Alerta Comunista

Αναζητώντας την πραγματική κίνηση

Ηθική Οικονομία, Εξουσία και τα «Κίτρινα Γιλέκα»

Είναι δύσκολο να μην σε ρουφήξει ένα κίνημα που βρίσκεται σ’ εξέλιξη. Το όλο πράγμα γεννά προβληματισμούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που το επάγγελμά τους είναι η έρευνα κι η διδασκαλία πολιτικής επιστήμης: οι δρώντες του, οι τρόποι δράσεις του, τα αιτήματά του. Μερικές απ’ τις καλύτερα εδραιωμένες πεποιθήσεις μας αμφισβητήθηκαν, ιδίως εκείνες αναφορικά με τους όρους και την ευδαιμονία των κοινωνικών κινημάτων. Εξού η αναγκαιότητα, ή τουλάχιστον η επιθυμία, να θέσουμε δημοσίως μερικές σκέψεις που πηγάζουν από μια ανοιχτή σύγκριση μεταξύ όσων βλέπουμε σ’ αυτό το κίνημα και τη γνωσιακή βάση που σχετίζεται με άλλα ζητήματα. Πέρα απ’ την έρευνα του εν εξελίξει κινήματος, επιτρέψτε μας να ελπίζουμε ότι το έμμεσο φως που γεννήθηκε απ’ τη σύγκριση με άλλα πεδία μας προσφέρει κάτι διαφορετικό επί όσων έχουν συμβεί.

Η κατάσταση

Οι εικόνες που προβλήθηκαν απ’ τα μήντια ως προσωπικές περιπλανήσεις κατά τη διάρκεια των γεγονότων της 1ης Δεκεμβρίου έδειξαν ένα Παρίσι όπως δεν το έχουμε ξαναδεί, ούτε το 1995, ούτε το 2006 ούτε το 2016: τρεις στιγμές όπου ο συνήθης χωροχρόνος των παρισινών κινητοποιήσεων παραμορφώθηκε βαθιά. Μερικοί μπορέσαν να μιλήσουν για ταραχές ή για μια εξεγερτική κατάσταση. Ίσως να είναι έτσι, μολαταύτα δεν έμοιαζαν καθόλου με τις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα το 1830, το 1832, το 1848 ή το 1871. Όλες αυτές οι εξεγέρσεις έλαβαν χώρα σε μια γειτονιά, θέτοντας σε κίνηση τις τοπικές ευαισθησίες, έναν σχεσιακό ιστό που επέτρεπε την ανάπτυξη λαϊκής αλληλεγγύης. Όμως, την 1η Δεκεμβρίου, η φώτια ξέσπασε στο αστικό Παρίσι, στο βορειοδυτικό Παρίσι το οποίο ποτέ του δεν είχε υπάρξει σκηνή τέτοιων γεγονότων. Μακρυά απ’ το να ηγείται από τοπικές δυνάμεις, υψώνοντας οδοφράγματα για να σηματοδοτήσουν έναν χώρο αυτονομίας, οι δράσεις αυτές υπήρξαν ενέργειες μικρών κινούμενων ομάδων, οι οποίες συχνά κατοικούσαν αλλού.

Είναι εμφανές ότι οι τοπικές ευαισθησίες παίζουν έναν ρόλο στον σχηματισμό αυτών των ομάδων. Χρειάζεται μόνο να δούμε πέρα απ’ το Παρίσι για να δούμε τη συλλογική επανιδιοποίηση μιας δεδομένης περιχοής, τον σχηματισμό ανθεκτικών δεσμών… Όμως, την 1η Δεκεμβρίου αυτή η αλληλεγγύη εκτοπίστηκε σ’ έναν χώρο διαμαρτυρίας ο οποίος είναι καθεαυτός αρκετά συνηθισμένος: ο χώρος της εθνικής εξουσίας. Εδώ βρισκόμαστε σε μια πλήρως νεωτερική κατάσταση, χωρίς παρεξήγηση για όσους μιλούν για ζακερί: πρόκειται πράγματι για ένα εθνικό κι αυτόνομο κίνημα, για να επιστρέψουμε στις κεντρικές κατηγορίες με τις οποίες ο Τσαρλς Τίλυ χαρακτηρίζει το ρεπερτόριο της τυπικής δράσης στη νεωτερικότητα. Όμως, οι κανόνες της διαμαρτυρίας, ήδη παγιωμένες προ πολλού (η τυποποίησή του τοποθετείται στο 1909), αγνοήθηκαν: δεν υπήρξε πορεία, δεν υπήρξαν νομικοί εκπρόσωποι, δεν υπήρξε διαδρομή ως προϊόν διαπραγμάτευσης, δεν υπήρξε περιφρούρηση από συνδικάτα, δεν υπήρξαν τρικάκια, δεν υπάρξαν πανό, δεν υπήρξαν αυτοκόλλητα, μα αντ’ αυτού μια μυριάδα προσωπικών συνθημάτων γραμμένων στις πλάτες των κίτρινων γιλέκων.

Η όλη πρακτική διατήρησης της τάξης ανατράπηκε και είδαμε πως, παρά τον αριθμό τους και τον οπλισμό τους, οι επαγγελματίες της διατήρησης της τάξης υπήρξαν ανίκανοι να διασφαλίσουν την ίδια τους την ασφάλεια, για να μην αναφερθούμε στην ασφάλεια αγαθών κι ανθρώπων. Μπορούμε να φανταστούμε ότι οι δυνάμεις της τάξης δεν θα επιτρέψουν να δέχονται επιθέσεις κι ότι υπάρχει ο κίνδυνος η αστυνομική βία, ήδη συνηθισμένη, να ενισχυθεί περαιτέρω, με τις εκκλήσεις για την επέκταση της χρήσης βίας ή ακόμη και κηρύσσοντας κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Η αποτυχία διατήρησης της εμπράγματης τάξης πηγαίνει χέρι-χέρι με μια ακόμη μεγαλύτερη αποτυχία διατήρησης της συμβολικής τάξης: ένας πρόεδρος καθ’ οδόν προς μια διεθνή συνάντηση, μια κυβέρνηση που δεν ακούγεται (τα λύτρα που πρέπει να πληρωθούν για την προσωπική εξουσία περιτριγυρισμένη από μέτριους κόλακες ώστε τίποτα να μην επισκιάσει τη λάμψη τους), το ψευδοκόμμα που βρίσκεται στην εξουσία απασχολημένο την ίδια ημέρα με την εκλογή ενός νέου βουλευτή, λες και δεν συμβαίνει τίποτα.

Η τάξη τρεμόπαιζε, η πολή αφέθηκε στους διαδηλωτές, τα πάντα επιτράπηκαν και σ’ αυτόν τον χώρο που ενσαρκώνει τα προνόμια, οι ελευθερίες πάρθηκαν με τις παραδοσιακές νόρμες της χρήσης του δημόσιου χώρου. Δεν θα θρηνήσουμε για τις «οικογένειες των [σπασμένων] βιτρίνων», για να χρησιμοποιήσουμε μια κοινότυπη έκφραση· ωστόσο, χρειάζεται να λάβουμε υπόψη το μέτρο της απειλής που αυτή η καταστροφή θέτει στην εξουσία: το πρώτο Σάββατο του Δεκεμβρίου, γειτονιές με πολυτελή ξενοδοχεία κι επιχειρήσεις έγιναν το αντικείμενο τόσο πολλών ξεσπασμάτων, αναγκάζοντας το κλείσιμο των πολυκαταστημάτων στη λεωφόρο Haussman, συνιστώντας ένα μεγάλο οικονομικό ρίσκο. Αν στρέψουμε το βλέμμα μας πέρα απ’ την πρωτεύουσα, θα δούμε ότι οι κινητοποιήσεις υπήρξαν μαζικές σ’ όλη τη χώρα, κάνοντας τη διατήρηση της τάξης τόσο δαπανηρή, ακόμη και αδύνατη. Ο πειρασμός των αρχών πριν την 1η Δεκεμβρίου ν’ αφήσουν την κατάσταση ν’ αποσυντεθεί από μόνη της μέχρι τα Χριστούγεννα τώρα φαίνεται αδύνατη.

Η δουλειά της κινητοποίησης

Η κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων έχει ανοίξει τα μάτια εκείνων που πιστεύαν στο αυθόρμητο των μαζών. Πίσω από κάθε φαινομενικά αυθόρμητο κίνημα, υπάρχουν οι εντερπρενέρ της κινητοποίησης, άνθρωποι ικανοί να θέσουν τον κόσμο στην υπηρεσία του σκοπού, υπάρχουν υλικοί και συμβολικοί πόροι, απαιτούνται δεξιότητες που αποκτήθηκαν από παλιότερους αγώνες… Δεν θα υπήρχε η τυνησιακή επανάσταση χωρίς τις συνδικαλιστικές διαδηλώσεις στην Κάφσα, δεν θα υπήρχε το κίνημα 15-Μ [οι Ισπανοί «αγανακτισμένοι»] χωρίς την Πλατφόρμα Θυμάτων της Υποθήκης [οργάνωση πιο γνωστή με το σύνθημά της «Σταματήστε της Εξώσεις»] και την οργάνωση Γενιά Χωρίς Μέλλον, δεν θα υπήρχε Nuit Debout χωρίς τις συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις για τον εργασιακό νόμο. Ν’ ανανεώσουμε αυτές τις γενεαλογίες μ’ αυτή των «κίτρινων γιλέκων»; Πιθανόν, όμως κάτι τέτοιο θα είχε μικρή ερμηνευτική δύναμη: η κινητοποίηση απογειώθηκε πολύ γρήγορα κι έφτασε το πανεθνικό επίπεδο πολύ γρήγορα ώστε να ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα της υπομονετικής δουλειάς των κινητοποιήσεων των κοινωνικών κινηματικών οργανώσεων, ή ακόμη κι άτυπων οργανώσεων.

Αν υπήρξε ένα έργο εκπροσώπησης του κινήματος το οποίο βοήθησε στη δημιουργία αυτού του κινήματος (τα «κίτρινα γιλέκα»), το έργο αυτό υπήρξε αξιοσημείωτα αποκεντρωμένο, περνώντας μέσα από πολλαπλές τοπικές ομάδες οργανωμένων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απ’ την μηντιακή συγκέντρωση διάφορων λέξεων και το ερμηνευτικό έργο των δημοσιογράφων, πολιτικών και κοινωνιολόγων. Η επιθυμία να βρεθούν ευέλικτοι εκπρόσωποι για το κίνημα, ικανοί να διαπραγματευτούν με τις αρχές έχει αποτύχει (προς στιγμή). Πολλό σχολιαστές εξετάσαν επιφανειακά τα υποτιθέμενα αντιφατικά κίνητρα και δρώντες· αντιθέτως, δεδομένου του κατακερματισμού της εκπροσώπησης του κινήματος, η ενότητά του είναι εντυπωσιακή. Υπάρχει μια ενότητα σε δράση, αλληλεγγύη και μια εμφανής συναίνεση στην λίστα των αιτημάτων, ακόμη και μια ενότητα ρυθμού. Η επιλογή του κίτρινου γιλέκου, αυτού του ρούχου που έγινε υποχρεωτικό για όλους τους αυτοκινητιστές, και που ο πρωταρχικός σκοπός του είναι να καταστήσει το άτομο που το φοράει ορατό, είναι ιδιαίτερα ευτυχής κι έχει σίγουρα υπάρξει ένας υλικός όρος για τη ραγδαία διάδοση αυτού του μοναδικού συμβόλου. Όμως, η επιλογή του να πράξεις και να πράξεις με τη συνέπεια και τη συνάφεια που επιδεικνύει το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» δεν μπορεί να είναι απλώς το αποτέλεσμα ενός πιασάρικου εμβλήματος, η καλή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή μια κοινή δυσφορία, ανεξαρτήτως του βαθμού και της κοινής φύσης της. Οι εκφράσεις της δυσφορίας, του θύμου, και η γκρίνια αποτελούν παραπετάσματα που μας αποτρέπουν απ’ το να συλλάβουμε τις αιτίες της κινητοποίησης με τη διπλή έννοια: εγκαταλείπουν τους δικούς τους σκοπούς κι αιτιολογήσεις. Η πρόκληση είναι λοιπόν να βρούμε μια εξήγηση γι’ αυτό το κίνημα η οποία να καλύπτει τόσο την μορφή του (αποκέντρωση, ριζοσπαστικότητα) όσο και την ουσία του (αιτήματα).

Χρειάζεται να κάνουμε μια παύση αναφορικά με τα αιτήματα. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το πως προέκυψαν, όμως η λίστα των 42 αιτημάτων έχει διαδοθεί ευρέως τόσο απ’ τις διάφορες ομάδες των «κίτρινων γιλέκων» όσο κι απ’ τα μήντια. Τα αιτήματα αυτά έχουν μερικά αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά που έχουν ήδη σημειωθεί: αφορούν κυρίως τους όρους διαβίωσης, πολύ πέρα από σκέτο το ζήτημα της τιμής της βενζίνης· περιέχει θέσεις ενάντια στην ελεύθερη μετακίνηση των μεταναστών· υπάρχουν προτάσεις για συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές που ενισχύουν τον έλεγχο των πολιτών επί των εκλεγμένων αντιπροσώπων, ο μισθός των οποίων πρέπει να μειωθεί στο επίπεδο ενός μισθού μεσαίου επιπέδου. Η λίστα αυτή έχει περιγραφτεί ως ένα «κόψε-ράψε διαφορετικών αιτημάτων». Νομίζω ότι, αντιθέτως, η λίστα αυτή είναι βαθιά συνεκτική κι αυτό που της δίνει τη συνεκτικότητά της είναι επίσης εκείνο που επέτρεψε τη διάδοση και τη διάρκεια της κινητοποίησης των «κίτρινων γιλέκων»: βασίζεται σ’ αυτό που θα μπορούσε κανείς ν’ αποκαλέσει ηθική οικονομία των λαϊκών τάξεων.

Η ηθική οικονομία των «κίτρινων γιλέκων»

Η έννοια της ηθικής οικονομίας είναι καλά γνωστή απ’ τους ερευνητές των κοινωνικών επιστημών. Αναπτύχθηκε απ’ τον ιστορικό E. P. Thompson ως ένας τρόπος προσδιορισμού ενός θεμελιώδους φαινομένου των λαϊκών κινημάτων του 18ου αιώνα: αναφέρεται στις ευρεία διαδεδομένες αντιλήψεις για το πως θα έπρεπε να λειτουργεί κανονικά η οικονομία, με το «κανονικά» να ορίζεται ηθικώς. Όλα συνέβαιναν λες κι ήταν αυταπόδεικτο ότι οι άνθρωποι έπρεπε να σέβονται ορισμένους κανόνες: η τιμή των αγαθών δεν πρέπει να είναι υπερβολική σε σχέση με το κόστος παραγωγής τους· η ανταλλαγή πρέπει να ρυθμίζεται απ’ τα πρότυπα της αμοιβαιότητας κι όχι απ’ το παιχνίδι της αγορλας, κλπ. Μόλις αυτοί οι άγραφοι κανόνες καταπατούνταν ή απειλούνταν απ’ τους νόμους της αγοράς, ο λαός ένιωθε ότι είχε δικαίωμα να εξεγερθεί, με τις γυναίκες συχνά να παίρνουν την πρωτοβουλία. Ο κίνητρό τους ήταν οικονομικό, όχι όμως με τη συνήθη έννοια του όρου: δεν κινούνταν από υλικά συμφέροντα με την αυστηρή έννοια, μα από ηθικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τη λειτουργία της οικονομίας. Υπήρχαν εκείνη την περίοδο παρόμοιες εξεγέρσεις και στη Γαλλία, ακόμη κι αργότερα: πχ, οι ανθρακωρύχοι της Εταιρείας d’Anzin, η μεγαλύτερη γαλλική εταιρεία κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, προέβαιναν συχνά σε απεργίες για να υπενθυμίσουν στ’ αφεντικά τους κανόνες οι οποίοι, σύμφωνα με τους ανθρακωρύχους, θα έπρεπε να οργανώνεται η εργασία κι η αμοιβή της, αναφερόμενοι συχνά στην παλιότερη τάξη πραγμάτων, εν ολίγοις, στην παράδοση.

Η αντιστοιχία με τα «κίτρινα γιλέκα» είναι εκπληκτική. Η λίστα των κοινωνικών αιτημάτων τους αποτελεί μια διατύπωση ουσιαστικά ηθικών οικονομικών αρχών: είναι επιτακτικό ότι οι πιο ευάλωτοι (οι άστεγοι, οι ανάπηροι) πρέπει να προστατευθούν, ότι οι εργάτες πρέπει να λαμβάνουν μια δίκαιη αμοιβή, ότι η αλληλεγγύη θα λειτουργεί σωστά, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες θα είναι εξασφαλισμένες, ότι οι φοροφυγάδες θα τιμωρηθούν κι όλοι θα συνεισφέρουν [μέσω των φόρων] σ’ αντιστοιχία με τις οικονομικές δυνατότητες τους, το οποίο μπορεί να συνοψιστεί τέλεια στη διατύπωση «οι μεγάλοι να πληρώνουν πολλά κι οι μικροί να πληρώνουν λίγα». Αυτή η έκκληση, η οποία φαίνεται να βασίζεται σε μια καλή κοινή λογική, δεν είναι αυταπόδεικτη: αποτελεί κοινή λογική ότι ενάντια στην ωφελιμίστικη αποθέωση της πολιτικής της προσφοράς και της θεωρίας της διάχυσης των οικονομικών οφελών απ’ τα πάνω προς τα κάτω που τόσο αγαπούν οι ελίτ (να δωθούν περισσότερα σ’ αυτούς που έχουν περισσότερα για την προσέλκυση περισσότερου κεφαλαίου) [με το πρόσχημα ότι αυτό θ’ αποφέρει αύξηση των θέσεων εργασίας, των μισθών, των κρατικών δαπανών, κλπ], η πραγματική οικονομία πρέπει να βασιστεί σε ηθικές αρχές. Είναι σίγουρα αυτό που δίνει στο κίνημα τη δύναμή του και τη μαζική στήριξη μεταξύ του γαλλικού πληθυσμού: αρθρώνει, υπό την μορφή κοινωνικών αιτημάτων, τις αρχές της ηθικής οικονομίας στις οποίες η κυρίαρχη εξουσία έχει επιτεθεί ασταμάτητα. Από εκεί κι ύστερα, η συνεκτικότητα του κινήματος κατανοείται καλύτερα αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι τα κατάφερε χωρίς συγκεντρωτικές οργανώσεις: όπως έχει δείξει ο James Scott, η προσφυγή στην ηθική οικονομία αυξάνει τη συλλογική ικανότητα για δράση, δημιουργεί μια ικανότητα αυτενέργειας η οποία περιλαμβάνει κοινωνικούς δρώντες που δεν κατέχουν το κεφάλαιο που συνήθως απαιτείται για τέτοιες κινητοποιήσεις.

Στην πράξη, η ηθική οικονομία δεν αποτελεί απλώς ένα συνονθύλευμα κανόνων που μοιράζεται παθητικά η εργατική τάξη. Αποτελεί επίσης το αποτέλεσμα μιας υπόρρητης συμφωνίας μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων, και συνεπώς πάντα εισέρχεται στις σχέσεις εξουσίας. Ήδη απ’ τον 18ο αιώνα, η εργατική τάξη που μελέτησε ο E. P. Thompson είχε μια ηθική οικονομία με βαθιά πατερναλιστικά χαρακτηριστικά: ανέμενε κανείς οι κάτοχοι της εξουσίας να εγγυηθούν αυτή τη συμφωνία με τους κυριαρχούμενους, με αντάλλαγμα τη γενικά αποδεκτή κοινωνική τάξη πραγμάτων την οποία απολάμβαναν [οι κάτοχοι της εξουσίας]. Αν όμως οι κυρίαρχοι παραβιάζαν αυτή τη συμφωνία, τότε οι μάζες θα μπορούσαν, μέσω εξεγέρσεων, να τους επαναφέρουν στην προηγούμενη αποδεκτή τάξη πραγμάτων. Αυτό το είδαμε στην εξέγερση του quatre sous στην Ανζέν το 1833: οι ανθρακωρύχοι διαμαρτύρονταν ενάντια στις μειώσεις των μισθών, ταζόμενοι όμως υπό την προστασία των παλιών αφεντικών τους [με τους οποίους είχαν μεγαλύτερους μισθούς], τα οποία αφεντικά είχαν εκδιωχθεί απ’ τους νέους καπιταλιστές που ελέγχαν πια την εταιρεία. Οι ανθρακωρύχοι φωνάζαν το σύνθημα «Κάτω οι Παριζιάνοι [τα νέα αφεντικά], ζήτω ο Mathieu της Ανζέν [ο Jacques Mathieu, ο διευθυντής ερευνών της εταιρείας]». Είναι σαφές ότι οι τρέχουσες αρχές παραβιάσαν αυτό το υπόρρητο συμβόλαιο, τόσο με τ’ αντικοινωνικά μέτρα τους όσο και με την επαναλαμβανόμενη περιφρόνισή τους προς την εργατική τάξη. Οι ταραχές δεν ξεσπάσαν απ’ το πουθενά, από μια απλή δυσφορία ή από μια απροσδιόριστη λαϊκή αυτενέργεια που τέθηκε αυθόρμητα σε κίνηση: αποτελούν το αποτέλεσμα μιας επιθετικότητας της εξουσίας, όλο και περισσότερο συμβολικά βίαιη απ’ τη στιγμή που η εξουσία αυτή δεν αναγνωρίζει τις πράξεις της ως επιθετικές. Και ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος υποτίθεται ότι πρέπει να εκπροσωπεί τον γαλλικό λαό, έγινε η προσωποποίηση αυτής της προδοσίας, με τα λογίδριά του περί «ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα» και τις συμβουλές του για το πως να πάρεις ένα ωραίο πουκάμισο ή πως μπορείς να βρεις δουλειά απλά περνόντας απέναντι τον δρόμο. Αντί να παρουσιαστεί ως προστάστης της ηθικής οικονομίας, ο Μακρόν διαρκώς την παραβίαζε με μια αφοπλιστική φυσικότητα, καταλήγοντας να γίνει ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος των δυνάμεων που αντιτίθονται σ’ αυτή την ηθική οικονομία. Όπως είπε κατά την προεκλογική του εκστρατεία για το ISF15, «δεν είναι άδικο απλά και μόνο επειδή είναι περισσότερο αποτελεσματικό»: είναι δύσκολο να σκεφτούμε ένα καλύτερο παράδειγμα για ν’ απεικονίσουμε την έλλειψη γνώση του ή την απέχθειά του για οποιουσδήποτε κανόνες πέραν αυτών του χρηματοπιστωτισμού. Είναι ο Μακρόν που παραβίασε τη συμφωνία, το εθνικό καρναβάλι διακωμώδησής του απευθύνεται σ’ αυτόν και, συνεπώς, μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι το καρναβάλι θα σταματήσει είτε από αιματηρή καταστολή είτε με την παραίτησή του.

Ηθική οικονομία και χειραφέτηση

Δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τις συνέπειες που ένα τέτοιο γεγονός ίσως επιφέρει. Οι εξεγέρσεις θεμελιωμένες στην ηθική οικονομία δεν μετασχηματίζονται αναγκαία σ’ επαναστατικά κινήματα, καθώς το μόνο αναγκαίο είναι η επαναφορά της υπόρρητης συμφωνίας ώστε οι ταραχές να σταματήσουν. Επειδή μπορεί η ηθική οικονομία ν’ αποκαλύπτει τη συλλογική ικανότητα του λαού και την ύπαρξη μιας πραγματικής αν και περιθωριακής αυτονομίας σε σχέση προς αυτούς που κυβερνούν, όμως η ηθική οικονομία είναι επίσης συντηρητική. Με την ενεργοποίησή της, ανατρέπει προσωρινά την ομαλή λειτουργία των θεσμών, όμως ο στόχος της είναι, πάνω απ’ όλα, μια επιστροφή στη τάξη κι όχι ένας επαναστατικός μετασχηματισμός. Υπάρχει εδώ κάτι που είναι λίγο δύσκολο να το κατανοήσουμε και να το διατυπώσουμε: απλώς επειδή ένα κίνημα είναι αυθεντικά λαϊκό κι αγκυρωμένο στις πιο κοινοτικά διαδεομένες πεποιθήσεις της μεγάλης πλειοψηφίας, δεν σημαίνει απαιραίτητα ότι είναι και χειραφετητικό. Για να επιστρέψουμε στις κατηγορίες του Claude Grigon και του Jean-Claude Passeron, το να πιστέψουμε ότι ο λαός δεν μπορεί να δράσει από μόνος του, ότι ο λαός είναι πάντα καθυποταγμένος στη συμβολική εξουσία, σημαίνει να επιδείξουμε τη δική μας νομιμοφροσύνη και ότι βλέπουμε στον λαό μόνο εξαθλίωση. Η δύναμη του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», ο αυθορμητισμός, η συνεκτικότητα κι η εφευρετικότητα του προσφέρουν μια σαφή και καλοδεχούμενη άρνηση των προσεγγίσεων που κάνει αυτή η τάξη πραγμάτων. Ωστόσο, δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα του να στραφούμε στο ακριβώς αντίθετο και να θεωρήσουμε ότι επειδή ένα κίνημα είναι λαϊκό σημαίνει ότι είναι αληθινό, αυθεντικό και δίκαιο. Το κίνημα αυτό δεν αποτελεί τόσο μια ένδειξη της επανάστασης, μα αντ’ αυτού την ένδειξη μιας αφετηρίας αντιμέτωπης με την πραγματική αποσύνθεση των κυβερνητικών θεσμών εκπροσώπησης.

Επειδή, εκείνο που επίσης αποκαλύπτει η χρήση της ηθικής οικονομίας απ’ τα «κίτρινα γιλέκα» είναι ο βαθμός στον οποίο έχει εδραιωθεί η πολιτική έρημος τις τελευταίες δεκαετίες. Το γεγονός ότι ήταν αναγκαίο να περιμένουμε μέχρι τη διάρρηξη της θεμελιώδους υπόρρητης συμφωνίας που δεσμεύει τους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους για να εμφανιστεί ένα τέτοιο κίνημα, ενώ επί δεκαετίες οι κυβερνήσεις μας σφυροκοπούσαν με δόγματα ασφάλειας κι αντικοινωνικές πολιτικές, δείχνει ότι η δύναμη των συνδικάτων και των πολιτικών δυνάμεων στο να κινητοποιούν τον κόσμο έχει μειωθεί στο τίποτα, ή ότι οι μορφές κινητοποίησής τους τις έθεσαν σε μια κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Για να το θέσουμε ρητά, δεν υπάρχει καμία ευχαρίστηση στο ότι έπρεπε να περιμένουμε να καταλήξουμε σ’ αυτό το σημείο, στο σημείο της ρήξης της συμφωνίας, ώστε να συμβεί επιτέλους κάτι. Και να συμβεί μάλιστα κάτι το οποίο δανείζεται προνεωτερικές μορφές συλλογικής δράσης, αν και σίγουρα ανανεωμένες. Εδώ βρίσκεται το οριακό σημείο κι επίσης ένα σημαντικό μάθημα για τη σημασία της σύγκρισης μεταξύ των «κίτρινων γιλέκων» και των παρελθοντικών ταραχών της ηθικής οικονομίας: η σύγκριση αυτή δεν θα έπρεπε να είναι εφικτή, δεδομένης της υποτίθεται τεράστιας απόστασης που διαχωρίζει τους πολιτικούς όρους μεταξύ των δύο καταστάσεων. Κι όμως, η σύγκριση επιβάλλεται από μόνη της. Η ηθική οικονομία ανήκει σε περιόδους και τόπους στους οποίους οι εθνικές κι ιδεολογικοποιημένες μορφές της πολιτικοποίησης της δημοκρατικής νεωτερικότητας, βασισμένες στην αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικών εγχειρημάτων ακόμη και αντιτιθέμενων κοσμοαντιλήψεων, δεν είχει ακόμα εισέλθει στο παιχνίδι. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ίσως να προέρχεται από μια άλλη εποχή – αυτό όμως λέει πολλά για την παρούσα περίοδο.

Φέρει ένα κόστος που πρέπει να υπολογίσουμε: τα κινήματα βασισμένα στην ηθική οικονομία αποτελούν μια έκκληση για επιστροφή στην παράδοση, για υποταγή στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, αλλά υπάρχουν επίσης εντός του πλαισίου μιας κοινότητας. Η ηθική οικονομία δεν είναι συντηρητική μόνο επειδή βασίζεται σε παλιούς «αιώνιους» κανόνες, μα επίσης επειδή συνδέει τα άτομα βάσει ενός κοινού ανήκειν. Γι’ αυτό η ενδεχομενικότητά της για τον αποκλεισμό ανθρώπων δεν είναι απλώς ροκανίδια που μπορεί κανείς εύκολα να ξεφορτωθεί: αποτελεί την καρδιά του κινήματος. Για να πάρουμε ένα ξεδιάντροπο παράδειγμα, τα αιτήματα ενάντια στην ελεύθερη μετακίνηση των μεταναστών, για την απέλαση των ξένων και την καταναγκαστική αφομοίωση των μη-Γάλλων («Το να ζεις στη Γαλλία συνεπάγεται να γίνεις Γάλλος – μαθήματα γαλλικής γλώσσας, μαθήματα γαλλικής ιστορίας και γαλλική παιδεία, με την απονομή πιστοποίησης σ’ όσους ολοκληρώσουν αυτή την εκπαίδευση»): όλα αυτά δεν μπορούν να διαχωριστούν απ’ το κίνημα επειδή αποτελούν τη λογική συνέπεια της εφαρμογής της ηθικής οικονομίας στην αρχική κοινότητα, ακόμη κι αν η ηθική οικονομία μπορεί να χειραγωγηθεί απ’ το κίνημα προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η ηθική οικονομία αποτελεί τη διακήρυξη των κανόνων μιας κοινότητας, κανόνες οι οποίοι δεν εκτείνονται στη λογική της ισότητας των ξένων, ούτε αναγνωρίζουν συγκρούσεις στο εσωτερικό της κοινότητας, ιδίως ιδεολογικές συγκρούσεις. Αυτό το τελευταίο σημείο αποσαφηνίζει την άρνηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας στη λαϊκή επανοικειοποίηση της πολιτικής. Αποτελεί όμως επίσης και την απόρριψη της στράτευσης της δημοκρατίας, της αντίθεσης μεταξύ πολιτικών εγχειρημάτων, για χάρη μιας ενότητας η οποία γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μπορεί να μετατραπεί σε «συγκεντρώσεις μίσους δομημένες γύρω απ’ το πάθος του Ενός που αποκλείει».

Η παράκαμψη μέσω αυτού του ιστορικού παραλληλισμού με το παρελθόν ίσως να μην φαίνεται αρκετά πειστική για την κατανόηψη της κατάστασης στην ιδιαιτερότητά της. Ίσως να πρόκειται απλά για ένα νοητικό παιχνίδι. Ίσως όμως, αντιθέτως, ν’ αποκαλύπτει μερικά απ’ τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του τρέχοντος κινήματος: την απίθανη [improbable] ενότητά του, τη λαϊκή στήριξή του, τον εξεγερτικό χαρακτήρα του, μα επίσης τις πολύ πραγματικές συντηρητικές, αντιπλουραλιστικές και μη-συμπεριληπτικές πτυχές του. Ίσως επίσης να υποδεικνύει ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή ενός νέου κεφαλαίου της ιστορίας, ότι οι όροι για την επαναπολιτικοποίηση υπάρχουν, εκτός του πλαισίου των παλιών κομμάτων και των παλιών θεσμικών μορφών της πολιτικής. Στο Ανζέν, οι απεργίες των ανθρακωρύχων ξεφύγαν απ’ τα πλαίσια της ηθικής οικονομίας. Ύστερα απ’ την επαφή τους με τις πρώτες σοσιαλιστικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις της περιοχής, υιοθετήσαν τις ιδέες και τις μορφές τους κι έγιναν μια απ’ τις εστίες απ’ τις οποίες αναδύθηκε ο αναρχοσυνδικαλισμός. Μερικές τοπικές επιτροπές των «κίτρινων γιλέκων», μακράν απ’ το να προσκολληθούν σε μια διαμαρτυρία στο όνομα της ηθικής οικονομίας, καλέσαν σε σχηματισμό λαϊκών επιτροπών κι άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή προς μια ριζοσπαστική πολιτική χειραφέτηση. Τίποτα δεν είναι βέβαιο, όλα είναι ανοιχτά.

%d bloggers like this: