Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφρασή μας του άρθρου «Doctrine of the Body Possessed by the Devil» του Αμαντέο Μπορντίγκα από το περιοδικό Battaglia Comunista, no. 21 που κυκλοφόρησε το 1951.

Είναι καίριας σημασίας να είμαστε αρκετά σαφείς με το ζήτημα του κρατικού καπιταλισμού, ώστε ν’ αναιρέσουμε τις πυξίδες που έχασαν τον προσανατολισμό τους[1].

Καταφέραμε να συγκεντρώσουμε πολλές συνεισφορές επί του ζητήματος απ’ το εύρος των παραδοσιακών εννοιών της μαρξιστικής σχολής που δείχνουν ότι ο κρατικός καπιταλισμός δεν αποτελεί μόνο την πιο πρόσφατη πτυχή του αστικού κόσμου, αλλά ότι οι μορφές του, ακόμη κι ολοκληρωμένες, είναι πολύ παλιές κι ανταποκρίνονται στην ίδια την ανάδυση του καπιταλιστικού τύπου παραγωγής. Υπηρέτησαν ως οι κύριοι παράγοντες της πρωταρχικής συσσώρευσης και προηγήθηκαν κατά πολύ του πλασματικού και συμβατικού περιβάλλοντος της ιδιωτικής επιχείρησης, του ελεύθερου επιχειρείν κι άλλων ωραίων πραγμάτων που εντοπίζονται περισσότερο στο πεδίο της απολογίας παρά στον πραγματικό κόσμο.

Όπως έχουμε ήδη πει, υπάρχουν πολλές ομάδες στο στρατόπεδο των αντισταλινικών αριστερών κομμουνιστών που δεν βλέπουν τα πράγματα μ’ αυτόν τον τρόπο. Λέμε σ’ αυτούς, στη βάση προηγούμενων κειμένων, για παράδειγμα ότι: «Όπου κι αν βρίσκεται, όπου κι αν υπάρχει η οικονομική μορφή της αγοράς, ο καπιταλισμός αποτελεί εκεί μια κοινωνική δύναμη. Αποτελεί μια ταξική δύναμη. Κι έχει το πολιτικό κράτος στη διάθεσή του»[2].

Κι επιτρέψτε μας νας προσθέσουμε τη διατύπωση εκείνη η οποία εκφράζει για εμάς πολύ καλά τις πιο πρόσφατες πτυχές της παγκόσμιας οικονομίας: «Ο κρατικός καπιταλισμός δεν αποτελεί μια καθυπόταξη του καπιταλισμού στο κράτος, αλλά μια σκληρότερη καθυπόταξη του κράτους στο κεφάλαιο».

Ωστόσο, οι ομάδες αυτές βρίσκουν ότι οι όροι της πρώτης θέσης ήταν «ορθοί μέχρι το 1900, την εποχή του ανοίγματος της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και, ως τέτοιοι, παραμένουν ενημερωμένοι, αλλά είναι ημιτελείς όταν η εξέλιξη του καπιταλισμού έδωσε στο κράτος τη λειτουργία του ν’ αναλάβει τις τελευταίες στιγμές μιας τέτοιας εξέλιξης απ’την ιδιωτική πρωτοβουλία».

Και συνεχίζουν λέγοντας ότι θα είμαστε αργοπορημένοι στον κόσμο της οικονομικής «κουλτούρας» αν αποτύχουμε να κατανοήσουμε ότι εκεί που η θέση αυτή αποτυγχάνει να εφαρμοστεί στην ιστορία παύει να είναι μαρξιστική, κι αν δεν απαιτήσουμε την προσθήκη της μελέτης της κρατικής οικονομίας στην ανάλυση του Μαρξ, παίρνοντάς την από κείμενα γραμμένα απ’ την ισχυρή προσωπικότητα του οικονομολόγου Kaiser[3]. Μα τι κακή συνήθεια! Ένα κείμενο που επιδιώκει να εδραιώσει δοσμένες σχέσεις μεταξύ πραγμάτων και γεγονότων ελέγχεται απέναντι στα πράγματα και τα γεγονότα κι όχι απέναντι στην υπογραφή του βιβλίου, το οποίο βασίζεται στην περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή ή ανίσχυρη προσωπικότητα του συγγραφέα.

Προσωπικότητες; Όσον αφορά τη γνώμη μας, βάλτε τες στον κώλο του Kaiser! Κι αν το 1950 το είδωλο της ατομικής επιχείρησης διαβρωθεί, θα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο κύριος Καρλ [Μαρξ] τον είχε ήδη αναγάγει σε μικροσκοπικά αποσπάσματα εδώ κι έναν αιώνα: βλέπετε, το γνωρίζουμε αυτό επειδή είμαστε πεισματάρηδες αργοπορημένοι, βαριόμαστε να διαβάσουμε τα πιο πρόσφατα βιβλία…

Στον μαρξισμό, η έννοια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας δεν υπάρχει: κοιτάξτε τη βελόνα της πυξίδας σας, όχι τον ουρανό όπως οι άνθρωποι που ακούνε παράδοξα (παράδοξο – κάτι το οποίο ο κοινός νους λέει ότι είναι λάθος ενώ είναι απόλυτα ορθό).

Έχουμε πει σε χιλιάδες προπαγανδιστικές ομιλίες ότι το σοσιαλιστικό πρόγραμμα είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, κάτι που πηγάζει απ’ την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα του Μαρξ, κι απ’ όσα είπε ο Λένιν για τον Μαρξ. Μιλάμε για ιδιοκτησία, όχι ιδιωτική οικονομία. Η προκαπιταλιστική οικονομία ήταν ιδιωτική, ή ατομική. Η ιδιοκτησία αποτελεί έναν όρο ο οποίος δεν υπαινίσσεται μια καθαρά οικονομική σχέση, μα επίσης μια νομική σχέση, και εισάγει στη συζήτηση όχι μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις, μα επίσης και τις παραγωγικές σχέσεις. Ατομική ιδιοκτησία σημαίνει ιδιωτικό δικαίωμα καθαγιασμένο απ’ τους αστικούς νομικούς κώδικες: μας οδηγεί στο κράτος και την εξουσία, ένα ζήτημα ισχύος και βίας στα χέρια μιας τάξης. Η παλιά κι έγκυρη διατύπωσή μας δεν σημαίνει τίποτα αν δεν περιέχει ήδη την ιδέα ότι για να υπερβούμε την καπιταλιστική οικονομία χρειάζεται επίσης να υπερβούμε τη δικανική και κρατική δομή που αντιστοιχούν σ’ αυτή.

Οι βασικές αυτές ιδέες αρκούν για ν’ απορρίψουμε το ύπουλο περιεχόμενο της ακόλουθης θέσης: το κοινωνικό πρόγραμμα θεσπίζεται όταν η ατομική ιδιοκτησία γίνεται κρατική ιδιοκτησία, όταν το εργοστάσιο εθνικοποιείται.

Ας είμαστε σαφείς, οι ομάδες με τις οποίες ερχόμαστε εδώ σ’ αντιπαράθεση δεν ισχυρίζονται ότι ο κρατικός καπιταλισμός είναι ήδη σοσιαλισμός, ισχυρίζονται όμως ότι αποτελεί μια τρίτη, νέα μορφή μεταξύ του ιδιωτικού καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Στην πραγματικότητα, λένε ότι υπάρχουν δύο διακριτές περιόδοι: εκείνη κατά την οποία «το κράτος έχει περισσότερο την παλιότερη, αστυνομική λειτουργία παρά τη λειτουργία της ανάμειξης στην οικονομία», και εκείνη κατά την οποία «δίνει το μέγιστο βάρος στην άσκηση ισχύος ειδικά για να προστατεύσει την οικονομία συγκεντροποιημένη σ’ αυτό». Εμείς λέμε ότι σ’ αυτές τις δύο διατυπώσεις, οι οποίες αναπαράγονται πάνω-κάτω πιστά, και ακόμη περισσότερο σ’ αυτές τις δύο ιστορικές περιόδους, ο καπιταλισμός παραμένει ο ίδιος, η άρχουσα τάξη παραμένει η ίδια, το ιστορικό κράτος παραμένει το ίδιο. Η οικονομία αποτελεί το συνολικό κοινωνικό πεδίο στο οποίο λαμβάνει χώρα η παραγωγή κι η διανομή, και περιλαμβάνει τους ανθρώπους που συμμετέχουν σ’ αυτό: το κράτος αποτελεί μια ειδική οργάνωση που δρα στο κοινωνικό πεδίο, και το κράτος στην καπιταλιστική περίοδο είχε πάντα τη λειτουργία του αστυνομικού και του προστάτη των συμφερόντων μιας τάξης, κι ενός είδους παραγωγής που ιστορικά ανταποκρίνεται σ’ αυτή τη τάξη. Το ότι το κράτος συγκεντρώνει την οικονομία στο εσωτερικό του αποτελεί μια ασυνεπή διατύπωση. Για τον μαρξισμό, το κράτος είναι πάντα παρόν στην οικονομία – η εξουσία του κι η νομική βία του αποτελούν οικονομικούς παράγοντες απ’ την αρχή ως το τέλος. Μπορεί κανείς να το εξηγήσει καλύτερα ως εξής: σε ορισμένες περιπτώσεις, το κράτος, με την κυβέρνησή του, αναλαμβάνει τη διαχείριση των βιομηχανικών ζητημάτων· κι αν αναλάβει τη διαχείριση όλων των βιομηχανικών ζητημάτων, τότε έχει συγκεντροποιήσει τη διαχείριση των βιομηχανικών ζητημάτων, αλλά όχι τη διαχείριση της οικονομίας. Ειδικά στον βαθμό που η διανομή λαμβάνει χώρα με χρηματικές τιμές (ότι αυτές είναι επισήμως σταθερές δεν έχει σημασία), το κράτος είναι μια επιχείρηση μεταξύ των επιχειρήσεων, ένας εργολάβος μεταξύ εργολάβων· τόσο το χειρότερο που θεωρεί εταιρείες τις εθνικές του επιχειρήσεις, όπως κάνουν οι εργατικοί, οι τσωρτσιλικοί κι οι σταλινικοί. Η διαφυγή απ’ αυτή την κατάσταση δεν αποτελεί ένα ζήτημα διοικητικών μέτρων, αλλά ένα πρόβλημα επαναστατικής ισχύος, ταξικού πολέμου.

Το πρόβλημα τίθεται καλύτερα σ’ ένα ενημερωτικό δελτίο που δημοσίευσαν οι σύντροφοι της Groupe français de la gauche communiste internationale [Γαλλική Ομάδα της Διεθνούς Κομμουνιστικής Αριστεράς][4], τα ονόματα και τις προσωπικότητες των οποίων -με μεγάλη μας χαρά- δεν γνωρίζουμε. Θέτουν εύλογα ερωτήματα επί του ζητήματος, ερωτήματα τα οποία αξίζουν περαιτέρω ανάπτυξη, και το πρόβλημα τίθεται σ’ αντιδιαστολή με το όραμα που σημειώνει η ομάδα του Σωλιέ [ψευδώνυμο του Καστοριάδη], η οποία είναι επηρεασμένη απ’ τη θεωρία της «παρακμής» [«decadence»] και την μετάβαση απ’ τον καπιταλισμό στον βαρβαρισμό που τους εμπνέει, ωστόσο, τον ίδιο τρόμο με τα «γραφειοκρατικά» καθεστώτα. Μια θεωρία στην οποία κάποιος δεν ξέρει τι στο διάολο δείχνουν οι πυξίδες, μέχρι να φλυαρίσει για τον μαρξισμό. Υπάρχουν στοιχεία στο εσωτερικό ενημερωτικό δελτίο του κινήματός μας[5] για την παρακμή του καπιταλισμού όπου καταπιανόμαστε με τη ψευδή θεωρία της φθίνουσας καμπύλης. Επιστημονικά μιλώντας, και χωρίς καμία υπεροψία, είναι μόνο ηλιθιότητα να διηγείσαι μια ιστορία η οποία λέει: ω καπιταλισμέ, άρπαξέ μας, εξαπάτησέ μας, υποβάθμισέ μας σ’ εξασθενημένο γέρικο σκυλί που δεν αξίζει ούτε να το κλωτσήσεις στα πλευρά, θ’ αναρώσσουμε ταχέως – όλα αυτά απλώς σημαίνουν ότι αποσυντίθεσαι. Απλώς φανταστείται ότι αποσυντίθεται…

Όσο για τον βαρβαρισμό, αποτελεί το αντίθετο του πολιτισμού και της γραφειοκρατίας. Οι βάρβαροι προγόνοι μας -οι τυχεροί!- δεν είχαν οργανωτικούς μηχανισμούς βασισμένους (τα έλεγε ο γερο-Ένγκελς!) σε δύο στοιχεία: μια προσδιορισμένη άρχουσα τάξη και μια προσδιορισμένη επικράτεια. Υπήρχε η φατριά, η φυλή [tribe], όχι όμως ακόμη η civitas. Civitas σημαίνει πόλη, επίσης και κράτος. [Η λέξη civitas είναι λατινικός όρος που αναφέρεται στο κοινωνικό σώμα των ενωμένων απ’ το δίκαιο πολιτών.] Ο πολιτισμός [δεν χρησιμοποιείται η λέξη culture αλλά civilisation, όρος που έχει κοινή ρίζα με τη civitas τη λέξη cive, δηλαδή πολίτης] αποτελεί το αντίθετο του βαρβαρισμού και σημαίνει κρατική οργάνωση, συνεπώς αναγκαία και γραφειοκρατία. Περισσότερο κράτος σημαίνει περισσότερο πολιτισμό που σημαίνει περισσότερη γραφειοκρατία, ενώ οι ταξικοί πολιτισμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Αυτό λέει ο μαρξισμός. Αυτό που μας εξαπατεί παντού, εκεί που κυριαρχούν τα τέρατα των σύγχρονων κρατικών υπεροργανώσεων, δεν είναι η επιστροφή στον βαρβαρισμό, αλλά το ξεκίνημα ενός υπερπολιτισμού. Επιτρέψτε μας όμως ν’ αφήσουμε τα μέλη του Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα στην υπαρξιακή τους κρίση. Το ενημερωτικό δελτίο που προαναφέραμε διαψεύδει τους ισχυρισμούς τους σ’ ένα άρθρο με τον ορθό τίτλο: «Deux ans de bavardage» [«Δύο Χρόνια Φλυαρίας»] – σημειώστε, εδώ δεν φλυαρούμε!

Ας περάσουμε στην ισορροπημένη διατύπωση με την οποία οι Γάλλοι σύντροφοι έθεσαν το ζήτημα – τον προσδιορισμό της άρχουσας τάξης στις κρατικοκαπιταλιστικές χώρες, την ακρίβεια ή ανεπάρκεια του ορισμού: ο καπιταλισμός κληρονόμος των φιλελεύθερων επαναστάσεων.

Το συμπέρασμα που παρουσιάζεται απ’ αυτή την ομάδα είναι ορθό: σταματήστε να παρουσιάζεται τη γραφειοκρατία ως μια αυτόνομη τάξη κι αντ’ αυτού θεωρήστε τη γραφειοκρατία ως έναν τεράστιο μηχανισμό συνδεδεμένο με μια δοσμένη ιστορική κατάσταση στην παγκόσμια εξέλιξη του καπιταλισμού. Εδώ βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο. Η γραφειοκρατία, την οποία γνωρίζουν όλες οι ταξικές κοινωνίες, δεν αποτελεί μια τάξη, δεν αποτελεί μια παραγωγική δύναμη, αποτελεί μια απ’ τις «μορφές» παραγωγής ταιριαστή σ’ έναν δοσμένο κύκλο ταξικής κυριαρχίας. Σε ορισμένες ιστορικές φάσεις, φαίνεται να είναι ο πρωταγωνιστής στη σκηνή -κι εμείς παρολίγον να πούμε σε φάση παρακμής- στην πραγματικότητα σε προεπαναστατικές φάσεις αλλά και σε φάσεις μέγιστης επέκτασης. Γιατί ν’ αποκαλέσουμε την κοινωνία που είναι έτοιμη για την μαμή της επανάστασης, τον μαιευτήρα που θα γεννήσει τη νέα κοινωνία, παρηκμασμένη; Η έγκυος γυναίκα δεν είναι παρηκμασμένη, η στείρα όμως είναι. Ο Σωλιέ βλέπει τη φουσκωμένη κοιλιά της καπιταλιστικής κοινωνίας και μπερδεύει την ανεπαρκή δεξιότητα του μαιευτήρα που αντικρύζει τη διεσταλμένη μήτρα, με μια υποτιθέμενη στειρότητα της εγκύου γυναίκας. Κατηγορούν τη γραφειοκρατία του Κρεμλίνου ότι μας παρέδωσε έναν θνησιγενή σοσιαλισμό επειδή καταχράστηκε την εξουσία, ενώ το φταίξιμο κείτεται στο ότι δεν πήρε τον εβρυουλκό της επανάστασης για ν’ ανοίξει την κοιλιά της Ευρώπης και της Αμερικής, παρεσυρμένη από την ανθίζουσα συσσώρευση κεφαλαίου κι έχοντας κάνει μια άχρηστη προσπάθεια σε μια στείρα μήτρα. Και πιθανώς μόνο σε μια στείρα μήτρα, αντιστρέφοντας την μάχη των σιτηρών με την μάχη του σπέρματος[6].

Επιτρέψτε μας να περάσουμε στην καθαρά μαρξιστική-οικονομική αιχμή ύστερα απ’ αυτή τη σύντομη διευκρίνηση. Ο ισχυρισμός «ο καπιταλισμός κληρονόμος των φιλελεύθερων επαναστάσεων», ο οποίος ορθώς έγινε η κεντρική αιχμή, περιέχει την ακριβή ιστορική θέση: ο καπιταλισμός έχει έναν κύκλο, μια μοναδιαία ταξική πορεία, από την αστική στην προλεταριακή επανάσταση, και δεν μπορεί να χωριστεί σε διάφορους κύκλους χωρίς ν’ αποκηρύξουμε τον επαναστατικό μαρξισμό. Όμως, πρέπει να το πούμε, όπως ειπώνεται λίγο παρακάτω, ο καπιταλισμός εμφανίστηκε απ’ τις αστικές (όχι φιλελεύθερες) επαναστάσεις ή, ακόμα καλύτερα, από «αντιφεουδαρχικές» επαναστάσεις. Στην πραγματικότητα, ο φιλελευθερισμός έγινε ο στόχος και το κίνητρο των επαναστάσεων αυτών, η γενική τους ιδέα, μόνο μέσω αστών απολογητών. Ο Μαρξ το απέρριψε αυτό, και γι’ αυτόν ο ιστορικός στόχος των επαναστάσεων αυτών υπήρξε η καταστροφή των εμποδίων για την κυριαρχία της καπιταλιστικής τάξης.

Μόνο μ’ αυτή την έννοια η συντετμημένη διατύπωση είναι ορθή. Είναι αρκετά σαφές: το κεφάλαιο μπορεί εύκολα να ξεφορτωθεί τον φιλελευθερισμό χωρίς ν’ αλλάξει τη φύση του. Κι αυτό είναι επίσης σαφές: η κατεύθυνση της αποσύνθεσης, η αποσύνθεση της επανάστασης στη Ρωσία, δεν είναι από την επανάσταση για τον κομμουνισμό προς μια επανάσταση για ένα ανεπτυγμένο είδος καπιταλισμού, αλλά προς μια καθαρή καπιταλιστική επανάσταση. Κινείται παράλληλα με την παγκόσμια καπιταλιστική κυριαρχία η οποία, μέσω διαδοχικών βημάτων, εξαλείφει τις παλιές φεουδαρχικές κι ασιατικές μορφές σε διάφορες ζώνες. Ενώ η ιστορική κατάσταση τον 17ο, τον 18ο και τον 19ο αιώνα είχε ως αποτέλεσμα η καπιταλιστική επανάσταση να λάβει φιλελεύθερες μορφές, στον 20ό αιώνα χρειάζεται να λάβει απολυταρχικές και γραφειοκρατικές μορφές.

Η διαφορά δεν πηγάζει από βασικές ποιοτικές παραλλαγές του καπιταλισμού, αλλά στη τεράστια ποικιλομορφία της ποσοτικής ανάπτυξης, καθώς και την εντατικότητα σε κάθε μητρόπολη, και τη διάχυση στην επιφάνεια του πλανήτη.

Το γεγονός ότι ο καπιταλισμός υιοθετεί όλο και λιγότερο για τη συντήρησή του, καθώς και για την ανάπτυξη και τη διεύρυνσή του, τη φιλελεύθερη φλυαρία και χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο αστυνομικές μεθόδους και γραφειοκρατική ασφυξία, όταν η ιστορική γραμμή γίνεται καθαρά ορατή, δεν προκαλεί τον παραμικρό δισταγμό για τη βεβαιότητα ότι τα ίδια μέσα πρέπει να υπηρετήσουν την προλεταριακή επανάσταση. Θα χρησιμοποιήσει αυτή τη βία, την εξουσία, το κράτος και τη γραφειοκρατία, τον δεσποτισμό όπως τον αποκάλεσε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο μ’ έναν ακόμη περισσότερο τρομακτικό όρο πριν από 103 χρόνια. Τότε θα ξέρει πως να τα ξεφορτωθεί όλα αυτά.

Ο χειρούργος δεν αφήνει το αιματοβαμμένο νυστέρι πριν αναδυθεί η νέα ζωή και πάρει την πρώτη της αναπνοή, τον ύμνο της ζωής.

Χτες

Δεν εξαφανίζεται η βασική μορφή του καπιταλισμού με την εξαφάνιση των ιδιωτών ατόμων τα οποία, ως ιδιοκτήτες των εργοστασίων, οργανώνουν την παραγωγή; Αυτή είναι η ένσταση στο οικονομικό πεδίο που προσελκύει την προσοχή πολλών ανθρώπων.

«Ο καπιταλιστής» κατονομάζεται εκατοντάδες φορές από τον Μαρξ. Επιπλέον, η λέξη «κεφάλαιο» [«capital»] προέρχεται απ’ τη λέξη κεφάλι [caput], κι έτσι, παραδοσιακά, κεφάλαιο είναι οποιοσδήποτε πλούτος συνδέεται, αδιάθετα, με οποιοδήποτε μοναδιαίο ονομαστικό πρόσωπο. Ωστόσο, η θέση στην οποία εδώ και πολύ καιρό έχουμε αφιερώσει αναλύσεις δεν περιέχει τίποτα νέο παραμόνο εξηγεί, παραμένοντας αλήθεια, ότι η μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού δεν θεωρεί καίριο το στοιχείο του προσώπου του ιδιοκτήτη εργοστασίου.

Τα σχετικά χωρία απ’ τον Μαρξ είναι αμέτρητα: επιτρέψτε μας οπότε ν’ αρκεστούμε σ’ ένα μόνο, το οποίο το φυλάμε για το τέλος.

Ας πάρουμε τον λεγόμενο «κλασσικό» καπιταλισμό του «ελεύθερου» εργοστασίου. Ο Μαρξ αυτά πάντα τα βάζει σ’ εισαγωγικά, στην πραγματικότητα χαρακτηρίζουν την αστική σχολή που πολέμησε και κατέστρεψε με τις οικονομικές του έννοιες – αυτό είναι το σημείο που πάντα ξεχνούν.

Υποθέτει κανείς φυσικώς ότι ο κύριος Χ, ο πρώτος καπιταλιστής που εμφανίστηκε, είχε μια ποσότητα χρήματος ανά χείρας. Ολόκληρες ενότητες του έργου του Μαρξ απαντούν σ’ αυτό το ερώτημα: πως έγινε αυτό; Οι απαντήσεις ποικίλλουν: ληστεία, κλοπή, τοκογλυφία, μαύρη εμπορία ή, όπως έχουμε δει παραπάνω από αρκετές φορές, βασιλική χάρτα ή νόμος περί γης.

Οπότε, ο κύριος Χ, αντί να κρύψει τα χρυσά του νομίσματα σ’ ένα σακούλι ώστε να παίζει μ’ αυτά στα δάκτυλά του κάθε βράδυ, δρα ως πολίτης διανθισμένος με φιλελεύθερες κι ανθρωπιστικές κοινωνικές ιδέες. Αντιμετωπίζει μ’ αξιοπρέπεια τα ρίσκα και κυκλοφορεί το κεφάλαιό του.

Οπότε, πρώτο στοιχείο, συσσωρευμένο χρήμα.

Δεύτερο στοιχείο, απόκτηση πρώτων υλών, τα κλασσικά δεμάτια ακατέργαστου βαμβακιού που αναφέρονται σε τόσες πολλές παραγράφους και κεφάλαια.

Τρίτο στοιχείο, απόκτηση του χώρου όπου εγκαθιστά τους αργαλειούς, κλπ, για την ύφανση.

Τέταρτο στοιχείο, τεχνική οργάνωση και διοίκηση. Ο κλασσικός καπιταλιστής τ’ αναλαμβάνει αυτά ο ίδιος. Έχει μελετήσει, έχει ταξιδέψει κι έχει σκεφτεί νέα συστήματα για την επεξεργασία της πρώτης ύλης και, παράγοντας νήμα σε μεγάλες ποσότητες, περικόπτει τα έξοδα. Θα ντύσει με φτηνά ρούχα τα χτεσινά αλητάκια, ακόμη και τους μαύρους της κεντρικής Αφρικής που συνήθιζαν να κυκλοφορούν γυμνοί.

Πέμπτο στοιχείο, οι εργάτες στους αργαλειούς. Δεν χρειάζεται να έχουν ούτε μια ουγκιά ακατέργαστου βαμβακιού ή ένα περισσευούμενο εργαλείο – αυτό συνέβαινε στους ημιβαρβαρικούς καιρούς της ατομικής παραγωγής. Όμως, την ίδια στιγμή, θα υπάρχει πρόβλημα αν πάρουν απ’ τη δουλειά έστω και μια μόνο μικρή βαμβακερή κλωστή για να μπαλώσουν το παντελόνι τους. Η αμοιβή τους είναι ένα δίκαιο ισοδύναμο του χρόνου εργασίας τους[7].

Μέσω του συνδυασμού των στοιχείων αυτών, επιτυγχάνει κανείς αυτό που είναι το κίνητρο κι ο λόγος της όλης διαδικασίας: την μάζα νήματος ή υφασμάτων. Το ουσιώδες στοιχείο είναι ότι μόνο ο καπιταλιστής μπορεί να τα πάει αυτά στην αγορά, και το οικονομικό κέρδος είναι δικό του και μόνο δικό του.

Πάντα η ίδια παλιά ιστορία. Ναι, ξέρετε το μικρό άθροισμα – το κόστος του ακατέργαστου βαμβακιού, κάτι για τη φθορά του εργοστασίου και των μηχανών, οι μισθοί των εργατών. Αποδείξεις: η τιμή του πωλημένου προϊόντος. Η τιμή αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ το άθροισμα των εξόδων, κι η διαφορά μεταξύ τιμής κι εξόδων είναι το περιθώριο κέρδους του εργοστασίου.

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο καπιταλιστής κάνει ότι γουστάρει με το χρήμα που κερδίζει – ότι κι αν κάνει, θα μπορούσε να το κάνει και με το αρχικό ρευστό που ήδη είχε χωρίς να παράξει τίποτα. Το σημαντικό είναι ότι αφού ανεφοδιάσει τα πάντα στο επίπεδο της αρχικής του επένδυσης, παραμένει με μια μάζα χρήματος στο χέρι. Σίγουρα, θα μπορούσε το χρήμα αυτό να το καταναλώσει για την πάρτη του. Όμως κοινωνικά δεν μπορεί, και κάτι τον αναγκάζει να επενδύσει μεγάλη ποσότητα του χρήματος, να το ξαναμεταφράσει σε κεφάλαιο.

Ο Μαρξ λέει ότι ο κύκλος ζωής του κεφαλαίου συνίσταται μόνο στην κίνησή του ως αξία που τίθεται σε αέναη κίνηση ώστε ν’ αυτοπολλαπλασιαστεί. Η επιθυμία του προσώπου του καπιταλιστή δεν απαιτείται σ’ αυτό, ούτε θα μπορούσε να το εμποδίσει. Ο οικονομικός ντετερμινισμός δεν υποχρεώνει μόνο τον εργάτη να πουλήσει τον χρόνο εργασίας του, αλλά παρομοίως υποχρεώνει τον καπιταλιστή να επενδύσει και να συσσωρεύσει. Η κριτική μας προς τον φιλελευθερισμό δεν συνίσταται στο ότι υπάρχει μια ελεύθερη τάξη και μια υπόδουλη τάξη. Ναι, υπάρχει μια τάξη που δέχεται εκμετάλλευση και μια τάξη που κερδίζει, όμως κι οι δύο είναι προσδεμένες στους νόμους του ιστορικού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η διαδικασία οπότε δεν περιορίζεται εντός του εργοστασίου, είναι κοινωνική και μόνο ως τέτοια μπορεί να κατανοηθεί. Στον Μαρξ ήδη υπάρχει η υπόθεση του διαχωρισμού των διάφορων στοιχείων του προσώπου του βιομηχάνου καπιταλιστή, ο οποίος αντικαθίσταται από μια μετοχική συμμετοχή στο περιθώριο κέρδους της παραγωγικής επιχείρησης. Πρώτον, το χρήμα μπορεί ν’ αποκτηθεί από έναν δανειστή, μια τράπεζα, που λαμβάνει έναν περιοδικό τόκο. Δεύτερον, σ’ αυτή την περίπτωση τα υλικά που αγοράζονται μ’ αυτό το χρήμα δεν αποτελούν πραγματικά ιδιοκτησία του επιχειρηματία, αλλά του χρηματοδότη. Τρίτον, στην Αγγλία ο ιδιοκτήτης ενός κτηρίου, σπιτιού ή εργοστασίου ίσως να μην είναι ο ιδιοκτήτης της γης στην οποία αυτά βρίσκονται: έτσι, σπίτια κι εργοστάσια μπορεί να ενοικιάζονται. Τίποτα δεν απαγορεύει το ίδιο για τους αργαλειούς κι άλλες μηχανές κι εργαλεία. Τέταρτον, ο επιχειρηματίας ίσως να μην έχει τεχνικές και διοικητικές ικανότητες, οπότε προσλαμβάνει μηχανικούς και λογιστές. Πέμπτον, οι μισθοί των εργατών – προφανώς η πληρωμή τους γίνεται επίσης με δάνεια απ’ τον χρηματοδότη.

Η αυστηρή λειτουργία του επιχειρηματία υποβαθμίζεται στο ότι είδε ότι υπάρχει μια ζήτηση στην αγορά για μια ορισμένη μάζα προϊόντων η οποία έχουν μια τιμή πώλησης πάνω απ’ το συνολικό κόστος των παραπάνω στοιχείων. Εδώ η καπιταλιστική τάξη περιορίζεται στην επιχειρηματική τάξη, η οποία αποτελεί μια κοινωνική και πολιτική δύναμη και την κύρια βάση του αστικού κράτους. Όμως, το στρώμα των επιχειρηματιών δεν συμπίπτει με τους ιδιοκτήτες χρήματος, γης, κατοικιών κι εργοστασίων και με τους παρόχους εμπορευμάτων.

Υπάρχουν δύο βασικές μορφές κι αιχμές που απαιτούνται για ν’ αναγνωρίσουμε τον καπιταλισμό. Η μία είναι ότι το δικαίωμα της παραγωγικής επιχείρησης να διαθέτει τα προϊόντα και τις εισπράξεις των πωλήσεων (ελεγχόμενες τιμές ή επιτάξεις εμπορευμάτων δεν θίγουν το δικαίωμα στις εισπράξεις) δεν θίγεται και δεν δύναται να θιχτεί. Εκείνο που διαφυλάττει αυτό το κεντρικό δικαίωμα στη σύγχρονη κοινωνία είναι εξ αρχής ένα ταξικό μονοπώλιο, είναι μια δομή εξουσίας, και το κράτος, το νομικό σύστημα κι η αστυνομία τιμωρούν οποιονδήποτε παραβιάσει αυτή τη νόρμα. Αυτός είναι ο όρος της επιχειρηματικής παραγωγής. Η άλλη αιχμή είναι ότι οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι απομονωμένες μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν πια, ιστορικά μιλώντας, κάστες ή orders [οι τάξεις του Παλαιού Καθεστώτος]. Το ανήκειν στη γαιοκτητική αριστοκρατία ήταν κάτι που διαρκούσε περισσότερο από μία ζωή, καθώς ο τίτλος κληρονομούνταν απ’ την μια γενιά στην επόμενη. Η ιδιοκτησία κτηρίων ή μεγάλου κεφαλαίου διαρκεί κατά μέσο όρο τουλάχιστον μία ζωή. Η «μέση περίοδος προσωπικού ανήκειν ενός δοσμένο ατόμου στην άρχουσα τάξη» τείνει να μειωθεί ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτόν τον λόγο, καταπιανόμαστε με την ακραία ανεπτυγμένη μορφή του κεφαλαίου, όχι με τον καπιταλιστή. Το κεφάλαιο δεν χρειάζεται παγιωμένα πρόσωπα. Τα βρίσκει και τα στρατολογεί όπου θέλει, και τ’ αλλάζει σε ακόμη περισσότερο απίστευτες βάρδιες.

Σήμερα

Εδώ δεν μπορούμε ν’ αποδείξουμε ότι ο «παρασιτικός καπιταλισμός» του Λένιν δεν σημαίνει ότι η εξουσία κείτεται περισσότερο στα χέρια των χρηματιστικών καπιταλιστών απ’ ότι των βιομηχάνων καπιταλιστών. Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να διαδωθεί και διευρυνθεί χωρίς να γίνει περισσότερο περίπλοκος και διαχωρίζοντας σταδιακά τα διάφορα στοιχεία τα οποία εισέρχονται στον ανταγωνισμό για κερδοσκοπία: χρηματοπιστωτισμός, τεχνολογία, εξοπλισμός, διοίκηση. Η τάση είναι το μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους κι ο κοινωνικός έλεγχος να γλιστρά απ’ τα χέρια των θετικών κι ενεργών στοιχείων και να συγκεντρώνεται στα χέρια των κερδοσκόπων.

Πρέπει οπότε να πάμε απ’ τον Μαρξ στον… Don Sturzo.

Ο Sturzo, με τη συνήθη σύνεσή του, ανέλαβα το σκάνδαλο του INA[8]. Αυτό που είπε είναι ενδιαφέρον: «Δεν μπορώ να πω τι συνέβη κατά τη διάρκεια του φασισμού επειδή ήμουν στην Αμερική, αλλά εκεί που τα πράγματα αυτά βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, πολλά ακόμη πράγματα ίσως βγουν στο φως!». Μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Ο καπιταλιστικός παρασιτισμός της σύγχρονης Ιταλίας είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν του Μουσολίνι, όμως κι οι δύο ωχριούν μπροστά στις ΗΠΑ.

Ο INA κατείχε τεράστια κεφάλαια επειδή συγκέντρωνε τις συνεισφορές κοινωνικής ασφάλισης όλων των εργατών, όπως κι άλλοι παρόμοιοι κρατικοί οργανισμοί με τα καλά γνωστά αρχικά τους. Πληρώνει μ’ αργούς ρυθμούς, οπότε τα χρηματοκιβώτιά του είναι γεμάτα μ’ έτοιμο ρευστό. Έχει οπότε το δικαίωμα (καθώς δεν έχει κεφάλι, δεν έχει σώμα και δεν έχει ψυχή – υπάρχει λόγος που βρισκόμαστε στον πολιτισμό του habeus corpus) να μην αφήσει αυτόν τον πλούτο να κείτεται αδρανής, οπότε τον χρησιμοποιεί και τον επενδύει. Τι καλοτυχία για τον σύγχρονο επιχειρηματία! Είναι καπιταλιστής χωρίς κεφάλαιο, όπως διαλεκτικά το σύγχρονο κεφάλαιο είναι κεφάλαιο χωρίς αφεντικό, ακέφαλο.

Ο έξυπνος Σισιλιανός ιερέας λέει (αυτοί που κάθονται στον εξώστη λαχταρούν να δώσουν σύντομα μια υπερβάλλουσα αγόρευση στην κηδεία του) ότι οι κακές επιχειρηματικές πρακτικές ήταν ο σχηματισμός πάρα πολλών εταιρειών-βιτρίνα υπό τον INA.

Τι στο διάολο είναι οι εταιρείες-βιτρίνα; Μερικά είδη αυτών, ειδικευμένα σε επιχειρήσεις που έχουν χλιδάτα γραφεία κι έχουν παρεισφρήσει στα οικονομικά και πολιτικά εξώτερα γραφεία, που δεν έχουν ούτε μια δεκάρα ή εγγεγραμμένες μετοχές ή ακίνητα στο όνομά τους (δεν νοικιάζουν καν σπίτια και ζουν σε μεγάλα ξενοδοχεία, γνωρίζουν τον Vanoni πολύ καλά, αλλά ο Vanoni δεν τους γνωρίζει)[9], «σχεδιάζουν» μια δοσμένη συμφωνία και δηλώνουν μια εταιρεία με το σχέδιο αυτό ως το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο. O ΙΝΑ, ή κάποιο παρόμοιο σώμα, θα δώσει σ’ αυτήν την εταιρεία χρήμα, και αν απαιτείται κάποια «ειδική νομοθεσία», ας πούμε για να επιτραπεί η εκτροφή κοκκόρων σε παλιές στρατιωτικές βάσεις, το πρόβλημα φέρνεται εσπευσμένως στην προσοχή των εθνικών ηγετών, ειδικά μέσω μιας δυναμικής ομιλίας για την ανικανότητα της κυβέρνησης από κάποιον βουλευτή της αντιπολίτευσης, κι έτσι το πρόβλημα λύνεται.

Στην πραγματικότητα, μόλις ο κοινός θεατρίνος πήγε στην τράπεζα να δανειστεί χρήματα για να χρησιμοποιηθούν στη σχεδιασμένη επιχείρηση, η τράπεζα απάντησε: ωραία, να τα χρήματα, που είναι τ’ αξιόγραφά σας; Δεν έχετε; Όξω! Όμως, ένας κρατικός οργανισμός δεν έχει τέτοιες τιποτένιες απαιτήσεις: το εθνικό καλό αρκεί για να του δώσει τα λεφτά. Μαντεύετε τη συνέχεια. Αν ο θεατρίνος με το σχέδιό του και το παραγωγικό του εγχείρημα δεν παράξει κόκκορες αλλά αποτυχίες, τέλειωσε – δεν πήρε τα χρήματά του πίσω κι έφυγε ντροπιασμένος απ’ τη τάξη των αφεντικών.

Η δικιά μας εταιρεία-βιτρίνα με το εξαιρετικό της προσωπικό δεν ζει μ’ αυτόν τον φόβο: αν παράγει κόκκορες, τότε αυτοί πωλούνται σε καλή τιμή σ’ εκτροφείς, και βγάζει χρήμα. Αν, υποθέτοντας ότι δεν παράξει κόκκορες ή ότι κανείς δεν θέλει ν’ αγοράσει κόκκορες, δεν υπάρχει πρόβλημα – τσεπώσαν ήδη τις επιχορηγήσεις, τις εγγυήσεις και τα μερίδια του κέρδους, και πληρώνει ο INA τη ζημία για το προβληματικό σχέδιο της φάρμας με κοκκόρια.

Μ’ αυτό το μικρό και μπανάλ παράδειγμα εξηγήσαμε τι σημαίνει κρατικός καπιταλισμός (ή οικονομία συγκεντροποιημένη στο κράτος). Να σημειώσουμε ότι ο INA μοιράζεται τη χασούρα του με όλους τους δύστυχους που πληρώνουν στα ταμεία του ένα τμήμα του μισθού τους.

Κρατικός καπιταλισμός είναι κεφάλαιο συγκεντροποιημένο στο κράτος στη διάθεση των περαστικών επιχειρηματιών. Το ελεύθερο επιχειρείν ποτέ δεν υπήρξε περισσότερο ελεύθερο απ’ ότι όταν το κέρδος παραμένει αλλά το ρίσκο της ζημίας έχει μετακυλιστεί στην κοινότητα.

Μόνο το κράτος μπορεί να τυπώσει όσο χρήμα θέλει και μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τον πλαστογράφο. Η προοδευτική απαλλοτρίωση μικροϊδιοκτητών κι η καπιταλιστική συγκέντρωση σε διαδοχικές ιστορικές μορφές βασίζεται σ’ αυτή την αρχική αρχή της βίας. Έχουμε εύλογα ισχυριστεί επανειλημμένως ότι καμία οικονομία στην οποία επιχειρήσεις παρουσιάζουν λογαριασμούς κι η ανταλλαγή διεξάγεται με χρήμα, δεν μπορεί να διαφύγει αυτών των νόμων.

Συνεπώς, η εξουσία του κράτους βασίζεται στη σύγκλιση των συμφερόντων αυτών των κερδοσκόπων που ωφελούνται από κερδοσκοπικά σχέδια εταιρειών κι από το πλέγμα των εδραιωμένων διεθνών σχέσεων.

Πως μπορούν τα κράτη αυτά να μην δανείσουν κεφάλαιο στις συμμορίες εκείνες οι οποίες ποτέ δεν αποπληρώνουν τα χρέη τους προς το κράτος παρά αναγκάζοντας τις εκμεταλλευόμενες τάξεις να πληρώσουν; Εδώ βρίσκεται η απόδειξη ότι αυτά τα «κεφαλοποιητικά» κράτη έχουν χρόνιο χρέος προς την αστική τάξη, ή αν θέλετε φρέσκια απόδειξη, κείτεται στο γεγονός ότι υποχρεώνονται να δανειστούν, παίρνοντας πίσω το χρήμα τους και πληρώνοντας τόκο γι’ αυτό.

Η σοσιαλιστική διαχείριση μιας «συγκεντροποιημένης οικονομίας» δεν θα προσέφερε εξωτερικά κέρδη σε κανένα «σχέδιο», ακριβώς όπως δεν θα πλήρωνε τόκο. Εξάλλου, δεν θα συναλλασσόταν με χρήμα.

Το κεφάλαιο συγκεντρώνεται στο κράτος μόνο για τη διευκόλυνση των ελιγμών της υπεραξίας και του κέρδους. Παραμένει «προσβάσιμο σε όλους» ή προσβάσιμο στα συστατικά στοιχεία της επιχειρηματικής τάξης -πλέον όχι απλώς επιχειρηματίες της παραγωγής, αλλά ανοικτά επιχειρηματίες της μπίζνες- που δεν παράγει πλέον εμπορεύματα αλλά, όπως έχει ήδη πει ο Μαρξ, παράγει υπεραξία.

Ο καπιταλιστής ως πρόσωπο δεν εξυπηρετεί πλέον σ’ αυτό – το κεφάλαιο ζει χωρίς αυτόν, αλλά με τη λειτουργία του να έχει εκατονταπλασιαστεί. Το ανθρώπινο υποκείμενο έχει γίνει άχρηστο. Μια τάξη χωρίς μέλη να τη συνθέτουν; Το κράτος όχι στην υπηρεσία μιας κοινωνικής ομάδας αλλά μιας μη-απτής δύναμης, είναι αυτό έργο του Αγίου Πνεύματος ή του Διαβόλου; Εδώ βρίσκεται η ειρωνία του κυρίου Σαρλ [Μαρξ]. Παραθέτουμε το απόσπασμα που είχαμε υποσχεθεί προηγουμένως: «Μετατρέποντας ο κεφαλαιοκράτης χρήμα σε εμπορεύματα που χρησιμεύουν σαν υλικά στοιχεία δημιουργίας ενός νέου προϊόντος ή σαν παράγοντες της εργασιακής διαδικασίας, ενσωματώνοντας ζωντανή εργασιακή δύναμη στη νεκρή αντικειμενικότητά τους, μετατρέπει αξία, παρωχημένη, αντικειμενοποιημένη, νεκρή εργασία σε κεφάλαιο, σε αυτοαξιοποιούμενη αξία, σ’ ένα έμψυχο τέρας που αρχίζει να “εργάζεται” σαν να ‘χε καταληφθεί από τον Διάβολο»[10].

Πρέπει να πιάσουμε το κεφάλαιο από τα κέρατα.

Σημειώσεις:
1. Πρβλ Bussole impazzite.
2. Proprieta’ e capitale (Iskra, Μιλάνο, 1980) σελ. 130.
3. Ο Henry Kaiser πρότεινε έναν «κοινωνικό» καπιταλισμό με τους εργάτες να μοιράζονται τα κέρδη.
4. Ένα ενημερωτικό δελτία που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1951 απ’ την ομάδα που αργότερα έγινε η γαλλική πτέρυγα του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κόμματος.
5. «Il rovesciamento della prassi» τώρα στο Partito e classe (Μιλάνο, 1972) σελ. 120-121 & 130. «Αυτή η θεωρία (της φθίνουσας καμπύλης) προέρχεται απ’ τον ρεφορμισμό των σταδίων: δεν υπάρχουν πτώσεις, αναταράξεις ή άλματα» (Σημείο 4).
6. Αναφορά στην προσπάθεια του Στάλιν και του Χρουστσόφ ν’ αυξήσουν τη σοδειά των σιτηρών.
7. [Σημείωση του Εκδότη]: Η χρήση του όρου «χρόνος εργασίας» απ’ τον Μπορντίγκα πρόκεται πιθανός για παραδρομή της πένας. Βασικό για τον Μαρξ είναι ότι παρά την εμφάνιση ότι οι εργάτες πληρώνονται για την εργασία τους ή τον χρόνο εργασίας τους, στην πραγματικότητα πωλούν την εργασιακή τους δύναμη – την ικανότητά τους να εργαστούν.
8. Don Sturzo: πρώην ιερέας, ηγέτης της καθολικής δεξίας στους Χριστιανοδημοκράτες, που αντιτίθονται στην κομματική και κρατική διαφθορά. former priest, leader of the catholic right in the Christian Democrats, opposed to corruption in the party and the state. Ο INA [Εθνικός Οργανισμός Ασφαλίσεων] ιδρύθηκε το 1912 κι έγινε κρατικό μονοπώλιο, με την πίεση της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης να το μετατρέπει σε κρατικό σώμα που διατηρεί όμως «μεγαλύτερη αυτονομία κι έναν περισσότερο εμφανές ιδιωτικό είδος εσωτερικής δομής απ’ τα άλλα κρατικά σώματα» (Candeloro, Storia dell’ Italia moderna, Μιλάνο, 1974, vol. VII, σελ. 307). Θα λειτουργούσε οπότε με τον τρόπο που περιγράφετε στο κείμενο.
9. [Σημείωση του Εκδότη]: Ο Vanoni ήταν ο τότε Ιταλός Υπουργός Οικονομικών.
10. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 207.