Το παρακάτω κείμενο της Πολιτικής Επιτροπής των Εργατών του Porto Marghera μεταφράστηκε απ’ το περιοδικό Viewpoint. Μαζί μεταφράσαμε και τον πρόλογο του Lorenzo Feltrin για το κείμενο, ο οποίος επίσης μετέφρασε το κείμενο απ’ τα ιταλικά στ’ αγγλικά. Η φωτογραφία είναι από μια καλλιτεχνική παρέμβαση των εργατών του Porto Marghera μαζί με τον καλλιτέχνη Giovanni Rubino στις 27 Φεβρουαρίου του 1973, με τον Χριστό σταυρωμένο φορώντας μια αντιασφυξιογόνο μάσκα, συμβολίζοντας την άρνηση των εργατών να θυσιάσουν την υγεία τους στον βωμό της οικονομικής ανάπτυξης.

Το κείμενο «Ενάντια στη Βλαβερότητα», υπογεγραμμένο απ’ την Πολιτική Επιτροπή των Εργατών του Porto Marghera, παρουσιάστηκε πριν από 50 χρόνια, στις 28 Φεβρουαρίου του 1971, στο Συνέδριο των Εργατών της Βένετο στη Μέστρε. Η Πολιτική Επιτροπή υπήρξε μια συμμαχία μεταξύ των τοπικών παραρτημάτων δύο εξωκοινοβουλευτικών ομάδων της ριζοσπαστικής αριστεράς: της Potere Operaio και του Il Manifesto. Ωστώσο, το κείμενο γίνεται καλύτερα κατανοητό ως τμήμα της θεωρίας και πράξης που διεξήγαγε η εργατίστικη ομάδα του Porto Marghera αναφορικά με τη βλαβερότητα.

Η εργατίστικη ομάδα του Porto Marghera δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέσω μιας συνάντησης μεταξύ διανοούμενων και φοιτητών -κυρίως απ’ τη Πάδοβα και τη Βενετία- και μιλιτάντηδες εργάτες αποξενωμένους από τη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI) και του συνδικάτου του, την Ιταλική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGIL)[1]. Ενώ η βιομηχανική περιοχή του Porto Marghera[2] υπήρξε ένα σημαντικό πεδίο για τον πρώιμο ακτιβισμό θεωρητικών όπως ο Αντόνιο Νέγκρι, η Μαριαρόζα Ντάλα Κόστα κι ο Μάσιμο Κατσιάρι, οι θεωρίες που παρήγαγαν οι ίδιοι οι εργάτες έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί. Όμως, αυτή η εμπειρία υπήρξε σημαντική επειδή περιλάμβανε εργάτες που απασχολούνταν σε μολυσματικές βιομηχανίες οι οποίοι καταδικάζαν τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη την περιβαλλοντική υποβάθμιση που προκαλούσαν οι βιομηχανίες τους ήδη απ’ το 1968, όταν οι εργατιστές ασκούσαν μεγάλη επιρροή στα τοπικά εργοστάσια.

Η ιταλική λέξη nocività αναφέρεται στην ιδιότητα του να προξενείς βλάβη. Μέσω της χρήσης της απ’ το εργατικό κίνημα, κατέληξε να περιλαμβάνει τη ζημία τόσο στην ανθρώπινη όσο και την μη-ανθρώπινη ζωή· συνεπώς, δεν μπορεί να μεταφραστεί ούτε ως «ζημία στην (ανθρώπινη) υγεία» ούτε ως «(μη-ανθρώπινη) περιβαλλοντική υποβάθμιση». Αποδίδεται εδώ κυριολεκτικά ως «βλαβερότητα». Οι αγώνες ενάντια στη βλαβερότητα στο Porto Marghera αντιφάσκουν με τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι αυτό που έχει γίνει σήμερα γνωστό ως εργατικός περιβαλλοντισμός δεν είχε μεγάλη σημασία στις εργατικές αναταραχές του ιταλικού Μακρύ 1968.

Ο πυρήνας της ομάδα του Porto Marghera αποτελούνταν από χειρωνάκτες εργάτες, μολονότι στην ομάδα υπήρχε επίσης σημαντική παρουσία τεχνικών κι υπάλληλων γραφείου, καθώς κι ακτιβιστών που δεν εργάζονταν στα εργοστάσια. Το προπύργιο της ομάδας ήταν το ολοκληρωμένο πετροχημικό σύμπλεγμα γνωστό ως Petrolchimico, όπου εργάζονταν οι κύριοι ηγέτες της, συμπεριλαμβανομένων των Franco Bellotto, Armando Penzo και Italo Sbrogiò. Στην αιχμή του δόρατος της θεωρίας της ομάδας αναφορικά με τη βλαβερότητα βρισκόταν ο τεχνικός Augusto Finzi απ’ το Petrolchimico. Ο Finzi, γεννημένος το 1941 από μια ευκατάστατη εβραϊκή οικογένεια της νησιωτικής Βενετίας, πέρασε μέρος της παιδικής του ηλικίας σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στη Σουηδία για να διαφύγει απ’ το Ολοκαύτωμα, στο οποίο η γερμανική χημική βιομηχανία -η πιο προηγμένη της εποχής- έπαιξε κεντρικό και φρικτό ρόλο.

Η αρχική συνεισφορά της ομάδας βασιζόταν στη θέση της εγγενούς βλαβερότητας της καπιταλιστικής εργασίας και σε μια ανταγωνιστική-μετασχηματιστική προσέγγιση στην καπιταλιστική τεχνολογία. Αυτό οδήγησε στην πρόταση μιας αντι-εξουσίας ικανής να καθορίσει «το τι, το πότε και το πως να παράγουμε»[3] στη βάση των κοινών αναγκών, υποδεικνύοντας την ουτοπική προοπτική μιας πάλης για μια διαφορετική, αντικαπιταλιστική τεχνολογία που θα μπορούσε να είναι συμβατή με την αειφόρο αναπαραγωγή της ζωής στον πλανήτη.

Η ομάδα συνέδεσε τη βλαβερότητα με την εργατίστικη «στρατηγική της άρνησης». Σ’ αυτή την οπτική, η καπιταλιστική εργασία αποτελεί την παραγωγή αξίας και συνεπώς την αναπαραγωγή μιας εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Συνεπώς, η ταξική πάλη δεν αποτελεί μια επιβεβαίωση της εργασίας ως αρετή, αλλά την άρνησή της. Όπως το έθετε ο Μάριο Τρόντι: «μια εργατική πάλη ενάντια στην εργασία, πάλη του εργάτη ενάντια στον εαυτό του ως εργάτη, άρνηση της εργασιακής δύναμης να γίνει εργασία»[4]. Ο συνδυασμός της άρνησης εργασίας με τις δεινές συνθήκες υγείας κι ασφάλειας που βιώναν, οδήγησαν την ομάδα του Porto Marghera στην κεντρική ιδέα ότι η καπιταλιστική εργασία είναι εγγενώς βλαβερή.

Ο Gianni Sbrogiò, ένα μέλος της ομάδας, περιέγραψε ως εξής το πλαίσιο απ’ το οποίο αναδύθηκε το κείμενο «Ενάντια στη Βλαβερότητα»:

Τον Σεπτέμβριο του 1970, το Συνέδριο της Potere Operaio στην Μπολόνια ενέκρινε την πρόταση συνένωσης με το Il Manifesto. Στο Marghera, αυτό συνέβη τον Δεκέμβριο του 1970 [με τη δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπής των Εργατών του Porto Marghera]. […] Στα μέσα του 1971, έληξε η προσπάθεια συνένωσης με το Il Manifesto, όμως η πάλη μας να ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο στα εργοστάσια συνεχίστηκε, και τον Απρίλιο του 1974 κερδίσαμε αυτόνομα μια μείωση της εργάσιμης ημέρας κατά 1,5 ώρες στις πιο βλαβερές μονάδες του εργοστασίου[5].

Το κείμενο «Ενάντια στη Βλαβερότητα» αποτελεί μια αποτίμηση του ιταλικού Θερμού Φθινόπωρου (1969-1970) -ένα πανιταλικό απεργιακό κύμα για την ανανέωση των εθνικών-κλαδικών συλλογικών συμβάσεων- και μια πρώτη συστηματοποίηση της θεωρίας της ομάδας για τη βλαβερότητα. Την ίδια στιγμή, προωθούσαν πλατφόρμες επικεντρωμένες στην αρχή «περισσότερα λεφτά, λιγότερη δουλειά». Αυτή η στρατηγική χτίστηκε επί των άμεσων αναγκών της εργατικής τάξης, επιδιώκοντας να τις διευρύνει ποσοτικώς ως το σημείο που θα ήταν πια ασύμβατες με τον καπιταλισμό. Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1970, η ομάδα θα ανέπτυσσε έναν συλλογισμό για το πως η ποσοτική μείωση του χρόνου εργασίας πρέπει να συμπληρωθεί από βαθείς ποιοτικούς μετασχηματισμούς της παραγωγής ώστε ν’ αντιμετωπιστεί πλήρως η βλαβερότητα. Ο σύνδεσμος μεταξύ των ποσοτικών και των ποιοτικών αιτημάτων είναι σημαντικός, καθώς οι εργατιστές είχαν επικρίνει μια απλή εστίαση σε ποιοτικές διεκδικήσεις ως επικίνδυνδες για ρεφορμισμό και σχήματα «συνδιαχείρισης» όπου θα επιτρεπόταν σ’ αντιπροσώπους των εργατών η συμμετοχή στα τελευταία σχέδια των αφεντικών γι’ αύξηση της εκμετάλλευσης.

Στο κείμενο «Ενάντια στη Βλαβερότητα», γίνεται μια διάκριση μεταξύ μιας βλαβερότητας όπως γίνεται «παραδοσιακά κατανοητή» -δηλαδή, βλαβερότητας που συνίσταται από χειροπιαστούς παράγοντες τοξικότητας και κινδύνου- και μιας μη-χειροπιαστής βλαβερότητας που είναι εγγενής στην καπιταλιστική οργάνωσης της εργασίας, η οποία κάνει τον εργάτη «μια αλλοτριωμένη οντότητα, ένα κομμάτι της παραγωγικής μηχανής πλήρως αποκομμένο απ’ τον σκοπό της εργασίας του, υποκείμενο σε μια διαρκή τοκογλυφία που του επιφέρει μια απάνθρωπη χρήση της εργασιακής του δύναμης όπως είναι η καπιταλιστική χρήση, καθοδηγούμενη αποκλειστικά απ’ τα κέρδη της άρχουσας τάξης». Ένας αγώνας για υγεία που θα στόχευε μόνο την παραδοσιακή βλαβερότητα, όπως έκαναν τα συνδικάτα την περίοδο εκείνη μέσω διμερών επιτροπών για αναδιαμόρφωση του περιβάλλοντος εργασίας, κρίνονταν ως ανεπαρκής επειδή μπορούσε ν’ αξιοποιηθεί προς τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης αφήνοντας ανέγγιχτη την ουσία του ζητήματος, δηλαδή, την πρωτεραιότητα της παραγωγής αξίας επί της αναπαραγωγής της ζωής. Η ανάλυση αυτή μπορεί να διαβαστεί ως μια ριζοσπαστική κριτική του πράσινου καπιταλισμού πριν ακόμη ο τελευταίος υπάρξει.

Ωστόσο, η αξιολόγηση του ρόλου των συνδικάτων και των προνοιακών μεταρρυθμίσεων εμφανίζεται εξίσου μονόπλευρη απ’ τη σημερινή σκοπιά. Όμως, πρέπει να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο της θέσης της ομάδας ως μια οργάνωση σε άμεσο ανταγωνισμό με τα συνδικάτα σε μια εποχή μαζικής επιβεβαίωσης της αυτονομίας της εργατικής τάξης, και να μην εκληφθεί ως ένα δόγμα μ’ επιτήδευση καθολικότητας. Στην πραγματικότητα, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, υπήρξε μια διάδοση εργατικών επιτροπών βάσης σ’ όλα τα μεγάλα εργοστάσια. Αυτό παρήγαγε μια διπλή ηγεσία στην οποία αγώνες από τα κάτω πιέζαν τα συνδικάτα να υιοθετήσουν τα αιτήματα ισονομίας της βάσης και να τα διαπραγματευτούν στο θεσμικό επίπεδο.

Το κείμενο είναι επίσης αξιοσημείωτο για το γεγονός ότι αναγνωρίζει της εργατικές κοινότητες ως πεδία ταξικής πάλης στο σημείο της αναπαραγωγής: «Η ίδια η εργατική γειτονιά […] αποτελεί εν ολίγοις ένα μεγάλο κλουβί όπου κλειδώνονται οι προλετάριοι ώστε κάτι παραπάνω να ξεζουμιστεί απ’ αυτούς. […] Μπορεί να βρεθεί εκεί μια οφθαλμοφανή περιβαλλοντική βλαβερότητα, δημιουργημένη απ’ την μόλυνση του βιομηχανικού καπνού». Αυτό βρισκόταν στην ίδια γραμμή με τις αυτόνομες φεμινιστικές αναλύσεις που αναδύονταν την περίοδο εκείνει γύρω απ’ το ζήτημα της άμισθης αναπαραγωγικής εργασίας. Ένα άλλο παράδειγμα της επέκτασης της πάλης πέρα απ’ τα εργοστάσια είναι η διεκδίκηση για ελεύθερες μεταφορές κι ο χρόνος μετακίνησης από και προς τον χώρο εργασίας να πληρώνεται ως εργάσιμος χρόνος.

Η θεωρία της ομάδας του Porto Marghera για τη βλαβερότητα μπορεί ακόμη να εμπνεύσει αντικαπιταλιστικές περιβαλλοντικές στρατηγικές στους δικούς μας καιρούς πανδημίας κι υπερθέρμανσης του πλανήτη, με τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής βλαβερότητας στη ζωή να γίνονται όλο και σκληρότερες. Στην πραγματικότητα, η πανδημία μπορεί να ειδωθεί ως μια παγκόσμια εκδήλωση του «διλήμματος μεταξύ θέσεων εργασίας και περιβάλλοντος» και τον σχετικό «εργασιακό εκβιασμό», μια κατάσταση στην οποία οι εργάτες έρχονται αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ της υπεράσπισης της υγείας τους και του περιβάλλοντος και της διατήρησης της θέσης εργασίας τους. Καθώς η επιβίωση της εργατικής τάξης εξαρτάται απ’ την καπιταλιστική εργασία, οι εργάτες χρειάζονται δουλειές και συνεπώς ατέρμονη οικονομική ανάπτυξη για να επιβιώσουν, ανεξαρτήτως των επιπτώσεων αυτής στην υγεία και το περιβάλλον. Συνεπώς, ο «εργασιακός εκβιασμός» δεν αποτελεί μια απλή ιδεολογική απάτη, και δεν αφορά αποκλειστικά τα μεγάλης κλίμακας, υψηλά τοξικά βιομηχανικά συμπλέγματα. Αφορά πραγματικά το σύνολο της καπιταλιστικής κοινωνίας κι είναι εγγενές αυτής.

Αν οι αναπαραγωγικές ανάγκες -όπως η ανάγκη για μια υγειή οικολογία- αποτελούν την υλική βάση του εργατικού περιβαλλοντισμού, τότε ο σύνδεσμος μεταξύ της αναπαραγωγής των εργατών και της καπιταλιστικής εργασίας αποτελεί την υλική βάση της εργατικής άρνησης, κι ο σύνδεσμος πρέπει να διαρρηχθεί. Όπως γράφει παρακάτω η ομάδα, η καπιταλιστική βλαβερότητα αποτελεί ένα πεδίο οργάνωσης των εργατών που πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί με «πολιτικές διεκδικήσεις που ενοποιούν τη τάξη μας, βασισμένες στην κοινή μας εξάρτηση στην εργασία». Η κριτική της καπιταλιστικής εργασίας και τεχνολογίας, ο συνδυασμός διεκδικήσεων για ποσοτικές μειώσεις του χρόνου εργασίας και ποιοτικές μεταβολές στην παραγωγή, κι η σύνδεση μεταξύ των αγώνων στους χώρους εργασίας και την κοινότητα που θεωρητικοποίησε η εργατίστικη ομάδα του Porto Marghera, μπορούν να παρθούν ως ζωντανές προτάσεις σήμερα στην παγκόσμια πάλη ενάντια στην εξάρτηση των εργατών απ’ τη βλαβερή καπιταλιστική εργασία ώστε να ζήσουν.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΒΛΑΒΕΡΟΤΗΤΑ

1. Η Πάλη ενάντια στη Βλαβερότητα

Όταν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της βλαβερότητας στο εργοστάσιο, είναι αναγκαίο να διακρίνουμε άμεσα μεταξύ μιας μορφής βλαβερότητας -δηλαδή, όπως γίνεται παραδοσιακά κατανοητή- που συνδέεται με το περιβάλλον εργασίας (τοξικές ουσίες, καπνοί, σκόνες, θόρυβος, κλπ) από μια άλλη μορφή βλαβερότητας που συνδέεται πιο γενικά με την καπιταλιστική οργάνωσης της εργασίας. Αναμφίβολα, τελικά, το δεύτερο είδος βλαβερότητας έχει ένα βαθύτερο αντίκτυπο στη ψυχοσωματική ισορροπία του εργάτη. Τον κάνει μια αλλοτριωμένη οντότητα, ένα κομμάτι της παραγωγικής μηχανής πλήρως αποκομμένο απ’ τον σκοπό της εργασίας του, υποκείμενο σε μια διαρκή τοκογλυφία που του επιφέρει μια απάνθρωπη χρήση της εργασιακής του δύναμης όπως είναι η καπιταλιστική χρήση, καθοδηγούμενη αποκλειστικά απ’ τα κέρδη της άρχουσας τάξης.

Απ’ αυτή την άποψη, θέλουμε να τονίσουμε τη τάση σύμφωνα με την οποία μια μείωση της παραδοσιακής βλαβερότητας βρίσκεται επίσης στο άμεσο συμφέρον της καπιταλιστικής τάξης, αφενός επειδή συμπίπτει μ’ ένα αναγκαίο εγχείρημα τεχνολογικής αναδιάρθρωσης σε μια φάση επιταχυνόμενης συγκέντρωσης κεφαλαίου, κι αφετέρου για την αποτροπή μιας πρώιμης φθοράς του εργατικού δυναμικού, κάτι που με τη σειρά του σημαίνει αυξημένα κοινωνικά έξοδα (συντάξεις, κοινωνική ασφάλιση, κλπ, στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης κράτους και κεφαλαίου). Στο νέο εργοστάσιο, μαζί με μια περιορισμένη μείωση της τοξικότητας και συνεπώς των ασθενειών που συνδέονται με την εργασία όπως γίνονται παραδοσιακά κατανοητές, θα υπάρχει μια ισχυρή αύξηση διαταραχών της ψυχικής υγείας, με μεταβολές στις πεπτικές, κυκλοφορικές και νευρολογικές διαδικασίες λόγω της νέας μορφής ενταντικής εκμετάλλευσης.

Τα χρονοδιαγράμματα εργασίας, οι ρυθμοί, οι βάρδιες, οι επαγγελματικές υποδιαιρέσεις κι όλα τ’ άλλα εργαλεία της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας πρέπει οπότε να δεχτούν επίθεση σε μια γενικευμένη πάλη ενάντια στη βλαβερότητα.

Πράγματι, τ’ αφεντικά μπορούν ικανοποιήσουν τα αιτήματα μιας πάλης που στοχεύει αποκλειστικά την παραδοσιακή βλαβερότητα μέσω μερικών [partial] τεχνικών τροποποιήσεων (που είναι επίσης λειτουργικές στις προσταγές του καπιταλιστικού εργοστασίου για αδιάκοπη τεχνολογική ανανέωση), αλλά μια ευρύτερη πάλη που στοχεύει την οργάνωση της εργασίας στο σύνολό της θα έρθει σε σημαντική σύγκρουση με το καπιταλιστικό συμφέρον. Ο τελευταίος κύκλος αγώνων δείχνει ότι η εργατική τάξη το έχει καταλάβει αυτό κι υιοθετεί κατάλληλους κι ενοποιητικούς στόχους. Ωστόσο, άλλες δυνάμεις κρύβονται πίσω απ’ τη διακήρυξη (η οποία, από μόνη της, αποτελεί απλώς μια διακήρυξη αρχών) ότι η βλαβερότητα είναι εγγενής στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Για να τις ξεσκεπάσουμε, είναι αναγκαία μια αποτίμηση των αγώνων των δύο τελευταίων ετών.

Πρώτον, υπάρχει η γραμμή του συνδικάτου [CGIL] για το ζήτημα της υγείας, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως «χρηματοποίηση της βλαβερότητας». Εδώ, ορισμένες επιβλαβείς εργασιακές συνθήκες αποζημιώνονται απ’ τα αφεντικά μέσω του μισθού, κι από εδώ προκύπτουν όλα τα επιδόματα των βαρέων κι ανθυγιεινών εργασιών. Αυτή η γραμμή του συνδικάτου βαθαίνει την «ιστορική» γραμμή: μια αύξηση της παρεχόμενης εργασίας, της οποίας οι επιβλαβείς συνθήκες αποτελούν μέρος, μια ιδιαίτερη, πιο έντονη συνθήκη παροχής εργασιακής δύναμης (οι εργάτες μπορούν να πουλήσουν την εργασιακή τους δύναμη για λιγότερο χρόνο, αλλά η εργασιακή του δύναμη καταναλώνεται πιο γρήγορα), πρέπει ν’ αποζημιωθεί με υψηλότερες απολαβές. Ο σύνδεσμος μεταξύ της εργασίας και του μισθού διατηρείται, ακόμη κι ενισχύεται. Επιπλέον, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες το συνδικάτο προήγαγε τη χρηματοποίηση, η γραμμή του μέχρι και που προστάτευε το συμφέρον των μεμονωμένων καπιταλιστών: δηλαδή, το συμφέρον να «πληρώσουν» για τη βλαβερότητα σε μια περίοδο που μια αναδιαμόρφωση της παραγωγικής διαδικασίας, μια αλλαγή μηχανών, θα ήταν πολύ κοστοβόρα έως κι ανέφικτη.

Στον τελευταίο μεγάλο κύκλο αγώνων, αναδύθηκε δυνατά το αντίστροφο μότο: η άρνηση κάθε χρηματοποίησης, «η υγεία δεν πωλείται». Τέτοια υπήρξε η ισχύς αυτού του αιτήματος που ακόμη και το συνδικάτο αναγκάστηκε να το υιοθετήσει, μολονότι διαστρεβλώνοντάς το. Επειδή, για το συνδικάτο, η άρνηση της χρηματοποίησης σημαίνει μια πλατφόρμα που στοχεύει στη διαπραγμάτευση, «αναδιαμόρφωση» και «ανασύνθεση» της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας με την απαίτηση το συνδικάτο να έχει τον αποφασιστικό ρόλο στην ποσότητα και την κατεύθυνση των επενδύσεων. Έτσι, υπάρχουν προτάσεις για το κλείσιμο μονάδων με τις υψηλότερες τοξικές Μέγιστες Επιτρεπόμενες Συγκεντρώσεις[6]. Αυτό συμπυκνώνεται στη δημιουργία διμερών επιτροπών στις οποίες οι «υγειονομικοί» έρχονται σε μια συμφωνία, πίσω απ’ τις πλάτες των εργατών, αναφορικά με τα επίπεδα «τοξικότητας» που θα γίνονται ανεκτά στη δουλειά. (Στην πραγματικότητα, έτσι σταματούν την πάλη των εργατών, μεταθέτοντας τη σύγκρουση σε μια ακόμη συνάντηση μεταξύ αντιπροσώπων. Για παράδειγμα, στο εργοστάσιο Miralanza, η διμερής επιτροπή χρησιμοποιήθηκε για τον τερματισμό μιας πολύ σκληρής διαμάχης.) Σιγά-σιγά, καθώς το συνδικάτο συνειδητοποίησε ότι ο αυθορμητισμός των εργατών διαρκώς το ξεπερνούσε, προσπάθησε να πάει πέρα απ’ τις διμερείς επιτροπές, αλλά μόνο για να βαθύνει τον σύνδεσμο, ή ακριβέστερα την καθυπόταξη, των εργατών στην εκμετάλλευση μέσω της λεγόμενης «συναινετικής επικύρωσης», δηλαδή, μέσω της συμμετοχής των εργατών στον προσδιορισμό των αποδεκτών συνθηκών εκμετάλλευσης (Συνέδριο του συνδικάτου στο Τορίνο, Νοέμβριος 1970). Τέλος, όταν το συνδικάτο διεκδικεί μισθολογικές αυξήσεις συνδεδεμένες με την αξία της εργασίας, δεν χρηματοποιεί τη βλαβερότητα που προέρχεται απ’ αυτή καθεαυτή την πώληση της εργασιακής μας δύναμης στ’ αφεντικά; Η πάλη μας πρέπει αντ’ αυτού να κατευθυνθεί προς την ανατροπή του συστήματος που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας.

Χρειάζεται να διεκδικήσουμε μισθολογικές αυξήσεις αποσυνδεμένες απ’ την παραγωγικότητα, καθώς αυτό είναι σήμερα αναγκαίο για την ικανοποίηση των αναγκών μας.

Αυτή είναι η εργατική πλευρά της άρνησης της χρηματοποίησης και μπορούσε να ειδωθεί ως υπόρρητη στο πρώιμο εργατικό αίτημα για χρηματοποίηση. Όταν συνηθίζαμε να διεκδικούμε χρήματα ως αποζημίωση για τη βλαβερότητα, το πραγματικό νόημα της διεκδίκησής μας δεν ήταν μια ανταλλαγή περισσότερης δουλειάς για υψηλότερους μισθούς (ή, κάτι που ανέρχεται στο ίδιο, μια ανταλλαγή περισσότερης βλαβερότητας για περισσότερο χρήμα) αλλά αντ’ αυτού η αποσύνδεση του μισθού απ’ τη λογική της παραγωγικότητας καθώς κι από συγκεκριμένες επιβλαβείς εργασιακές συνθήκες. Ήταν ένα αίτημα για μισθό για χάρη του μισθού, που πήγαζε απ’ τη βλαβερότητα με τον ίδιο τρόπο όπως θα μπορούσε να είχε εγερθεί απ’ το συνολικό εύρος των συγκεκριμένων εργασιακών συνθηκών. Ακόμη πιο ξεκαθαρά, στην άρνηση της χρηματοποίησης μπορούμε να ταυτοποιήσουμε και να εστιάσουμε τον πραγματικό στόχο της πάλης μας: η άρνηση της χρηματοποίησης γίνεται η άρνηση διαπραγμάτευσης επί της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, η άρνηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας στο σύνολό της. Στρατηγικά, το ορθό μότο που αναδύεται ξεκάθαρα είναι: όχι στη διαπραγματεύση της βλαβερότητας. Η βλαβερότητα είναι αδιαπραγμάτευτη, ακριβώς όπως κι η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας.

Χρειάζεται να εργαστούμε σ’ αυτή την κατεύθυνση προς οργανωτικά επίπεδα ικανά να δώσουν στη τάξη μας τη δύναμη να ξεπεράσει τη στιγμή της διαπραγμάτευσης ώστε να φτάσουμε άμεσα τον στόχο, να κερδίσουμε τ’ αφεντικά χωρίς να τους αφήσουμε χώρο για ελιγμούς απ’ την μια μάχη στην άλλη. Αυτό σημαίνει επίσης ότι δεν πρέπει να περιορίσουμε την πάλη μόνο εντός του εργοστασίου, χρειάζεται να την επεκτείνουμε στο σύνολο της οργάνωσης της κοινωνίας, η οποία αποτελεί τον καθρέπτη της οργάνωσης της εργασίας. Η πάλη δεν είναι μόνο ενάντια στο καπιταλιστικό εργοστάσιο, αλλά ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Ο εργάτης φεύγει απ’ το εργοστάσιο, όπου βιώνει την καπιταλιστική εκμετάλλευση αμεσότερα, κι επιστρέφει στη γειτονιά του κι έρχεται ξανά αμέσως αντιμέτωπος με την αλλοτρίωση που υπέμενε στον χώρο εργασίας. Τ’ αφεντικά έχουν ήδη πάρει τον χρόνο εργασίας του, τώρα χρησιμοποιούν επίσης τον ελεύθερο χρόνο του εξωθώντας τον σ’ έναν καταναλωτισμό πλήρως αποξενωμένο απ’ τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες, εκθέτοντάς τον σε mass media που κλίνουν προς τα κυρίαρχα συμφέροντα, και μ’ εκατοντάδες περισσότερους τρόπους. Η ίδια η εργατική συνοικία, ως μια αστεακή μονάδα, αποτελεί μια έκφραση καπιταλιστικών συμφερόντων: αναδύεται μαζί με την εδραίωση των μεγάλων βιομηχανικών κέντρων, υπηρετεί την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων, αποτελεί εν ολίγοις ένα μεγάλο κλουβί όπου κλειδώνονται οι προλετάριοι ώστε κάτι παραπάνω να ξεζουμιστεί απ’ αυτούς.

Ένα απ’ τα πολλά παραδείγματα, ένα πολύ πρόσφατο αναφορικά με την περιοχή Mestre-Marghera, είναι η γειτονιά San Giuliano, η οποία οικοδομήθηκε πάνω σ’ έναν βάλτο σύμφωνα με πολύ συγκεκριμένα κτηματομεσιτικά συμφέροντα. Μπορεί να βρεθεί εκεί μια οφθαλμοφανής περιβαλλοντική βλαβερότητα, δημιουργημένη απ’ την μόλυνση του βιομηχανικού καπνού. Το San Giuliano βρίσκεται πίσω απ’ τη βιομηχανική περιοχή κι όταν ο άνεμος φυσάει απ’ τον νότο όλα τα σκατά που αναδίδουν τα εργοστάσια πέφτουν στη γειτονιά (όσοι έχουν δει την πράσινη λάσπη στις οροφές των σπιτιών το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά). Στο Marghera η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη.

2. Η Πολιτική της Μεταρρύθμισης

Ο ριζοσπαστισμός κι η ισονομία των πλατφόρμων που αναδύθηκαν στους πρόσφατους αγώνες σημαίνουν, πιο σημαντικά, ότι όλες οι πτυχές των εργασιακών συνθηκών του καπιταλιστικού εργοστασίου -δηλαδή, όλες οι πτυχές που, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη γραμμή του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, τίθονται μεμονωμένα σε διαπραγμάτευση σε μια διαρκής διαπραγμάτευση που είναι ωστόσο εσωτερική της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας- συνδέονται με τη γενική κι ουσιαστική συνθήκη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργασίας, κι όλοι οι στόχοι πρέπει ν’ αξιολογηθούν σ’ αυτό το πλαίσιο.

Ο σύνδεσμος μεταξύ μιας μεμονωμένης «πτυχής» κι ενός μεμονωμένου αίτηματος πρέπει ν’ αφεθεί: όλοι οι στόχοι πρέπει να κατανοηθούν σε σχέση μ’ ένα αίτημα κι έναν ορίζοντα – πλήρως πολιτικό, και τελείως διαφορετικό – μια διεκδίκηση για εξουσία.

Είναι εδώ που το όραμά μας διαφέρει απ’ αυτόν του συνδικάτου, όπως εκφράζεται απ’ την «πάλη για μεταρρυθμίσεις». Θα καταπιαστούμε αναλυτικότερα με την μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας παρακάτω. Τώρα θέλουμε να τονίσουμε ότι, ενόσω αναπτύσσουν τις προτάσεις τους για μεταρρυθμίσεις, το συνδικάτο και το σύνολο του παραδοσιακού εργατικού κινήματος πρέπει να δουν το όλο και κατασταλτικότερο πρόσωπο του ρεφορμισμού: μια καπιταλιστική επίθεση στην εργατική τάξη και την αυτονομία της. Σε μια περίοδο που το κεφάλαιο στην Ιταλία βρίσκεται σε κρίση λόγω της αυξανόμενης ανυποταξίας των εργατών στα εργοστάσια, το συνδικάτο προσπαθεί να μετατοπίσει το πεδίο της πάλης προς απατηλές μεταρρυθμίσεις.

Σαφέστατα, οι προτάσεις για μεταρρυθμίσεις κι οι προτάσεις για την αναζωπύρωση της αύξησης της παραγωγικότητας αποτελούν δύο πλευρές, διακριτές μα συμπληρωματικές, του ίδιου πολιτικού εγχειρήματος. Ο Lama[7] κι ο Berlinguer[8], ο Berlinguer κι ο Colombo[9], αποτελούν τις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος: αύξηση της παραγωγικότητας ώστε να γίνουν μεταρρυθμίσεις, λένε μερικοί· να γίνουν μεταρρυθμίσεις ώστε ν’ αυξηθεί η παραγωγικότητα, απαντούν οι άλλοι· όλοι μαζί διασφαλίζουν τον σύνδεσμο που αποτελεί τον όρο για την κυριαρχία των αφεντικών. Για χάρη αυτού, το συνδικάτο μέχρι και που προωθεί μερικά καπιταλιστικά συμφέροντα. Εδώ στο Βένετο, όλοι γνωρίζουμε τι αμβλύ όργανο της καπιταλιστικής οπισθοδρομικότητας αποτελεί η εφημερίδα Il Gazzettino[10]. Λοιπόν, πρόσφατα δημοσίευσε μια σειρά παρεμβάσεων που προωθούσαν μερικούς απ’ τους ισχυρισμούς που έχει αναπτύξει το κίνημα αναφορικά με τη βλαβερότητα (αναγνωρίζοντας ότι η βλαβερότητα είναι πολύ ευρύτερη και πιο διάχυτη απ’ τους άμεσους κινδύνους στον χώρο εργασίας, κλπ), με σκοπό όμως να επιδείξουν ότι σε τελική ανάλυση η λύση κείτεται σε μια «προληπτική» ιατρική επιστήμη που θα διεξαχθεί από έναν νέο θεσμό αποτελούμενο από παλιά πρόσωπα (υγειονομικούς απ’ τα παλιότερα σώματα, συμβούλους, συνδικαλιστές, κλπ). Η ρητορική των αφεντικών και του συνδικάτου στοχεύει ξεκάθαρα στον εξορθολογισμό μερικών πτυχών της βλαβερότητας: αν οι εργατικοί αγώνες (μα επίσης κι οι καπιταλιστικές προσταγές) ρίξουν σε κρίση τους παλιούς θεσμούς ελέγχου, πρέπει να φτιαχτούν καινούριοι.

3. Μια Νέα Προλεταριακή Οργάνωση

Το να θέσουμε σήμερα ορθώς το ζήτημα της βλαβερότητας (όχι μόνο ως ένα θέμα προς συζήτηση αλλά ως μια πρακτική πρωτοβουλία για άμεσους οργανωτικούς σκοπούς) σημαίνει -όπως προαναφέραμε- να το αρθρώσουμε σε τελική ανάλυση με το ζήτημα της εξουσίας. Ο μόνος μη-ρητορικός τρόπος για να λυθεί αυτό το πρόβλημα είναι να το δούμε στο πεδίο της οργάνωσης. Στην πραγματικότητα, λέμε ότι είναι αναγκαίο ν’ αγωνιστούμε ενάντια στη βλαβερότητα στον βαθμό που είναι βλαβερότητα που «προξενείται απ’ την εργασία», γι’ αυτό διεκδικούμε λιγότερες ώρες εργασίας για όλους κι όχι μόνο για όσους εργάζονται σε επικίνδυνες μονάδες, γι’ αυτό διεκδικούμε μισθολογικές αυξήσεις, ισότητα των θεσμικών όρων, ελεύθερες μεταφορές, κλπ. Αυτά γίνονται κατανοητά ως πολιτικές διεκδικήσεις που ενοποιούν τη τάξη μας, βασίζονται στην κοινή μας εξάρτηση στην εργασία.

Όλα αυτά όμως θα ήταν άνευ νοήματος αν ήμασταν ανίκανοι να παγιώσουμε ένα πραγματικό οργανωτικό επίπεδο σε σχέση μ’ αυτή την πάλη κι εντός της πάλης αυτής, επειδή χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε καμία προοπτική για εργατική εξουσία, μια κομμουνιστική εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης, ως η μόνη υλική γιατρειά για την καταστολή της βλαβερότητας που προξενείται απ’ την εργασία, για τον σχεδιασμό της εξάλειψης της ίδιας της πηγής όλης της βλαβερότητας και της αθλιότητας των εργατών, για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης της εργασίας. Είναι συνεπώς αναγκαίο, πλαισιώνοντας την αγκιτάτσια και τους αγώνες σχετικά με τη βλαβερότητα, ν’ αναπτύξουμε οργανωτικά επίπεδα με την ικανότητα σταδιακά να κερδίσουν μερικούς [partial] αγώνες και, γενικότερα, ν’ αποτελούν την οργανωτική έκφραση του τρέχοντος επιπέδου της πολιτικής ταξικής συνείδησης. Και στο Porto Marghera, είναι καίριας σημασίας να οικοδομήσουμε μια Εργατική Πολιτική Επιτροπή που, συγκεντρώνοντας τα πρωτοπόρα στοιχεία μεταξύ των εργατών, θα λειτουργεί ως καταλύτης-ηγέτης των αγώνων, στην αναγκαία τους πολιτική διάσταση.

Παραπάνω ξεσκεπάσαμε τη συμπληρωματικότητα μεταξύ των μεταρρυθμίσεων και την εκ νέου αύξηση της παραγωγικότητας. Είδαμε το πως έχουν διαχειριστεί αυτό το εγχείρημα τους τελευταίους μήνες στα εργοστάσια και την κοινωνία. Μα υπήρξαμε επίσης μάρτυρες την αποτυχίας τους, πολύ κακό αυτό για όλους τους ρεφορμιστές. Ύστερα απ’ το Θερμό Φθινόπωρο, μια διαρκής πάλη έχει επιτύχει να κρατήσει διαχωρισμένες τις μεταρρυθμίσεις απ’ την παραγωγικότητα και να κερδίσει επί και των δύο, επί των μεταρρυθμίσεων με την πλήρη και παντελή αδιαφορία (το αποτέλεσμα της τελευταίας απεργίας για μεταρρυθμίσεις, επίσης στο Marghera, το δείχνει αυτό καθαρά), επί της παραγωγικότητας μ’ ένα γενικευμένο συνεχές εργατικής και προλεταριακής πρωτοβουλίας που κανείς δεν θεωρούσε εφικτή ύστερα απ’ το μεγάλο κύμα των περασμένων ετών. Οι μεταρρυθμίσεις κι η παραγωγικότητα δεν μπορούν να διατηρηθούν διαχωρισμένες για πολύ: η τρέχουσα πολιτική κρίση είναι εδώ κι όλοι τη βλέπουν. Πρέπει να πιστωθεί αυτό στην πρωτοβουλία της εργατικής τάξης, δεν μπορούμε όμως να ικανοποιηθούμε ήδη. Το ίδιο το βάθεμα της κρίσης δεν θα καταστεί υλικά εφικτό αν οι στόχοι και τα πολιτικά ζητήματα που έχει αποκαλύψει ισχυρά η ίδια η ιστορία των αγώνων δεν γίνουν περισσότερο σαφή, δεν επικοινωνηθούν και δεν ριζοσπαστικοποιηθούν εν συνόλω, αν δεν βρεθούν στην πρώτη γραμμή της πάλης, αν δεν υπάρχει πολιτική ποιότητα στους αγώνες, ποιότητα που μόνο η διεύρυνση κι η ενίσχυση της οργάνωσης μπορεί να εγγυηθεί. Αυτό, για εμάς και για όλους τους πρωτοπόρους του εργοστασίου και του κινήματος, είναι τώρα το καθοριστικό πεδίο.

4. Η Μεταρρύθμιση του Συστήματος Υγείας

Ποιες είναι οι σημαντικότερες προτάσεις για την πάλη ενάντια στη βλαβερότητα που προωθεί το συνδικάτο και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (PCI); Το κόμμα προωθεί την μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας. Το συνδικάτο προσπαθεί να ηγηθεί της εργοστασιακής πάλης και προσθέτει αιτήματα όπως λιγότερες ώρες εργασίες μόνο σε «επιβλαβείς» βάρδιες και μονάδες (πχ, στο Petrolchimico), την μείωση των Μέγιστων Επιτρεπόμενων Συγκεντρώσεων, το κλείσιμο των μονάδων εκείνων όπου δεν μπορούν να μειωθούν οι Μέγιστες Επιτρεπόμενες Συγκεντρώσεις, κλπ[11].

Χωράνε αυτοί οι στόχοι σε μια στρατηγική γραμμή μια βλέπει την πάλη ενάντια στη βλαβερότητα ως μια πάλη ενάντια στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας; Καθόλου! Αποτελεί καθαρή απάτη να θέτεις τις Τοπικές Μονάδες Υγείας ως ένα όργανο ικανό, μέσω «δημοκρατικής» διαχείρισης, να μας μεταφέρουν απ’ την παρούσα κατάσταση σε γιατρούς πλήρους ευθύνης για την προστασία της υγείας του προλεταριάτου. Αυτό απλώς μετατοπίζει την ευθύνη απ’ το εργοστάσια και τους γιατρούς του κοινού ταμείου στους γιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας: η μετατόπιση γίνεται από ένα σύστημα υγείας που το διαχειρίζοναι άμεσα οι καπιταλιστές σ’ ένα σύστημα υγείας που το διαχειρίζεται το κράτος, το οποίο δεν είναι λιγότερο καπιταλιστικό. Στο νέο σύστημα υγείας, το συνδικάτο μόνο θα συνδιαχειρίζεται την υγεία μαζί με τ’ αφεντικά.

Το να προτείνεις τη διαχείριση των Τοπικών Μονάδων Υγείας απ’ τα δημοτικά συμβούλια ως λύση στο πρόβλημα της πρόληψης («τα δημοτικά συμβούλια, διαχειρίζοντας το νοσοκομείο και την εξειδικευμένη υγειονομική στήριξη, θα ξεκινήσουν ν’ ανακατασκευάσουν τις έννοιες της πρόληψης και της θεραπείας», πρόταση νόμου του PCI) αποτελεί καθαρή απάτη. Το δημοτικό συμβούλιο, ως ένας θεσμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, απλώς θα μπορεί να μεσολαβεί καπιταλιστικά συμφέροντα, φτάνοντας, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε νωρίτερες θεραπείες και μια μείωση των Μέγιστων Επιτρεπόμενων Συγκεντρώσεων στα εργοστάσια. Όσο υπάρχουν τ’ αφεντικά, θα είναι αυτά που κρατούν τα ηνία της εξουσίας και δεν θα υπάρχει πραγματική πρόληψη.

Πρόληψη σημαίνει ανατροπή της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας από τα κάτω: το να νομίζουμε ότι τα δημοτικά συμβούλια κι οι Τοπικές Μονάδες Υγείας θα μπορέσουν να διεξάγουν μια τέτοια πάλη είναι απλώς γελοίο. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να κάνουμε πραγματική πρόληψη μένοντας σπίτι όποτε το θελήσουμε αντί να πηγαίνουμε στη δουλειά. Η ίδια η εργασία είναι επιβλαβής και τα ποσοστά απουσιών απ’ την εργασία δείχνουν ότι το έχουμε κατανοήσει αυτό (12% στη FIAT κι έως 24% στο Mirafiori, 13,6% στο Olivetti, 8,8% στην Alfa Romeo, κλπ).

Το να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του δικαιώματος στην υγεία όπως προτείνουν με τις Τοπικές Μονάδες Υγείας, σημαίνει να προωθήσουμε την καπιταλιστική λογική του επιστημονικού σεκτοραλισμού, δηλαδή, ότι η υπεράσπιση της υγείας αποτελεί καθήκον αποκλειστικά της ιατρικής επιστήμης. Όμως γνωρίζουμε ότι η υπεράσπιση της υγείας αποτελεί πρωτίστως μια πολιτική πάλη που πρέπει να δωθεί άμεσα απ’ το προλεταριάτο. Με τις ρεφορμιστικές του πολιτικές, το PCI -και το συνδικάτο στο εργοστάσιο εκ μέρους του- τείνει να παίρνει ένα γόνιμο πεδίο πάλης όπως η βλαβερότητα και να το εκτοπίζει εκτός του εργοστασίου, αποδίδοντας την υγειονομική διαχείριση σε θεσμούς (τοπική αυτοδιοίκηση και κοινοβούλιο), παίρνοντας απ’ το προλεταριάτο την άμεση οργάνωση της αντιπαράθεσης. Η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας αποτελεί μια στιγμή εξορθολογισμού που τη χρειάζονται οι ίδιοι οι καπιταλιστές -καθώς τα παρόντα νοσοκομεία και κοινά ταμεία δεν είναι πλέον κατάλληλα για τον σκοπό του ελέγχου της εργατικής τάξης- ώστε να διοχετεύσουν πίσω στην εργασιακή διαδικασία τους εργάτες που αποχώρησαν απ’ αυτή λόγω ασθενειών.

Για την εργατική τάξη, αυτή η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας θα περιλαμβάνει, στην καλύτερη, αυξήσεις της ιατροφαρμακευτικής στήριξης, όμως σίγουρα δεν θ’ αποτελεί ένα βήμα προς την κατάκτηση της εξουσίας όπως ισχυρίζεται το PCI.

5. Αρθρώνοντας την Πάλη στα Εργοστάσια

Ώρες Εργασίας

Ο πρώτος σκοπός της πάλης ενάντια στη βλαβερότητα στα εργοστάσια είναι η μείωση των ωρών εργασίας: όσο λιγότερο δουλεύουμε, τόσο λιγότερο εκτιθόμαστε σε επιβλαβή εργασία. Ενώ το συνδικάτο προτείνει 36 ώρες για όσους εργάζονται με βάρδιες και για όσους εργάζονται σ’ επικίνδυνες μονάδες -θεωρώντας γι’ άλλη μια φορά τη βλαβερότητα ως ένα πρόβλημα που αφορά αποκλειστικά όσους εργάζονται σ’ ένα ιδιαίτερα μολυσμένο, θορυβώδες, κλπ, περιβάλλον- εμείς απαντάμε ότι η βλαβερότητα επηρεάζει όλους τους εργάτες μέσω της εργασίας αυτής καθεαυτής, και συνεπώς ο σωστός στόχος είναι 36ωρη εργάσιμη εβδομάδα για όλους.

Είναι επίσης βολικό και για τ’ αφεντικά ν’ αναλογίζονται τη βλαβερότητα με την καθαρά παραδοσιακή έννοια. Μπορούν να επιλύσουν το πρόβλημα μεταφέροντας τον εργάτη από μια επικίνδυνη μονάδα σε μια άλλη για μερικές ώρες την ημέρα. Πρώτα απ’ όλα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, αυτό δεν εξαλείφει τη βλαβερότητα που είναι εγγενής στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Επιπλέον, αυτό δεν αποτελεί καν αποτελεσματικό τρόπο για την καταπολέμηση της παραδοσιακής βλαβερότητας, επειδή οδηγεί έναν μεγαλύτερο αριθμό εργατών να εκτείθονται σ’ ένα τοξικό περιβάλλον λόγω της εναλλαγής τους μεταξύ των διάφορων μονάδων.

Μισθολογικές Διαβαθμίσεις

Επιπροσθέτως, η εσωτερική κινητικότητα αποτελεί ένα όπλο στα χέρια των αφεντικών για την εισαγωγή μισθολογικών διαβαθμίσεων συνδεδεμένων με την επαγγελματική πορεία του εργάτη. Ακριβώς όταν τα παλιά κριτήρια μισθολογικής διαβάθμισης σείονται απ’ τους εργατικούς αγώνες[12], τ’ αφεντικά ψάχνουν νέους τρόπους να διαιρέσουν τη τάξη μας, κι η πρόταση του συνδικάτου για εναλλαγή μεταξύ πόστων εργασίας είναι χρήσιμη απ’ αυτή την άποψη.

Πρέπει ν’ απαντήσουμε με μια πάλη που να στοχεύει στην κατάκτηση ίσης αμοιβής για όλους, τόσο για χειρωνάκτες όσο και για υπάλληλους γραφείου, για την οικοδόμηση της ταξικής ενότητας εκεί που τ’ αφεντικά επιζητούν τη διαίρεση.

Υπερωρίες

Η πάλη για λιγότερες ώρες εργασίας σημαίνει την απαίτηση της κατάργησης κάθε υπερωρίας, αρνούμενοι τον εκβιασμό που βασίζεται στους χαμηλούς μισθούς. Οι μισθοί που χάθηκαν [λόγω της ύπαρξης υπερωριών] πρέπει ν’ αποζημιωθούν μέσω μιας αύξησης του βασικού μισθού.

Μεταφορές

Όταν μιλάμε για ώρες εργασίας, πρέπει να τις κατανοούμε ως να περιλαμβάνουν τον αναγκαίο χρόνο για να πάμε απ’ το σπίτι μας στο εργοστάσιο: αυτός είναι χρόνος που ξοδεύουμε για τ’ αφεντικά, και πρέπει να τον πληρώνουν!

Ρυθμός της Εργασίας

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κάθε νίκη απ’ την πλευρά των ωρών εργασίας μπορεί ν’ αντισταθμιστεί με μια εντατικοποίηση του ρυθμού εργασίας. Συνεπώς, πρέπει να επιτεθούμε στ’ αφεντικά επίσης και σ’ αυτό το ζήτημα, όχι όμως με την έννοια του να συμφωνήσουμε σε ορισμένους ρυθμούς μέσω διμερών επιτροπών, βοηθώντας τ’ αφεντικά να μας εκμεταλλευτούν πιο ορθολογικά. Πρέπει ν’ αντιτιθόμαστε διαρκώς στους ρυθμούς που μας επιβάλλουν τ’ αφεντικά, βρίσκοντας στην πάλη νέες στιγμές ενότητας κι οργάνωσης.

Βάρδιες

Το ίδιο ισχύει και με τις βάρδιες. Οι νυκτερινές βάρδιες υπονομεύουν τη ψυχοσωματική ισορροπία των εργατών, τροποποιώντας διαρκώς τους βιολογικούς εκείνους ρυθμούς που θα έπρεπε ν’ αφεθούν ανεπηρέαστοι. Το σύστημα των βαρδιών αποτελεί συνεπώς την απόλυτη εκδήλωση της βλαβερότητας της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας κι οι νυκτερινές βάρδιες πρέπει να καταργηθούν. Σ’ όσους ισχυρίζονται ότι αυτό είναι αδύνατον λόγω των προσταγών της συνεχούς παραγωγής, απαντάμε ότι η συνεχής παραγωγή αποτελεί μια καπιταλιστική εφεύρεση και συνεπώς δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Πρέπει να εφευρεθεί ένα νέο σύστημα. Για να κερδίσουμε τ’ αφεντικά στο ζήτημα των βαρδιών, ένα ζήτημα τόσο κρίσιμο για τη λειτουργία των εργοστασίων τους, πρέπει να οικοδομήσουμε την αντίστοιχη οργάνωση. Το αποτέλεσμα οποιασδήποτε σύγκρουσης με τ’ αφεντικά εξαρτάται στην ισορροπία δυνάμεων, η οποία για το προλεταριάτο σημαίνει μαχητικότητα και μια οργάνωση ικανή να στηρίξει μια τέτοια μαχητικότητα.

Περιβαλλοντική Βλαβερότητα

Στην πάλη ενάντια στη βλαβερότητα δεν πρέπει να ξεχνάμε την περιβαλλοντική βλαβερότητα, την οποία νιώθουμε καθημερινά μέσω χρόνιας βρογχίτιδας, κώφωσης κι άλλων πολύ σοβαρότερων ασθενειών. Αλλά δεν πρέπει να βαλτώσουμε στη λογική της διαπραγμάτευσης αναφορικά με τις Μέγιστες Επιτρεπόμενες Συγκεντρώσεις. Κι αυτό επίσης επειδή οι Μέγιστες Επιτρεπόμενες Συγκεντρώσεις αποτελούν ένα απ’ τα μεγαλύτερα ψέματα στο πεδίο της επιστήμης. Οι επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό αναλόγως των οργάνων που χρησιμοποιούνται, της μεθοδολογίας και των θεωριών του εκάστοτε ερευνητή. Όμως, στη τελική, είμαστε πάντα εμείς οι εργάτες που αρρωσταίνουμε. Ακόμη κι αν εδραιωνόταν σωστά ένα αποδεκτό επίπεδο Μέγιστων Επιτρεπόμενων Συγκεντρώσεων (αλλά θα πρέπει και να μας εξηγήσουν πως κάτι τέτοιο θα είναι εφικτό με καρκινογόνες ουσίες), υπάρχουν ατομικές διακυμάνσεις: ένας εργάτης μπορεί να υποφέρει σοβαρότερα απ’ ότι ένας άλλος απ’ την έκθεση στην ίδια συγκέντρωση τοξικών ουσιών. Συνεπώς, η ανάλυση πρέπει να επικεντρωθεί στους εργάτες κι όχι στο περιβάλλον εργασίας. Αν έστω κι ένας εργάτης αρρωστήσει απ’ το περιβάλλον εργασίας, το περιβάλλον εργασίας πρέπει να θεωρηθεί επιβλαβές.

Οποιοσδήποτε συγκεκριμένος αγώνας για την περιβαλλοντική βλαβερότητα έχει νόημα μόνο αν συνδέεται με μια ευρύτερη μάχη ενάντια στη βλαβερότητα της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αν μπορούμε να εκφράσουμε υψηλά επίπεδα μαχητικότητας όταν αντιμετωπίζουμε τη βλαβερότητα, τα ίδια τ’ αφεντικά θα προσπαθήσουν να μειώσουν τη βλαβερότητα μέσω μερικών [partial] τεχνικών τροποποιήσεων. Μέσω της δίκαιης πάλης ενάντια στην καπιταλιστική οργάνωση του εργοστασίου θα κερδίσουμε επίσης τεχνικές βελτιώσεις που χρειαζόμαστε στο περιβάλλον εργασίας.

6. Επέκταση της Πάλης στην Κοινότητα

Καταπιανώμενοι με το πρόβλημα της επέκτασης στην κοινότητα της πάλης ενάντια στη βλαβερότητα, πρέπει να προσέχουμε μην πέσουμε σε δύο πιθανά λάθη:

  1. Το λάθος να διαχωρίσουμε την κοινοτική πάλη απ’ την εργοστασιακή πάλη, ανάγοντας την κοινοτική πάλη σε μια «δημοκρατική πάλη»[13], μια πρωτοβουλία που απευθύνεται σ’ όλους τους τομείς της κοινωνίας και βελτιώνει τη τρέχουσα κατάσταση, ωστόσο τελικά μόνο εξορθολογίζοντας την ίδια την καπιταλιστική κοινωνία. Η λαϊκή πάλη[14] έχει ανατρεπτικό νόημα μόνο όταν κατευθύνεται απ’ το προλεταριάτο. Μ’ αυτή την έννοια, πρέπει γι’ άλλη μια φορά ν’ απορρίψουμε την προσέγγιση του PCI και του συνδικάτου για αγώνα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, στον οποία η φιγούρα του εργάτη αναδιπλασιάζεται ξανά και ξανά -ως πολίτης, ως γονέας, κλπ- με την πάλη στην κοινωνία να λαμβάνει χώρα στο πλάι της εργοστασιακής πάλης, αντί να συγχωνευθεί μ’ αυτή.
  2. Πρεπει επίσης ν’ αποφύγουμε τον αντίστροφο κίνδυνο του να δούμε την κοινοτική πάλη ως μια απλή απόφυση της εργοστασιακής πάλης, περιορισμένη απλώς να μεταφέρει μηχανικώς τους στόχους της εργοστασιακής πάλης εκτός των πυλών του εργοστασίου. Πρέπει αντ’ αυτού να τονίσουμε τις ενοποιητικές στιγμές των δύο αυτών ειδών παρέμβασης, εντός της ίδιας στρατηγικής πολιτικής οργάνωσης, βρίσκοντας συγκεκριμένους στόχους στους οποίους οι κοινοτικοί αγώνες πρέπει να συγκλίνουν. Στο Porto Marghera και τις γύρω περιοχές, πρέπει τώρα ν’ ανακινήσουμε και να εγείρουμε ορθώς το ζήτημα της βλαβερότητας.

Η υπεράσπιση της υγείας μας σημαίνει πάλη ενάντια στη βλαβερότητα που είναι εγγενής του καπιταλιστικού τρόπου ζωής.

Σημειώσεις:
1. Sacchetto & Sbrogiò, eds, Quando il potere è operaio: Autonomia e soggettività politica a Porto Marghera, 1960-1980, εκδόσεις Manifestolibri, 2009.
2. Cesco Chinello, Storia di uno sviluppo capitalistico: Porto Marghera e Venezia 1951-1973, εκδόσεις Editori Riuniti, 1975.
3. Η εργατίστικη ομάδα του Porto Marghera προώθησε αυτό το σύνθημα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 κι εμφανίστηκε σε διάφορα άρθρα και κείμενα. Ένα άρθρο που το εξηγεί μπορεί να βρεθεί στην Controlavoro, 9 Μαρτίου 1979.
4. Μάριο Τρόντι, Workers and Capital, εκδόσεις Verso, 2019, σελ. 273.
5. Από διαδικτυακή επικοινωνία με τον συγγραφέα, 16 Μαρτίου 2021.
6. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Η μέγιστη συγκέντρωση μιας τοξικής ουσίας στον αέρα που επιτρέπουν οι σχετικές αρχές.
7. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Ο Luciano Lama (1921-1996) ήταν συνδικαλιστής της CGIL και πολιτικός του PCI. Υπήρξε γενικός γραμματέας της CGIL μεταξύ 1970 και 1986.
8. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Ο Enrico Berlinguer (1922-1984) υπήρξε γενικός γραμματέας του PCI μεταξύ 1972 και 1984.
9. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Ο Emilio Colombo (1920-2013) υπήρξε πολιτικός των Χριστιανοδημοκρατών και βουλευτής μεταξύ 1970 και 1972.
10. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Η Il Gazzettino ήταν η μεγάλη τοπική εφημερίδα της Βενετίας, και την περίοδο εκείνη βρισκόταν πολιτικά κοντά στους Χριστιανοδημοκράτες.
11. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Υπό την επίβλεψη πρώην φασιστών αξιωματούχων, η «παραγωγική κόλαση» των μεταπολεμικών δεκαετιών στο Porto Marghera περιλάμβανε φρικτές τοξικότητες και κινδύνους, όπου η έκθεση σε θερμότητα, καπνό και σκόνες κι η έλλειψη υγειονομικών μέτρων και μέτρων ασφαλείας είχαν ως αποτέλεσμα πολλά ατυχήματα κι ασθένειες όπως καρκίνος, σιλίκωση, ασβέστωση κι οι ηπατικές και δερματολογικές παθολογίες, κλπ. Βλέπε Gilda Zazzara, Il Petrolchimico, εκδόσεις Il Poligrafo, 2009.
12. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Η εργατίστικη σκοπιά επικεντρωνόταν στη γνώση του παραγωγικού κύκλου και σε ριζικά ισονομίστικά αιτήματα ως ένα όργανο ταξικής ανασύνθεσης: ίσες μισθολογικές αυξήσεις (σε απόλυτη αξία) για όλους ή αντιστρόφως ανάλογες μισθολογικές αυξήσεις, ένας εγγυημένος ελάχιστος μισθός για όλους εργάτες, μείωση της εργάσιμης εβδομάδας και κατάργηση των διαφορών σε θεσμικούς όρους (διακοπές, κοινωνικές εισφορές, κλπ) μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών απασχολούμενων.
13. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Εδώ η Επιτροπή Εργατών πιθανόν στοχεύει την επίσημη γραμμή του PCI την περίοδο εκείνη, που είχε ως πρωτεραιότητα την υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και την προώθηση μεταρρυθμίσεων που θα ωφελούσαν το σύνολο της ιταλικής κοινωνίας αντί συγκεκριμένα τους εργάτες.
14. Σημείωση του Lorenzo Feltrin: Με τον όρο «λαϊκή πάλη», η Επιτροπή Εργατών αναφέρεται σε μια πάλη που υπερβαίνει την εργατική τάξη ώστε να χωρέσει άλλα κοινωνικά στρώματα, ιδίως την παραδοσιακή μεσαία τάξη.