Alerta Comunista

Αναζητώντας την πραγματική κίνηση

1η Δεκεμβρίου: Προωθώντας περαιτέρω την αταξία

Εισαγωγή του Des Nouvelles du Front:

Δεν θα μπορούσαμε να μην αναδημοσιεύσουμε ένα άρθρο τόσο «ζεστό» μέσα στα γεγονότα και προερχόμενο από συντρόφους με τους οποίους είμαστε τόσο κοντά.

Θα θέλαμε να επισημάναμε ότι έχουμε, αυτή τη στιγμή, μερικές επιφυλάξεις (η λέξη είναι πολύ ήπια) σχετικά με τον ενθουσιασμό και την έλλειψη απόστασης από το γεγονός, που είναι χαρακτηριστικό ενός κειμένου γραμμένου στην καρδιά του εν λόγω γεγονότος…

Το επίπεδο της βίας δεν ήταν ποτέ αρκετό για να χαρακτηρίσει το περιεχόμενο ενός κινήματος.

Περιμένουμε για τα σχόλια που θα κάνουν αναγνώστες στο παρόν κείμενο της Carbure αλλά ήδη έχουμε κάποιες «κακές» προτάσεις όπως οι ακόλουθες:

«Το επαναστατικό περιεχόμενο της παρούσας περιόδου αρχίζει να εμφανίζεται κάτω από την κρούστα των λόγων και των ιδεολογιών». Ποιο περιεχόμενο;

«Η συνάντηση με τα «προάστεια» έφερε στο κίνημα αυτό εκείνο που χρειαζόταν για να ταιριάξει με την “πραγματική κίνηση”». Πού συναντήθηκαν;

«Η τωρινή κατάσταση πραγμάτων έχει να κάνει τόσο με τον εμφύλιο πόλεμο όσο και με την επαναστατική υπέρβαση: να κάνεις το βήμα που οδηγεί από τις ταραχές στην επανάσταση σημαίνει να περπατάς στην κόψη ενός σπαθιού».

«Μπορούμε να φανταστούμε να πηγαίνουμε από τις ταραχές ή την εξέγερση στην επανάσταση».

«Αυτό το κίνημα κουβαλά όλα όσα μπορεί να είναι σήμερα μια κομμουνιστική επανάσταση: τα όριά της, τους κινδύνους της, τον απρόβλεπτο χαρακτήρα της».

Μπορούμε να ακούσουμε τον ενθουσιασμό και το «πάρτυ». Χρειαζόμαστε όμως ακόμα μεγαλύτερη απόσταση και ανάλυση της κίνησης σε εξέλιξη… Συνεχίζεται.

Το κείμενο του Carbure:

Το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου [του 2018], το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» έπαψε ν’ ανήκει στην κατώτερη τάξη της Λευκής Γαλλίας, έπαψε να είναι το κίνημα της κατώτερης τάξης της Λευκής Γαλλίας όπως ήταν στην αρχή του. Δεδομένης της προβλέψιμης άρνησης του κράτους να ικανοποιήσει το παραμικρό αίτημα (όπως επέδειξε κι η άρνηση ή ανικανότα των «εκπροσώπων» του κινήματος να συναντήσουν τον πρωθυπουργό), δεδομένης επίσης της γελοίας πτυχής που λαμβάνει κάθε αίτημα υπό το φως της ανυπόφορης συνθήκης μας, και χάρη στη σύγκλιση στο μητροπολιτικό τοπίο ΌΛΗΣ της οργής, το επαναστατικό περιεχόμενο της τρέχουσας περιόδου ξεκινάει να εμφανίζεται κάτω απ’ τον φλοιό των ρητορειών και των ιδεολογιών, και το περιεχόμενο αυτό είναι η αταξία. Το ερώτημα τώρα είναι που θα καταλήξει αυτό που έχει ήδη ξεκινήσει ή πόσο μακρυά θα μπορέσει να πάει αυτή τη δημιουργία αταξίας. Ήδη αυτού που αποτελούσαν την καταγωγή του κινήματος υπηρετούν τώρα ως οπισφθοφυλακή αυτού που ξεκίνησαν, κάνοντας εκκλήσεις στη λογική και ζητώντας μια επιστροφή στη δημοκρατική τάξη πράγματων μέσα απ’ τις σελίδες της εφημερίδας Le Journal du Dimanche. Αυτοί υπήρξαν η προσωποποίηση της αρχής του κινήματος, και ο δισταγμός τους επιδεικνύει επαρκώς ότι το κίνημα δεν είναι πλέον όσα ήταν στην αρχή του. Αυτοί θα ικανοποιηθούν μ’ ένα δικαιοστάσιο στην αύξηση της τιμής των καυσίμων, μ’ ένα δικαιοστάσιο στην αύξηση της τιμής οτιδήποτε, ή με την οργάνωση ενός δημοψηφίσματος αναφορικά με την ενεργειακή μετάβαση, τη στιγμή που ένα αναδυόμενο κίνημα θέλει ν’ αδράξει όσα βρίσκονται στον δρόμο του και δεν μπορεί πια ν’ αποκρυσταλλωθεί γύρω από οποιοδήποτε διάλογο ή αίτημα· πέρα απ’ την επανάληψη του συνθήματος «Μακρόν παραιτήσου» ως ένα είδους μάντρα [mantra] που δεν καλεί τίποτα παρά στην εξαφάνιση όλων όσων εκπροσωπεύει αυτός ο κόσμος. Το «Μακρόν παραιτήσου» αποτελεί ταυτοχρόνως το πολιτικό όριο του κινήματος όσο και μια έκκληση για το τέλος της πολιτικής.

Δεδομένων όσων συνέβησαν το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου, θα ήταν ηλίθιο να συνεχίσουμε ν’ αποκαλούμε όσα συμβαίνουν ένα «κίνημα ενάντια στο υψηλό κόστος διαβίωσης», ή να το επαναδιαμορφώσουμε σε μια οικονομική διεκδίκηση την οποία εκ των πραγμάτων έχει ήδη ξεπεράσει. Το Σάββατο, τα αντίτυπα της «λίστας παραπόνων» λειτούργησαν ως καύσιμο για τις φωτιές [στα οδοφράγματα]. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» είχε ήδη υπερβεί το στάδιο του να θέτει οικονομικές διεκδικήσεις ύστερα απ’ την πρώτη εβδομάδα, ύστερα εισήλθε στην πολιτικά λαϊκιστική του φάση τη δεύτερη εβδομάδα ζητώντας το κράτος ν’ αποτραβηχτεί απ’ τον λαό ή ο λαός να γίνει το κράτος. Επικρίναμε αυτή τη φάση και προσδιορίσαμε το περιεχόμενο των αιτημάτων της ως προϊόν της κατώτερης τάξης της Λευκής Γαλλίας εντός της ταξικής μεσολάβησής της, που αποδείκνυε τα όρια της διαταξικότητας κι έδειχνε προς τον κίνδυνο δημιουργίας μιας λαϊκής εθνικής ένωσης μερικών εναντίον των «άλλων». Μετά βίας προλάβαμε να εκφέρουμε αυτή την κριτική μας για τη δεύτερη φάση πριν το κίνημα περάσει ταχέως στη τρίτη του φάση.

Απ’ το κίνημα αυτό έλλειπε μια δόση μηδενισμού για να δώσει στον «απολιτικό χαρακτήρα» του κάποιο νόημα: η συνάντηση με τα «banlieues» [υποβαθμισμένα γαλλικά προάστια που μένουν κυρίως μετανάστες] έφερε μαζί της εκείνο που έλειπε απ’ αυτό το κίνημα ώστε ν’ αντιστοιχεί στην «πραγματική κίνηση», η οποία δεν είναι ένα κίνημα για κοινωνική πρόοδο μα το κίνημα για την καταστροφή της κοινωνίας. Η συνάντηση αυτή επέτρεψε στο κίνημα αυτό ν’ αναγνωρίσει με χαρά ως σπίτι του την «πραγματική κίνηση». Υπό πίεση, η διαταξικότητα μετατράπηξε σε μια ενότητα μεταξύ εκείνων που γνωρίζουν είτε σαφώς είναι σε σύγχυση ότι δεν μπορούν ν’ αναμένουν τίποτα απ’ αυτή την κοινωνία, ότι υποβιβάστηκαν σε banlieues, ότι ναυαγήσαν στον εφιάλτη της περιφερειακής μητροπολιτικής στέγης και της λήψης RSA [Εισόδημα Ενεργούς Αλληλεγγύης, τύπος workfare] που ζουν μαζεύοντας κάστανα στην Αρντές. Υπήρξε αναγκαίο να δούμε τον στρατό των νεκροζώντανων συνδικάτων να πορευτούν στην πλατεία της Βαστίλης, κρυμμένοι πίσω απ’ τις σημαίες τους και τα συνθήματά τους, επιβεβαιώνοντας την ιδιαιτερότητα των εργατών τους, και νιώθωντας την παντελή αδιαφορία για εκείνους που, είτε φορώντας κίτρινα γιλέκα είτε όχι, περιπλανόντουσταν ασκόπως μ’ από κοινού στο Παρίσι. Υπήρξε αναγκαίο για να καταλάβουμε τον βαθμό στον οποίο το παλιό εργατικό κίνημα, τα συνδικάτα του, οι αντιπρόσωποί του και τα αιτήματα του, αποτελούν παρελθόν. Δεν θα υπάρξει καμία «κοινωνική σύγκλιση», το κίνημα αυτό δεν γεννήθηκε απ’ την αριστερή λογική και δεν θα γίνει ποτέ κοινωνικό κίνημα. Η εποχή αυτή πέρασε. Δεν πρόκειται πλέον για ένα ζήτημα αντιρατσισμού ή αντιφασισμού, αριστεράς ή δεξίας, όταν το μόνο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να κάψουμε τα πάντα και να γνωρίζουμε με ποιον μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό. Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων πρόκειται τόσο για εμφύλιο πόλεμο όσο και για το επαναστατικό του ξεπέρασμα: να κάνουμε το βήμα που οδηγεί απ’ την εξέγερση στην επανάσταση σημαίνει να περπατήσουμε στην κόψη του ξυραφιού.

Η συνάντηση αυτή έγινε, και μένει να φανεί αν μπορεί να επαναληφθεί και να εξαπλωθεί. Όλα όσα μπορούν να αντιπαρατεθούν σ’ αυτή τη συνάντηση είναι ήδη εδώ, παρόντα εντός της «κοινωνικής» φύσης του κινήματος, καθώς και στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις, τις οποίες δεν μπορούν να καταργήσουν οι ταραχές: ο ενωτικό σύνθημα «Μακρόν παραιτήσου» περιέχει υπόρρητα την πιθανότητα μιας εθνικής-λαϊκιστικής συμμαχίας να καταλάβει την κρατική εξουσία στο όνομα του «λαού» (η Λεπέν κι ο Μελανσόν καλούνε εν χορώ σε πρόωρες εκλογές) προσφέροντας στο κράτος μια μορφή που ν’ αντιστοιχεί στην κρίση: μια συμπονετική-αυταρχική μορφή, ικανή να πειθαρχήσει όσους παραστρατούν, εγγράφοντας κάποιους ως «άλλους» κι εγγράφοντας συμμετρικώς τους υπόλοιπους στην υπευθυνότητα και τον πατριωτισμό, συνθλίβοντας τους «άλλους» στο όνομα των υπεύθυνων και πατριωτών ώστε να κυριαρχήσει τους πάντες. Το είδαμε δέκα φορές τα τελευταία χρόνια: Το «πρέπει να φύγουν όλοι τους!» [διαδεδομένο σύνθημα κατά την αργεντική κρίση του 2001] αποτελεί συχνά μια έκκληση σε ανανέωση, προς το χειρότερο, του πολιτικού προσωπικού. Όμως, για να φτάσουμε εκεί, θα είναι αναγκαίο η κατώτερη τάξη της Λευκής Γαλλίας να τεθεί πίσω στη θέση της, υπό την καθοδήγηση της μεσαίας τάξης: έντιμη δουλειά με δίκαιη αμοιβή, και αρμονική εμπορευματική κυκλοφορία. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος εξόδου απ’ την κρίση που είναι τώρα πιθανός, εκτός κι αν η κυβέρνηση Μακρόν πράξει η ίδια αυτή την αυταρχική μετατόπιση.

Για να το αποφύγουμε αυτό χρείαζετα να προωθήσουμε την αταξία. Η στιγμή των μητροπολιτικών ταραχών αποτελεί η ίδια το όριο όσων συμβαίνουν τώρα: ιστορικώς, ανταποκρίνεται σε δύο τροπικότητας [modalities], είτε στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας είτε στην ώθηση του κράτους σε κρίση ώστε ύστερα ν’ αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις. Σήμερα όμως δεν βρισκόμαστε στο 1917, δεν είναι εφικτή καμία κατάληψη της κρατικής εξουσίας για την πραγμάτωση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος. Ούτε βρισκόμαστε στο 1968 ώστε να γίνουν συμφωνίες μεταξύ μέρους του κινήματος με την κυβέρνηση. Το να κολλήσουμε στις μητροπολιτικές ταρχές σημαίνει να παραμείνουμε στο επίπεδο όπου το κίνημα έχει ακόμα πολιτική. Αν όμως αυτό που εκδηλώθηκε το Σάββατο στο Παρίσι και παντού στη Γαλλία επιστρέψει στα οδοφράγματα, δημιουργήσει νέα και ξεκινήσει στ’ αλήθεια να «μπλοκάρει τη χώρα», δηλαδή, να την καταλάβει και ν’ αποφασίσει το μέλλον του από εκεί κι έπειτα, μπορούμε να φανταστούμε το πέρασμα απ’ τις ταραχές στην εξέγερση στην επανάσταση. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει προς ποια κατεύθυνση οδεύουν τα πράγματα, καθώς κινούμαστε ταχύτερο απ’ όλο τον κόσμο: δεν υπάρχει καλύτερο σημάδι επαναστατικού περιεχομένου απ’ αυτό. Αυτό το κίνημα, επειδή αποτελεί ταξική πάλη, φέρει όλα όσα μπορούν σήμερα να είναι μια κομμουνιστική επανάσταση, συμπεριλαμβανομένων των ορίων της, των κινδύνων της και του απρόβλεπτου χαρακτήρας της: για να φτάσουμε όμως σ’ αυτό το σημείο, θα είναι πιθανόν αναγκαίο να πυρπολήσουμε πολλά πράγματα που στέκονται αναμεταξύ μας, είτε πρόκειται γι’ αυτοκίνητα είτε για κοινωνικές σχέσεις.

ΥΓ.
Σε απάντηση ορισμένων κριτικών κι ερωτήσεων γύρω απ’ το παρόν κείμενο[1], θέλω να ξεκαθαρίσω ότι πρέπει να συλληφθεί ως ένα στιγμιότυπο μια διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αν εκπλήσσεται κανείς απ’ τον «αισιόδοξο» τόνο του (κάτι που δεν το συνηθίζουμε), να σημειώσουμε ότι αυτή η αισιοδοξία σφυρηλατήθηκε απ’ την δυσοίωνη προοπτική μιας επιστροφής στην κανονικότητα, η οποία επίσης υποστηρίζεται ευρέως απ’ αυτό το κίνημα. Όλα τα ερωτήματα που θέσαμε στο προηγούμενο κείμενο [«“Κίτρινα Γιλέκα”: Ερωτήματα γι’ αυτούς που ψάχνουν συμμαχίες»] παραμένουν έγκυρα. Παρότι είναι ουσιώδες να παραμένουμε διαυγείς, είναι εξίσου ουσιώδες να έχουμε συνείδηση ότι η ταξική πάλη δεν αποτελεί έναν μακρύ ήρεμο ποταμό ούτε μια καλά ορισμένη λωρίδα προσγείωσης των βομβαρδιστικών της «βαριάς» θεωρίας. Αυτά που γίνονται και ξεγίνονται στην εξέλιξη ενός αγώνας τρέχουν ταχύτερα απ’ τις αναλυτικές μας ικανότητες, και αν οι προοπτικές που άνοιξε η 1η Δεκεμβρίου κλείνουν γρήγορα, πρέπει να τις καταγράψουμε όπως καταγράφουμε όλα τ’ άλλα. Τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο: υπάρχει συγκυρία, «αντέγγραφα» και τα πάντα στους αγώνες. Ας πούμε ότι το παρόν κείμενο αποτελεί τμήμα αυτών και παίρνει τη θέση του.

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Μ.]: Αναφέρεται στον κριτικό πρόλογο με τον οποίο αναδημοσιεύτηκε το κείμενο στην ιστοσελίδα Des Nouvelles Du Front.

Advertisements
%d bloggers like this: