώων εμπορευμάτων: λινό, σίδηρο, ρολόγια και καλαμπόκι (σιτάρι). Λέω φαινομενικά επειδή τα περισσότερα απ’ αυτά τα εμπορεύματα έπαιξαν έναν ρόλο-κλειδί την περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης που ανέλυσε ο Μαρξ: το λινό στην κλωστοϋφαντουργία, το σίδηρο στην παραγωγή μηχανών και κανονιών, τα ρολόγια για τη χρονομέτρηση της εργασίας, το σιτάρι ως το βασικό μέσο συντήρησης της εργατικής τάξης. Για να είμαστε το ίδιο προσεκτικοί στην παρούσα έκθεση, προτείνω να εστιάσουμε στα σημαντικότερα εμπορεύματα της τρέχουσας περιόδου: εργασιακή δύναμη, τρόφιμα κι ενέργεια.

Εστιάζοντας στο εμπόρευμα της εργασιακής δύναμης, της οποίας η αξία χρήσης κι η ανταλλακτική αξία ο Μαρξ ανέλυσε στο δεύτερο και τρίτο μέρος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, πάμε άμεσα στην καρδιά του καπιταλισμού. Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι η εργασιακή δύναμη, ή η ικανότητα για εργασία, αποτελεί εμπόρευμα επειδή σ’ όλο τον κόσμο η εργατική τάξη έχει εξαναγκαστεί να πωλεί τη δύναμη και τις ικανότητές της στο κεφάλαιο. Η αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης, όπως έδειξε ο Μαρξ στη τρίτη ενότητα του τέταρτου κεφαλαίου και στο πέμπτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, είναι η ικανότητά της να εργάζεται και να παράγει αξία και υπεραξία. Η ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης είναι η αξία που λαμβάνει η εργατική τάξη σε αντάλλαγμα για την πώληση της εργασιακής της δύναμης. Η αξία χρήσης κι η ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης είναι, σαφώς, αντιφατικές, επειδή η εργασιακή δύναμη για την εργατική τάξη δεν μπορεί να είναι αξία χρήσης (επειδή δεν έχει μέσα παραγωγής), οπότε αποτελεί μόνο ανταλλακτική αξία. Όμως, η ίδια αυτή εργασιακή δύναμη έχει πράγματι αξία χρήσης για τους καπιταλιστές, οι οποίοι την αγοράζουν και τη θέτουν σε εργασία.

Στην περίπτωση του μέρους εκείνου των τροφίμων που παράγονται ως εμπόρευμα, μια ανάλυση του διφυούς χαρακτήρα τους είναι επίσης αποκαλυπτική. Πολλά από τα τρόφιμα που καταναλώνονται σήμερα στις ΗΠΑ και τη δυτική Ευρώπη παράγονται από μεγάλες καπιταλιστικές αγροτικές εταιρείες είτε εγχώρια είτε στο εξωτερικό: τα γιγάντια εταιρικά αγροκτήματα σίτου στις Plain States[12], οι φυτείες μπανάνας στην Κεντρική Αμερική και τα εκτροφεία βοοειδών στην αργεντίνικη πάμπα, είναι όλοι τους καπιταλιστές παραγωγοί που πωλούν τα αγαθά τους σε μια διεθνή αγορά. Έως ότου φτάσουν στο τραπέζι, τα τρόφιμα αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνο την πληρωμένη κι απλήρωτη εργασία των εργατών στην παραγωγή και την μεταφορά τους, αλλά επίσης την εργασία των μαγείρων – κυρίως νοικοκυρών. Η αξίας χρήσης των τροφίμων, γενικά, λέγεται ότι κείτεται στις θρεπτικές κι αισθητικές τους ιδιότητες. Η ανταλλακτική τους αξία κείτεται στο χρήμα που λαμβάνουν οι γεωργικές εταιρείες κι οι μεσάζοντες από την πώλησή τους. Όπως και με την εργασιακή δύναμη και τα υπόλοιπα εμπορεύματα, η πραγματοποίηση των δύο πτυχών τους επιλύεται μέσω της ανταλλαγής.

Αυτά τα παραδείγματα φανερώνουν κάτι βαθύτερο στην εμπορευματική μορφή. Οι δύο κατηγορίες, η αξία χρήσης κι η ανταλλακτική αξία, δεν αποτελούν απλώς αφηρημένες έννοιες στις οποίες καταλήγουμε μέσω ενός νοητικού συλλογισμού με το εργαλείο της αναλυτικής αφαίρεσης. Δεν υπάρχουν μόνο στην πορεία του εμπορεύματος μέσα στην ανταλλακτική διαδικασία. Οι δύο αυτές πτυχές εκφράζουν επίσης τη διμερή αντίφαση που χαρακτηρίζει τις ταξικές σχέσεις στον καπιταλισμό. Η αξία χρήσης και η ανταλλακτική αξία στέκονται η μία απέναντι στην άλλη σε μια αντιφατική ενότητα με τον ίδιο τρόπο που η καπιταλιστική κι η εργατική τάξη στέκονται η μία απέναντι στην άλλη και βρίσκονται σε μια ενότητα. Η κάθε μία αποτελεί το αντίθετο της άλλης αλλά, την ίδια στιγμή, υπάρχει ως τέτοια μόνο εντός αυτής της σχέσης. Μπορούμε να δούμε πως η ταξική σχέση περιλαμβάνει αυτές τις πτυχές της εμπορευματικής μορφής και πως η ίδια η εμπορευματική μορφή είναι εν μέρει κατάλληλη γι’ αυτή τη ταξική κοινωνία.

Ωστόσο, μπορούμε να δούμε πως οι δύο πτυχές υποδηλώνουν δύο διαφορετικές ταξικές οπτικές. Πιο θεμελιακά, η οπτική του εμπορεύματος σαν αξία χρήσης είναι η οπτική της εργατικής τάξης. Βλέπει τα εμπορεύματα (πχ, τρόφιμα ή ενέργεια) πρωτίστως σαν αντικείμενα προς οικειοποίηση και κατανάλωση, πράγματα προς χρήση για την ικανοποίηση των αναγκών της. Το κεφάλαιο βλέπει τα ίδια αυτά εμπορεύματα πρωτίστως σαν ανταλλακτικές αξίες – απλά μέσα προς τον σκοπό της αύξησης του εαυτού του και του κοινωνικού του ελέγχου μέσω της πραγματοποίησης της υπεραξίας και του κέρδους. Όμως, το παράδειγμα της εργασιακής δύναμης δείχνει ότι αυτές οι οπτικές δεν είναι τόσο απλές και παγιωμένες. Επειδή, στο πλαίσιο του κεφαλαίου, έχουμε δει ότι η εργατική τάξη ανακαλύπτει την ίδια της την εργασιακή δύναμη σαν ένα μεταβιβάσιμο εμπόρευμα το οποίο για την ίδια μπορεί να έχει μόνο ανταλλακτική αξία και όχι αξία χρήσης. Παρομοίως, το κύριο ενδιαφέρον του κεφαλαίου δεν βρίσκεται στην ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης αλλά αντ’ αυτού στην αξία χρήσης της. Όμως, αφού το κεφάλαιο ενδιαφέρεται για υπεραξία, πρέπει ταυτόχρονα να ενδιαφέρεται τόσο για την αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης -το ποσό της αξίας που παράγει- όσο και για την ανταλλακτική της αξία – το ποσό της αξίας που πρέπει να πληρωθεί. Παρομοίως, η εργατική τάξη βρίσκει επίσης ένα ενδιαφέρον στη χρήση στην οποία τίθεται η εργασιακή της δύναμη, καθώς αγωνίζεται για τις συνθήκες εργασίας.

Επιστρέφοντας στα τρόφιμα, ενώ η εργατική τάξη ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αξία χρήσης των τροφίμων, το γεγονός πως τα τρόφιμα έχουν πράγματι μια ανταλλακτική αξία, μια χρηματική τιμή που περιορίζει την πρόσβαση των εργατών σ’ αυτά, σημαίνει ότι πρέπει επίσης να τους απασχολήσει αυτή η ανταλλακτική αξία. Επιπλέον, το κεφάλαιο, αν είναι να πουλήσει τα προϊόντα του, πρέπει να επιστήσει κάποια προσοχή στην αξία χρήσης. Τα μουχλιασμένα τρόφιμα σπάνια πωλούνται· το στιγμιαίο ρύζι πρέπει να έχει μια αποδεκτή γεύση· το ψωμί πρέπει να είναι λευκό ή μαύρο αναλόγως με την ομάδα εργατών στην οποία πωλείται. Μπορούμε να δούμε ότι η κάθε οπτική εξαρτάται από την άλλη. Είναι ακριβώς επειδή οι εργάτες έχουν ανάγκες (και δεν κατέχουν μέσα για την παραγωγή όσων χρειάζονται) που το κεφάλαιο μπορεί να πουλήσει αυτές τις αξίες χρήσεις και να πραγματοποιήσει τις ανταλλακτικές αξίες που επιθυμεί. Είναι ακριβώς επειδή η εργασιακή δύναμη είναι αξία χρήσης για το κεφάλαιο που η εργασιακή δύναμη έχει ανταλλακτική αξία για την εργασία.

Αυτό μας οδηγεί σε δύο περαιτέρω παρατηρήσεις. Πρώτον, για την κάθε τάξη η σημασία του κάθε εμπορεύματος δεν είναι μονόπλευρη αλλά περιλαμβάνει τόσο την αξία χρήσης όσο και την ανταλλακτική αξία. Ωστόσο, η ενασχόληση της εργατικής τάξης με την ανταλλακτική αξία και η ενασχόληση του κεφαλαίου με την αξία χρήσης αποτελεί αποτέλεσμα της επιτυχίας του κεφαλαίου να επιβάλλει το κοινωνικό του σύστημα. Δεύτερον, επειδή η σημασία ενός εμπορεύματος διαφέρει για την εργατική τάξη και για το κεφάλαιο (όντας πρωτίστως αξία χρήσης για την μία και έχοντας πρωτίστως ανταλλακτική αξία για την άλλη), το νόημα της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας κάθε δεδομένου εμπορεύματος διαφέρει για το κεφάλαιο και την εργατική τάξη. Αυτό φέρνει στο προσκήνιο τη σημασία της προσέγγισης που περιγράφτηκε στην εισαγωγή – την ανάγκη να τονίσουμε τον διφυή χαρακτήρα της κάθε κατηγορίας, την ανάγκη να ανακαλύψουμε της οπτική των δύο τάξεων σε κάθη αναλυτική κατηγορία. Πρέπει να δούμε πως τα σημαίνοντα της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας διαφέρουν για κάθε εμπόρευμα σύμφωνα με τις οπτικές των δύο τάξεων.

Ας εξετάσουμε αυτά τα ζητήματα στην περίπτωση των τριών μας εμπορευμάτων. Αρχικά, ας εξετάσουμε την εργασιακή δύναμη. Αν κοιτάξουμε το ζήτημα της αξίας χρήσης της εργασιακής δύναμης απ’ τις οπτικές των δύο τάξεων, μπορούμε να δούμε ότι προκύπτουν αρκετά διακριτά αποτελέσματα. Επιφανειακά, η αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης ανήκει πλήρως στον καπιταλιστή που την αγόρασε και την καταναλώνει στην παραγωγική διαδικασία. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η ύστατη αξία χρήσης της εργασίας, η οποία είναι η αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης, είναι ο ρόλος της ως το θεμελιώδες μέσο του καπιταλιστικού κοινωνικού ελέγχου. Για τον καπιταλιστή, το να επιβάλλει την εργασία σημαίνει να διατηρεί τον κοινωνικό έλεγχο. Όμως, η αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης για το κεφάλαιο είναι επίσης η δυνατότητά της να παράγει αξία και υπεραξία. Ωστόσο, έλεγχος και αξία δεν αποτελούν ξεχωριστές αξίες χρήσης. Όπως θα δούμε σύντομα, η ουσία της αξίας είναι η εργασία, και η εργασία αποτελεί το μέσο του κοινωνικού ελέγχου[13]. Οπότε, η υπεραξία δεν είναι μόνο υπερεργασία αλλά επίσης ο στόχος της καπιταλιστικής παραγωγής, και αποτελεί έναν δείκτη της επιτυχίας της καπιταλιστικής παραγωγής στο να επιβληθεί σαν κοινωνικό σύστημα.

Όμως, παρότι η αξία χρήσης της εργασίας αποτελεί τυπικά πεδίο του κεφαλαίου, αυτό ισχύει μόνο από τη σκοπιά του κεφαλαίου. Από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, η εργασία μπορεί επίσης να αποτελεί ορισμένα είδη αξιών χρήσης για την ίδια. Αν αφήσουμε στην άκρη την πολιτικά επικίνδυνη, ρομαντική ιδέα ότι η εργατική τάξη βρίσκει μια αξία χρήσης στην εργασία καθεαυτή -μια ιδέα πιθανώς κατάλληλη σε μια περασμένη εποχή τεχνιτών- μπορούμε ακόμη να δούμε πως η εργατική τάξη προσπαθεί να στρέψει προς όφελός της την εργασία την οποία της επιβάλλει το κεφάλαιο. Στον βαθμό που οι εργάτες λαμβάνουν ένα τμήμα του προϊόντος που παράγουν, τότε, τουλάχιστον έμμεσα, η αξία χρήσης της εργασίας τους για τους ίδιους είναι εκείνη της ωφέλιμης εργασίας, εργασία η οποία παράγει αξίες χρήσης οι οποίες ικανοποιούν τις ανάγκες τους. Πιο άμεσα, ο συνδυασμός των εργατών στα εργοστάσια τους παρέχει μια εμπειρία κοινής δράσης στην οποία μαθαίνουν να στρέφονται ενάντια στο κεφάλαιο μέσω της οργάνωσής τους ως τάξη. Μαρξ: «Με την [αυξανόμενη] μάζα των ταυτόχρονα απασχολούμενων εργατών αυξάνεται η αντίστασή τους [στο κεφάλαιο]»[14].

Η ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης είναι, όπως έχουμε δει, το χρήμα το οποίο λαμβάνει η εργατική τάξη για την πώλησή της. Όμως, για την εργατική τάξη αυτή η ανταλλακτική αξία αποτελεί ταυτόχρονα τόσο εισόδημα όσο και μια πηγή ισχύος στην πάλη της με το κεφάλαιο, ενώ για το κεφάλαιο αποτελεί κόστος και κάτι που αφαιρείται από τη συνολική παρεχθείσα αξία, μια απειλή προς την υπεραξία και συνεπώς τη δύναμη του κεφαλαίου. Λόγω αυτών των διαφορών, υπάρχει συχνά μια πάλη αναφορικά με την μορφή με την οποία η εργατική τάξη θα λάβει την ανταλλακτική αξία της εργασιακής της δύναμης: χρηματικός μισθός, μισθός σε είδος, κοινωνικές υπηρεσίες, πρόνοια, επίδομα ανεργίας, σύνταξη, κλπ.

Ας στραφούμε τώρα στα τρόφιμα ως εμπόρευμα, και ας εφαρμόσουμε την ίδια προσέγγιση. Για την εργατική τάξη, η αξία χρήσης των τροφίμων είναι πάνω απ’ όλα ο ρόλος τους σαν το θεμελιώδες μας καταναλωτικό αγαθό – τροφή για να ζήσουμε. Λόγω της ανάγκης μας γι’ αυτή την αξία χρήσης των τροφίμων, το κεφάλαιο κατάλαβε από νωρίς ότι έλεγχός του επί των τροφίμων σαν εμπόρευμα του έδινε έλεγχο επί των εργατών. Αυτός υπήρξε ο λόγος που το βασικότερο μέσο παραγωγής που απαλλοτριώθηκε από τους εργάτες την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης ήταν η γη – η παραδοσιακά αναγκαία προϋπόθεση για την παραγωγή τροφίμων. Έτσι, η θεμελιώδης αξία χρήσης των τροφίμων για το κεφάλαιο είναι η εξουσία να αναγκάζει την εργατική τάξη να δουλεύει ώστε να τα αποκτήσει. Η ανάγκη της εργατική τάξης γι’ αυτή την αξία χρήσης έχει οπότε οδηγήσει το κεφάλαιο στο να κάνει τη σπάνη -τον λιμό- σε βασικό συστατικό στοιχείο της κοινωνικής του τάξης πραγμάτων. «Όλα λοιπόν καταλήγουν στο να καταστεί διαρκής η πείνα για την εργατική τάξη»[15]. Αυτό αποτελεί ένα πολύ βασικό σημείο το οποίο έχει άμεση συνάφεια με την παρούσα κρίση, στην οποία ο λιμός παίζει έναν θανατηφόρο ρόλο στην πάλη των τάξεων. Επειδή τα τρόφιμα παίζουν αυτόν τον ρόλο στη στρατηγική του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, σημαίνει ότι η εργατική τάξη επίσης αναγνωρίζει στα τρόφιμα μια θεμελιώδη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ισχύος της ενάντια στο κεφάλαιο. Ειδικά μεταξύ των λιγότερο ισχυρών τομέων της τάξης, εκείνων στις χαμηλότερες βαθμίδες της εισοδηματικής ιεραρχίας, η αξία χρήσης των τροφίμων στους αγώνες τους είναι κρίσιμης σημασίας. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι αγώνες των αγροτών συχνά στρέφονται προς την κατάληψη γης ή την απαλλοτρίωση της συγκομιδής. Γενικά, είναι μόνο στη βάση μιας επαρκούς παροχής τροφίμων που τέτοιοι αγώνες μπορούν να κινηθούν σε άλλα πλαίσια.

Αυτές οι παρατηρήσεις χρησιμεύουν στο να αποσαφηνίσουμε τη σημασία των οπτικών των δύο τάξεων για την ανταλλακτική αξία των τροφίμων. Όπως και με τ’ άλλα εμπορεύματα, η ανταλλακτική τους αξία για το κεφάλαιο αποτελεί μια πηγή υπεραξίας· όμως, για την εργατική τάξη, η ανταλλακτική αξία των τροφίμων, σε σχέση με την ανταλλακτική αξία της εργασιακής της δύναμης, καθορίζει την πρόσβαση της εργατικής τάξης στα τρόφιμα και τις αξίες χρήσης της τροφής και της ισχύος που αυτή παρέχει. Συνεπώς, η ανταλλακτική αξία των τροφίμων τόσο υπονομεύει το εισόδημα και την ισχύ της εργατική τάξης όσο και ενισχύει τη θέση του κεφαλαίου, με όρους τόσο κερδών όσο και ελέγχου. Πράγματι, πέρα από την απόλυτη σπάνη, η τιμή (η χρηματική μορφή ή η ανταλλακτική αξία) αποτελεί το κύριο όπλο του κεφαλαίου στο να κάνει τον λιμό μια μόνιμη συνθήκη. Όταν, όπως στην παρούσα κρίση, αναλαμβάνει να μηχανεύσει μια παγκόσμια αύξηση στην ανταλλακτική αξία των τροφίμων, δεν είναι μόνο για ν’ αυξήσει τα κέρδη του αλλά επίσης για να αυξήσει την ισχύ του σε σχέση με την εργατική τάξη. Οπότε, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η απάντηση διάφορων κομματιών της εργατικής τάξης σε μια τέτοια επίθεση βρισκόταν σε συνάρτηση με τη δύναμή τους. Όπου έχουν λίγη δύναμη, όπως στο Σαχέλ, δεν μπορούν να αποφύγουν τη λιμοκτονία· όπου έχουν περισσότερη δύναμη, όπως στην Αίγυπτο, την Πολωνία και τις ΗΠΑ, ίσως να επιτύχουν να αποκρούσουν ή να περιορίσουν τις επιθέσεις αυτές.

Και η ενέργεια, το άλλο εκείνο εμπόρευμα η αύξηση της τιμής του οποίου φαίνεται να παίζει έναν τόσοκ εντρικό ρόλο στην κρίση; Μια ταξική ανάλυση της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας της ενέργειας φανερώνει μια σειρά από σημαντικές σχέσεις. Τα ενεργειακά είδη που σκεφτόμαστε συνήθως σαν εμπορεύματα είναι το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, ο ηλεκτρισμός ή, στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, η ξυλεία, το κάρβουνο και η κοπριά. Όταν θέτουμε το ερώτημα της φύσης της αξίας χρήσης των εμπορευμάτων αυτών από τις οπτικές των δύο τάξεων λαμβάνουμε μερικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Από την οπτική της εργατικής τάξης, μερικά απ’ αυτά τα είναι εμπορεύματα τα οποία καταναλώνονται περισσότερο ή λιγότερο άμεσα: ο ηλεκτρισμός για να τροφοδοτήσει τις οικιακές συσκευές, τον φωτισμό ή τον εξοπλισμό θέρμανσης· το φυσικό αέριο, η ξυλεία, το κάρβουνο κι η κοπρία για την παροχή (σε ορισμένες περιπτώσεις) ενέργειας για θέρμανση, μαγείρεμα και φωτισμό· η βενζίνη παρέχει ενέργεια για μηχανές του γκαζόν, βάρκες και, πάνω απ’ όλα, αυτοκίνητα. Όπως και τα τρόφιμα, αποτελούν καταναλωτικά αγαθά η αξία χρήσης των οποίων κείτεται στην ικανότητά τους να μειώσουν την εργασία και να κάνουν τη ζωή πιο ευχάριστη. Υπάρχει επίσης μια εμφανής ιεραρχία στη χρησιμότητα αυτών των ενεργειακών εμπορευμάτων· ποικίλουν στην ευελιξία και την αισθητική τους αξία. Παρότι η σειρά κατάταξης μπορεί να διαφέρει για διαφορετικές χρήσεις και μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, μπορούμε γενικά να δούμε ότι ο ηλεκτρισμός ή το φυσικό αέριο παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία και είναι ευκολότερα στη χρήση τους απ’ ότι, ας πούμε, το κάρβουνο ή η κοπριά.

Την ίδια στιγμή, είναι επίσης σαφές ότι αρκετά ενεργειακά εμπορεύματα δεν αποτελούν εμπορεύματα προς κατανάλωση από τους εργάτες, αλλά αποτελούν μάλλον ενδιάμεσα προϊόντα τα οποία είναι μια αξία χρήσης ως πρώτες ύλες μόνο για τον καπιταλιστή που έχει τα μέσα παραγωγής αναγκαία για την απασχόλησή τους. Αυτή είναι η περίπτωση του αργού πετρελαίου ή του ουράνιου ή ορισμένων τύπων άνθρακα. Χρησιμοποιούνται μόνο για την παραγωγή άλλων ειδών ενεργειακών εμπορευμάτων όπως η βενζίνη ή ο ηλεκτρισμός, τα οποία τότε πωλούνται στους εργάτες. Όμως, ξανά εδώ, είναι προφανές ότι μεγάλες ποσότητες αυτών των ενεργειακών εμπορευμάτων δεν πωλούνται καθόλου άμεσα στους καταναλωτές, αλλά πωλούνται σε άλλους καπιταλιστές σαν ενδιάμεσες εισροές στην παραγωγή άλλων ειδών εμπορευμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις, η ενέργεια εμφανίζεται σαν σταθερό κεφάλαιο, η αξία χρήσης του οποίου κείτεται για το κεφάλαιο στην αξία που μεταφέρει στο προϊόν – ένα αναγκαίο βήμα στην παραγωγή υπεραξίας. Αυτό το σταθερό ενεργειακό κεφάλαιο ίσως να μην παράγει υπεραξία, αλλά είναι αναγκαίο για την παραγωγή της.

Όμως, αυτό φανερώνει μια άλλη πτυχή που πρέπει να κατανοήσουμε. Στον βαθμό που η ενέργεια αποτελεί ένα υποκατάστατο ανθρώπινης δύναμης στην παραγωγική διαδικασία, και στον βαθμό που η εργατική τάξη έχει συμφέρον στο ξόδεμα της δικής της εργασιακής δύναμης σαν αξία χρήσης (στους αγώνες της αναφορικά με τις εργασιακές συνθήκες), τότε μπορεί επίσης να δει στο ενεργειακό εμπόρευμα την αξία χρήσης της μείωσης του απαιτούμενου ξοδέματος ανθρώπινου μόχθου. Με άλλα λόγια, για την εργατική τάξη, η ενέργεια είναι η αξία χρήσης όχι μόνο για την μείωση της εργασίας στο σπίτι αλλά και για την μείωση της εργασίας στο εργοστάσιο. Ωστόσο, αν για την εργατική τάξη η αξία χρησης της ενέργειας είναι η ικανότητά της να μειώσει την εργασία, για το κεφάλαιο είναι το αντίθετο. Ιστορικά, όπως δείχνει ο Μαρξ στο 13ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, ο θεμελιώδης ρόλος της μη-ανθρώπινης ενέργειας στην παραγωγή έχει υπάρξει να καταστήσει ικανή τη δημιουργία των μηχανών, και οπότε των σύνθετων μηχανικών συστημάτων στα οποία βασίζεται η σύγχρονη βιομηχανία. Αφενός, η αξία χρήσης που αντλεί το κεφάλαιο απ’ αυτή τη χρήση της ενέργειας για τη τροφοδότηση των μηχανών κείτεται στην αύξηση της παραγωγικότητας που αυτή παράγει. Όταν αυτή αυξάνει τα κέρδη και τις επενδύσεις, ανέρχεται στην μετατροπή της αυξανόμενης παραγωγικότητας σε μια πηγή περισσότερης εργασίας και περισσότερου κοινωνικού ελέγχου. Επιπλέον, μπορούμε να δούμε ότι η αυξανόμενη χρήση της ενέργειας για τη τροφοδότηση των μηχανών, σημαίνει τη δημιουργία «ενός απόλυτα αντικειμενικού παραγωγικού οργανισμού, τον οποίο ο εργάτης βρίσκει έτοιμο ως υλικό όρο παραγωγής»[16]. Βλέπουμε εδώ την αξία χρήσης της ενέργειας για το κεφάλαιο σαν να επιτρέπει μια αναδιοργάνωση του ελέγχου επί των εργατών. Στην πραγματικότητα, όπως ο Μαρξ επισημαίνει ενδελεχώς, η ενέργεια έχει υπάρξει, ξανά και ξανά, το κλειδί για την αποσύνθεση της δύναμης της εργατικής τάξης που απειλούσε το κεφάλαιο: «Σύμφωνα με τον Gaskell, η ατμομηχανή ήταν ήδη εξαρχής ένας ανταγωνιστής της “ανθρώπινης δύναμης”, ο οποίος κατέστησε ικανό τον κεφαλαιοκράτη να συντρίψει τις αυξημένες απαιτήσεις των εργατών, που απειλούσαν να ωθήσουν σε κρίση το νεοπαγές εργοστασιακό σύστημα»[17]. Εκείνο που υπήρξε αληθές για την ατμομηχανή αποτελεί εξίσου αλήθεια για την μηχανή εσωτερικής καύσης ή, πιο πρόσφατα, για τον πυρηνικό κινητήρα. Και ουσιώδης για την ανάπτυξη αυτών των όπλων έχει υπάρξει η συνεχής ανάπτυξη νέων πηγών ενεργειακών εμπορευμάτων.

Οι παρατηρήσεις αυτές θα πρέπει να επαρκούν για να δείξουν πέρα από το τρέχον ντιμπέιτ αναφορικά με την ενεργειακή κρίση, στο οποίο η μόνη εναλλακτική προς τη φαινομενικά ατελείωτη απαίτηση του κεφαλαίου για περισσότερη ενέργεια έχει υπάρξει ένα κίνημα για επιστροφή στην καλλιέργεια της γης το οποίο προάγει, συχνά σε οικολογικές βάσεις, μια μείωση της ενεργειακής χρήσης για χάρη μιας επιστροφής σε παραγωγικές μεθόδους εντάσεως εργασίας. Η επιλογή δεν είναι μεταξύ μόχθου και σπάταλης λεηλασίας των φυσικών πόρων· αντ’ αυτού, είναι μεταξύ μιας χρήσης της ενέργειας σύμφωνα με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και μιας χρήσης της ενέργειας σύμφωνα με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Δεν χρειάζεται να απορρίψουμε τα αυτοκίνητα -τα οποία είναι πράγματι μια αξία χρήσης για τους εργάτες- ώστε να απορρίψουμε τις δημιουργίες του κεφαλαίου για την καταβρόχθιση βενζίνης και συνεχής εναλλαγής μοντέλων αυτοκινήτου, οι οποίες στοχεύουν μόνο στην περιστροφή και το κέρδος. Δεν χρειάζεται να απορρίψουμε τη χρήση της ενέργειας που μειώνει τον μόχθο στη γεωργία ώστε να απορρίψουμε τη σπάταλη χρήση ανόργανων λιπασμάτων, η οποία ωφελεί πρωτίστως τις πετρελαϊκές εταιρείες.

Αυτή η ανάλυση των διαφορετικών αξιών χρήσης των ενεργειακών εμπορευμάτων για τις δύο τάξεις, μας βοηθάει επίσης να ξεδιαλύνουμε τις διαφορετικές οπτικές των ανταλλακτικών τους αξιών. Για αρχή, είναι αρκετά σαφές ότι η αύξηση της ανταλλακτικής αξίας της ενέργειας, όπως κι αυτή των τροφίμων, σημαίνει μια αύξηση των κερδών των πωλητών των ενεργειακών εμπορευμάτων (πχ, πετρελαϊκές εταιρείες και εταιρείες άνθρακα) μέσω μιας μείωσης της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής δύναμης των εργατών. Αυτό συμβαίνει με δύο τρόπους: άμεσα, στην περίπτωση της ενέργειας που αγοράζεται για κατανάλωση, και έμμεσα, στην περίπτωση της ενέργειας που χρησιμοποιείται σαν εισροή στην παραγωγή άλλων καταναλωτικών αγαθών. Λόγω αυτής της έμμεσης επίδρασης, η μείωση της αξίας των μη-γεωργικών μισθών λόγω της αύξησης του κόστους των τροφίμων, δεν σήμαινε πάντα μια αύξηση του εισοδήματος του αγρότη. Αντ’ αυτού, το εισόδημά τους έχει μειωθεί από την αυξανόμενη ανταλλακτική αξία της ενέργειας και των γεωργικών εισροών που απορρέουν απ’ αυτή. Μ’ αυτό τον τρόπο, η αύξηση της ανταλλακτικής αξίας της ενέργειας έχει υπάρξει ένα πανίσχυρο όπλο για το κεφάλαιο στην επίθεσή του στο εισόδημα της εργατικής τάξης και στην απαξίωση της εργασιακής δύναμης τόσο στη γεωργία όσο και αλλού.

Όμως, οι συνέπειες αυτής της χειραγώγησης της ανταλλακτικής αξίας (επειδή αυτό που έχουμε εδώ αποτελεί μια περίπτωση όπου η τιμή διαχωρίζεται δραματικά από την αξία) πηγαίνει πέρα από την άμεση μισθολογική επίθεση. Μόλις είδαμε ότι μια θεμελιώδης αξία χρήσης της ενέργειας για το κεφάλαιο υπήρξε σαν ένα υποκατάστατο εργασιακής δύναμης, σαν σταθερό κεφάλαιο σε μια αυξανόμενη οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Όμως, την μεταπολεμική περίοδο, η ευελιξία αυτού του όπλου βασιζόταν, τουλάχιστον εν μέρει, σε μια χαμηλή ανταλλακτική αξία των ενεργειακών εμπορευμάτων. Η άμεση διαθεσιμότητα φτηνού πετρελαίου τροφοδότησε την ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ευρώπης και κατέστησε γενικά εφικτή την αναδιοργάνωση της βιομηχανικής εργασίας και τη διεύρυνση του κεφαλαίου στον δυτικό κόσμο. Πως μπορούν τότε οι αυξανόμενες ανταλλακτικές αξίες των ενεργειακών εμπορευμάτων να υπηρετήσουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου; Αρχικά, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι αυτή είναι μια στρατηγική σε περίοδο κρίσης – το κεφάλαιο έχει υιοθετήσει τη στρατηγική των αυξανόμενων ενεργειακών τιμών όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Δεύτερον, η άνοδος της τιμής της ενέργειας χρησιμοποιείται με δύο τουλάχιστον σημαντικούς τρόπους, οι οποίοι απορρέουν από την προηγούμενή μας ανάλυση. Έχω ήδη εξετάσει τον τρόπο που αυτό επιτρέπει μια μαζική μεταβίβαση αξίας από την εργατική τάξη στο κεφάλαιο. Την ίδια στιγμή, συγκεντρώνει υπεραξία στον ενεργειακό τομέα -ειδικά στο πετρέλαιο και τα πετροχημικά- ο οποίος, μαζί με την αμερικάνικη γεωργία, έχει ήδη την υψηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου στη βιομηχανία. Υπάρχει οπότε μια μετατόπιση του κεφαλαίου από χαμηλή σε υψηλή οργανική σύνθεση εντός της υπάρχουσας βιομηχανικής δομής – μια κίνηση η οποία έχει μερικές απ’ τις ίδιες επιδράσεις με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης μέσω επενδύσεων. Τέλος, σημαίνει ότι υπεραξία με την μορφή «πετροδόλλαρων» διοχετεύεται και συγκεντρώνεται με έναν τρόπο που επιτρέπει τον σχεδιασμό του μοτίβου της καπιταλιστικής επέκτασης σε έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό (μέσω του ελέγχου των μηχανισμών ανακύκλωσης)[18].

Με αυτό τον τρόπο, μπορούμε να συλλάβουμε τουλάχιστον μερικές από τις κρίσιμες πτυχές της παρούσας κρίσης αναλύοντας τα τρόφιμα και την ενέργεια σαν εμπορεύματα με τους όρους των οπτικών των δύο τάξεων αναφορικά με τις αξίες χρήσης τους και τις ανταλλακτικές τους αξίες. Αναλαμβάνοντας μια τέτοια πολιτική ανάγνωση αυτών των εννοιών στην ιδιαίτερη ιστορική συνθήκη, μπορούμε να δούμε ότι όχι μόνο το νόημα της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας του κάθε εμπορεύματος εξαρτάται από την οπτική της κάθε τάξης και τη φάση στην ανταλλακτική διαδικασία, αλλά επίσης ότι οι οπτικές των τάξεων είναι αντιφατικές. Η αξία χρήσης (ή η ανταλλακτική αξία) ενός αντικειμένου δεν είναι ίδια για το κεφάλαιο και για την εργατική τάξη. Η ανταλλακτική αξία εν γένει αναγνωρίζεται σαν μια κοινωνικά καθορισμένη κατηγορία. Όμως, ακόμη και η περίπτωση της αξίας χρήσης δεν μπορεί να ειπωθεί ότι είναι δεδομένη από τις εγγενής της ιδιότητες (φυσικές ή άλλες) – πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο της ταξικής πάλης σε κάθε δεδομένη στιγμή.

Αυτό πρέπει να καθιστά σαφές έναν λόγο που μερικά σχόλια του Μαρξ για τις αξίες χρήσης στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή και όχι τοις μετρητοίς. Η αξία χρήσης, λέει σε κάποιο σημείο, «δεν εκφράζει καμία κοινωνική σχέση παραγωγής»[19]. Σ’ ένα άλλο σημείο λέει επίσης ότι «[η] αξία χρήσης ως αδιάφορη για τον οικονομικό καθορισμό, δηλαδή η αξία χρήσης ως αξία χρήσης, βρίσκεται έξω από το πεδίο εξέτασης της πολιτικής οικονομίας. Εμπίπτει στο πεδίο της μόνο όταν η ίδια η αξία χρήσης αποκτά κοινωνικό προσδιορισμό»[20]. Τώρα, είναι αναμφίβολα αληθές ότι η αξίας χρήσης δεν εκφράζει τις κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου με τον ίδιο τρόπο που τις εκφράζει η ανταλλακτική αξία. Ούτε υπάρχει κάποια αμφιβολία ότι η τελευταία είναι κεντρική για το κεφάλαιο. Όμως, όπως μόλις είδαμε, οι αξίες χρήσης είναι με πολλούς τρόπους «κοινωνικά προσδιορισμένες». Η φύση τους κι ο ρόλος τους μπορούν αναμφίβολα να εκφράσουν κοινωνικές σχέσεις. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ το αναλύει αυτό με διάφορους τρόπους: (α) οι διαφορετικές αξίες χρήσης της εργασιακής δύναμης στον καταμερισμό της εργασίας, (β) η ιδιαίτερη αξία χρήσης των μέσων παραγωγής και (γ) τα χαρακτηριστικά των αξιών χρήσης που παράγονται και πωλούνται στην εργατική τάξη. Παρακάτω, στον δεύτερο τόμο, ανακαλύπτουμε τον σημαντικό ρόλο των διακρίσεων μεταξύ αξιών χρήσης στα αναπαραγωγικά σχήματα του τρίτου μέρους του δεύτερου τόμου. Στον τρίτο τόμο υπάρχει η ανάλυση για την μείωση της τιμής των συστατικών των πρώτων υλών και πολλά άλλα σημεία όπου η ανάλυση της αξίας χρήσης παίζει έναν σημαντικό ρόλο.

Στα Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας» του Adolph Wagner (1879), ο ίδιος ο Μαρξ απέρριψε κατηγορηματικά ως «μωρολογία» την ερμηνεία ότι η αξία χρήσης δεν έχει θέση στην ανάλυσή του πέρα από το να είναι μια πτυχή του εμπορεύματος. Παραθέτει ρητά τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η αξία χρήσης εισέρχεται στην ανάλυση: (α) πίσω από την αξία χρήσης είναι η ωφέλιμη εργασία, μια πτυχή του διφυούς χαρακτήρα της εργασίας η οποία παράγει εμπορεύματα (βλέπε το τέταρτο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου)· (β) «στη [δική μου] ανάπτυξη της αξιακής μορφής του εμπορεύματος […] η αξία ενός εμπορεύματος παρουσιάζεται στην αξία χρήσης του άλλου» (βλέπε το πέμπτο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου)· και (γ) «[σε εμένα] κι η υπεραξία παράγεται από μια “ειδική” και αποκλειστικά σ’ αυτήν προσήκουσα αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης κλπ, κλπ». Καταλήγει: «σε εμένα η αξία χρήσης παίζει έναν κατ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο σημαντικό ρόλο απ’ ότι στην μέχρι τούδε [Πολιτική] Οικονομία»[21].

Οι ποιοτικές και ποσοτικές πτυχές της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας

Η πληθωριστική πτυχή της παρούσας κρίσης, συμπεριλαμβανομένης της δραματικής ανόδου των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, σημαίνει ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε βρει τους εαυτούς μας τόσο να αγοράζουμε λιγότερα εμπορεύματα όσο και συνεπώς να αγοράζουμε μια μικρότερη ποικιλία εμπορευμάτων. Οι διατροφικές μας επιλογές έχουν στενέψει λόγω των μικρότερων ποσοτήτων ακριβών τροφίμων όπως το κρέας. Το αυξανόμενο κόστος της βενζίνης περικόπτει τον αριθμό και την έκταση των ταξιδιών και των διακοπών. Γενικά, η κατανάλωση περιορίζεται τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Αυτές οι συνθήκες μπορούν μόνο να καθιστήσουν την ανάλυση των ποιοτικών και ποσοτικών πτυχών των εμπορευμάτων άμεσα σημαντικές.

Μόλις είδαμε την προηγούμενη ενότητα ότι ο Μαρξ ανέλυσε τα εμπορεύματα πρώτα σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία. Και είδαμε ότι αυτές οι κατηγορίες αντιπροσωπεύουν ορισμένες πτυχές της ταξικής φύσης της καπιταλιστικής εμπορευματοπαραγωγικής κοινωνίας. Στη συνέχεια, στην πρώτη ενότητα του πρώτου κεφαλαίου, αναλύει περαιτέρω την κάθε μία απ’ αυτές τις δύο πτυχές σε έναν ποιοτικό και ποσοτικό καθορισμό μέσω της ίδιας αφαιρετικής διαδικασίας. Περνώντας στο επόμενο βήμα του διαγράμματος 2, έχουμε:

Untitled2

Ο ποιοτικός καθορισμός της αξίας χρήσης εκφράζεται από τα χαρακτηριστικά της (πχ, φυσικά χαρακτηριστικά όπως το βάρος, κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως ο έλεγχος). Ο ποσοτικός καθορισμός των χαρακτηριστικών αυτών δίνεται από το μέγεθός τους και το μέτρο τους (πχ, τόνος, βαθμός). Πίσω απ’ αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ή ποιότητες, ανακαλύπτουμε αργότερα ότι κείτεται η ιδιαίτερη, συγκεκριμένη, ωφέλιμη εργασία η οποία τα παράγει. Πίσω από το μέγεθός τους, ο πραγματικός χρόνος εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή τους.

Η άμεση ποσοτική πτυχή της ανταλλακτικής αξίας εμφανίζεται να εκφράζεται από την «αναλογία στην οποία ανταλλάσονται οι αξίες χρήσης ενός είδους με τις αξίες χρήσης ενός άλλου είδους»[22]. Όμως, αυτό παραμένει ασαφές και φαινομενικά τυχαίο, επειδή η ποιοτική πτυχή της ανταλλακτικής αξίας δεν έχει ακόμη αναλυθεί. Επειδή αυτό απαιτεί περαιτέρω ανάλυση της ανταλλακτικής αξίας, αυστηρά μιλώντας δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τις δύο πτυχές της ανταλλακτικής αξίας σ’ αυτό το σημείο. Μπορούμε, ωστόσο, να κάνουμε κάποια πρώτα σχόλια για τη σημασία των δύο αυτών πτυχών της εμπορευματικής μορφής με τους όρους της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας, έχοντας κατά νου τι ακολουθεί.

Αρχικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι αυτοί οι δύο καθορισμοί ούτε είναι ανεξάρτητοι ούτε είναι τυχαία η σχέση τους. Με την αξία χρήσης, η ποιότητα προηγείται της ποσότητας στην ανάλυση. Με την ανταλλακτική αξία, η σειρά αρχικά μοιάζει αντίστροφη, αλλά ο ποσοτικός καθορισμός στην πραγματικότητα παραμένει καλυμμένος μ’ ένα πέπλο μυστηρίου έως ότου αποκαλυφθεί αργότερα η ποιοτική βάση. Όταν αποκαλυφθεί, ανακαλύπτουμε ότι το ζήτημα είχε τεθεί με λάθος τρόπο και ότι τόσο η ποιοτική όσο κι η ποσοτική πτυχή της ανταλλακτικής αξίας είναι στην πραγματικότητα οι πτυχές της αξίας της οποίας η ανταλλακτική αξία αποτελεί μόνο την μορφή εμφάνισης. Στο σημείο αυτό συνειδητοποιούμε επίσης ότι οι δύο πλευρές του εμπορεύματος είναι στην πραγματικότητα η αξία χρήσης και η αξία. Στην ανάλυση της αξίας, όπως και με αυτή της αξίας χρήσης, η εξέταση της ποιότητάς της (ουσία ή αφηρημένη εργασία, βλέπε την επόμενη ενότητα) προηγείται από την εξέταση της ποσότητάς της (κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, βλέπε παρακάτω την τέταρτη ενότητα).

Untitled3

 

Ο λόγος γι’ αυτή τη σειρά είναι λογικός. Για να έχουμε μια ποσότητα, πρέπει να έχουμε μια ποσότητα από κάτι, από κάποια ποιότητα. Πριν μπορέσουμε να μιλήσουμε για δέκα τόνους πρωτεΐνης σίτου ή σαράντα τόνους άνθρακα, χρειάζεται πρώτα να έχουμε κατανοήσει τις ποιότητες που κάνουν την πρωτεΐνη σίτου ή τον άνθρακα αυτό που είναι – διαφορετικά, το μέτρο είναι κενό νοήματος. Όμως, την ίδια στιγμή, είναι επίσης σαφές ότι η ποιότητα χωρίς την ποσότητα είναι ανούσια. Δεν μπορούμε ποτέ να καταπιαστούμε με το σιτάρι, τον άνθρακα ή την αξία χωρίς να καταπιαστούμε με κάποια ποσότητα. Το μέτρο της ποσότητας αυτής είναι συνεπώς ο συνδυασμός τόσο της ποιότητας όσο και της ποσότητας.

Δεύτερον, όπως με την αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία, αυτές οι ποιοτικές και ποσοτικές πτυχές δεν αποτελούν απλώς δύο λογικά προσδιορισμένες κατηγορίες· κι αυτές, επίσης, ενσαρκώνουν τη σύνθετη διαλεκτική των οπτικών των δύο τάξεων και την πάλης τους. Μερικά απ’ αυτά ήταν υπόρρητα στην προηγούμενη ανάλυση των ταξικών οπτικών για την αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία, αλλά θα το αναπτύξω. Αρχικά, η οπτική της εργατικής τάξης αποτελεί πρωτίστως μια ποιοτική οπτική. Δηλαδή, η εργατική τάξη βασικά ενδιαφέρεται για την απόκτηση ορισμένων ειδών πραγμάτων: τρόφιμα, ρουχισμό, στέγαση, μουσική – όλα εκείνα τα πράγματα τα οποία μας επιτρέπουν να ζήσουμε το είδος της ζωής που επιθυμούμε. Η ποσότητα των δεδομένων ποιοτήτων των αξιών χρήσης είναι δευτερεύουσα – καθόλου ασήμαντη, αλλά δευτερεύουσα. Σίγουρα, χρειάζεται κανείς τουλάχιστον ένα ολόκληρο σπίτι, δύο παπούτσια, τρία γεύματα την ημέρα – η ποσότητα είναι προφανέστατα ένα αναγκαίο συστατικό· όμως, η εστιάση αφορά αρχικά το είδος της ζωής -προστατευμένα πόδια, καταφύγιο, τροφή- και όχι το μέτρο της.

Η σκοπιά του κεφαλαίου είναι πρωτίστως ποσοτική. Το κεφάλαιο βασικά δεν ενδιαφέρεται για τις ιδιαίτερες ποιότητες των εμπορευμάτων που παράγει – πέρα από το να έχουν ανταλλακτική αξία και να είναι φορείς υπεραξίας. Οι υπόλοιπες ποιότητες είναι δευτερεύουσες. Εάν ένα σπίτι είναι καλοφτιαγμένο ή κακοφτιαγμένο, εάν ένα φαγητό είναι καθαρό ή νοθευμένο, αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα, ακόμη κι αν συχνά είναι πρακτικά το πόση ανταλλακτική αξία και κέρδος μπορεί να πραγματοποιηθεί. Το μότο του κεφαλαίου είναι πόσο, όχι τι είδος. Το είδος εισέρχεται στο παιχνίδι μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την παραγωγή των τάδε και δείνα ειδών εμπορευμάτων ώστε να πωληθούν περισσότερα. Το ίδιο αληθεύει στην περίπτωση των εμπορευμάτων που αγοράζει το κεφάλαιο σαν μέσα παραγωγής. Εδώ, η κύρια έγνοια είναι η ανταλλακτική αξία αυτού του σταθερού κεφαλαίου να κρατηθεί χαμηλή ώστε να είναι υψηλό το ποσοστό κέρδους. Ορισμένες ιδιαίτερες ποιότητες των μέσων παραγωγής προφανώς απαιτούνται, όμως αποτελούν μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού.

Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να σταματήσουμε εδώ, να δούμε την εργατική τάξη με ρομαντισμό σαν να έχει ένα μονοπώλιο της ποιότητας, και να δούμε το κεφάλαιο σαν να ενδιαφέρεται αποκλειστικά με το χυδαίο και το ποσοτικό. Εντός της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση των δύο οπτικών είναι πιο σύνθετη. Στην πάλη της με το κεφάλαιο, η εργατική τάξη αναγκάζεται να ενδιαφερθεί αμεσότερα με την ποσότητα. Η πάλη αναφορικά με τους μισθούς, το μήκος της εργάσιμης ημέρας και την ένταση της εργασίας αφορούν το ποσό εργασίας που θα εκτελέσει σε αντάλλαγμα για ένα εισόδημα. Της εργατικής τάξης δεν της καίγεται καρφί για την αξία καθεαυτή. Αυτό που θέλουμε είναι μια μεγαλύτερη ποσότητα από μια μεγαλύτερη ποικιλία αξιών χρήσης σε αντάλλαγμα για λιγότερη δουλειά. Η ποσότητα γίνεται σημαντική μόνο επειδή είναι διαμέσου αυτών των ποσοτικών αγώνων που μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση σε αυτά τα ιδιαίτερα ποιοτικώς διακριτά εμπορεύματα που επιθυμούμε και στον χρονο αναγκαίο για την απόλαυσή τους. Ο ποσοτικός περιορισμός της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής δύναμης, αναγκαίος για την πραγματοποίηση της υπεραξίας του κεφαλαίου, θέτει ένα ποιοτικό όριο στην κατανάλωση της εργατικής τάξης, και συνεπώς παράγεται μια αντίσταση σ’ αυτό το όριο[23].

Αφετέρου, όπως είδαμε προηγουμένως, το κεφάλαιο στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον έλεγχό του επί της εργατικής τάξης πρέπει να ενδιαφερθεί στενότερα για τη φύση της εργασιακής δύναμης που θέτει σε εργασία, καθώς και με τη δομή της βιομηχανικής διαδικασίας μέσω της οποίας ελέγχει και σχεδιάζει αυτή την εργασιακή διαδικασία. Έξω απ’ το εργοστάσιο, δίνει προσοχή στις ποιότητες των εμπορευμάτων που πωλεί και μέσω των αξιών χρήσης τους αναζητεί να οργανώσει το κοινωνικό εργοστάσιο στο σύνολό του. Ως παράδειγμα αυτών των δύο ανησυχιών του κεφαλαίου, μπορούμε να σημειώσουμε την εκτεταμένη ανάλυση του Μαρξ για τον ρόλο της διεύρυνσης των ποιοτήτων των εμπορευμάτων και της παραγωγικής διαδικασίας στην παραγωγή της σχετικής υπεραξίας. Η παραγωγή αυτή, δείχνει ο Μαρξ, απαιτεί τόσο την ποσοτική διεύρυνση της υπάρχουσας ποικιλίας της κατανάλωσης όσο και την παραγωγή νέων ποιοτικά διαφορετικών αναγκών και αξιών χρήσης, γεγονός το οποίο με τη σειρά του συνεπάγεται τη διεύρυνση του «κύκλου των ποιοτικών διακρίσεων της εργασίας». Έτσι, ο Μαρξ δείχνει πως το κεφάλαιο οδηγείται από την ποσοτική επίθεση της εργατικής τάξης προς τον χρόνο εργασίας και την απόλυτη υπεραξία στο να εξερευνήσει όλη τη φύση ώστε να ανακαλύψει νέες χρήσιμες ποιότητες σε πράγματα και συνεπώς να καλλιεργήσει «όλες τις ιδιότητες του κοινωνικού ανθρώπου»[24]. Αυτή είναι επακριβώς εκείνη η πλευρά του κεφαλαίου -ο τρόπος που διευρύνει την πληθώρα της ύπαρξης καθώς δημιουργεί την αστική κοινωνία- που ο Μαρξ αναγνώρισε σαν την ιστορικά θετική πλευρά του, στον βαθμό που εκπροσωπούσε μια πρόοδο έναντι των προηγούμενων κοινωνιών και έθετε τη βάση για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Όμως, ο Μαρξ δεν σταμάτησε μ’ αυτές τις γενικές παρατηρήσεις για τις συνέπειες της διαλεκτικής της ποσότητας και της ποιότητας στην ταξική πάλη. Συνέχισε για να δείξει πολύ ακριβέστερα πως οι αντιφάσεις αυτής της διαδικασίας τόσο ανέπτυσαν το κεφάλαιο όσο και εργάζονταν προς την διάλυσή του. Αυτή υπήρξε η διαδικασία που ανέλυσε στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, στην οποία η ποσοτική αύξηση της ποσότητας του σταθερού κεφαλαίου, ειδικά των μηχανών, ανά εργάτη οδηγεί σε έναν ποιοτικό μετασχηματισμό της σχέσης κεφαλαίου/εργατικής τάξης και, τελικά, οδηγεί στη δυνατότητα της καταστροφής της. Αυτή είναι η διαδικασία στην οποία η ποσοτική επέκταση της εργασίας πέρα από την αναγκαία εργασία την μετασχηματίζει ποιοτικά σε υπεραξία. Η επανεπένδυση αυτής της υπεραξίας στις μηχανές, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα, τείνει να αυξάνει την εργασία τόσο σε ένταση όσο και στον χρόνο. Όμως, τα φυσικά, και ιδίως τα κοινωνικά, όρια σ’ αυτή την επέκταση (από τη δύναμη της εργατικής τάξης) τελικά οδηγούν σε μια μείωση του εργάσιμου χρόνου. Όπως αναλύσαμε προηγουμένως, η καθεαυτή ουσία της παραγωγικότητας είναι η αύξηση της ποσότητας του προϊόντος από μια δεδομένη, και συνεπώς λιγότερη, ποσότητα εργασίας. Η ποσοτική μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας καθώς οι μηχανές, η επιστήμη και η τεχνολογία έρχονται όλο και περισσότερο να συνδεθούν με την παραγωγική διαδικασία, πρέπει τελικά να οδηγήσει στον ποιοτικό μετασχηματισμό της καθώς η εργασία «στην άμεση μορφή» παύει «να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου». Υπό τέτοιες περιστάσεις, όπου το εργοστάσιο, ή το κοινωνικό εργοστάσιο, δεν μπορούν πλέον να παρέχουν τον χώρο για την επιβολή της εργασίας, η ποιότητα αυτής της εργασίας ως αξίας υπονομεύεται.

Η ίδια κρίση για το κεφάλαιο, και ευκαιρία για την εργατική τάξη, μπορεί να ειδωθεί από την ανάποδη. Η ποσοτική μείωση του χρόνου εργασίας αποτελεί επίσης μια ποσοτική αύξηση του διαθέσιμου χρόνου. Το αέναο πρόβλημα του κεφαλαίου είναι να μετατρέψει αυτόν τον διευρυνόμενο εν δυνάμει ελεύθερο χρόνο σε χρόνο εργασίας. Οι προαναφερθείσες διαδικασίες το κάνουν αυτό όλο και δυσκολότερο και η επιβολή της εργασίας, της υπερεργασίας, και συνεπώς του ποιοτικού ελέγχου επί της κοινωνίας, γίνεται όλο και δυσκολότερη. Η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού που βασίζεται στην επιβολή της εργασίας συνεπώς δημιουργεί τους «υλικούς όρους για να την ανατινάξουν»[25].

Για να θέσουμε αυτή την ανάλυση με πιο συγκεκριμένους όρους, μπορούμε να δούμε την ανάπτυξη του κεφαλαίου στην αγροτική παραγωγή τροφίμων και τον ενεργειακό τομέα. Και στους δύο αυτούς τομείς, η ανάπτυξη της τεχνολογίας κι η υποκατάσταση του μεταβλητού κεφαλαίου με σταθερό κεφάλαιο είναι μεταξύ των πιο προηγμένων – τουλάχιστον μεταξύ των ηγετικών υποτομέων: η αμερικάνικη παραγωγή σίτου και κρέατος και η πετρελαϊκή-πετροχημική βιομηχανία. Σε κάθε περίπτωση, η ανάλυση αυτών των εξελίξεων φανερώνει, αρχικά, το πως η ανάπτυξη κι η αναδιοργάνωση των τεχνολογιών της παραγωγής έχει υπάρξει ευρέως μια απάντηση στην ανάγκη για την αντιμετώπιση της δύναμης της εργατικής τάξης και, δεύτερον, το πως ο αποκλεισμός της εργασίας από την παραγωγή έχει δημιουργήσει τομείς οι οποίοι είναι όλο και λιγότεροι ικανοί να παρέχουν τη δουλειά που χρειάζεται το κεφάλαιο για τον κοινωνικό του έλεγχο. Γενικότερα, οι δύο αυτοί τομείς αποτελούν το πρότυπο του εργοστασίου στο σύνολό του. Καθώς τα όρια στην ικανότητα επιβολής εργοστασιακής εργασίας με επικερδείς μισθολογικούς συντελεστές έχουν γίνει περισσότερο εμφανή στις ΗΠΑ και τη δυτική Ευρώπη, το κεφάλαιο έχει αναζητήσει κυρίως δύο λύσεις. Η μία έχει υπάρξει η πολυεθνικοποίηση των τομέων εντάσεως εργασίας οι οποίοι έχουν μεταφερθεί σε περιοχές του Τρίτου Κόσμου (και αυξανόμενα στις σοσιαλιστικές χώρες) όπου η δύναμη της εργατικής τάξης είναι ασθενέστερη. Η άλλη λύση είναι η αναδιάρθρωση του υπόλοιπου κοινωνικού εργοστασίου ώστε να επεκταθεί η επιβολή της εργασίας για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Το βάθος κι η επιμονή της παρούσας κρίσης δείχνουν το πως οι αγώνες τόσο των μισθωτών όσο και των άμισθων έχει θέσει κρίσιμα όρια σ’ αυτές τις στρατηγικές – όρια για τα οποία το κεφάλαιο δεν έχει βρει ακόμη νέες στρατηγικές για να παρακάμψει.

Αυτή η ανάλυση της διαλεκτικής του ποιοτικού και του ποσοτικού στη ταξική πάλη μας βοηθάει να αποσαφηνίσουμε την πολιτική φύση της επίθεσης της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο, επίθεση η οποία παρήγαγε την κρίση. Ένας τρόπος με τον οποίο η παλιά διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας έχει συχνά τεθεί ήταν να χαρακτηριστούν ως «οικονομισμός» οι αγώνες των εργατών οι οποίοι κρίνονταν ως αποκλειστικά ποσοτικοί, για παράδειγμα, για μισθολογικές αυξήσεις, για μείωση της εργάσιμης ημέρας, κλπ. Οι αγώνες αυτοί λέγονται να είναι εντός του κεφαλαίου, το οποίο είναι ουσιαστικό ποσοτικό. Οι «πολιτικοί» αγώνες είναι μόνοι αυτοί που αμφισβητούν την «ποιότητα» του ίδιου του κεφαλαίου, δηλαδή, που προμηνύουν την «επαναστατική» ανατροπή του κεφαλαίου μέσω της κατάληψης της κρατικής εξουσίας. Απ’ όσα έχουμε ήδη δει, θα έπρεπε να είναι εμφανές ότι οι αγώνες αναφορικά με το μήκος και την ένταση της εργάσιμης ημέρας (πόσο πολύ έχει επιβληθεί η εμπορευματική μορφή) είναι ταυτόχρονα και ποσοτικοί και ποιοτικοί: ποσοτικοί επειδή αφορούν την ποσότητα της εργασίας που θα εκτελεστεί για το κεφάλαιο, ποιοτικοί επειδή αμφισβητούν την πραγματοποίηση αρκετής υπεραξίας για τη διατήρηση του καπιταλιστικού ελέγχου. Η «ποσοτική» πάλη αναφορικά με το εισόδημα εγείρει επίσης το ζήτημα της πραγματοποίησης της υπεραξίας και της επιβίωσης του κεφαλαίου.

Ο κόκκος αλήθειας αναφορικά με τους «καθαρά ποσοτικούς αγώνες» κείτεται στο ντηλ της παραγωγικότητας. Αν οι αυξήσεις του εισοδήματος της εργατικής τάξης συνδεθούν επιτυχώς με αυξήσεις της παραγωγικότητας, τότε η πάλη είναι πράγματι περιορισμένη εντός του κεφαλαίου (βλέπε παρακάτω το τέταρτο κεφάλαιο). Όμως, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, η αύξηση της παραγωγικότητας κι η αναδιοργάνωση της εργατικής τάξης που αυτή συνεπάγεται, δημιουργεί μια ποιοτική μεταβολή των ταξικών σχέσεων. Παρομοίως, η ανάπτυξη της πρόσβασης των εργατών στον πλούτο μέσω του ντηλ της παραγωγικότητας διευρύνει την απόλυτη βάση στην οποία μπορούν να δοθούν οι μελλοντικοί αγώνες. Είναι ακριβώς επί αυτών των ποιοτικών αλλαγών που η εργατική τάξη ανέπτυξε τη δύναμη να διαρρήξει το ντηλ της παραγωγικότητας και να ρίξει το σύστημα σε μια βαθιά «πολιτική» κρίση.

Παρομοίως, μερικοί εργατικοί αγώνες που εμφανίζονται να είναι ποιοτικοί, έχουν το ρίσκο να αναπτύξουν το κεφάλαιο αντί να προμηνύουν την ανατροπή του. Για παράδειγμα, η στρατηγική του «εργατικού ελέγχου» του εργοστασίου μπορεί να ειδωθεί να οδηγεί στον εργατικό έλεγχο των ίδιων των εργατών, καθώς και των μέσων παραγωγής, για λογαριασμό του κεφαλαίου. Δείτε τη στρατηγική του κεφαλαίου για εργατική συμμετοχή στη Γαλλία, της συν-απόφασης στη Γερμανία ή του εργατικού ελέγχου στη Γιουγκοσλαβία. Όσο ο κοινωνικός έλεγχος οδηγεί στην επιβολή περισσότερης εργασίας και συσσώρευσης, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το κεφάλαιο αν η διαχείριση γίνεται από εργάτες ή μια διοικητική τάξη. Ο ίδιος ο Μαρξ είδε ότι ο καπιταλισμός δεν μπορούσε να καταργηθεί απλώς αντικαθιστώντας τους καπιταλιστικούς διαχειριστές με εργατικούς/σοσιαλιστικούς διαχειριστές: «η σκέψη μερικών σοσιαλιστών πως τάχα χρειαζόμαστε το κεφάλαιο αλλά όχι τους κεφαλαιοκράτες είναι πέρα για πέρα λαθεμένη. Η έννοια του κεφαλαίου εμπεριέχει το ότι οι αντικειμενικοί όροι της εργασίας -που είναι προϊόν της ίδιας της εργασίας- αποκτούν προσωπικότητα απέναντι στην εργασία· ή -που είναι το ίδιο- ότι αυτοί οι όροι έχουν τοποθετηθεί σαν ιδιοκτησία μιας ξένης προς τον εργάτη προσωπικότητας. Η έννοια του κεφαλαίου εμπεριέχει τον κεφαλαιοκράτη»[26]. Το εδάφιο αυτό δείχνει την κατανόηση του Μαρξ ότι δεν υπάρχει καμία πραγματική διαφορά μεταξύ μιας «καπιταλιστικής» συσσώρευσης κεφαλαίου και μιας «σοσιαλιστικής» συσσώρευσης κεφαλαίου, απ’ τη στιγμή που το κεφάλαιο νοείται σαν μια ταξική σχέση εργασίας που επιβάλλεται μέσω της εμπορευματικής μορφής. Η κύρια εμπειρία του Μαρξ στην αντίκρουση τέτοιων στρατηγικών «εργατικού ελέγχου» βρισκόταν στις συγκρούσεις του με τα προυντονικά σχέδια των συνεργατικών. Οι συνέπειες στην περίπτωση των σημερινών «σοσιαλιστικών» χωρών και των «σοσιαλιστικών» στρατηγικών για την εργατική τάξη είναι πολύ ευρύτερες. Η ταξική πάλη, η οποία σήμερα είναι ταυτοχρόνως τόσο οικονομική όσο και πολιτική, έχει τόσο μια ποσοτική όσο και μια ποιοτική πλευρά. Κάθε προσπάθεια να ξεχάσουμε την μια πλευρά ή την άλλη, ή να αποτύχουμε να κατανοήσουμε την αμοιβαία τους σχέση, είναι προορισμένη να μας οδηγήσει σε επικίνδυνα αποτελέσματα.

Όχι ανταλλακτική αξία αλλά αξία – ουσία της οποίας είναι η αφηρημένη εργασία

Η διαδικασία μέσω της οποίας ο Μαρξ μας δείχνει το πως η αξία κείτεται πίσω από την ανταλλακτική αξία αποτελεί μια ακόμη αναλυτική άσκηση αφαίρεσης. Για να μπορέσει να υπάρχει ένα ποσοτικό ισοδύναμο στην ανταλλαγή

1 κουάρτερ στάρι = α στατήρες σίδερο

τότε πρέπει να υπάρχει στα δύο αυτά διαφορετικά πράγματα κάτι κοινό και στα δύο ώστε να μπορεί να συγκριθεί ποσοτικά. Όπως είδαμε παραπάνω, για να μετρήσουμε ή να συγκρίνουμε ποσότητες πρέπει να είμαστε σαφείς για την ποιότητα την οποία καταμετρούμε (και συγκρίνουμε ποσοτικά). Πριν μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ποσοτική σύγκριση «ενός κουάρτερ» και «α στατήρων», πρέπει πρώτα να ανακαλύψουμε την κοινή ποιότητα στο στάρι και το σίδερο η οποία μας επιτρέπει την εξίσωσή τους στην ανταλλαγή. Για να ανακαλύψει αυτό το κοινό στοιχείο, ο Μαρξ αφαιρεί εκείνο που τα διαφοροποιεί: τις ιδιαίτερες αξίες χρήσης του σιταριού και του σίδερου. «Σαν αξίες χρήσης τα εμπορεύματα διαφέρουν, πρώτα απ’ όλα, στην ποιότητα». Όταν ο Μαρξ συνεχίζει για να πει ότι «σαν ανταλλακτικές αξίες μπορούν να διαφέρουν μονάχα στην ποσότητα», λέει ότι αποτελούν διαφορετικές ποσότητες μιας κάποιας κοινής ποιότητας.

Όμως, αυτή η αφαίρεση από τις αξίες χρήσης τους είναι αφαίρεση από τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει την αφαίρεση από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης εργασίας η οποία δημιούργησε αυτά τα χαρακτηριστικά των αξιών χρήσης και τα διαφοροποίησε από τα άλλα εμπορεύματα: τη καλλιέργεια σιτηρών και τη τήξη μετάλλων. Στην αφαίρεση από την υλική τους πραγματικότητα ως αξίες χρήσης και ως προϊόντα ιδιαίτερων μορφών ωφέλιμης εργασίας, τα εμπορεύματα αυτά αναδύονται μόνο σαν προϊόντα ανθρώπινης εργασίας σε αφαίρεση από οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα. Αυτή η ανθρώπινη εργασία που είναι κοινή μεταξύ τους ο Μαρξ την ονομάζει αφηρημένη εργασία. Σαν προϊόντα αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας, είναι ποιοτικώς ισοδύναμα, και ως τέτοια ο Μαρξ τα ονομάζει αξίες.

Untitled4

Με την ορολογία του Μαρξ, τα προϊόντα αυτά της αφηρημένης εργασίας είναι αξίες. Όπως τα εμπορεύματα αυτά είναι αξίες χρήσης και ανταλλακτικές αξίες όταν έχουν αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, έτσι επίσης είναι αξίες όταν έχουν αξία. Ωστόσο, το να πούμε ότι ένα εμπόρευμα έχει αξία δεν συνεπάγεται μια υποκειμενική αξιολόγησή του. Σημαίνει απλώς ότι αποτελεί το προϊόν αφηρημένης εργασίας και ότι θα ανταλλαχθεί. Ένας άλλος τρόπος για να δηλώσουμε αυτή τη σχέση μεταξύ αξίας και αφηρημένης εργασίας είναι να πούμε ότι η ουσία της αξίας είναι η αφηρημένη εργασία. Όπως θα δούμε, η ποσότητα της αξίας μπορεί να λιγότερη ή περισσότερη, όμως αυτό αφορά το μέτρο της ουσιαστικής της ποιότητας, της ουσίας της: την αφηρημένη εργασία. Παρομοίως, η ουσία της αξίας μπορεί να εκφραστεί περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένα μέσω διαφορετικών μορφών ανταλλακτικής αξίας. Η μορφή της και το μέτρο της είναι αναγκαία για την αξία, αλλά πρέπει και τα δύο να διαφοροποιηθούν από την ουσία της. Αυτό σημαίνει ότι το να αναγνωρίσουμε ότι η αξία είναι η ποιοτική πτυχή της ανταλλακτικής αξίας σημαίνει περισσότερα από απλά μια ποιότητα. Η αφηρημένη εργασία αποτελεί την ουσία της αξίας – η οποία δεν μπορεί να μεταβληθεί χωρίς να χαθεί η έννοια καθεαυτή. Η αφηρημένη εργασία αποτελεί το υλικό, ή την ουσία, της μορφής της αξίας: της ανταλλακτικής αξίας. Ή, αντίστροφα, ο Μαρξ λέει ότι η ανταλλακτική αξία αποτελεί τη φαινομενική μορφή, ή την μορφή εμφάνισης, της αξίας – ο τρόπος με τον οποίο η αξία αποκτά μια αναγνωρίσιμη έκφραση στο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, η εργασία για το κεφάλαιο έχει νόημα κι εμφανίζεται σαν μια κοινωνική σχέση μόνο όταν ενσωματώνεται σε ένα προϊόν που ανταλλάσεται (και που, τελικά, αποκτά υπεραξία).

Ο Μαρξ ξεκίνησε την ανάλυση του εμπορεύματος στο επίπεδο της εμφάνισης. Κινήθηκε αναλυτικά προς την ουσία της ανταλλακτικής αξίας. Συνόψισε αυτή τη διαδικασία στα Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας» του Adolph Wagner: «Αυτό [το εμπόρευμα] αναλύω, και μάλιστα πρώτα στην μορφή, στην οποία εμφανίζεται. Εδώ βρίσκω λοιπόν, ότι αυτό αφενός στη φυσική του μορφή είναι ένα πράγμα χρήσης, άλλως αξία χρήσης· αφετέρου φορέας ανταλλακτικής αξίας, και απ’ αυτή την άποψη επίσης “ανταλλακτική αξία”. Περαιτέρω ανάλυση της τελευταίας μου δείχνει ότι η ανταλλακτική αξία είναι μόνο μια “μορφή εμφάνισης“, αυτοδύναμος τρόπος παρουσίας της αξίας που περιέχεται στο εμπόρευμα, και κατόπιν προχωρώ στην ανάλυση της τελευταίας»[27]. Το πως ακριβώς αυτή η ουσία εκδηλώνεται στην εμφάνιση μέσω της ανταλλακτικής αξίας το αναλύω παρακάτω στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου παρουσιάζω την ανάλυση του Μαρξ για την μορφή της αξίας στην τρίτη ενότητα του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου.

Αυτή η ανάλυση, αυτή η νοητική διαδικασία αφαίρεσης, μέσω της οποίας απομονώνουμε έναν μεμονωμένο καθορισμό, δεν αποτελεί, ωστόσο, μια διαδικασία εξωτερική του κόσμου. Ούτε και οι έννοιες με τις οποίες περιγράφουμε αυτούς τους καθορισμούς. Η «αφηρημένη» εργασία δεν αποτελεί απλώς μια αφηρημένη έννοια, επειδή η έννοια περιγράφει την πολύ πραγματική κοινωνική ποιότητα της εργασίας στον καπιταλισμό. Αυτό δεν γίνεται αρκετά ξεκάθαρο στον πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου λόγω του βαθμού αφαιρετικότητας του τρόπου παρουσίασης που χρησιμοποιεί ο Μαρξ. Για να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε επαρκώς τις σύνθετες ταξικές σχέσεις που κείτονται πίσω απ’ την «αφηρημένη εργασία», χρειάζεται να εξετάσουμε άλλα τμήματα των γραπτών του Μαρξ. Αυτό που ανακαλύπτουμε είναι ότι δείχνει με αρκετή σαφήνεια το πως η διαδικασία αφαίρεσης δεν συμβαίνει μόνο στην φαντασία μας. Αντιθέτως, η αφηρημένη εργασία έχει σημασιολογική σημασία ως έννοια όχι όμως επειδή το σύνολο της ανθρώπινης εργασίας είναι βασικά το ίδιο, όχι επειδή υπάρχει ένα κοινό στοιχείο αναγκαίο για την ισοδυναμία της ανταλλαγής το οποίο αποκαλύπτειται απ’ αυτή την ίδια την ισοδυναμία της ανταλλαγής. Έχει σημασία επειδή το ίδιο το κεφάλαιο, στη συνεχή του πάλη με την εργασία να δημιουργήσει και να διατηρήσει τον καταμερισμό της εργασίας ο οποίος αποτελεί τη βάση της εμπορευματικής παραγωγής, της ανταλλαγής και του κοινωνικού ελέγχου, προσπαθεί διαρκώς να προσαρμόσει την εργασία στις ανάγκες του. Προσπαθεί να το πετύχει αυτό μέσω μιας συνεχής μετατόπισης κι εκτοπισμού εργασίας για να ξεπεράσει τους εργατικούς αγώνες. Ο στόχος είναι μια ευέλικτη, ευπροσάρμοστη προσφορά εργασίας στην οποία κάθε συγκεκριμένη πτυχή της εργασίας, για παράδειγμα, δύναμη ή δεξιότητα, γίνεται όλο και λιγότερο σημαντική. Με την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η εργασία είναι αυξανόμενα «αφηρημένη» ακριβώς με την πραγματική έννοια ότι έχει λιγότερους καθορισμένους προσδιορισμούς. Με άλλα λόγια, ένα εύπλαστο εργατικό δυναμικό ουσιαστικά ανέρχεται σε μια ομοιογενής μάζα, κάθε τμήμα της οποίας μπορεί να απασχοληθεί οπουδήποτε το κεφάλαιο το χρειάζεται στη βιομηχανική μηχανή. Πιθανώς, η σαφέστερη δήλωση του Μαρξ επ’ αυτού βρίσκεται στα Grundrisse:

Αυτή η αφαίρεση, η εργασία γενικά, δεν είναι μόνο το πνευματικό αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ολότητας εργασιών. Η αδιαφορία απέναντι στην καθορισμένη εργασία αντιστοιχεί σε μια κοινωνική μορφή όπου τα άτομα περνούν με ευκολία από την μια εργασία στην άλλη και όπου το καθορισμένο είδος της εργασίας τους είναι τυχαίο, άρα αδιάφορο. Η εργασία έχει γίνει εδώ -όχι μόνο σαν κατηγορία, αλλά στην πραγματικότητα- μέσο για την παραγωγή του πλούτου γενικά, και έχει πάψει να είναι σαν προσδιορισμός συνυφασμένη με τα άτομα σε μια ιδιαιτερότητα. Μια τέτοια κατάσταση βρίσκεται στην μεγαλύτερή της ανάπτυξη στην πιο σύγχρονη μορφή ύπαρξης των αστικών κοινωνιών – στις ΗΠΑ. Εδώ λοιπόν γίνεται για πρώτη φορά αληθινή στην πράξη η αφαίρεση της κατηγορίας «εργασία», «εργασία γενικά», εργασία απλά και καθαρά, η αφετηρία της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας[28].

Σ’ αυτό το σημείο, είναι υψίστης σημασίας να μην ξεχάσουμε την προσέγγισή μας σ’ αυτή την μελέτη. Πρέπει επίσης να δούμε ότι υπάρχει μια άλλη πλευρά σ’ αυτή την προσπάθεια του κεφαλαίου να ανάγει την εργασία σε αφηρημένη εργασία. Αυτή είναι η δραστηριότητα της εργατικής τάξης. Η δημιουργία μιας αυξανόμενα ομοιογενούς εργατικής τάξης δεν αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα της χειραγώγησης του κεφαλαίου. Αποτελεί επίσης αποτέλεσμα των αγώνων της εργατικής τάξης να επιτύχει μια ενότητα απέναντι στο κεφάλαιο. Στους αγώνες τους για τέτοιους κοινούς στόχους όπως η μειωμένη εργάσιμη ημέρα, καλύτερες εργασιακές συνθήκες, κατώτατους μισθούς, κλπ, οι εργάτες απέκτησαν συνοχή καθώς δρούσαν όλο και περισσότερο σαν μια διακριτή τάξη διεαυτή. Η απορρέουσα ομοιογένεια γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη για το κεφάλαιο επειδή αποτελεί μια θεμελιώδη βάση της δύναμης της εργατικής τάξης. Η ενότητα που επιζητεί η εργατική τάξη δεν είναι η ενότητα της αφηρημένης εργασίας εντός του κεφαλαίου, αλλά μια ενότητα έξω και ενάντια αυτής.

Εφαρμόζοντας τη στρατηγική του διαίρει και βασίλευε, το κεφάλαιο έχει πάντα χρησιμοποιήσει ιστορικά δεδομένες διαιρέσεις που κληρονόμησε απ’ το παρελθόν, για παράδειγμα, διαιρέσεις μεταξύ φυλών, φύλων, ηλικιακών ομάδων, εθνοτικών ή εθνικών ομάδων. Την ίδια στιγμή, έχει μετασχηματίσει, αναπτύξει και προσθέσει σ’ αυτές τις διαιρέσεις με αμέτρητους τρόπους. Για παράδειγμα, όλες οι λεγόμενες τεχνικές διαιρέσεις της ωφέλιμης εργασίας αποτελούν επίσης διαιρέσεις της εργατικής τάξης, σχεδιασμένες να την κρατούν υπό έλεγχο. Έτσι, ανακαλύπτουμε στα κεφάλαια, 11-13 του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου ότι το κλειδί της επιτυχίας του κεφαλαίου για τη διατήρηση του ελέγχου επί της παραγωγικής δύναμης της συνεργασίας -του συλλογικού εργάτη στο εργοστάσιο- είναι η ικανότητά του να επιβάλλει μια ιεραρχική μισθολογική διαίρεση στους εργάτες που συνδέονται με ένα ορισμένο καταμερισμό της ωφέλιμης εργασίας και να τους θέτει τον έναν ενάντια στον άλλο. Παρομοίως, οι μεγαλύτεροι καταμερισμοί της εργασίας, όπως η διαίρεση μεταξύ πόλης και υπαίθρου, ο αποικιακός καταμερισμός της εργασίας και ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ βιομηχανικών κλάδων, όλοι τους υπηρετούν στη διαίρεση της εργατικής τάξης και τον έλεγχό της. «Ενώ από τη μια πλευρά εμφανίζεται [ο μανουφακτουρικός καταμερισμός της εργασίας]», γράφει ο Μαρξ, «ως ιστορική πρόοδος κι ως αναγκαία στιγμή ανάπτυξης στη διαδικασία οικονομικής διαμόρφωσης της κοινωνίας, από την άλλη εμφανίζεται ως μέσο πολιτισμένης κι εκλεπτυσμένης εκμετάλλευσης»[29].

Η μισθολογική ιεραρχία, η οποία είναι κρίσιμης σημασίας για τον έλεγχο του εργοστασίου από το κεφάλαιο, παίζει επίσης έναν κρίσιμο ρόλο στο ευρύτερο κοινωνικό εργοστάσιο. Επειδή ο χρηματικός μισθός ως η ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης αποτελεί την πληρέστερα ανεπτυγμένη μορφή της ανταλλαγής μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, η παρούσια ή απουσία του είναι θεμελιώδης για τον καθορισμό τόσο της σχέσης των διάφορων τμημάτων της εργατικής τάξης με το κεφάλαιο όσο και των σχέσεων μεταξύ των διάφορων αυτών τμημάτων μεταξύ τους. Το έργο του Μισθού για την Οικιακή Εργασία έχει φανερώσει ότι στην ανάλυση του εφεδρικού στρατού στο 23ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, ο βασικός καταμερισμός μεταξύ του «ενεργού» και του «εφεδρικού» τμήματος της τάξης είναι μια διαίρεση μεταξύ ενός μισθωτού κι ενός άμισθου τμήματος. Η ίδια η ανάλυση του Μαρξ για τον κεντρικό ρόλο του άμισθου εφεδρικού στρατού στον έλεγχο του μισθωτού εργασιακού στρατού δείχνει πως η διαίρεση μισθωτών/άμισθων είναι θεμελιώδης. Περαιτέρω έργα έχουν δείξει το πως οι λεγόμενες μη-οικονομικές διαίρεσεις, όπως οι φυλετικές, έμφυλες ή εθνικές διαιρέσεις, είναι επίσης ιεραρχικές διαιρέσεις και βασικά μισθολογικές διαιρέσεις (με αυτή την έννοια ακόμη κι οι ιεραρχικές εισοδηματικές διαιρέσεις των άμισθων είναι «μισθολογικές» διαιρέσεις)[30].

Το κεφάλαιο διατηρεί τον έλεγχό του μέσω της δυναμικής χειραγώγησης αυτών των διαιρέσεων. Για παράδειγμα, η επιτυχία ενός τμήματος της εργατικής τάξης στην επίτευξη υψηλότερων μισθών χρησιμοποιείται από το κεφάλαιο, όπου αυτό είναι εφικτό, για τον τονισμό της μισθολογικής ιεαρχίας. Σ’ αυτή τη διαδικασία μπορούμε να δούμε τον έντονα πολιτικό χαρακτήρα αυτού του ζητήματος εντός της ταξικής πάλης. Ξανά και ξανά, ο Μαρξ τόνισε πως το κεφάλαιο χρησιμοποιεί αρκετά συνειδητά αυτές τις διαιρέσεις για να διατηρήσει τον έλεγχο επί της εργασίας σαν αφηρημένη εργασία. Μια από τις πιο διδακτικές του αναλύσεις για αυτή τη διαδικασία αξίζει να παρατεθεί εκτενώς.

Κάθε βιομηχανικό κι εμπορικό κέντρο στην Αγγλία κατέχει τώρα μια εργατική τάξη διαιρεμένη σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, τους Άγγλους προλετάριους και τους Ιρλανδούς προλετάριους. Ο μέσος Άγγλος εργάτης μισεί τον Ιρλανδό εργάτη, βλέποντάς τον σαν ανταγωνιστή του που ευθύνεται για την πτώση του βιοτικού του επιπέδου. Σε σχέση με τον Ιρλανδό εργάτη, ο Άγγλος εργάτης θεωρεί τον εαυτό του σαν μέλος του κυρίαρχου έθνους, και συνεπακόλουθα γίνεται εργαλείο των Άγγλων αριστοκρατών και καπιταλιστών ενάντια στην Ιρλανδία, ενισχύοντας έτσι την κυριαρχία τους επί τον ίδιο. Θρέφει θρησκευτικές, κοινωνικές κι εθνικές προκαταλήψεις ενάντια του Ιρλανδού εργάτη. Η στάση του προς αυτόν είναι σαν εκείνη των «φτωχών λευκών» προς τους Νέγρους στις πρώην δουλοκτητικές πολιτείες των ΗΠΑ. Ο Ιρλανδός του ανταποδίδει πληρώνοντάς τον με το ίδιο νόμισμα – και με τόκο. Βλέπει στον Άγγλο εργάτη τόσο τον συνεργό όσο και το ηλίθιο εργαλείο των Άγγλων κυβερνούντων της Ιρλανδίας.

Αυτός ο ανταγωνισμός διατηρείται ζωντανός τεχνητά και εντείνεται από τον τύπο, τον κλήρο, τα κόμικς, εν ολίγοις, απ’ όλα τα μέσα που διαθέτουν οι άρχουσες τάξεις. Αυτός ο ανταγωνισμός αποτελεί το μυστικό της αδυναμίας της αγγλικής εργατικής τάξης, παρά την οργάνωσή της. Αποτελεί το μυστικό με το οποίο η καπιταλιστική τάξη διατηρεί την εξουσία της. Κι η καπιταλιστική τάξη το γνωρίζει αυτό αρκετά καλά[31].

Η άμεση σύγχρονη συνάφεια της ανάλυσης αυτής μπορεί να βρεθεί καθόλη την έκταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η ανάλυση του Μαρξ για τη σχέση μεταξύ των Ιρλανδών μεταναστών και των Άγγλων εργατών αποτελεί ένα παράδειγμα των πρόσφατων προσπαθειών του κεφαλαίου να θέσουν τους μετανάστες εργάτες ενάντια στους ντόπιους εργάτες στη Βόρεια Αμερική, τη βόρεια Ευρώπη και πιο πρόσφατα στις χώρες του ΟΠΕΚ. Οι Μεξικανοί κι οι Πουερτορικανοί στις ΗΠΑ, οι Ιταλοί κι οι Φιλιππινέζοι στον Καναδά, οι Αλγερινοί κι οι Πορτογάλοι στη Γαλλία, οι Τούρκοι κι οι Ιταλοί στη Γερμανία και οι Βορειοκορεάτες στο Ιράν και την Ιαπωνία μπορούν εύκολα να ειδωθούν σαν οι αντίστοιχοι των Ιρλανδών στην Αγγλία που περιγράφει ο Μαρξ. Και το μάθημα δεν περιορίζεται στις εθνικές διαίρεσεις αλλά ισχύει εξίσου σε διάφορες διαιρέσεις εντός των χωρών: μαύροι/λευκοί, άντρες/γυναίκες.

Όμως, για να αναγνωρίσουμε την άμεση συνάφεια της ανάλυσης αυτής με το σήμερα, είναι επίσης αναγκαίο να δούμε ξανά και την άλλη πλευρά – να δούμε τη δραστηριότητα της εργατικής τάξης εντός κι ενάντια των διαιρέσεων αυτών. Αφενός, η διεθνής κινητικότητα της εργασίας έχει υπάρξει σε μεγάλο βαθμό μια αυτόνομη κίνηση από την μερια των εργατών που διεκδικούν ένα μεγαλύτερο εισόδημα και μια λιγότερο επίπονη εργασία – αρχικά μια άρνηση της άμισθης εργασίας και μια διεκδίκηση ενός μισθού, ύστερα στην πάλη ενάντια στην μισθωτή εργασία μια τάση παραβίασης του δεσμού μεταξύ της εργασίας και του εισοδήματος και την μετατροπή του μισθού σε μια μονομερή μεταφορά πόρων από το κεφάλαιο στην εργασία. Αφετέρου, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του κύκλου αγώνων της εργατικής τάξης που δημιούργησε την παρούσα κρίση του κεφαλαίου υπήρξε η ικανότητα της εργατικής τάξης να ξεπεράσει αυτές τις διαίρεσεις και να επιτύχει νέα επίπεδα του δικού της είδους ομοιογένειας ενάντια στην αφηρημένη εργασία.

Η δυναμική πάλη μεταξύ των δύο αυτών τάξεων αναφορικά με το ζήτημα της διαίρεσης/ομοιογένειας μπορεί να εννοιολογηθεί γόνιμα μέσω των εννοιών της σύνθεσης, πολιτικής ανασύνθεσης και αποσύνθεσης. Νοημένες σαν μια ιδιαίτερη δομή της ισχύος εντός της τάξης, ο καταμερισμός της εργασίας βλέπεται όχι τεχνικά αλλά πολιτικά, σαν μια ορισμένη σύνθεση της εργατικής τάξης. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, απαιτείται μια σύνθεση που θα εξασθενήσει επαρκώς τη τάξη ώστε να πάρει τον έλεγχο το κεφάλαιο. Για την εργατική τάξη, η ίδια αυτή σύνθεση αποτελεί ένα εμπόδιο. Το ξεπέρασμά του ορίζεται σαν μια πολιτική ανασύνθεση της τάξης όπου η δομή της ισχύος ανασυντίθεται προς όφελος των εργατών[32]. Μια τέτοια πολιτική ανασύνθεση στη βάση ενός δεδομένου καταμερισμού εργασίας υπονομεύει τη χρησιμότητα του καταμερισμού αυτού για το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο με τη σειρά του ωθείται να προσπαθήσει να αποσυνθέσει το νέο επίπεδο της δύναμης των εργατών μέσω της επιβολής ενός νέου τεχνικού ή κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, μέσω μιας διαδικασίας καταστολής κι αναδιάρθρωσης.

Μπορούμε να ανακαλύψουμε πολλά παραδείγματα αυτής της διαδικασίας κατά τη διάρκεια της παρούσας κρίσης. Αν η νέα δύναμη που επιτεύχθηκε από τους μετανάστες εργάτες κατά τη διάρκεια του τελευταίου κύκλου αγώνων βασίστηκε σε μια πολιτική ανασύνθεση στην οποία ξεπεράσαν τη διαίρεσή τους με τους ντόπιους εργάτες, τότε οι τρέχοντες εκτεταμένες καπιταλιστικές επιθέσεις στην μεταναστευτική εργασία πρέπει να ειδωθούν σαν μια νέα προσπάθεια του κεφαλαίου να αποσυνθέσει αυτό το επίπεδο της δύναμης μέσω μαζικών απελάσεων και της παγκόσμιας αναδιάρθρωσης του μοτίβου των επενδύσεων. Έτσι, εντοπίζουμε προσπάθειες απέλασης εργατών από τις ΗΠΑ και τη δυτική Ευρώπη ώστε είτε να τους επιστρέψουν στη θέση τους σαν λανθάνων εφεδρικός στρατός (Μέξικο) είτε να σταλθούν σε νέες περιοχές καπιταλιστικής ανάπτυξης (πχ η μαζική εισροή εργατών στην ανατολική Ευρωπή και της χώρες του ΟΠΕΚ της Εγγύς Ανατολής). Παρομοίως, εντοπίζουμε εντός συγκεκριμένων τομέων παραγωγής, όπως η γεωργία κι η ενέργεια, προσπάθειες για την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και νέας οργάνωσης της εργασίας για την απόσυνθεση του αναπτυσσόμενου επιπέδου της δύναμης της εργατικής τάξης. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, έχουμε τη συνεχή προσπάθεια εκμηχάνισης ορισμένων καλλιεργειών για την αντιμετώπιση των αγώνων των εργατών γης (τόσο ντόπιων όσο και πολυεθνικών εργατών). Έχουμε επίσης την προσπάθεια για την αναδιάρθρωση του ενεργειακού τομέα, ιδίως σε σχέση με το πετρέλαιο και τον άνθρακα, ώστε να υπονομευτεί η δύναμη των ανθρακορύχων στα Απαλάχια Όρη κι η αναπτυσσόμενη δύναμη των εργατών στην Μέση Ανατολή. Στην Ευρώπη, βρίσκουμε παρόμοια παραδείγματα στις προσπάθειες του σχεδίου του Mansholt για την εξάλειψη μιας απείθαρχης αγροτιάς, των σοβιετικών σχεδιαστών να εκβιομηχανίσουν την παραγωγή κρέατος, του ιταλικού κεφαλαίου να αναδιαρθρώσει τον πετροχημικό του τομέα, και της Ευρώπης εν γένει να στραφεί στην πυρηνική ενέργεια μ’ ένα μεγάλο άλμα προς τα εμπρός αντικαθιστώντας το μεταβλητό κεφάλαιο από σταθερό[33]. Σ’ όλα αυτά τα παραδείγματα, το κεφάλαιο αντιμετωπίζει την πολιτική ανασύνθεση της εργατικής τάξης με το νέο του επίπεδο οργανικής σύνθεσης.

Οι ίδιες διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη εκτός του εργοστασίου καθώς το κεφάλαιο αποκρίνεται στην ανασύνθεση που επιτεύχθηκε τη δεκαετία του 1960 από άμισθες ομάδες όπως φοιτητές, άνεργους, δικαιούχους κοινωνικής πρόνοιας και νοικοκυρές. Μέσω νέων σχεδίων για αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης, των παροχών προς τους ανέργους, των προνοιακών προγραμμάτων και το άνοιγμα της αγοράς εργασίας προς τις γυναίκες, το κεφάλαιο επιδιώκει να επανεπιβάλλει νέους δέσμους μεταξύ του εισοδήματος και της εργασίας. Έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη δημοσιονομική κρίση της ανώτατης εκπαίδευσης, την επέκταση των βιομηχανικών προγραμμάτων μαθητείας, την ανάπτυξη των προγραμμάτων εργασιακής επανεκπαίδευσης ενηλίκων, τις προσπάθειες πρόσδεσης των κουπονιών σίτισης κι άλλων προνοιακών παροχών σε προγράμματα εργασίας, κλπ[34].

Αυτή η ανάλυση της πάλης αναφορικά με την αφηρημένη εργασία ως την ουσία της αξίας -καπιταλιστικά επιβεβλημένη εργασία- προσφέρει μια οπτική από την οποία μπορούμε να αποφύγουμε τις συνήθεις παγίδες του να δούμε τις διαιρέσεις της εργατικής τάξης είτε σαν μια κοινωνιολογική διαστρωμάτωση στην οποία η ανάδυση μιας «μεσαίας τάξης» έχει καταστρέψει τη συνάφεια της ανάλυσης του Μαρξ για μια πάλη μεταξύ δύο τάξεων είτε σαν το μονομερές αποτέλεσμα ενός παντοδύναμου καπιταλισμού ο οποίος απλώς χειραγωγεί τους εργάτες σαν πιόνια σε μια κατακερματισμένη αγορά εργασίας[35]. Και στις δύο περιπτώσεις, η μελέτη της ανάπτυξης της δύναμης των εργατών παραβλέπεται. Αντ’ αυτού, μπορούμε να δούμε το πραγματικό μοτίβο της διαστρωμάτωσης ή του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας σαν το αποτέλεσμα μιας πραγματικής και συχνά βίαιης ταξικής πάλης στην οποία και οι δύο τάξεις έχουν αυτόνομη δύναμη.

Αφού κατανοηθεί αυτή η θεμελιώδης διαδικασία, η ιδιαίτερη διαμόρφωση των διαιρέσεων μπορεί να κατανοηθεί εντός του πλαισίου ιστορικά συγκεκριμένων περιστάσεων. Για παράδειγμα, για να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η αντρική εργασία γενικά αμοίβεται υψηλότερα από τη γυναικεία, απαιτείται μια ιστορική ανάλυση της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας αντρών/γυναικών στις κοινωνίες στις οποίες επιβλήθηκε η εμπορευματική μορφή, καθώς και μια ανάλυση για το πως αυτή η ιεραρχία ενισχύθηκε ή μεταβλήθηκε από τη νέα τάξη πραγμάτων. Η συνεχιζόμενη ύπαρξη αυτής της διαίρεσης, καθώς και η ιδιαίτερη δομική της εξέλιξη, μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μόνο αναλύοντας το μοτίβο της ταξικής πάλης και των καπιταλιστικών αποκρίσεων όπως το αναπτύξαμε παραπάνω. Αυτό το είδος ανάλυσης δεν ανάγει το φαινόμενο του σεξισμού (ή ρατσισμού) σε αυτό του καπιταλισμού, ακριβώς επειδή απαιτεί μια αναγνώριση κι ερμηνεία τόσο της αντίστοιχης σχέσης των αντρών και των γυναικών με το κεφάλαιο, όσο και του γεγονότος ότι αυτή η διαίρεση βασίζεται στην αντρική κυριαρχία επί των γυναικών και όχι το αντίστροφο. Παρομοίως, δεν ανάγει την ανάλυση ούτε σε κάποια χειραγώγηση από την μεριά του κεφαλαίου ούτε σ’ αυτή των αγώνων της εργατικής τάξης στο σύνολό της. Αντιθέτως, μια εξέταση των διαδικασιών της πολιτικής ανασύνθεσης και αποσύνθεσης περιλαμβάνει την ανάλυση των αυτόνομων δραστηριοτήτων των διάφορων τμημάτων της τάξης και του τρόπου που αλληλεπιδρούν ώστε να αντιμετωπίσουν το κέφαλαιο σαν τάξη.

Η πολιτική σημασία της κατανόησης της ταξικής φύσης της αφηρημένης εργασίας και των διαδικασιών τις οποίες παράγει δεν μπορεί να υπερτονιστεί. Εστιάζοντας την προσοχή μας στην ομοιογένεια που αντιπαραθέτει η εργατική τάξη στην καπιταλιστική αφηρημένη εργασία και τις διαδικασίες πολιτικής ανασύνθεσης μέσω των οποίων επιτυγχάνεται αυτή η ομοιογένεια, η προσέγγιση αυτή φανερώνει τη ταξική πολιτική της αφηρημένης εργασίας και του καταμερισμού της εργασίας στην οποία βασίζεται. Μελετώντας αυτές τις πραγματικές διαδικασίες, αφήνουμε πίσω μας τον ιδεολογικό κόσμο της ταξικής συνείδησης και του αριστερού κόμματος, για να ανακαλύψουμε το πως η εργατική τάξη επεξεργάζεται τη δική της ενότητα καθώς και τις δυνάμεις και αδυναμίες των στρατηγικών και των τακτικών της.

Μερικές βασικές πτυχές της οργάνωσης της εργατικής τάξης υποδηλώνονται απ’ αυτή την ανάλυση. Επειδή οι διαιρέσεις είναι ιεραρχικές, υπάρχουν πάντα κυρίαρχες και κυριαρχούμενες πλευρές. Σ’ αυτές τις περιστάσεις, οι διαιρέσεις έχουν λειτουργήσει όπου το κεφάλαιο έχει υπάρξει ικανό να επωφεληθεί από την κυρίαρχη πλευρά που επωφελείται απ’ αυτή τη διαίρεση. Οι διαιρέσεις δεν είναι πλασματικές ή απλά ιδεολογικές, μπορώντας να ξεπεραστούν με τη «ταξική συνείδηση». Οι άντρες πράγματι επωφελούνται από την εργασία των γυναικών· οι λευκοί πράγματι επωφελούνται από το χαμηλότερο κοινωνικό στάτους των μαύρων· οι ντόπιοι εργάτες πράγματι επωφελούνται από το γεγονός πως οι μετανάστες εργάτες τοποθετούνται στις χειρότερες θέσεις εργασίας. Συνεπώς, η πάλη για την καταστροφή των διαιρέσεων γενικά ξεκινάει από την κυριαρχούμενη ομάδα, καθώς δεν μπορούμε να αναμένουμε από την άλλη πλευρά να εργάζεται πάντα προς την καταστροφή των προνομίων της. Οι προσπάθειες για το ξεπέρασμα του ρατσισμού, του σεξισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εκμετάλλευσης των φοιτητών τη δεκαετία του 1960 ηγήθηκε από τους αγώνες των μαύρων κι όχι των λευκών, των γυναικών κι όχι των αντρών, των αγροτών [του Τρίτου Κόσμου] κι όχι των Αμερικάνων, των φοιτητών κι όχι των καθηγητών ή των διοικητικών. Ήταν στη βάση αυτών των αυτόνομων προσπαθειών που οι αγώνες κυκλοφόρησαν σε άλλα τμήματα της τάξης, ανασυνθέτοντας τη δομή της ισχύος της εργατικής τάξης. Η υπονόμευση της αυτονομίας αυτών των τμήματων της τάξης, όπως αυτή που προσπάθησε η αριστερά και τα συνδικάτα διαλύοντας τα τμήματα αυτά στις ιεραρχικές οργανώσεις της, μπορεί να λειτουργήσει μόνο προς τη διαιώνιση των χρήσιμων για το κεφάλαιο διαιρέσεων. Η πραγματικότητα της αυτονομίας περιπλέκει το νόημα της ομοιογένειας της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο. Υποδηλώνει ότι η ενότητα της εργατικής τάξης πρέπει να κατανοηθεί σαν να είναι έμμεση, όπως κι η ομοιογένεια του κεφαλαίου (ευπλαστότητα μέσω της διαίρεσης). Με άλλα λόγια, η ενότητα της εργατικής τάξης συχνά επιτυγχάνεται μόνο έμμεσα, διαμέσου της συμπληρωματικότητας στην εξάσκηση της ισχύος της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο από τα διαφορετικά τμήματα της τάξης που εμπλέκονται σ’ αυτή την πάλη, όχι με τους όρους του απατηλού είδους της άμεσης ομοιογένειας των λενινιστικών οργανώσεων.

Το μέτρο της αξίας είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας – αξία

Έως τώρα, ο Μαρξ μας έχει δείξει ότι η αξία αποτελεί το κλειδί για την ανταλλακτική αξία και ότι η ποιοτική ουσία της αξίας είναι η αφηρημένη εργασία – δηλαδή, η εργασία υπό τον καπιταλισμό. Στρέφεται ύστερα στο ζήτημα του μέτρου της αξίας ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει τόσο μια ποσοτική όσο και μια ποιοτική ανάλυση.

Untitled5

Η μέτρηση της αξίας πρέπει να σημαίνει την μέτρηση της ουσίας της: της αφηρημένης εργασίας. Ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι η μέτρηση του μεγέθους της αφηρημένης εργασίας μπορεί να σημαίνει μόνο την μέτρηση του χρόνου κατά την οποία εκτελείται. Η ποσότητα της εργασίας μετριέται από τη διάρκειά της. Τώρα, η καταμέτρηση του χρόνου απαιτεί μια μονάδα, ένα ελάχιστο μέγεθος, ένα μέγεθος. Μια τέτοια μονάδα μπορεί φαινομενικά να επιλεγεί σύμφωνα με την προτίμηση του καθενός καθώς έχουμε πολλές βασικές μονάδες μέτρησης του χρόνου: εβδομάδα, ημέρα, ώρα, λεπτό. Όμως, το μέτρο της αφηρημένης εργασίας, ο χρόνος της, πρέπει να κατανοηθεί σαν να είναι μια κοινωνική έννοια και φαινόμενο, όπως κι η ίδια η αφηρημένη εργασία. Δεν μπορεί οπότε να μετρηθεί άμεσα με το ρολόι ή το ημερολόγιο. Όπως η αφηρημένη εργασία, ο χρόνος εργασίας πρέπει να κατανοηθεί εντός της ολότητας του κεφαλαίου. Η μέτρηση του χρόνου της αφηρημένης εργασίας μπορεί να γίνει μόνο εντός του πλαισίου της συνολικής κοινωνικής μάζας ομοιογενούς χρόνου αφηρημένης εργασίας που εξαναγκάζεται από την μονάδα των εργαζομένων με μια «μη-μετρήσιμη μονάδα». Όμως, ακόμη κι αναγνωρίζοντας αυτό, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο πως προσεγγίζουμε αυτή την έννοια. Δυστυχώς, πολλοί τείνουν να σκέφτονται ότι το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα χρόνου αφηρημένης εργασίας που ενσωματώνεται σ’ αυτό από τον εργάτη που το παρήγαγε. Όμως, το να συλλάβουμε την αξία ενός εμπορεύματος σαν να είναι το άμεσο αποτέλεσμα της εργασίας για την παραγωγή αυτού του συγκεκριμένου μεμονωμένου εμπορεύματος σημαίνει ότι χάνουμε τον κοινωνικό χαρακτήρα της αξίας και την αντικρίζουμε αντ’ αυτού σαν κάποια μεταφυσική ουσία που μαγικά εγχέεται στο προϊόν από το άγγιμα του εργάτη. Μια τέτοια θεωρία της αξίας μοιάζει με την παλιά χημική θεωρία του φλογιστού, στην οποία η αρχή της φωτιάς θεωρούνταν σαν μια υλική ουσία ενσωματωμένη στα εύφλεκτα αντικείμενα. Μια θεωρία τύπου φλογιστού για την αξία οδηγεί σε τέτοια περίεργα και πολιτικά επικίνδυνα αποτελέσματα όπως η αναγνώριση ως «παραγωγικών αξίας» μόνο των εργατών που διενεργούν μια φυσική εργασία άμεσα επί του προϊόντος. Από εκεί, είναι μόλις ένα βήμα παραπέρα η τελετουργική κατηγοριοποίηση μεταξύ «πραγματικών» εργατών και «μη-παραγωγικών» εργατών, και οι πολιτικές θέσεις που συνήθως συνδέονται με μια τέτοια προσέγγιση.

Ο Μαρξ μας δείχνει τουλάχιστον δύο τρόπους να αποφύγουμε αυτή την παγίδα. Στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, μας προσκαλεί να αναλογιστούμε το γεγονός ότι η ποιότητα της εργασίας πάντα διαφέρει από άτομο σε άτομο. Υπάρχουν πάντα ιεραρχήσεις παραγωγικότητας μεταξύ των εργατών λόγω των διακυμάνσεων της επιδεξιότητας και του εξοπλισμού για την παραγωγή του ίδιου εμπορεύματος. Συνεπώς, ανά πάσα χρονική στιγμή η «ομοιογένεια» της εργασίας στην πραγματικότητα επιτυγχάνεται μόνο στο επίπεδο του κοινωνικού μέσου όρου με όρους τόσο της ποιότητας (αφηρημένη εργασία) όσο και της ποσότητας (χρόνος) της εργασίας. Ο Μαρξ γράφει: «Κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί κάποια αξία χρήσης με τους δεδομένους, κοινωνικά κανονικούς όρους παραγωγής και με τον κοινωνικά μέσο βαθμό δεξιότητας κι έντασης της εργασίας»[36]. Στα κεφάλαια 12-14 του Κεφαλαίου αναφορικά με την μανουφακτούρα και τη σύγχρονη βιομηχανία, και στο «αδημοσίευτο έκτο κεφάλαιο», ο Μαρξ εισάγει αργότερα μια σαφή ανάλυση του «συλλογικού» ή «συνολικού» εργάτη που μας οδηγεί επίσης μακρυά από μια θεωρία της αξίας σαν αυτή του φλογιστού. Στο 14ο κεφάλαιο, ο Μαρξ μίλησε γι’ αυτό αναφορικά με το ζήτημα της παραγωγικής εργασίας (εργασία παραγωγική αξίας): «Για να εργάζεται κανείς παραγωγικά, δεν είναι πλέον αναγκαίο να χρησιμοποιεί ο ίδιος τα χέρια του· αρκεί να είναι όργανο του συνολικού εργάτη και να διεκπεραιώνει κάποια από τις υπολειτουργίες του. Ο παραπάνω πρωταρχικός ορισμός της παραγωγικής εργασίας, ο οποίος συνεπάγεται από την ίδια τη φύση της υλικής παραγωγής, παραμένει πάντα αληθής για τον συνολικό εργάτη θεωρούμενο ως ολότητα. Δεν ισχύει όμως πλέον για κάθε ένα από τα μέλη του, εφόσον ληφθούν μεμονωμένα»[37]. Στο «αδημοσίευτο έκτο κεφάλαιο», ο Μαρξ μίλησε επ’ αυτού ακόμη πιο καθαρά σε ένα απόσπασμα που αξίζει να παραθέσουμε εδώ εκτενώς:

[…] ο πραγματικός λειτουργός του συνολικού προτσές εργασίας παύει να είναι ο μεμονωμένος εργάτης, αλλά γίνεται ολοένα και περισσότερο μια κοινωνικά συνδυασμένη ικανότητα εργασίας και μια που οι διάφορες ικανότητες εργασίας, που ανταγωνίζονται, και που αποτελούν τη συνολική παραγωγική μηχανή, παίρνουν μέρος με πολύ διαφορετικούς τρόπους στο άμεσο προτσές της διαμόρφωσης των εμπορευμάτων ή εδώ καλλίτερα των προϊόντων, ο ένας σαν manager, engineer (διευθυντής, μηχανικός), τεχνολόγος κλπ. ο άλλος σαν overlooker (επιβλέπων), ο τρίτος σαν άμεσος χειροτέχνης ή ακόμα απλά σαν ανειδίκευτος εργάτης […] Αν εξετάσει κανείς το συλλογικό εργάτη από τον οποίο αποτελείται το εργαστήριο, τότε η συνδυασμένη του δραστηριότητα εκφράζεται άμεσα και υλικά σε ένα συνολικό προϊόν, που είναι συγχρόνως μία συνολική μάζα εμπορευμάτων, ενώ είναι τελείως αδιάφορο, αν η λειτουργία του μενονωμένου εργάτη, που είναι μόνο ένα μέλος αυτού του συλλογικού εργάτη, βρίσκεται πιο μακριά ή πιο κοντά στην άμεση χειροτεχνική εργασία[38].

Αυτές οι πολύ σημαντικές έννοιες πρέπει να μας οδηγήσουν μια για πάντα μακρυά από οποιαδήποτε τάση για την προσπάθεια κατανόησης της αξίας με όρους μεμονωμένων περιπτώσεων.

Για την κατανόηση του μέτρου της αξίας, η βασική διάκριση που πρέπει να δούμε είναι αυτή μεταξύ της ωφέλιμης εργασίας που παράγει εμπορεύματα σαν αξίες χρήσης και της αφηρημένης εργασίας που τα παράγει σαν αξίες. Το άμεσο μέτρο του πραγματικού χρόνου εργασίας μπορεί μόνο να είναι το μέτρο της ωφέλιμης εργασίας και ποτέ αυτό της αξίας. Μεταξύ αυτού του χρόνου της ωφέλιμης εργασίας και της αξίας, κείτεται η κοινωνική μεσολάβηση η οποία εμφανίζεται σαν ο μέσος όρος. Με άλλα λόγια, ενώ η πραγματική ποσότητα χρόνου ωφέλιμης εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των μεμονωμένων εμπορευμάτων ενός δεδομένου είδους ίσως να διαφέρει από τόπο σε τόπο, η αξία εκφράζει τον κοινωνικό μέσο όρο ο οποίος αποδίδει τους «κανονικούς» όρους παραγωγής που κυριαρχούν σε οποιαδήποτε δεδομένη περίοδο. Όπως πάντα με τον Μαρξ, ο κοινωνικός καθορισμός είναι κεντρικός· η μεμονωμένη ιδιαιτερότητα είναι παράγωγο – το επιμέρους έχει νόημα μόνο εντός του πλαισίου του συνόλου. Αυτό σημαίνει ότι η αξία ενός εμπορεύματος που παράγεται κάπου, επειδή καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, θα είναι ίδια με εκείνη των εμπορευμάτων που παράγονται αλλού, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα περιέχει λιγότερο ή περισσότερο χρόνο ωφέλιμης εργασίας επειδή οι εργάτες που το παρήγαγαν είχαν υψηλότερη ή χαμηλότερη παραγωγικότητα από τον μέσο όρο[39].

Παρότι αυτός ο κοινωνικός μέσος όρος εμφανίζεται σ’ αυτό το σημείο μόνο σαν μια εννοιολογική αναγκαιότητα, πρέπει επίσης να κατανοηθεί σαν μια πραγματική κοινωνική διαδικασία ιδιαίτερης σημασίας στην ανάπτυξη διάφορων βασικών καπιταλιστικών στρατηγικών. Αποτελεί μια πραγματική κοινωνική διαδικασία με την έννοια ότι το κεφάλαιο έχει τη τάση να αναδιανέμεται από περιοχές χαμηλής παραγωγικότητας σε περιοχές υψηλής παραγωγικότητας (όταν αυτή η διαφοροποίηση οδηγεί σε μια διαφορά στα κέρδη). Μια τέτοια αναδιανομή τείνει να παράγει έναν κοινωνικό μέσο όρο, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Οι μηχανισμοί αυτής της αναδιανομής κυμαίνονται από τη διευρυμένη επιχειρηματική επένδυση σε εργοστάσια υψηλής παραγωγικότητας και το κλείσιμο εκείνων με χαμηλότερη παραγωγικότητα, έως τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και τη διάδοση εντός ενός κλάδου παρόμοιων καινοτομιών που αυξάνουν την παραγωγικότητα.

Την ίδια στιγμή, στην ανάλυση του Μαρξ γα τη σχετική υπεραξία και την εισαγωγή των μηχανών, ανακαλύπτουμε επίσης ότι ο χρόνος εργασίας στην πραγματικότητα αυξάνεται με δύο διαφορετικούς τρόπους. Πρώτον, η ελαχιστοποίηση των λειτουργικών εξόδων με τις μηχανές συχνά απαιτεί τη συνεχή 24ωρη λειτουργία τους, οπότε δημιουργείται μια τάση τόσο για την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας όσο και για τη δημουργία νυχτερινής εργασίας. Δεύτερον, η ομαλή κανονικότητα της λειτουργίας της μηχανής τείνει να αναγκάζει τους εργάτες να δουλεύουν συνεχέστερα, να «γεμίζει» συνεπώς «πιο πυκνά τους πόρους του χρόνου εργασίας». Αυτή η διαδικασία που μπορεί να κατανοηθεί τόσο σαν σκληρότερη εργασία όσο και σαν εξάλειψη των στιγμών ή των λεπτών ανάπαυλας που χρειάζονται οι εργάτες ή που θα μπορούσαν υπό άλλες περιστάσεις να ξεκλέψουν κατά τον χρόνο εργασίας τους. Και τα δύο αυτά φαινόμενα, μεταβάλλοντας την ποσότητα ωφέλιμης (και εμμέσως, «παραγωγική» αξίας) εργασίας που εκτελείται σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, μεταβάλλουν τη φύση αυτού του χρόνου κάνοντάς τον να «παράγει» περισσότερη αξία. Μια τέτοια αυξημένη εντατικότητα της εργασιακής δύναμης ή συμπύκνωση της εργασίας σημαίνει περισσότερο μόχθο και, συχνά, αυξημένα εργατικά ατυχήματα[40].

Αυτό μας φέρνει σε κάποιες περαιτέρω θεωρήσεις για τη φύση του ίδιου του χρόνου υπό τον καπιταλισμό. Έως τώρα, έχουμε δει το αδύνατο της σύλληψης του χρόνου απλά με τους όρους της άμεσης χρονολογικής ώρας της παραγωγής – λόγω του «κοινωνικά αναγκαίου» χαρακτήρα της αφηρημένης εργασίας. Επίσης, μόλις είδαμε ότι μια αύξηση της εντατικότητας της εργασίας σίγουρα μεταβάλλει το νόημα ενός δεδομένου χρονικού διαστήματος εργασίας. Όμως, η ανάλυση του Μαρξ για τον χρόνο εργασίας υπαινίσσεται ακόμη περισσότερα. Αποτελεί μια παρουσίαση ενός εκ των βασικών πολιτικών στοιχείων των ταξικών σχέσεων του καπιταλισμού. Ο χρόνος εργασίας που εξετάζουμε είναι πάνω από όλα απόλυτα εντός του πλαισίου της δομής της καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι ο μόνος χρόνος που έχει σημασία από τη σκοπιά του κεφαλαίου. Από την οπτική του κεφαλαίου, ο «χρόνος εργασίας» είναι ο μόνος ζωντανός χρόνος επειδή ο χρόνος αυτός φέρνει χρήματα. Περισσότερος χρόνος εργασίας σημαίνει λιγότερη χασούρα ή περισσότερη υπεραξία, οπότε το κεφάλαιο επιδιώκει με κάθε μέσο που μπορεί να φανταστεί να τον αυξήσει. Κάθε ώρα που ξοδεύει η εργατική τάξη χωρίς να δουλεύει -ο χρόνος ακριβώς δηλαδή που οι εργάτες μάχονται για ν’ αυξήσουν- είναι νέκρος χρόνος για το κεφάλαιο. (Θα επιστρέψω σύντομα στο πως το κεφάλαιο προσπαθεί να μετατρέψει αυτόν τον νεκρό χρόνο σε χρόνο εργασίας). Για την εργατική τάξη, αφετέρου, ο χρόνος εργασίας είναι χαμμένος χρόνος. Είναι, στη τελική, κάτι που έχουν αναγκαστεί να πουλήσουν στον καπιταλιστή· ανήκει στον καπιταλιστή και είναι χαμμένος χρόνος για την εργάτη. Έτσι, σε αντίθεση με το κεφάλαιο, ο χρόνος εργασίας είναι νεκρός χρόνος για τον εργάτη. Είναι μόνο στον χρόνο μη-εργασίας που ο εργάτης είναι ελεύθερος να ζήσει και να αναπτύξει τη ζωή του.

Το κεφάλαιο προσπαθεί να μας πείσει ότι ο χρόνος είναι καθολικός και αποτελεί απλώς μια φυσική οντότητα. Όμως ξέρουμε ότι δεν είναι. Μία ώρα εργασίας δεν ισοδυναμεί με μία ώρα ελεύθερου χρόνου με κανέναν τρόπο. Ένα ιδιαίτερα έντονο παράδειγμα της συνείδησης των εργατών αυτού του θεμελιώδους γεγονότοτος παρατίθεται από τον Μαρξ στα Grundrisse:

Στους Times του Νοέμβρη 1857 διαβάζει κανείς μια πολύ χαριτωμένη οργή ενός ιδιοκτήτη φυτειών στις Δυτικές Ινδίες. Με μεγάλη ηθική αγανάκτηση, ο συνήγορος αυτός αναλύει, σαν επιχειρήμα για την επαναφορά της δουλείας των νέγρων, πως οι Quashees (οι ελεύθεροι μαύροι της Τζαμάικας) αρκούνται να παράγουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα για τη δική τους κατανάλωση και θεωρούν, δίπλα σ’ αυτή την «αξία χρήσης», την ίδια τη τεμπελιά (indulgence and idleness) σαν το πραγματικό είδος πολυτέλειας· πως δεν τους καίγεται καρφί για τη ζάχαρη και το επενδυμένο στις φυτείες πάγιο κεφάλαιο, παρά κοιτούν μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικής χαιρεκακίας τους ιδιοκτήτες φυτειών να καταστρέφονται[41].

Αυτή αποτελεί μια βασική αιτία του γιατί ο χρόνος αποτελεί ένα θεμελιώδες πεδίο της ταξικής πάλης. Τα ρολόγια έχουν γίνει εργαλεία καταπίεσης εντός του κεφαλαίου επειδή τα λεπτά του χρόνου εργασίας είναι χρυσός για το κεφάλαιο. Ενώ αληθεύει ότι τα ρολόγια δεν μπορούν να μετρήσουν άμεσα την εργασία επειδή η αξία καθορίζεται από τον κοινωνικό μέσο όρο, αποτελούν μολαταύτα εργαλεία για την απόσπαση όσου περισσότερου χρόνου εργασίας είναι εφικτό στον κάθε χώρο εργασίας – το οποίο εμμέσως, όπως έχουμε δει, καθορίζει την ποσότητα της αξίας που παράγεται.

Η πάλη μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης αναφορικά με τον χρόνο, την οποία ο Μαρξ αργότερα ανέλυσε εις βάθος στο όγδοο κεφάλαιο, για την εργάσιμη ημέρα, λαμβάνει χώρα στον χώρο εργασίας με πολλούς τρόπους. Μερικούς απ’ τους τρόπους αυτούς τους ανέλυσα στο προηγούμενο κεφάλαιο – για παράδειγμα, η ανοιχτή πάλη για την «κανονική» εργάσιμη ημέρα. Άλλοι τρόποι, τους οποίους αναλύει ο Μαρξ, περιλαμβάνουν τόσο την πάλη αναφορικά με την εντατικότητα του χρόνου εργασίας, που μόλις εξετάσαμε, και το «ροκάνισμα» της εργάσιμης ημέρας όπου οι καπιταλιστές (κι οι εργάτες – αν κι ο Μαρξ ασχολήθηκε λιγότερο μ’ αυτή την πλευρά) επιδιώκουν να αυξήσουν (ή να μειώσουν) την ποσότητα της εργασίας με κάθε ευκαιρία: στην αρχή και στο τέλος της ημέρας, στο μεσημεριανό διάλειμμα, στο διάλλειμα για τουαλέτα, κλπ. Στα κεφάλαια 18 & 19 του Κεφαλαίου, αναφορικά με το χρονομίσθιο και τον μισθό με το κομμάτι, μαθαίνουμε επίσης το πως το κεφάλαιο προσπαθεί να χειραγωγίσει την μορφή πληρωμής του μεταβλητού κεφαλαίου ώστε να αυξήσει την ποσότητα του χρόνου εργασίας, ας πούμε, διατηρώντας χαμηλό το ωρομίσθιο ή την αμοιβή για το κάθε κομμάτι. Σήμερα, που το ζήτημα της ποσότητας της εργασίας που το κεφάλαιο μπορεί να επιβάλλει στους εργατές αποτελεί ξανά έναν μεγάλο παράγοντα σύγκρουσης, βρίσκουμε πολύ περισσότερο πειραματισμό – χειραγωγικά μοτίβα, όπως η τετραήμερη εργάσιμη εβδομάδα, στην οποία και οι δύο τάξεις επιδιώκουν να βελτιώσουν τη θέση τους.

Όμως, ενώ οι αγώνες αναφορικά με τον χρόνο στο εργοστάσιο ή το γραφείο, για τον χρόνο της μισθωτής εργασίας, είναι πολλοί και ποικίλουν, είναι το ζήτημα της πάλης αναφορικά με τον χρόνο εκτός της «επίσημης» εργάσιμης ημέρας που είναι το πιο προβληματικό. Τον 19ο αιώνα, όταν ο Μαρξ έζησε κι έγραφε, η ποσότητα του χρόνου που οι εργάτες είχαν εκτός της δουλειάς τους ήταν πολύ λίγη. Ο χρόνος αυτός ήταν μετά βίας αρκετός για την αναπαραγωγή τους σαν εργασιακή δύναμη. Υπ’ αυτές της περιστάσεις, οι δραστηριότητες όπως το φαγητό, ο ύπνος κι οι σεξουαλικές σχέσεις, οι οποίες ίσως κανονικά να θεωρούνται σαν δραστηριότητες του «ελεύθερου χρόνου» για την ευχαρίστηση των εργατών, υποβαθμίστηκαν στην εργασία για το μπάλωμα της ζημιάς (σωματικής και ψυχολογικής) που συνέβαινε στο εργοστάσιο. Στην ανάλυσή του για την απλή αναπαραγωγή στο 21ο κεφάλαιο, ο Μαρξ το είδε αυτό σαν μια κατάσταση στην οποία «η εργατική τάξη, ακόμα και έξω από την άμεση εργασιακή διαδικασία, αποτελεί εξάρτημα του κεφαλαίου ακριβώς όπως το άψυχο εργασιακό εργαλείο»[42]. Ήδη η «εργάσιμη ημέρα» περιλάμβανε τόσο τη δουλειά στο εργοστάσιο όσο και τον «ελεύθερο» χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Μαρξ συμπέρανε ότι «[ο] κεφαλαιοκράτης μπορεί να επαναπαυτεί αφήνοντας την εκλήπωρωσή του [την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης] στο ένστικτο αυτοσυντήρησης και αναπαραγωγής των εργατών»[43].

Τώρα, όπως είδαμε στην ανάλυση της εμπορευματικής μορφής, ο Μαρξ αντιλήφθηκε επίσης το πως η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας έτεινε, μειώνοντας τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, να «μειώνει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο», και το πως η τάση αυτή ενισχύεται με την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αυτή η τάση για μείωση του χρόνου εργασίας είναι ταυτόχρονα και μια τάση για «δημιουργία διαθέσιμου χρόνου» – ελεύθερου χρόνου για τους εργάτες. Το διαρκές πρόβλημα του κεφαλαίου είναι να βρει τρόπους να μετατρέψει αυτόν τον ελεύθερο χρόνο σε χρόνο εργασίας. Λόγω του ραγδαίου αυτής της εξέλιξης, ο Μαρξ μπόρεσε να δει τη θεμελιώδη κρίση που τελικά θα τίθοταν σε ένα σύστημα βασισμένο στην επιβολή της εργασίας. Μπόρεσε να δει ότι, όταν οι εργάτες «ιδιοποιηθούν οι ίδιοι την ίδια τους την υπερεργασία», τότε «ο διαθέσιμος χρόνος θα πάψει να έχει μια αντιθετική ύπαρξη» και θα γίνει το πραγματικό μέτρο του πλούτου. Αυτό που δεν μπόρεσε να προβλέψει, και είναι διαρκώς εμφανές στο Κεφάλαιο, ήταν οι πολλοί τρόποι με τους οποίους το κεφάλαιο θα επιδίωκε να αναδιαρθρώσει την κοινωνία στο σύνολό της, τόσο στο εργοστάσιο όσο και εκτός του εργοστασίου, τόσο τον χρόνο «εργασίας» όσο και τον «ελεύθερο» χρόνο, ώστε να προσπαθήσει να μετατρέψει το σύνολο του χρόνου σε χρόνο εργασίας. Όταν ο Μαρξ αναλογίστηκε για τις προσπάθειες του κεφαλαίου να ανακτήσει τον διαθέσιμο χρόνο και να τον μετατρέψει σε χρόνο εργασίας, σκέφτηκε τη βιομηχανική επέκταση και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τόσο στο εργοστάσιο όσο και στο γραφείο. Η μόνη εξαίρεση σ’ αυτό υπήρξε η περίπτωση του εφεδρικού στρατού, στον οποίο είδε ρητά ότι ο «ελεύθερος χρόνος» ήταν εγγενής και αναγκαίος για τη λειτουργία της «αγοράς εργασίας» του κεφαλαίου. Όμως, ενώ αυτή η διορατικότητα είναι θεμελιώδης, ποτέ δεν ανέπτυξε μια ανάλυση της πάλης μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης αναφορικά με το περιεχόμενο του ελεύθερου χρόνου.

Όπως είδαμε στον πρόλογο, η ιστορική ανάπτυξη του κεφαλαίου που έλαβε χώρα μετά την εποχή του Μαρξ, και την οποία δεν μπόρεσε να προβλέψει, είδε τη διεύρυνση του καπιταλιστικού ελέγχου ώστε να δομήσει όλη την κοινωνία σαν ένα μεγάλο κοινωνικό εργοστάσιο, ώστε όλες οι δραστηριότητες να συνεισφέρουν στη διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος. Όταν ο Μαρξ έγραψε, για παράδειγμα, στη τρίτη ενότητα του 13ου κεφαλαίου, για την απασχόληση των γυναικών και των παιδιών, είδε ότι τα άτομα αυτά απορροφούνται ακόμη βαθύτερα στη βιομηχανική μηχανή, αλέθονται καθημερινά και αφήνονται να αναρρώσουν τη νύχτα, με τον ίδιο τρόπο με τους άντρες εργάτες. Δεν υπήρξε καμία ανάγκη για κάποια εξειδικευμένη θεωρία για την οικογένεια, την οικιακή εργασία ή τη σχολική εργασία, επειδή αυτά αποτελούσαν αμελητέα τμήματα της ημέρας. Όμως αργότερα, με την απομάκρυνση των γυναικών και των παιδιών από τα ορυχεία, τους μύλους και τα εργοστάσια, με τη δημιουργία της σύγχρονης πυρηνικής οικογένειας και του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης από το κεφάλαιο, μια τέτοια θεωρία υπήρξε ζωτικής σημασίας. Σήμερα, πρέπει να μελετήσουμε το πως το κεφάλαιο δομεί τον «ελεύθερο χρόνο» με τέτοιο τρόπο ώστε να διευρύνει την αξία. Πρέπει να δούμε το πως η οικιακή εργασία έχει δομηθεί από το κεφάλαιο με την οικιακή οικονομία και τη τηλεόραση ώστε να διασφαλιστεί ότι ο χρόνος των γυναικών συνεισφέρει μόνο στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης των ιδίων, των συζύγων τους και των παιδιών τους. Πίσω από την προπαγάνδα του κεφαλαίου ότι είναι στο συμφέρον του ατόμου ή της οικογένειας ένα «ωραίο» σπίτι ή μια «καλή» εκπαίδευση, πρέπει να δούμε την επιθυμία [του κεφαλαίου] για την αναπαραγωγή της ζωής ως εργασιακή δύναμη.

Πρέπει να δούμε πως ανέπτυξε την οικιακή οικονομία όχι για να διδάξει τις μέλλουσες νοικοκυρές πως να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο (εμπορεύματα και ελεύθερο χρόνο) της κοινωνίας για τον δικό τους πλουτισμό, αλλά για το πως να τα βγάλουν πέρα με τα λίγα που έχουν. Είναι αλήθεια ότι οι εργάτες διεκδίκησαν ευκολότερη πρόσβαση στην εκπαίδευση. Όμως, πρέπει επίσης να δούμε πως το κεφάλαιο διαμορφώσε τη «δημόσια» εκπαίδευση όχι για τον «πλουτισμό» των παιδιών των εργατών, αλλά για να καλύψει τη δική του ανάγκη για εξειδίκευση, νέες τεχνολογίες, νέες στρατηγικές κοινωνικού ελέγχου και, πάνω απ’ όλα, για να ενσταλλάξει πειθαρχία. Τόσο η οικιακή όσο κι η σχολική εργασία αποσκοπούν να συμβάλλουν στη διατηρήση της αξίας της εργασιακής δύναμης σε χαμηλά επίπεδα. Όσο περισσότερη εργασία κάνουν οι γυναίκες στο σπίτι, τόσο λιγότερη αξία πρέπει να λάβουν οι εργάτες από το κεφάλαιο για να αναπαραχθούν σε ένα δεδομένο επίπεδο. Όση περισσότερη εργασία κάνουν οι μαθητές στο σχολείο, τόσο λιγότερη αξία πρέπει να επενδυθεί στην εκπαίδευσή και πειθάρχησή τους στο εργοστάσιο (ή στο σπίτι). Λόγω αυτού, μια αύξηση της οικιακής ή σχολικής εργασίας μέσω μιας μείωσης της ποσότητας του μεταβλητού κεφαλαίου αναγκαίου για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης, μπορεί να συνεισφέρει στη διεύρυνση της υπεραξίας (ή, αντίστροφα, μια μείωση μπορεί να υπονομεύσει αυτή τη διεύρυνση – βλέπε παρακάτω). Στην πραγματικότητα, πρέπει να δούμε πως το «κοινωνικό» εργοστάσιο έχει αναδυθεί από τις προσπάθειες των εργατών να ξεφύγουν απ’ το βιομηχανικό εργοστάσιο κι απ’ την κοινωνική μηχανική του κεφαλαίου – πως περικλύει σήμερα ουσιαστικά σχεδόν το σύνολο αυτού που η Κριτική Θεωρία αποκάλεσε «πολιτιστική» σφαίρα της ζωής. Το κεφάλαιο προσπαθεί να διαμορφώσει το σύνολο των δραστηριοτήτων του «ελεύθερου χρόνου» -τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, τη τέχνη, την μουσική, τη τηλεόραση, τα μέσα ενημέρωσης, τις ταινίες, το θέατρο, τα μουσεία, τα αθλήματα- σύμφωνα με τα συμφέροντά του. Έτσι, αντί να δούμε τον άμισθο «χρόνο μη-εργασίας» αυτόματα σαν ελεύθερο χρόνο ή σαν χρόνο απόλυτα αντιθετικό με το κεφάλαιο, ωθούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι το κεφάλαιο έχει προσπαθήσει να αφομοιώσει επίσης κι αυτόν τον χρόνο στη διαδικασία συσσώρευσης, ώστε η διασκέδαση να είναι μόνο η ανα-παραγωγή της εργασιακής δύναμης. Για να το θέσουμε διαφορετικά, το κεφάλαιο έχει προσπαθήσει να μετατρέψει την «ατομική κατανάλωση» σε «παραγωγική κατανάλωση» δημιουργώντας το κοινωνικό εργοστάσιο. Όταν ο Μαρξ διαμόρφωσε το κύκλωμα της εργασιακής δύναμης σαν ΕδΧΕ, στο οποίο η εργασιακή δύναμη (Εδ) ανταλλάσεται για τον χρηματικό μισθό (Χ), ο οποίος ύστερα ανταλλάσεται για καταναλωτικά εμπορεύματα (Ε), η κατανάλωση των εργατών εμφανίστηκε σαν το τελικό προϊόν του κυκλώματος. Η προσπάθεια να γίνει αυτή η κατανάλωση «παραγωγική» σημαίνει την αναδιάρθρωσή της σαν μια παραγωγική διαδικασία προϊόν της οποίας είναι η εργασιακή διαδικασία. Αυτή είναι μια κατάσταση που πιθανόν συμβολίζεται καλύτερα σαν κύκλωμα της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης:

Untitled6

όπου το Ε (Μσ) . . . Π αναπαριστά την κατανάλωση σαν τμήμα της εργασίας για την παραγωγή της εργασιακής δύναμης (Εδ*). Ο αστερίσκος στο Εδ* υπαινίσσεται μεταβολή. Παρά το γεγονός ότι η εργασία της κύησης και ανατροφής ενός παιδιού αυξάνει τον πληθυσμό, η εργασία (πχ οικιακή εργασία) στο Π και πάλι συνεπάγεται μια μικρότερη κατά κεφαλή αξία, οπότε Εδ* < Εδ. Αυτό έχει ένα θετικό αντίκτυπο στο πλεόνασμα επειδή το επίπεδο του μεταβλητού κεφαλαίου είναι χαμηλότερο απ’ ότι σε αντίθετη περίπτωση. Μπορούμε οπότε να αναπαραστήσουμε τη νέα οργάνωση του κοινωνικού εργοστασίου από το κεφάλαιο με το ακόλουθο διάγραμμα στο οποίο συσχετίζονται τα κυκλώματα του βιομηχανικού κεφαλαίου και της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης:

Untitled7

Αν το κύκλωμα του μεμονωμένου κεφαλαίου είναι ένα κύκλωμα που παράγει αγαθά, τότε θα διαπλέκεται περαιτέρω με το κύκλωμα της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης πουλώντας το προϊόν Ε’ στους εργάτες σαν μέσα συντήρησης Ε (Μσ) με αντάλλαγμα τους μισθούς τους (Χ), οι οποίοι έγιναν τα έσοδά του (Χ’)[44].

Σ’ αυτό το μοτίβο ανάπτυξης, το οποίο διαδόθηκε ραγδαία τον 20ό αιώνα, αναγνωρίζουμε τόσο την αιώνια τάση του κεφαλαίου να γενικευτεί και να καθολικοποιηθεί (βλέπε την ανάλυση για την ανεπτυγμένη μορφή της αξίας παρακάτω) όσο και την απάντησή του στην αναπτυσσόμενη δυσκολία εύρεσης εργοστασιακής εργασίας για να επιβληθεί ως το μέσο του κοινωνικού ελέγχου. Ο Μαρξ προέβλεψε την αντίφαση. Δεν μπόρεσε όμως να προβλέψει αυτή την μορφή της κοινωνικοποίησης της εργασίας που διαμόρφωσε μια, τουλάχιστον προσωρινή, λύση.

Ωστόσο, εδώ, όπως και σε κάθε άλλη πτυχή του κεφαλαίου, πρέπει να δούμε ότι υπάρχουν ακόμη δύο πλευρές, υπάρχει ακόμη μια πάλη που δεν ενσωματώθηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Όπως ισχυρίστηκα στον πρόλογο, πρέπει να αποφύγουμε τη τύφλωση των σύγχρονων εκείνων μαρξιστών οι οποίοι βλέπουν και αναλύουν τις διάφορες μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας στην πολιτιστική σφαίρα αλλά αποτυγχάνουν να δούνε πως η εργατική πάλη έχει επανειλημμένως ρίξει αυτή την κυριαρχία σε κρίση. Ναι, το κεφάλαιο σχεδιάζει το σύνολο της κοινωνικής ζωής· όμως, δεν βρισκόμαστε στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο. Η εργατική τάξη έχει βιαίως και επανειλημμένως επιβεβαιώσει την αυτονομία της. Όπως η πάλη της εργατικής τάξης στο εργοστάσιο ώθησε το κεφάλαιο να αναδιοργανωθεί, έτσι, επίσης, κι η πάλη του στην «πολιτιστική» σφαίρα έχει ωθήσει το κεφάλαιο ξανά και ξανά να αναζητήσει νέους τρόπους να αποφύγει την απόλυτη απώλεια του ελέγχου. Η ιστορία της «πολιτιστικής» εξέγερσης είναι μακρά και περιλαμβάνει όλες της σφαίρες της κοινοτικής ζωής, της οικογένειας, της εκπαίδευσης, της τέχνης, της λογοτεχνίας και της μουσικής. Εκείνο που είναι ζωτικής σημασίας να δούμε είναι ότι η απάντηση του κεφαλαίου έμοιαζε συχνότερα με μια απελπισμένη αναζήτηση μιας νέας τακτικής παρά με την ομαλά ορχηστρωμένη διαδικασία αφομοίωσης που οραματίζονται οι προφήτες της «αστικής πολιτισμικής ηγεμονίας».

Η σύγχρονη απόδειξη της αληθινής αυτονομίας των αγώνων της εργατικής τάξης σ’ αυτές τις σφαίρες έχει υπάρξει η σημαντική τους συνεισφορά στη τρέχουσα κρίση του κεφαλαίου. Η οικογένεια, μια από τις θεμελιώδεις οργανωτικές μονάδες του κοινωνικού εργοστασίου του κεφαλαίου, έχει αυξανόμενα ξεσκιστεί από τους αγώνες των γυναικών, των παιδιών, ακόμη και αντρών που ξέφυγαν απ’ όλες τις προσπάθειες «ενσωμάτωσής» τους. Το κεφάλαιο τώρα αναζητεί απεγνωσμένα τρόπους είτε να ξαναδεσμεύσει την οικογένεια είτε να βρει εναλλακτικούς θεσμούς. Το σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης, ένας άλλος από τους θεμελιώδεις αυτούς θεσμούς της «πολιτισμικής» ηγεμονίας, βρίσκεται επίσης σε σχεδόν απόλυτη αποδιοργάνωση. Η κρίση του σχολείου, που εν μέρει προέρχεται από την κρίση της οικογένειας, η οποία υπήρξε εμφανώς ένα βασικό συστατικό στοιχείο του κύκλου αγώνων της δεκαετίας του 1960, συνεχίζεται. Το κεφάλαιο χρηματοδοτεί το ένα πείραμα μετά το άλλο για να βρει τρόπους αναδιαμόρφωσης της «εκπαίδευσης» με τρόπους επαρκείς για τον έλεγχο των μαθητών. Αυτά είναι μόλις δύο από τα εμφανέστερα παραδείγματα της κατάρρευσης των «πολιτιστικών» θεσμών του κεφαλαίου εντός του κοινωνικού εργοστασίου· υπάρχουν πολλοί, πολλοί ακόμα. Και καθώς αυτοί οι θεσμοί ελέγχου, αυτοί οι θεσμοί οι οποίοι μετατρέπουν τον ελεύθερο χρόνο σε χρόνο εργασίας, καταρρέουν, η εργατική τάξη κερδίζει όλο και περισσότερο μη-δομημένο χρόνο στον οποίο μπορεί να αναπτύξει την πάλη της ανεξάρτητα από το κεφάλαιο. Η κατάρρευση τέτοιων θεσμών, συνεπώς, όχι μόνο αποτελεί σημάδι επιτυχίας σ’ αυτή τη σύγκρουση, αλλά επίσης ανοίγει νέο χώρο για τη διεύρυνση της πάλης.

Δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για κήρυγμα ενάντια στην «ηθική της εργασίας», αυτή την «παράξενη τρέλα» που ο Πωλ Λαφάργκ νόμιζε πως είδε να μολύνει την εργατική τάξη χρόνια πριν[45]. Οι εργάτες έχουν ήδη απορρίψει τον ορισμό του κεφάλαιου για τον ζωντανό χρόνο σαν χρόνο εργασίας, και όχι μόνο διεκδίκησαν το «δικαίωμα στην τεμπελιά», αλλά το έχουν επίσης αυξανόμενα επιτύχει. Η 24ωρη εργάσιμη ημέρα (θυμηθείτε την «υπνοπαιδεία») έχει γίνει μόνο ένα νοσταλγικό όνειρο για το κεφάλαιο και μια φανταστική αυταπάτη για τους θεωρητικούς της Κριτικής Θεωρίας που στέκονται τυφλοί μπροστά στον καθολικό χαρακτήρα της κρίσης. Το κεφάλαιο έχει επιδιώξει να ταυτιστεί με την κοινωνία, όμως αυτή η ταύτιση έχει απορριφθεί από την εργατική τάξη, μια απόρριψη που τώρα απειλεί την ίδια την ύπαρξη καθεαυτού του κεφαλαίου. Σε μια περίοδο όπως αυτή, όταν η υψηλή παραγωγικότητα καθιστά εφικτή την ικανοποίηση όλων των αναγκών της εργατικής τάξης και η κρίση καθιστά σαφές ότι το ίδιο δεν ισχύει για το κεφάλαιο, η άρνηση του συνόλου της εργασίας, τόσο στο εργοστάσιο όσο κι έξω απ’ αυτό, συνεχίζει να αποτελεί έναν βασικό παράγοντα της ταξικής σύγκρουσης. Οι διεκδικήσεις των εργοστασιακών εργατών για λιγότερη δουλειά και υψηλότερη πληρωμή δεν είναι αφομοιώσιμες αν η πάλη τους ενάντια στην εργασία διατηρεί τη ταχύτερη αύξηση των μισθών από την αύξηση της παραγωγικότητας. Η διακοπή της φοίτησης στα σχολεία κι η διάρρηξη της εκπαίδευσης δεν μπορούν να ειδωθούν σαν ένα στοιχείο καπιταλιστικής ανάπτυξης όταν η έλλειψη πειθαρχίας διεισδύει στα σχολεία, τις γραμμές των ανέργων και το εργοστάσιο. Μ’ αυτούς τους τρόπους, μπορούμε να δούμε ότι ο χρόνος πάντα έχει περιεχόμενο, και υπάρχει μια πάλη αναφορικά με αυτό το περιεχόμενο και τη διάρκειά του. Ο χρόνος εμφανίζεται σαν ένα αυξανόμενα σημαντικό στοιχείο στη ταξική πάλη και η σύγκρουση αναφορικά με τον χρόνο έχει εγείρει ξανά τα βασικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση τόσο της εργασίας όσο και του ελεύθερου χρόνου.

Η ανάδυση αυξανόμενης ποσότητας ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια της κρίσης, παρέχοντας τη βάση για διευρυμένη πάλη, έχει φανεί να είναι αντιθετική με τον χρόνο εργασίας, όμως μολαταύτα τόσο εντός όσο κι ενάντια στο κεφάλαιο. Στη τελική, η εργατική τάξη, στην επαναστατική ανατροπή του κεφαλαίου, θα υπερβεί τόσο τον χρόνο εργασίας όσο και τον ελεύθερο χρόνο. Επειδή, ο ελεύθερος χρόνος, όπως έχουμε δει, είναι χρόνος ελεύθερος από εργασία όσο είναι και ελεύθερος για την εργατική τάξη. Εδώ, ο όρος του Μαρξ «διαθέσιμος χρόνος» πιθανώς φέρει λιγότερους συγκεχημένους συνειρμούς από μια κάποια αφηρημένη «ελευθερία».

Αυτές οι θεωρήσεις του κεφαλαίου για τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, οι θεωρήσεις για την πάλη της εργατικής τάξης εναντίον του κι οι διεκδικήσεις της για ελεύθερο χρόνο, μπορούν να μας διδάξουν πολλά σχετικά με τη φύση και τα όρια των διάφορων πολιτικών στρατηγικών. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καν καμία πραγματική διαθεσιμότητα χρόνου όταν η πάλη μετατρέπεται σε πολιτική δουλειά. Εδώ είναι που το κόμμα αναδύθηκε σαν ένας βασικός θεσμός εντός του κεφαλαίου επειδή, όπως τα συνδικάτα και τόσοι πολλοί άλλοι θεσμοί, δομεί τον «ελεύθερο χρόνο» με τρόπους οι οποίοι τελικά συνεισφέρουν στην αναπαραγωγή του συστήματος, μολονότι με μια αναδιοργανωμένη μορφή. Την ίδια στιγμή, οι αφομοιωτικές πτυχές της «διασκέδασης», του ελεύθερου χρόνου, δείχνουν τα όρια της απλής «ελεύθερης απόλαυσης» του ελεύθερου χρόνου, του «παιχνιδιού». Είναι αλήθεια ότι οι εργάτες αγωνίζονται για χρόνο να ζήσουν, χρόνο να αγαπήσουν, χρόνο να παίξουν. Όμως, έχουμε δει πως ο χρόνος αυτός μπορεί να δομηθεί από το κεφάλαιο και να στραφεί εναντίον τους. Όπως και με τη δουλειά στο εργοστάσιο, το ζήτημα δεν είναι ποτέ το εάν κανείς το διασκεδάζει ή όχι, αλλά το εάν η δραστηριότητα επιβάλλεται και δομείται για να διασφαλίστει η αναπαραγωγή του συστήματος. Είναι μέσω της σύνδεσης της συγκρούσης με το κεφάλαιο κατά τη διάρκεια όλων των περιόδων του χρόνου, που ο χρόνος μπορεί να στραφεί αποτελεσματικότερα ενάντια στο κεφάλαιο. Οι μερικές [partial] διεκδικήσεις μπορούν να ικανοποιηθούν αν το κεφάλαιο βρει τρόπους να τις αντισταθμίσει. Μια μικρότερη εργάσιμη ημέρα (και συνεπώς περισσότερος ελεύθερος χρόνος) μπορεί να επιτευχθεί αν η παραγωγικότητα αυξάνεται και εάν αυτός ο ελεύθερος χρόνος δομηθεί. Το συναρπαστικό της τρέχουσας κρίσης είναι απλώς μια τέτοια σύγκλιση και συμπληρωματικότητα των επιθέσεων της εργατικής τάξης ενάντια στην ολότητα του κοινωνικού εργοστασίου του κεφαλαίου. Όχι μόνο όλοι οι τύποι εργατών διεκδικούν λιγότερο χρόνο εργασίας, αλλά επίσης αρνούνται να τον αντισταθμίσουν. Όχι μόνο εργάζονται λιγότερο στο εργοστάσιο αλλά επίσης χρησιμοποιούν τον ελεύθερο χρόνο για να καταστρέψουν την ίδια τους την εργασιακή δύναμη. Είτε με πλήρη είτε με μερική απασχόληση, όλοι χρησιμοποιούν τον «ελευθέρο χρόνο» τους για να δυναμώσουν: όχι για να δουλέψουν, αλλά για να αρνηθούν περαιτέρω την εργασία. Οι «άνεργοι» κι αυτοί που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ψάχνουν δουλειά, να χρησιμοποιήσουν τον ελεύθερό τους χρόνο για να λειτουργήσει η αγορά εργασίας, αντ’ αυτού χρησιμοποιούν τον χρόνο τους για να αποφύγουν την εργασία και αυξάνουν τις απαιτήσεις τους για επιδόματα ανεργίας, προνοιακά επιδόματα, κλπ. Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος για το κεφάλαιο: η εργατική τάξη λέει «Θέλουμε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου όλου του χρόνου μας – όχι περισσότερο χρόνο εργασίας και συνεπώς όχι περισσότερο ελεύθερο χρόνο, απλά χρόνο να ζήσουμε όπως θέλουμε». Μια τέτοια διεκδίκηση είναι ολοκληρωτικά μη-ενσωματώσιμη στο κεφάλαιο, η κρίση του οποίου συνεχίζει επειδή δεν έχει βρει ακόμη μια στρατηγική για να την κερδίσει.

Η αξία χρήσης και το εμπόρευμα σαν κοινωνικές διαδικασίες

Η τελική αιχμή στην οποία δίνει έμφαση ο Μαρξ στη τελευταία παράγραφο της πρώτης ενότητας του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου, είναι ότι το «εμπόρευμα» αποτελεί μια κοινωνική κατηγορία. Τα σχόλια του Μαρξ δεν είναι απλώς φορμαλιστικά ή προσδιοριστικά: το γεγονός ότι τα εμπορεύματα είναι εμπορεύματα μόνο στον βαθμό που αποτελούν την ενότητα της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας συνεπάγεται ότι ένα προϊόν πρέπει τόσο να ανταλλαχθεί όσο και να καταναλωθεί ώστε να είναι εμπόρευμα. Αυτό αληθεύει σίγουρα, όμως η κύρια αιχμή είναι ότι η εμπορευματική μορφή δεν πρέπει ποτέ να πραγμοποιείται· δεν αποτελεί ποτέ ένα πράγμα. Πράγματι, μιλάμε για τα εμπορεύματα σαν πράγματα ή για πράγματα σαν εμπορεύματα, όμως μόνο επειδή περνούν από μια συγκεκριμένη σειρά κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Στην πορεία αυτή δεν είναι πράγματα αλλά κοινωνικές διαδικασίες. Όπως θα πρέπει να έχει καταστήσει σαφές η έως τώρα ανάλυση, τα πράγματα είναι πράγματα (αξίες χρήσεις) μόνο αναφορικά με τις ιδιαίτερες ιδιοτητές τους. Ο Μαρξ τώρα υποδεικνύει ότι για να είναι εμπορεύματα, πρέπει οι ιδιότητες αυτές να είναι τέτοιες ώστε να τα καθιστούν κοινωνικές αξίες χρήσης. Ακόμα κι έτσι, είναι μόνο δυνητικά αξίες χρήσης και δεν γίνονται πραγματικές αξίες χρήσης μέχρι πράγματι να καταναλωθούν. «Τέλος», λέει ο Μαρξ στις δύο τελευταίες προτάσεις, «κανένα πράγμα δεν μπορεί να είναι αξία χωρίς να είναι αντικείμενο χρήσης. Αν είναι άχρηστο, τότε είναι άχρηστη και η εργασία που περιέχει, δεν λογαριάζεται ως [αφηρημένη] εργασία και συνεπώς δεν αποτελεί αξία». Οπότε, όλες οι κατηγορίες είναι κατηγορίες μιας διαδικασίας. Έχουμε δει τώρα ότι η αξία χρήσης, η ανταλλακτική αξία, η αφηρημένη εργασία, η αξία και ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας αποτελούν όλες τους κοινωνικές κατηγορίες που προσδιορίζουν ιδιαίτερους καθορισμούς της εμπορευματικής μορφής, η οποία είναι θεμελιώδη για τη βασικότερη κοινωνική διαδικασία όλων: τη ταξική πάλη.

Σημειώσεις:
1. Βλέπε το άρθρο V. H. Oppenheim, «Why Oil Prices Go Up (1). The Past: We Pushed Them», Foreign Policy 25, Χειμώνας 1976-1977, σελ. 24-57.
2. «OPEC Oil Price Change and COMECON Oil Prices», Radio Free Europe Research, RAD Background Report/244 Ανατολική Ευρώπη, Νοέμβριος 1929, 1976.
3. Βλέπε Κλήβερ, «Food, Famine and the International Crisis», σελ. 32-53.
4. Βλέπε τις δύο εκθέσεις του αμερικάνικου Υπουργείου Εμπορίου, «The Cost of Crime against Business» και «Crime in Retailing». Για μια σχετική μορφή άμεσης οικειοποίησης, βλέπε Jerry Adler, «Employee Thievery: A 6 Billion dollar Hand in the Till», Sunday News Magazine of the New York Daily News, 11 Σεπτεμβρίου 1977.
5. Βλέπε «Whoever Steals, Lives Better», New York Times, 13 Απριλίου 1976. Όχι μόνο η κλοπή από το κράτος είναι ενδημική στη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη, αλλά επίσης, την περίοδο των κοινωνικών εκρήξεων (πχ, Πολωνία τον Ιούνιο του 1976), δύο αγαπημένες πράξεις των διαδηλωτών φαινόταν να είναι αφενός η πυρπόληση γραφείων του Κομμουνιστικού Κόμματος και αφετέρου η λεηλασία κρατικών καταστημάτων.
6. Ramirez, «The Working Class Struggle against the Crisis»· Dick Merkel, «Crystal Citizens Rejoice: Zavala Judge Blocks Cutoff», San Antonio Express and News, 3 Σεπτεμβρίου 1977, σελ. 1.
7. [Σ. τ. Μ.]: Δημώδης ονομασία του Bell System, σύμπλεγμα εταιρειών τηλεπικοινωνιών.
8. Βλέπε τα πολλά άρθρα που περιγράφουν και αναλύουν τα γεγονότα της 13-14 Ιουλίου στους New York Times της περιόδου 14-20 Ιουλίου 1977. Τα «Μαύρα Χριστούγεννα» υπήρξαν μόνο το πιο πρόσφατο επεισοδιακό παράδειγμα αυτού του είδους δραστηριότητας. Η διαδεδομένη άμεση οικειοποίηση κατά τις αναταραχές στις μεγαλουπόλεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960 οδήγησαν στο να ονομαστούν «ταραχές των εμπορευμάτων». Βλέπε Russel Dynes & E. L. Quarantelli, «What Looting in Civil Disturbances Really Means», Transaction Magazine 5, No 6, Μάιος 1968, σελ. 9-14. Για μια συνολική ανάλυση αυτής της περιόδου, βλέπε Paolo Carpignano, «US Class Composition in the 1960s», Zerowork 1, Δεκέμβριος 1975, σελ. 7-31.
9. Για μια περιληπτική ανάλυση των γεγονότων στην Πολωνία, βλέπε Κλήβερ, «Food, Famine and the International Crisis», σελ. 58-60. Για την Αίγυπτο, βλέπε τα άρθρα των New York Times «Thousands in Egypt Riot over Price Rise», 19 Ιανουαρίου 1977· «Cairo Eases Prices, but Rioting Goes On», 19 Ιανουαρίου 1977· «Egypt’s Cities Seem Calm after 2 Days of Price Riots», 21 Ιανουαρίου 1977.
10. Κλήβερ, «Food, Famine and the International Crisis», σελ. 37-40.
11. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2010, σελ. 57-59.
12. [Σ. τ. Μ.]: Οι πολιτείες των ΗΠΑ στις οποίες εκτείνονται οι Μεγάλες Πεδιάδες, όπου ανθεί η γεωργία και η κτηνοτροφία.
13. Το να διαχωρίσουμε την έννοια της αξίας από εκείνη του κοινωνικού ελέγχου υπό το κεφάλαιο σημαίνει, πιθανώς ακούσια, να επανεισάγουμε τη διχοτομία μεταξύ οικονομίας (αξία) και πολιτικής (έλεγχος). Αυτό φαίνεται να αποτελεί την αιχμή της ανάλυσης του Montano πως το κεφάλαιο πηγαίνει «πέρα από την αξία», λόγω της μείωσης της παραγωγικής εργασίας, για να λειτουργήσει σαν «πολιτικός έλεγχος στην καθαρότερη μορφή του» («Notes on the International Crisis», σελ. 57-58). Αυτή η προβληματική διατύπωση υιοθετείται επίσης από τον Christian Marazzi στο «Money and the World Crisis: The New Basis of Capitalist Power», Zerowork 2, Φθινόπωρο 1977, σελ. 94-95. Εκείνο που ξεχνάνε κι οι δύο συγγραφείς, και που αποτελεί βασικό σημείο του παρόντος έργου, είναι ότι η ουσία της αξίας (εργασία) και του χρήματος (ως η απόλυτη έκφραση της αξίας) είναι πάντα ο κοινωνικός έλεγχος – ο κοινωνικός έλεγχος μέσω καταναγκαστικής εργασίας.
14. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 303.
15. Ό.π., σελ. 606.
16. Ό.π., σελ. 353.
17. Ό.π., σελ. 399.
18. [Σ.τ.Μ.]: Η ανακύκλωση εδώ αναφέρεται στην ανακύκλωση των πετροδόλλαρων, δηλαδή, την επένδυση των δολλαρίων που λαμβάνει μια χώρα από την εξαγωγή πετρελαίου σε τομείς εκτός της πετρελαϊκής βιομηχανίας ώστε να έχει έσοδα που να μην εξαρτώνται από τη τιμή του πετρελαίου.
19. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, σελ. 30.
20. Ό.π., σελ. 31.
21. Καρλ Μαρξ, Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας» του Adolph Wagner, εκδόσεις Κριτική, 1993, σελ. 33.
22. Μαρξ, Κεφάλαιο, πρώτος τόμος, σελ. 20.
23. Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 209-210.
24. Ό.π., σελ. 307-308.
25. Ό.π., σελ. 539.
26. Ό.π., σελ. 387.
27. Μαρξ, Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας» του Adolph Wagner, σελ. 30. [Σ. τ. Μ.]: Στην ελληνική έκδοση των Μαργκινάλιων υπάρχει ένα λάθος στο συγκεκριμένο απόσπασμα. Αντί να γράφεται πως η ανταλλακτική αξία αποτελεί την μορφή εμφάνισης της αξίας, αναγράφεται πως είναι η αξία χρήσης η μορφή εμφάνισης της αξίας. Πρόκεται απλώς για τον δαίμονα του τυπογραφείου, και κάναμε εδώ την αναγκαία διόρθωση.
28. Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 69.
29. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 334.
30. Βλέπε Σέλμα Τζέιμς, «Φύλο, Φυλή και Τάξη» στο Άντζελα Ντέιβις, Γυναίκες, Φυλή και Τάξη, εκδόσεις Αρχείο 71 & Μιγάδα.
31. Καρλ Μαρξ, Επιστολή προς Sigfrid Meyer & August Vogt στη Νέα Υόρκη, 9 Απριλίου 1870.
32. Στο Zerowork 1, δίνεται ο εξής ορισμός της πολιτικής ανασύνθεσης: «Με την “πολιτική ανασύνθεση” εννοούμε το επίπεδο ενότητας κι ομοιογένειας που επιτυγχάνει η τάξη κατά τη διάρκεια ενός κύκλου αγώνα, στη διαδικασία του περάσματος από την μια σύνθεση στην άλλη. Ουσιαστικά, περιλαμβάνει την ανατροπή των καπιταλιστικών διαιρέσεων, τη δημιουργία νέων ενοτήτων μεταξύ διαφορετικών τμημάτων της τάξης και τη διεύρυνση των ορίων του τι περιλαμβάνει η “εργατική τάξη”» (σελ. 4· και Midnight Notes 11, σελ. 112).
33. Βλέπε τα άρθρα στο Zerowork 2, Serafina et al., «L’ Operaia Multinazionale in Europa»· και Μπολόνια, «Questions of Method for Analysis of the Chemical Plan».
34. Βλέπε τα άρθρα στο Zerowork 1 & 2 και συνέκρινε τα με τις αναλύσεις των ίδιων προγραμμάτων στο Συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων, «The Economic Report of the President: 1978».
35. Michael Reich, David M. Gordon & Richard C. Edwards, «A Theory of Labour Market Segmentation», American Economic Review, Μάιος 1973, σελ. 359-365.
36. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 23.
37. Ό.π., σελ. 467-468.
38. Καρλ Μαρξ, Αποτελέσμα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής [VI Ανέκδοτο Κεφάλαιο], εκδόσεις Α/συνέχεια, 1983, σελ. 130.
39. Η «παραγωγικότητα» αναφέρεται πάντα στην ποσότητα του εμπορεύματος που παράγεται από μια δεδομένη ποσότητα ωφέλιμης εργασίας με έναν δεδομένο «βαθμό επιδεξιότητας και έντασης». Βλέπε το τέταρτο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου για μια περαιτέρω ανάλυση αυτού.
40. Το να πούμε, όπως λέγεται συχνά, ότι οι εργάτες «παράγουν» αξία είναι παραπλανητικό. Κάνει την αξία να ακούγεται σαν μια κάποια μεταφυσική ουσία – ένας είδος φλογιστού. Όπως έχουμε δει, η εργασία υπό το κεφάλαιο αποτελεί την ουσία της αξίας. Όσο περισσότερη εργασία εκτελείται σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, τόσο μεγαλύτερη η αξία (θεωρώντας όπως πάντα ότι τα προϊόντα αυτής της εργασίας επίσης λαμβάνουν την μορφή της αξίας, της ανταλλακτικής αξίας, μέσω της πωλήσεώς τους). Το ίδιο γλωσσικό πρόβλημα υπάρχει όταν λέμε ότι το σταθερό κεφάλαιο «μεταφέρει» την αξία του στο προϊόν. Το νόημα είναι ότι το σταθερό κεφάλαιο είναι αναγκαίο για την παραγωγή και απαιτεί μια ορισμένη ποσότητα εργασίας για να παραχθεί. Η τελική «αξία» ενός νέου προϊόντος σ+μ+υ [όπου σ το σταθερό κεφάλαιο, μ το μεταβλητό κεφάλαιο και υ η υπεραξία] απλώς ισούται με το άθροισμα του σταθερού κεφαλαίου (σ) συν την νέα εργασία η οποία μετασχημάτισε το σταθερό κεφάλαιο σε ένα νέο προϊόν (μ+υ). Δεν υπάρχει τίποτα μεταφυσικό σ’ αυτές τις σχέσεις, και η γλώσσα που συχνά υπονοεί κάτι τέτοιο είναι καλύτερο να αποφεύγεται.
41. Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 241.
42. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 536.
43. Ό.π., σελ. 535.
44. Ό.π., σελ. 536.
45. Η πραγματεία του Λαφάργκ, Το δικαίωμα στην Τεμπελιά, εκδόθηκε αρχικά το 1883 σαν μια επίθεση στο σύνθημα «Δικαίωμα στην εργασία».

%d bloggers like this: