Η παρακάτω συνέντευξη του Jason Smith απ’ τον Tony Smith εκ μέρους του περιοδικού The Brooklyn Rail πάρθηκε μ’ αφορμή την επικείμενη έκδοση του βιβλίου Smart Machines and Service Work: Automation in an Age of Stagnation απ’ τις εκδόσεις Reaktion Books τον Δεκέμβριο του 2020.

Brooklyn Rail: Πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια για την έκδοση του βιβλίου σου Smart Machines and Service Work: Automation in an Age of Stagnation [Έξυπνες Μηχανές κι Εργασία στις Υπηρεσίες: Αυτοματισμός σε μια Εποχή Στασιμότητας]. Είναι ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία για τις κοινωνικές συνέπειες των τεχνολογικών μεταβολών που έχω διαβάσει, πόλυ περισσότερο διορατικό απ’ τα βιβλία περί τεχνολογίας που προσελκύουν την προσοχή των μήντια του συρμού. Πολλά απ’ τα βιβλία αυτά υπερασπίζονται τον τεχνοουτοπισμό, ισχυριζόμενα ότι αν περιμένουμε λιγάκι ακόμη και βρούμε τις σωστές πολιτικές, τότε οι προηγμένες τεχνολογίες θα πυροδοτήσουν μια νέα εποχή ανάπτυξης κι ευημερίας. Άλλα λαμβάνουν μια τεχνοδυστοπική στάση, προβλέποντας πρωτοφανή επίπεδα τεχνολογικής ανεργίας και κοινωνικού χάους. Πως θα όριζες τη δική σου θέση σε σχέση μ’ αυτές τις εναλλακτικές;

Jason Smith: Κι οι δύο αυτές εναλλακτικές είναι λαθεμένες. Κι οι δύο μοιράζονται την υπόθεση ότι οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες αυτή τη στιγμή βιώνουν, ή βρίσκονται στα πρόθυρα να βιώσουν, έναν ολοκληρωτικό, ηγούμενο απ’ τις μηχανές, μετασχηματισμό, κύριο αποτέλεσμα του οποίου θα είναι μια ξαφνική εκτόξευση της παραγωγικότητας της εργασίας και της οικονομικής ανάπτυξης. Το μόνο στο οποίο διαφέρουν μεταξύ τους αυτές οι δύο εναλλακτικές είναι οι προβλέψεις τους για τις παράπλευρες συνέπειες αυτού του ανανεωμένου δυναμισμού, με τους «τεχνοδυστοπικούς» να δίνουν έμφαση στις υποτιθέμενα καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες που θα έχει ο δυναμισμός αυτός στη ταξική διαστρωμάτωση και τις αγορές εργασίας: μια επιδείνωση της εισοδηματικής ανισότητας και, πάνω απ’ όλα, «μαζική» ανεργία. Στο βιβλίο μου, εστιάζω στην ανεργία. Τα επισόδεια μαζικής ανεργίας δεν απορρέουν απ’ τις τεχνολογικές μεταβολές, αλλά απ’ την οικονομική κατάρρευση. Αν συμβεί μια ισχυρή, ηγούμενη απ’ τον αυτοματισμό, αναζωογόνηση των οικονομιών υψηλού εισοδήματος, η ιστορική εμπειρία υποδεικνύει μια τελείως διαφορετική τροχιά. Θα μπορούσαμε ν’ αναμένουμε προσωρινές διαταραχές στην αγορά εργασίας, καθώς οι εργασιακές διαδικασίες αναθεωρούνται, οι δουλειές επαναπροσδιορίζονται, η εργασία ανακαταμερίζεται από τομείς υψηλής παραγωγικότητας προς τομείς εντάσεως εργασίας, πλήρως νέες βιομηχανίες δημιουργούνται κι επιβάλλονται νέοι καταμερισμοί εργασίας (τόσο κοινωνικοί όσο και τεχνικοί). Θ’ αναδυόταν μια νέα ταξική σύνθεση, με νέες διαστρωματώσεις δεξιοτήτων, φύλου, φυλής ή τοποθεσίας. Στις ΗΠΑ, μπορεί κανείς απλά να κοιτάξει πίσω στην περίοδο ύστερα απ’ τον Β’ ΠΠ έως και το 1965-1970, μια περίοδο που αποκαλώ «Αυτοματισμός 1.0», για ν’ ανιχνεύσει ένα τέτοιο μοτίβο. Σίγουρα, μακροπρόθεσμα, ένας τέτοιος μετασχηματισμός πιθανότατα θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, με το μεγαλύτερο μερίδιο της νέας απασχόλησης να βρίσκεται σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας του τομέα των υπηρεσιών, ιδίως σε προσωπικές υπηρεσίες. Εξαθλίωση κι αναστάτωση για πολλούς, σίγουρα. Όμως, ένας σαρωτικός τεχνολογικός μετασχηματισμός των ανεπτυγμένων οικονομιών ούτε βρίσκεται σ’ εξέλιξη αυτή τη στιγμή που μιλάμε ούτε επίκειται.

Οι ισχυρισμοί ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες βρίσκονται στο χείλος μιας τεχνολογικής ρήξης πηγάζει πρωτίστως από σχολές διοίκησης ή διαχείρισης επιχειρήσεων, καθώς κι απ’ τη Silicon Valley, κι ύστερα διοχετεύονται, αναμασούνται κι αντηχούν από δημοσιογράφους και σχολιαστές. Συνοδεύονται από βαρύγδουπα ονόματα: «δεύτερη εποχή των μηχανών», «τρίτη βιομηχανική επανάσταση», «βιομηχανία 4.0», διαλέξτε όποιο προτιμάτε. Ο ενθουσιασμός διαχέεται προς την αριστερά και βρίσκει συνδέσεις με υποθετικά σχήματα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή ακόμη και προτάσεις για την «εθνικοποίηση» των πλατφόρμων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τέτοιες προβολές γίνονται ενώ στο υπόβαθρο έχουμε μια αδυσώπητη κρίση. (Το 2018, η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε ότι η βρετανική οικονομία «βίωσε τη χειρότερη δεκαετία ανάπτυξης της παραγωγικότητας από τον 18ο αιώνα κι ύστερα».)

Η ρητορική που αναδύθηκε και παγιώθηκε γύρω απ’ τον αυτοματισμό μπορεί να ερμηνευτεί ως εν μέρει μια ευρύτερη πρωτοβουλία για τη τροφοδότηση μιας ιστορικά πρωτοφανούς φούσκας ίδιων κεφαλαιών [equities bubble], ηγούμενη κυρίως από μια χούφτα λεγόμενων τεχνολογικών και διαδικτυακών μετοχών (οι λεγόμενες μετοχές «FAANG») [FAANG, τα αρχικά των τεχνολογικών εταιρειών Facebook, Amazon, Apple, Netflix και Google, ή για πλέον για την ακρίβεια Alphabet, ο όμιλος που δημιουργήθηκε με την αναδιάρθωση της Google το 2015]. Η ιστορία των καινοτομιών της περασμένης δεκαετίας περιορίζεται κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα και τη νομισματική πολιτική: επαναγορές μετοχών (αξίας 800 δισ. δολλαρίων το 2018), σχεδόν μηδενικά επιτόκια δανεισμού, μαζική μόχλευση ιδιωτικών εταιρειών και ποσοτικές χαλαρώσεις επί ποσοτικών χαλαρώσεων. Τσουνάμι φτηνού χρήματος πλημμυρίσαν τις πλουσιότερες οικονομίες του κόσμου, μ’ ένα ευμεγεθές κομμάτι του να δίδεται στην αγορά ακινήτων των πόλεων. Με την εμφάνιση της πανδημίας, είδαμε μια δόση αυτών κλίμακας Κινγκ Κονγκ, οδηγώντας τα χρηματιστήρια σε πρωτόγνωρες ανόδους ενώ παράλληλα ολόκληροι τομείς της οικονομίας κλείναν και δεκάδες εκατομμύρια εργάτες στις ΗΠΑ έχασαν τη δουλειά τους.

Αυτές οι φαντασιώσεις τεχνολικών μεταβολών είναι ζωτικής σημασίας για μια καπιταλιστική τάξη που φαντάζεται εαυτήν μια προοδευτική ιστορική δύναμη, αλλά μολαταύτα προεδρεύει επί μιας οικονομίας που είναι θεμελιακά στάσιμη, κλυδωνιζόμενη απ’ την μια βαθιά κρίση στην επόμενη. Η τάξη αυτή αυτοπαρουσιάζεται ως μια ταραχοποιά, ακόμη κι αναρχική, ιστορική δύναμη, οι εντυπωσιακές καινοτομίες της οποίας θέτουν προβλήματα (εκρηκτική ανάπτυξη της παραγωγικότητας που καθιστά πλεονάζον το ήμισυ του εργατικού δυναμικού, κλπ) που μόνο αυτή μπορεί να κατανοήσει κι επιλύσει (με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, μια εγγύηση θέσεων εργασίας, ίσως κι ένα «Πράσινο New Deal»). Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που η λέξη που έγινε καραμέλα την περασμένη δεκαετία ήταν η λέξη «έξυπνος» (έξυπνα κινητά τηλέφωνα, έξυπνα σπίτια, έξυπνα εργοστάσια, έξυπνα αυτοκίνητα κι έξυπνες πόλεις), ένας όρος που αντικατοπτρίζει το πως βλέπουν τους εαυτούς τους εκείνοι που την επινόησαν. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί πλουτίσαν απ’ τις φούσκες του χρηματιστηρίου και της αγοράς ακινήτων.

Να είστε βέβαιοι, η εποχή μας είναι σίγουρα μια εποχή «κοινωνικού χάους», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο τους: μια εποχή κοινωνικής πόλωσης και κονιορτοποίησης, αυξανόμενου χρέους κι έλλειψης ανάπτυξης, απορρυθμισμένων αγορών εργασίας κι οξυμένης μα κατακερματισμένης και μη-συνεκτικής ταξικής σύγκρουσης. Στο βιβλίο μου προσπαθώ να εκτιμήσω αυτή την αυξανόμενη αποδιοργάνωση και να προσφέρω μια διαφορετική έκθεση του γιατί πιαστήκαμε σ’ αυτή.

Brooklyn Rail: Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζούμε σε μια εποχή πρωτόγνωρων τεχνολογικών μεταβολών. Όμως, στο βιβλίο σου αναφέρεσαι σε μια «παρατεταμένη τεχνολογική αδράνεια». Τι εννοείς μ’ αυτή την καθηλωτική φράση;

Jason Smith: Ως επί το πλείστον, τα είδη της τεχνολογικής εξέλιξης που έχουν συμβεί τη τελευταία δεκαετία ή και παραπάνω δεν είναι σημαντικές από την μακροοικονομική σκοπιά, είτε αναφορικά με την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, είτε με την απασχόληση, είτε με τους ρυθμούς επενδύσεων, είτε με την ανάπτυξη του ΑΕΠ είτε με οτιδήποτε. Δεν είναι τυχαίο ότι η εδραίωση αυτής της ρητορικής περί της επικείμενης αυτοματοποίησης (μηχανική μάθηση, αλγοριθμική διακυβέρνηση, η επανάσταση των πλατφόρμων, η οικονομία «διαμοιρασμού») συνέπεσε με τη ξαφνική άνοδο εταιρειών όπως η Facebook, η Apple, η Alphabet, η Amazon, η Alibaba κι η Tencent. Ως τα μέσα της δεκαετίας, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν εδραιώσει το στάτους τους ως χρηματιστηριακοί ηγέτες -με τις υπερμεγέθεις αποτιμήσεις τους να ξεπερνούν κατά πολύ παλιότερες τραπεζικές, πετρελαϊκές, φαρμακευτικές κι αυτοκινητοβιομηχανικές πολυεθνικές- εισερχόμενες σιγά-σιγά παράλληλα στο πλέγμα της καθημερινής ζωής των καταναλωτών της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως η Facebook και διαδικτυακά μονοπώλια όπως η Alphabet/Google, ξοδέψαν την περασμένη δεκαετία υποσχόμενες μια επανάσταση στη τεχνητή νοημοσύνη και τα αυτόνομα αυτοκίνητα, ενώ περισσότερο απ’ το 90% των εσόδων τους προέρχονταν απ’ την πώληση διαφημιστικών χώρων σε άλλες εταιρείες (όπως σε τράπεζες κι αυτοκινητοβιομηχανίες). Οι πλατφόρμες αυτές συσσώρευσαν μαζικά κέρδη τη περασμένη δεκαετία δημιουργώντας κι επιβάλλοντας τους μονοπωλιακού τύπου όρους εντός των οποίων λειτουργούν. Παρότι αυτοδιαφημίζονται ως τεχνολογικές εταιρείες, επενδύουν σχετικά μικρά ποσά σε έρευνα κι ανάπτυξη αλλά ξοδεύουν αφειδώς για τη σύνθλιψη δυνητικών ανταγωνιστών τους, πρωτίστως εξαγοράζοντάς τους από νωρίς.

Τα «έξυπνα κινητά τηλέφωνα» παρουσιάζονται ως η καινοτομία, ή η συσκευή, που σηματοδότησε την εποχή, το «εμπόρευμα-σταρ» της εποχής. Η απόλυτη διεισδυτικότητά τους, η παρουσία τους στα πεζοδρόμια, τις αίθουσες συσκέψεων, τις σχολικές τάξεις και το οικογενειακό τραπέζι, επιβεβαιώνει το στάτους τους ως ένα έμβλημα της εποχής. Σε γενικές γραμμές όμως, το «έξυπνο κινητό τηλέφωνο» απλώς συνένωσε παλιότερες συσκευές (το κινητό τηλέφωνο, τον προσωπικό υπολιστή). Προσφέροντας πρόσβαση σ’ ένα μεγάλο οπλοστάσιο αντιπερισπασμών -ψώνια, ροή μουσικής και βίντεο, διαπροσωπική επικοινωνία- διαμέσου μιας μοναδιαίας, διαδραστικής οθόνης, οι συσκευές αυτές ολοκληρώσαν μια συμβολή που βρισκόταν καθ’ οδόν εδώ και δεκαετίες: τη συγχώνευση του εμπορίου και των ειδήσεων, της διασκέδασης και της κοινωνικότητας, του αυτοστυλιζαρίσματος και της πολιτειακής ζωής, σε μια LCD (ή OLED) οθόνη αφής για τα πάντα και για όλους. Ο χρήστης τους σχίζεται μεταξύ όλων αυτών, ενώ τα εκτελεί όλα ταυτόχρονα· χάνοντας τον προσανατολισμό του, η διάθεσή του τρεμοπαίζει μεταξύ του αβλαβή αντιπερισπασμού και της άναρθρης οργής. Όμως, το βαρύ χέρι που έχουν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες στις κεφαλαιαγορές, σε συνδυασμό με τη συγκλονιστική δύναμη που εξαπολύσαν επί του ελεύθερου χρόνου, της κατανάλωσης, της προσωπικής ταυτότητας και του δημόσιου λόγου -όλα τους ήδη σε δίνη διάβρωσης κι αποσύνθεσης εδώ και δεκαετίες- έδωσε άνοδο σε ισχυρισμούς  κι αξιώσεις αναφορικά μ’ αυτή την κεντρική τεχνολογία που ξεπερνάει πολύ το αντίκτυπό της στο πως ψωνίζουμε, καταναλώνουμε μήντια ή αλληλεπιδρούμε με φίλους, συγγενείς και ξένους. Στους χώρους εργασίας, οι καινοτομίες αυτές υποσχέθηκαν να οδηγήσουν σ’ αυτό που ο Paul Mason προανήγγειλε ως μια «εκθετική εκτόξευση της παραγωγικότητας». Κι είναι ακριβώς αυτό που δεν συνέβη. Αντ’ αυτού, λάβαμε αυξανόμενα στενά δίκτυα παρακολούθησης κι ανίχνευσης, τόσο στους δρόμους όσο και στους χώρους εργασίας.

Το γεγονός ότι τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα κι οι πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης απογειώθηκαν εν μέσω μιας βαθιάς ύφεσης που ποτέ δεν «πέρασε» λέει πολλά. Το πρώτο iPhone παρουσιάστηκε τις παραμονές της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Ο τρόπος που οι άνθρωποι συνομιλούν, λαμβάνουν τις ειδήσεις, βλέπουν ταινίες, ψωνίζουν ή μοιράζονται φωτογραφίες δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος. Όμως, το «παράδοξο της παραγωγικότητας» του Robert Solow, που διατυπώθηκε αρχικά το 1987 -«[μ]πορείς να δεις την εποχή των υπολογιστών παντού εκτός απ’ τις στατιστικές της παραγωγικότητας»- έχει αντέξει στο πέρασμα του χρόνου. Τη τελευταία δεκαετία βιώσαμε την μικρότερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας εδώ και δεκαετίες, ακόμη και στον τομέα των μεταποιήσεων. Όμως, η επιβράδυνση της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας ξεκίνησε ήδη περίπου απ’ το 1970, δηλαδή ακριβώς τη στιγμή που έκανε το ντεμπούτο του ο πρώτος μικροεπεξεργαστής, ο Intel 404.

Brooklyn Rail: Αυτό μας φέρνει σ’ ένα απ’ τα διαρκή μυστήρια της σύγχρονης οικονομίας, αποτυπωμένο στη φράση «μόνιμη στασιμότητα». Πως διαφέρει η έκθέση σου αναφορικά με την αποσύνδεση μεταξύ του φαινομενικού καινοτόμου δυναμισμού των τελευταίων δεκαετιών και της σχετικής έλλειψης οικονομικού δυναμισμού, από τις εκθέσεις άλλων που έχουν υποδείξει το φαινόμενο αυτό;

Jason Smith: Στα τέλη του 2013, καθώς η ρητορική σε προσμονή μιας ηγούμενης απ’ τον αυτοματισμό έκρηξης της παραγωγικότητας έπαιρνε φωτιά, μια άλλη φραξιά της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ ζύγιζε την κατάσταση με μια πολύ διαφορετική οπτική. Ο Λόρενς Σάμερς, πρώην υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον, αποφάνθηκε ότι οι ΗΠΑ κι άλλες ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες αντιμετωπίζαν την προοπτική μιας βαθιά ριζωμένης στασιμότητας στην οποία η υψηλή ανεργία, η αργή ανάπτυξη του ΑΕΠ κι η στασιμότητα των μισθών θα επέμενε για πολύ περισσότερο καιρό απ’ ότι οι βραχύβιες καθοδικές κινήσεις των τυπικών επιχειρηματικών κύκλων.

Η απόδοση της αμερικανικής οικονομίας φάνηκε να επιβεβαιώνει των Σάμερς. Η υποσχόμενη ανοδική τάση δεν ήρθε ποτέ. Η δεκαετία κατά την οποία δώθηκε εξέχουσα θέση σε βιβλία με τίτλους όπως Rise of the Robots [Άνοδος των Ρομπότ] (2015) υπήρξε επίσης η δεκαετία που καθορίστηκε από μια ασταμάτητη παγκόσμια οικονομική κρίση που όμοιά της δεν είχαμε ξαναδεί απ’ τη δεκαετία του 1930. Ο πρώτος γύρος αυτής της πανωλεθρίας σημαδεύτηκε από μια σειρά εντυπωσιακών αποτυχιών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καθώς υπερμοχλευμένες τράπεζες επενδύσεων παραπαίαν, είτε καταρρέοντας πλήρως είτε που τελικά εξαγοράστηκαν για φραγκοδίφραγκα από λιγότερο εκτεθειμένες εταιρείες. Αυτό που ακολούθησε ήταν τόσο προβλέψιμο όσο και ολέθριο: χαμένα χρόνια σημαδεμένα από ποσοστά ανεργίας που δεν είχαμε δει εδώ και δεκαετίες, σε συνδυασμό με καταβυθιζόμενα ποσοστά εργασιακής συμμετοχής, καθώς οι απολυμένοι εργάτες φτύνονταν εκτός της αγοράς εργασίας. Καθώς η ζήτηση εργασίας έπεφτε, οι μισθοί για πολλούς εργάτες έπεσαν. Καθώς οι εργάτες ακινητοποιήθηκαν, ακινητοποιήθηκε και το κεφάλαιο. Κατά τη δεκαετία της κρίσης, τα ποσοστά αξιοποίησης της [παραγωγικής] ικανότητας, ένας δείκτης που μετρά την απόκλιση μεταξύ του τι μπορεί να παράξει μια οικονομία και το πραγματικό της προϊόν, έφτασαν τα χαμηλότερα επίπεδα της μεταπολεμικής ιστορίας, πολύ χαμηλότερα απ’ ότι τα χρόνια της κρίσης της δεκαετίας του 1970. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ έφθινε, ακόμη κι ενώ ο εταιρικός δανεισμός καθόλη την περίοδο αυτή εκτινάχτηκε. Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη αναδύθηκε ένα φαινόμενο που είχε παρατηρηθεί αρχικά κατά τη «χαμένη δεκαετία» του 1990 της Ιαπωνίας: η φαντασματική παρουσία εταιρειών «ζόμπι», ικανών ν’ αποτρέψουν την καταστροφή τους επαναχρηματοδοτώντας διαρκώς το χρέος τους, ακόμη κι ενώ οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες συστέλλονταν. Πιο σημαντικά, την ίδια στιγμή που τόσοι πολλοί σχολιαστές προαναγγέλλαν την προοπτική μιας νέας εποχής των μηχανών, οι επενδύσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων σε πάγιο κεφάλαιο κατέρρεαν, φτάνοντας στα κατώτερα ποσοστά της μεταπολεμικής περιόδου. Τα νούμερα της παραγωγικότητας της εργασίας στις ΗΠΑ, όπως ήταν αναμενόμενο, παρουσιάσαν άθλιους ρυθμούς ανάπτυξης, αυξανόμενη λιγότερο από 1% ετησίως, ακόμη και στον ιστορικά δυναμικό μεταποιητικό τομέα.

Η πτώση των κεφαλαιουχικών δαπανών υπήρξε ιδιαίτερα οξεία, αλλά δεν απέκλινε από τα προηγούμενα. Μερικά χρόνια ύστερα απ’ το ξέσπασμα της κρίσης, μια μελέτη έδειξε ότι, μετρημένες ως «ποσοστό του ΑΕΠ, οι επιχειρηματικές επενδύσεις έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 3 ποσοστιαίες μονάδες από το 1980». Από τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα, μόνη η δεκαετία του 1990 ξεχωρίζει ως ανωμαλία, κατά την οποία μια ομάδα οικονομικών δεικτών (ΑΕΠ, παραγωγικότητα της εργασίας, επιχειρηματικές επενδύσεις) έκλιναν μετριοπαθώς προς το πάνω. Όμως, την περίοδο μεταξύ 2000-2011, τα ποσοστά επιχειρηματικών επενδύσεων μετά βίας αυξήθηκαν, αναπτυσσόμενα μόλις κατά 1/10 του επιπέδου που επικρατούσε κατά τη δεκαετία του 1990.

Όσον αφορά την έμφαση που δίνουν στην έλλειψη επιχειρηματικών επενδύσεων, οι αναλυτές της στασιμότητας δεν κάνουν λάθος. Όμως, η έκθεσή τους για την αιτία που οι οικονομίες υψηλού εισοδήματος σ’ όλον τον κόσμο έχουν βαλτώσει σε μια κρίση που δεν φαίνεται να έχει ορίζοντα -η έτοιμη κεϋνσιανή απάντηση, ανεπαρκής ζήτηση- είναι ανεπαρκής. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Άλβιν Χάνσεν, ο κύριος Αμερικανός υπέρμαχος του Κέυνς, σκιαγράφησε αρχικά τη θεωρία της μόνιμης στασιμότητας σε απάντηση της αιφνίδιας καθοδικής πορείας του 1937, ύστερα απ’ την αποτυχία της αντικυκλικής [στην αντίθετη κατεύθυνση με τον οικονομικό κύκλο] δημοσιονομικής στρατηγικής του Ρούζβελτ για τη στήριξη της μειωμένης ζήτησης και την ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων. Η αποτυχία αυτή εξώθησε τον Χάνσεν ν’ αναλογιστεί την πιθανότητα μιας χρόνιας κι ανένδοτης ατονίας, και να κάνει υποθέσεις αναφορικά με το γιατί οι ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες τείνουν προς τη στασιμότητα και την ύφεση. Όμως, σήμερα, οι συνταγές για πολιτικές όσων βρίσκονται σ’ αυτό το στρατόπεδο ακόμη βασίζονται σε νέους γύρους μεγάλης κλίμακας ελλειματικών δαπανών. Παραμένουν μαγεμένοι απ’ τις φαινομενικές επιτυχίες της κεϋνσιανής διαχείρισης της ζήτησης για μερικές δεκαετίες ύστερα απ’ τον Β’ ΠΠ, απωθώντας την συντριπτική ήττα αυτής της σχολής τη δεκαετία του 1970, όταν οι ίδιες αυτές πολιτικές συνεισφέραν στη γέννηση ενός μακροοικονομικού τέρατος, τον «στασιμοπληθωρισμό», που δεν μπορούσαν ούτε να τον ερμηνεύσουν θεωρητικά ούτε να βρουν αντίδοτα για την καταπολέμησή του.

Το 1981, το χρέος της αμερικανικής κυβέρνησης ως μερίδιο του ΑΕΠ ήταν μόλις 31%· ακόμη και πριν τη ψήφιση του νομοσχεδίου για μαζικές δαπάνες τον Μάρτιο του ίδιου έτους, το χρέος ξεπέρασε το 100% του ΑΕΠ, πλησιάζοντας το ποσοστό του 1945-1946, όταν υπήρχε η χρηματοδότηση αμυντικών δαπανών για έναν παγκόσμιο πόλεμο. Είναι σίγουρα πολύ υψηλότερο σήμερα. Παρομοίως, οι δαπάνες της αμερικανικής κυβέρνησης ως μερίδιο του ΑΕΠ αυξάνονται σταθερά απ’ το 1970, κορυφώμενες στο 43% το 2010, σ’ απόσταση ενός έτους απ’ την αφετηρία της «ανάκαμψης» απ’ την κρίση του 2008. Το μέγεθος της ιδιωτικής καπιταλιστικής οικονομίας συνεχίζει να συστέλλεται σε σχέση με την ολική οικονομική δραστηριότητα. Αυτό που δεν αναγνωρίζουν οι μέηνστρημ οικονομολόγοι, τόσο οι κεϋνσιανοί όσο κι οι νεοκλασσικοί, είναι η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της ιδιωτικής καπιταλιστικής δραστηριότητας και των δημοσίων δαπανών, πληρωμένων από κονδύλια που ιδιοποιούνται (με την μορφή φόρων ή χρέους) απ’ τον ιδιωτικό τομέα. Όταν οι κυβερνήσεις αγοράζουν αγαθά κι υπηρεσίες από ιδιωτικές εταιρείες για να διεγείρουν τη ζήτηση, το αποτέλεσμα ίσως να είναι βραχυπρόθεσμες άνοδοι στην απασχόληση. Όμως, όπως έδειξε με μεγάλη σαφήνεια αρκετό καιρό παλιότερα ο Πωλ Μάτικ στο Marx and Keynes: The Limits of the Mixed Economy [Μαρξ και Κέυνς: Τα Όρια της Μεικτής Οικονομίας] (1969), αυτό το είδος δαπανών αποτελεί απλώς μια μορφή μεγάλης κλίμακας, ηγούμενης απ’ την κυβέρνηση, κατανάλωσης, πληρωμένη απ’ τη δεξαμενή των κερδών (ή «υπεραξίας») που δημιουργείται απ’ την ιδιωτική οικονομία. Κυβερνητικές δαπάνες αυτού του είδους απλώς αναδιανέμουν αυτό το μερίδιο του συνολικού κέρδους σε συγκεκριμένους καπιταλιστές, όπως στη Raytheon, τη Pfizer ή την Purdue Pharma. Με τον ίδιο τρόπο, όταν οι κυβερνήσεις παράγουν άμεσα υπηρεσίες, όπως η δημόσια εκπαίδευση, οι υπηρεσίες αυτές δεν πωλούνται στην αγορά και δεν παράγουν κέρδη προς επένδυση για τη διεύρυνση της παραγωγής. Μολονότι οι κρατικές δαπάνες για εκπαίδευση ή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη συχνά απευθύνονται σε πραγματικές ανάγκες, απ’ τη σκοπιά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος οι δαπάνες αυτές αποτελούν μη-παραγωγικά έξοδα. Δεν παράγουν άμεσα αξία ή υπεραξία, αλλά πληρώνονται απ’ την υπεραξία που έχει αποσπαστεί στον ιδιωτικό τομέα.

Brooklyn Rail: Οι κατηγορίες της  «παραγωγικής» και της «μη-παραγωγικής» εργασίας δεν υπάρχουν στα οικονομικά του συρμού. Θα μπορούσες να μας μιλήσεις λίγο παραπάνω γι’ αυτή τη διάκριση, καθώς παίζει έναν καίριο ρόλο στο βιβλίο σου;

Jason Smith: Η διάκριση αυτή ήταν καθοριστική για την κλασσική πολιτική οικονομία, για τον Σμιθ, τον Ρικάρντο και τον Μάλθους, καθώς και για τον μεγάλο επικριτή αυτής της σχολής σκέψης, τον Μαρξ. Νομίζω ότι πρόκειται επίσης για μια διάκριση που οι άνθρωποι την αισθάνονται έντονα στα καθημερινά τους βιώματα, κάτι που εξηγεί το γιατί ο αποπροσανατολιστικός όρος «ανούσιες δουλειές» [«bullshit jobs»] του David Graeber [αναφέρεται στο David Graeber, Bullshit Jobs: A Theory, εκδόσεις Simon & Schuster, 2018] είχε μεγάλη απήχηση. Παρομοίως, ο Adair Turner πρόσφατα μίλησε για «δραστηριότητες μηδενικού αθροίσματος» για να χαρακτηρίσει την αναπτυσσόμενη μερίδα της οικονομικής δραστηριότητας που δεν αφιερώνεται στην παραγωγή του πλούτου αλλά στην πάλη για τη διανομή του. Όμως, αυτή η θεμελιώδης εννοιολογική διάκριση έχει χαθεί πλήρως στους μέηνστρημ οικονομολόγους.

Οι οικονομολόγοι δεν διακρίνουν μεταξύ των αξιοπαραγωγών δραστηριοτήτων κι αυτών που κυκλοφορούν ή διανέμουν την αξία. Ούτε βλέπουν κάποια ανάγκη να λάβουν υπόψη τους τον τρόπο που τα κέρδη που αποδίδονται σε ορισμένα είδη κεφαλαίων -τραπεζικό κεφάλαιο, εμπορικές επιχειρήσεις- αναπαριστούν μερίδια αυτού που ο Μαρξ αποκαλλεί «υπεραξία» που προέρχεται από κανονική παραγωγική απασχόληση εργασίας. Αντί να διακρίνουν μεταξύ δραστηριοτήτων που παράγουν αξία και δραστηριοτήτων που λαμβάνουν υπεραξία που αναδιανέμεται μέσω του διακαπιταλιστικού ανταγωνισμού, οι οικονομολόγοι, περισσότερο ή λιγότερο, υιοθετούν την απλή ιδέα της «παραγωγικότητας» που χρησιμοποιείται από τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και τον επιχειρηματικό τύπο. Οποιαδήποτε δραστηριότητα δημιουργεί εισόδημα λέγεται ότι είναι παραγωγική, κι η παραγωγικότητα της εργασίας υπολογίζεται διαιρώντας το παρηγμένο προϊόν, εκφρασμένο σε χρηματικούς όρους, διά τις μονάδες εργασίας. Φυσικά, η ύπαρξη ενός διευρυνόμενου δημόσιου τομέα ο οποίος δεν υπόκειται στις δυσκολίες του διακαπιταλιστικού ανταγωνισμού προσφέροντας παράλληλα αγαθά κι υπηρεσίες που δεν πωλούνται στην αγορά, θέτει μερικά προβλήματα σ’ αυτή την απλοϊκή ιδέα. Όμως, υπάρχουν έξυπνα λογιστικά τρικ για να προσπεραστούν αυτά τα προβλήματα.

Ας επιστρέψουμε στο προαναφερθέν λεγόμενο «παράδοξο της παραγωγικότητας». Μια λύση γι’ αυτόν τον γρίφο προτάθηκε σε μια διάσημη εργασία του William Baumol. Ο Baumol ισχυρίζεται ότι καθώς ορισμένοι οικονομικοί τομείς εισάγουν καινοτομίες εξοικονόμησης εργασίας, το καθαρό αποτελέσμα των οποίων είναι μια μείωση της ζήτησης εργασίας, η νέα πλεονάζουσα εργασία θα ανακατανεμηθεί περισσότερο ή λιγότερο απρόσκοπτα στους λιγότερο παραγωγικούς τομείς εντάσεως εργασίας. Πολλοί εξ αυτών των εργατών θα μετακινηθούν σ’ αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλλούν τομέα των «υπηρεσιών». Το μοντέλο του Baumol προβλέπει ότι καθώς η αύξηση της παραγωγικότητας κατανέμεται ανισομερώς μεταξύ αυτών που αποκαλλεί τεχνολογικά «προοδευτικούς» και «στάσιμους» τομείς, η έργασία θα συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε λιγότερο παραγωγική απασχόληση, έχοντας ως αποτέλεσμα την ελάττωση της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας του σύνολου του εργατικού δυναμικού. Προβάλλοντας στο πολύ μακροπρόθεσμο μέλλον, η αυξανόμενη ανομοιότητα των επιπέδων της παραγωγικότητας μεταξύ των διαφορετικών τομέων θα έχει ως αποτέλεσμα μια οικονομία στην οποία η ανάπτυξη της παραγωγικότητας τείνει στο μηδέν.

Όλο αυτό είναι εννοιολογικά λαθεμένο. Βασίζεται σε μια έννοια της παραγωγικότητας που είναι συγκεχυμένη ή κι αντιφατική, ακόμη και με τους όρους του ίδιου του ισχυρισμού. Στο βιβλίο μου ερευνώ μερικές απ’ τις αντιφάσεις που εγείρονται όταν προσπαθεί κανείς να συγκρίνει την παραγωγικότητα της εργασίας μεταξύ διαφορετικών τομέων, μετρημένη μερικές φορές σε φυσικές μονάδες κι άλλες σε χρηματικές μονάδες. Πως μετράς την παραγωγικότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, το προϊόν του οποίου δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί με φυσικούς όρους; Βγάζει νόημα να μετρήσεις την παραγωγικότητα μιας δραστηριότητας που απλώς μεσολαβεί μεταξύ άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, χωρίς να παράγει «αξίες χρήσης» που καταναλώνονται από επιχειρήσεις ή νοικοκυριά; Οι οικονομολόγοι το κάνουν συνέχεια. Πως μετράς την παραγωγικότητα των καθηγητών του δημόσιου σχολείου, οι οποίοι εκτελούν υπηρεσίες που διοικούνται κυρίως από τοπικές κυβερνήσεις και που δεν ανταλλάσονται για χρήμα στην αγορά; Παρά τις ριζικά διαφορετικές εργασιακές διαδικασίες και κοινωνικές λειτουργίες αυτών των παραδειγμάτων, κι οι δύο τσουβαλιάζονται στην μοναδιαία, μη-συνεκτική κατηγορία των «υπηρεσιών».

Πιο σημαντικό, ο Baumol δεν διακρίνει μεταξύ δραστηριοτήτων που παράγουν αξία και δραστηριοτήτων που δεν παράγουν αξία. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ των αγαθών κι υπηρεσιών αυτών που παρέχονται απ’ τον δημόσιο τομέα κι εκείνων που παράγονται απ’ την ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία και, εντός της δεύτερης, δεν διακρίνει μεταξύ δραστηριοτήτων που παράγουν άμεσα αξία και δραστηριοτήτων που μόνο την κυκλοφορούν ή τη διανέμουν. Η διερεύνηση των εννοιολογικών αυτών διακρίσεων συνιστά μια κεντρική ενασχόληση του βιβλίου μου. Αν υιοθετήσουμε τις κατηγορίες αυτές τότε καταλήγουμε σε μια πολύ διαφορετική έννοια της παραγωγικότητας από εκείνη στην οποία βασίζονται οι οικονομολόγοι κι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων. Πολλές δραστηριότητες που απασχολούν εργασία δημιουργούν εισόδημα αλλά δεν αυξάνουν τον συνολικό πλούτο της κοινωνίας· πολλές δραστηριότητες που δημιουργούν «αξίες χρήσης» -που παρέχονται απ’ το κράτος ή τα ιδιωτικά νοικοκυριά- δεν παράγουν αξία ή ανταλλακτική αξία. Ένας σημαντικός αριθμός των θέσεων εργασίας του λεγόμενου τομέα των υπηρεσιών είναι αξιοπαραγωγές, μολονότι είναι εντάσεως εργασίας και δεν προσφέρονται για τεχνολογική μεταβολή· άλλες θέσεις εργασίας του λεγόμενου τομέα των υπηρεσιών δεν παράγουν καθόλου αξία, κι αφορούν εργασιακές διαδικασίες που προσφέρονται σε αναδιαμορφώσεις για εξοικονόμηση εργασίας. Η διάκριση μεταξύ της παραγωγικής και της μη-παραγωγικής εργασίας διατέμνει την κατηγορία του τομέα του υπηρεσιών, καθιστώντας την κατηγορία αυτή αναλυτικά άχρηστη.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης επειδή, όπως σημείωσα παραπάνω, οι μη-παραγωγικές δραστηριότητες πρέπει να πληρωθούν απ’ τη συνολική «δεξαμενή» υπεραξίας που παράχθηκε στην ιδιωτική οικονομία: οι μη-παραγωγικές δραστηριότητες αποτελούν ένα κόστος που επιβάλλεται στη διαδικασία συσσώρευσης. Οι συμβάσεις του υπολογισμού του εθνικού εισοδήματος μετράνε αυτά τα έξοδα ως εισόδημα. Μια απ’ τις μακροπρόθεσμες τάσεις μιας ώριμης καπιταλιστικής οικονομίας είναι η αύξηση του αριθμού των μη-παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε σχέση με τις παραγωγικές δραστηριότητες, που είναι αναγκαίες για τη συσσώρευση: μη-παραγωγικές διαδικασίες που εκτελούν κομμάτια της ανταλλακτικής διαδικασίας, που διευκολύνουν καπιταλιστικές δραστηριότητες μέσω χρηματοπιστωτικών λειτουργιών, που αφορούν την ενοικίαση γης και κτηρίων σε παραγωγικές εταιρείες. Αυτό το αυξανόμενο πλεόνασμα δραστηριοτήτων που απασχολούν εργασία η οποία κυκλοφορεί ή διανέμει αξία αντί να παράγει αξία αποτελεί τόσο έναν όρο της συσσώρευσης κεφαλαίου όσο και, καθώς αυξάνεται η αναλογία μεταξύ των μη-παραγωγικών δραστηριοτήτων προς τις παραγωγικές, ένα εμπόδιο στη συσσώρευση κεφαλαίου. Πρόκειται για ένα ακανθώδες ζήτημα, κι οι σκέψεις μου γύρω απ’ αυτό χρωστάνε πολλά στα έργα του Πωλ Μάτικ και του Fred Moseley. Το συμπέρασμά μου είναι ότι υπάρχει ένας διαφορικός ρυθμός ανάπτυξης της παραγωγικότητας μεταξύ των παραγωγικών και των μη-παραγωγικών διαστάσεων της οικονομίας· η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στις αξιοπαραγωγές δραστηριότητες, με σημαντικές εξαιρέσεις, τείνει ν’ αυξάνεται γρηγορότερα απ’ ότι στις δραστηριότητες που κυκλοφορούν ή διανέμουν αξία. Η απορρέουσα σχετική διεύρυνση του μη-παραγωγικού τομέα ασκεί μια παραλυτική συμπίεση στο συνολικό ποσοστό κέρδους. Η μόνη ελπίδα για τον μετριασμό αυτής της συμπίεσης είναι μια απότομη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στον μη-παραγωγικό «τομέα» (ένας παραπλανητικός όρος, καθώς η διάκριση μεταξύ παραγωγικών και μη-παραγωγικών δραστηριοτήτων διατέμνει τομείς, ακόμη και μεμονωμένες επιχειρήσεις). Όμως, για λόγους που έχω αναλύσει ήδη, ένα τέτοιο σενάριο είναι αρκετά απίθανο: ιδίως επειδή η συμπίεση του ποσοστού κέρδους μειώνει τα ποσοστά των επενδύσεων.

Ακόμη και μεταξύ των εταιρειών που αποσπούν άμεσα υπεραξία στην εργασιακή διαδικασία, δεν υπάρχει αντιστοίχιση μεταξύ της ποσότητας της υπεραξίας που αποσπούν και της ποσότητας της υπεραξίας που λαμβάνουν με την μορφή των κερδών· τα κέρδη αυτά αντικατοπτρίζουν το μέγιστο μερίδιο της συνολικής υπεραξίας, που παράχθηκε απ’ την οικονομία ως όλον, που οι εταιρείες αυτές μπορούν να ιδιοποιηθούν στη διαδικασία διανομής. Καθώς η συσσώρευση επιβραδύνεται κι εντείνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστικών εταιρειών για την ιδιοποίηση μιας φθίνουσας μάζας υπεραξίας, θα διαθέσουν όλο και μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σ’ αυτό που ο Adair Turner αποκάλεσε «διανεμητικές δραστηριότητες μηδενικού αθροίσματος». Συχνά, οι δραστηριότητες αυτές είναι εποπτικής φύσεως, καθώς η αύξηση της πειθαρχίας στον χώρο εργασίας απαιτεί επιπρόσθετο προσωπικό για την επιβολή της αύξησης της παραγωγής εν απουσία βελτιώσεων των παραγωγικών τεχνικών. Όμως, εξίσου συχνά λαμβάνουν την μορφή των λεγόμενων «υπηρεσιών προς επιχειρήσεις», καθώς όλο και περισσότεροι πόροι αφιερώνονται σε λογιστικές, διαφημιστικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες ή στην αποδοτικότητα διαδικασιών μάρκετινγκ κι εμπορικών διαδικασιών. Το καθαρό αποτέλεσμα αυτού του πολέμου για τη διανομή που διεξάγεται απ’ άκρη σ’ άκρη της οικονομίας, αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα επιβράδυνσης της συσσώρευσης, ακριβώς επειδή οι δραστηριότητες αυτές εκπροσωπούν περαιτέρω επιπρόσθετα έξοδα που τα πληρώνουν οι καπιταλιστές απ’ τη συνολική δεξαμενή υπεραξίας που δημιουργείται μέσω της εκμετάλλευσης στις κανονικά παραγωγικές δραστηριότητες. Καθώς το ποσοστό κέρδους περιστέλλεται, η συρρικνώμενη δεξαμενή υπεραξίας απαιτεί απ’ τις επιχειρήσεις να διαθέσουν ακόμη περισσότερους πόρους για την ιδιοποίηση, αντί για την παραγωγή, αυτής της υπεραξίας, οδηγώντας σ’ ακόμη μεγαλύτερη πτώση του ποσοστού κέρδους. Αυτή είναι η, τύπου δίνης, δυναμική μιας μόνιμα στάσιμης οικονομίας.

Brooklyn Rail: Στην κατακλείδα του βιβλίου, φαίνεσαι αρκετά απαισιόδοξος τόσο για τα εργατικά συνδικάτα όσο και για τις κοινοτικές μορφές πάλης, κάνοντας μια έκκληση για νέες μορφές οργάνωσης. Ποια είναι η βάση αυτής της απαισιοδοξίας σου; Θα μπορούσες να μας παραθέσεις κάποιες σκέψεις σου αναφορικά με το ποιες μπορεί να είναι αυτές οι νέες μορφές;

Jason Smith: Είμαι απαισιόδοξος μόνο αναφορικά με μια αναβίωση του παλιού εργατικού κινήματος, μια προοπτική στην οποία εμμένουν πολλοί στην αμερικανική αριστερά. Βρίσκω ότι ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται αυτή τη στιγμή η σύγκρουση μεταξύ των τάξεων είναι υποσχόμενη κι αναζωογονητική, μολονότι η διαδικασία παραμένει κατακερματισμένη, αποπροσανατολισμένη και γεμάτη εκπλήξεις.

Απ’ τη στροφή του αιώνα κι έπειτα, σχεδόν το σύνολο της ανάπτυξης θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ εντοπίζεται στις «υπηρεσίες» χαμηλής παραγωγικότητας, κι οι πρόσφατες προβολές του Γραφείου Εργασιακών Στατιστικών προβλέπουν ότι ο τομέας της αγοράς εργασίας που θα διευρυνθεί ταχύτερα την επόμενη δεκαετία είναι οι χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας που δεν απαιτούν τυπική εκπαίδευση. Το μοτίβο αυτό είναι φρικτό, επιδεινώνοντας μια δυναμική που επικρατεί εδώ και δεκαετίες. Κατά μία ορισμένη έννοια, είμαστε ακόμη παγιδευμένοι στο αντίρευμα που δημιουργήθηκε απ’ το μεγάλο κύμα καπιταλιστικής καινοτομίας που ξεδιπλώθηκε περίπου μεταξύ του 1920-1960. Ονομάζω το κύμα αυτό Αυτοματισμός 1.0, μα το κύμα αυτό περιλαμβάνει την ανάπτυξη κι ευρεία διάδοση της μηχανής εσωτερικής καύσης, την κατασκευή υποδομών σε μια αρμόζουσα καπιταλιστική κλίμακα, και τις «υποσχέσεις» και τους κινδύνους της πυρηνικής ενέργειας, επιπρόσθετα σε εξελίξεις που συνδέονται στενότερα με τον αυτοματισμό στα εργοστάσια. Δεν αποτελεί μυστικό ότι οι πραγματικοί μισθοί των Αμερικανών εργατών έχουν μετά βίας μεταβληθεί απ’τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα. Πολλοί αποδίδουν αυτή την μακροπρόθεσμη στασιμότητα των μισθών στην ήττα της οργανωμένης εργασίας που χρονολογείται απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Σίγουρα, τα ποσοστά οργάνωσης στα συνδικάτα έχουν μειωθεί στο μισό από τότε. Όμως, η ήττα δεν υπήρξε απλώς πολιτική. Η υλική συνθήκη που κατέστησε εφικτή την εδραίωση της συνδικαλιστικής ισχύος τις μεταπολεμικές δεκαετίες ξεκίνησε να διαβρώνεται ήδη απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1960, καθώς μεταλλάχθηκε η σύνθεση της εργατικής τάξης αλλά κι η φύση της ίδιας της εργασίας. Η στασιμότητα των μισθών συνδεόταν στενά με την εμφάνιση δραματικών πτώσεων του ρυθμού ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας. Το αμερικανικό Γραφείο Εργασιακών Στατιστικών έδειξε ότι, για την περίοδο 1973-1990, η παραγωγικότητα των Αμερικανών εργατών αυξανόταν πολύ αργά, με ετήσιο ρυθμό μόλις 1,3%, ένα πολύ μικρό κλάσμα των αυξήσεων της παραγωγικότητας που καταγράφτηκαν τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β’ ΠΠ. Η αύξηση των πραγματικών μισθών των εργατών απαιτεί μια αύξηση του παρηγμένου προϊόντος ανά ώρα εργασίας. Γι’ αυτό οι μεταπολεμικές ρυθμίσεις μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη συνέδεσαν ρητά τις μισθολογικές αυξήσεις με την ανάπτυξη της παραγωγικότητας: οι εργάτες κι οι ιδιοκτήτες θα «μοιράζονταν» τα οφέλη της αυξανόμενης ωριαίας απόδοσης. Όταν αυτές οι αυξήσεις της παραγωγικότητας σπανίζουν, όπως συμβαίνει εδώ και καιρό στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οποιαδήποτε δυνητική μισθολογική αύξηση για τους εργάτες θα συνεπάγονταν μια ανάλογη μείωση των κερδών των ιδιοκτητών των επιχειρήσεων. Την προοπτική αυτή η καπιταλιστική τάξη την έχει αντιπάλεψει, και θα συνεχίσει να την αντιπαλεύει, με νύχια και με δόντια.

Η μεταβαλλόμενη φύση της αγοράς εργασίας, της ταξικής σύνθεσης και της ίδιας της εργασίας, έχει κι άλλες παραλυτικές επιδράσεις στο εργατικό κίνημα. Καθώς όλο και περισσότεροι εργάτες μετατοπίζονται σε θέσεις εργασίας στη διαδικασία διανομής αντί στην παραγωγή, ή συγκεντρώνονται σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας στον λεγόμενο τομέα των υπηρεσιών -σε καταστήματα, τηλεφωνικά κέντρα, νοσοκομεία και κέντρα φροντίδας- διασκορπίζονται σε μυριάδες βιομηχανίες και, σ’ αντίθεση με τους γονείς τους και τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους που συχνά συγκεντρώνονταν σε μεγάλους χώρους εργασίας που συνενώναν χιλιάδες εργάτες, τείνουν να είναι διασκορπισμένοι στον χώρο, σε μικρότερους χώρους εργασίας, συχνά δουλεύοντας με πολύ λίγο πάγιο κεφάλαιο. Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τον ευρύ τομέα των υπηρεσιών, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της «μη-παραγωγικής» εργασίας, είναι ένα αρνητικό χαρακτηριστικό: τσουβαλιάζει ευρέως αποκλίνουσες συγκεκριμένες εργασιακές διαδικασίες, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι μόνο ότι είναι εντάσεως εργασίας. Ένας καθοριστικός υλικός όρος της μεταπολεμικής ανάπτυξης, σε μέγεθος κι ισχύ, των συνδικάτων ήταν οι ομοιογενοποιητικές επιδράσεις του καπιταλιστικού εξορθολογισμού του μεταποιητικού κέντρου. Σε παρελθοντικές περιόδους ραγδαίας εκβιομηχανίσης, οι τεχνολογικές επαναστάσεις σε μια βιομηχανία γρήγορα γενικεύονταν κατά μήκος της παραγωγής, κάνοντας τις εργασιακές διαδικασίες να συγκλίνουν· εργάτες που μέχρι πρότινος διαχωρίζονταν βάσει δεξιοτήτων, τάξης, περιοχής, φύλου και μισθών βρίσκαν τους εαυτούς τους να εκτελούν αυξανόμενα παρόμοιες εργασιακές δραστηριότητες, με τις δεξιότητες και τα μισθολογικά τους επίπεδα να συγκλίνουν. Καθώς οι παλιότερες, βασισμένες στη χειροτεχνική δεξιότητα, διαφοροποιήσεις διαβρώνονταν κι εξωτερικεύονταν στις μηχανές μεγάλης κλίμακας, και καθώς αυτή η σύγκλιση των εργασιακών διαδικασιών ωθούσε σ’ άλματα της παραγωγικότητας της εργασίας, οι εργάτες έβρισκαν πολύ ευκολότερο ν’ αυτοπροσδιοριστούν ως σκέτο εργάτες, προσδιορισμένοι επί κι ενάντια της καπιταλιστικής τάξης στο σύνολό της, αντί ως απασχολούμενοι μιας συγκεκριμένης εταιρείας, με τα παράπονά τους ν’ αφορούν το τάδε ή το δείνα αφεντικό.

Καθώς οι εργάτες αποβάλλονται απ’ τις κεντρικές βιομηχανίες εντάσεως εργασίας, υποχωρούν καίριοι υλικοί όροι ταξικής συνοχής. Παρά τις εικασίες των λάτρεων του αυτοματισμού, οι περισσότερες θέσεις εργασίας του τομέα των υπηρεσιών παραμένουν, εκ φύσεως, απρόσβλητες απ’ την εκμηχάνιση. Και ακόμη κι όταν προσφέρονται για εκμηχάνιση, οι κυρίαρχοι χαμηλοί μισθοί αποτρέπουν τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων απ’ το να επιχειρήσουν αναδιαμορφώσεις από τα πάνω προς τα κάτω αυτών των δραστηριοτήτων (πχ, των ντελιβεράδων, των ταμίων, των σεκιουριτάδων, των καθαριστριών των ξενοδοχείων, των οδηγών ταξί). Οι χαμηλές αυξήσεις της παραγωγικότητας, η επίμονη χαμηλή αμοιβή, η φύση της ίδιας της εργασίας (η οποία για πολλούς λαμβάνει την μορφή προσωπικών υπηρεσιών) και, πάνω απ’ όλα, μια έλλειψη αλληλεγγύης, αποθαρρύνει τους εργάτες. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη αίσθηση ότι αποτελούν μια τάξη με μια θετική έννοια, ότι αναπαριστούν μια προεικόνιση μιας μέλλουσας κοινωνίας που θα χτιστεί κατ’ εικόνα τους. Υπό τέτοιους όρους, μπορεί να κυριαρχήσει αναμεταξύ τους ένα αυξημένο αίσθημα σύγκρουσης, τρεφόμενο από μακροχρόνιους ταυτοτικούς σχηματισμούς (φυλή, εθνότητα, φύλο) που τους διαιρούν. Κατά την πανδημία, οι διαιρέσεις αυτές αναπτύχθηκαν συμπεριλαμβάνοντας τη διάκριση μεταξύ εκείνων που κρίθηκαν «αναγκαίοι» και συνεπώς τους επιβλήθηκε να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους συνεχίζοντας να εργάζονται, εκείνων που έχασαν τη δουλειά τους, κι αυτών, συνήθως απασχολούμενων της μεσαίας τάξης, που εύκολα «μεταναστεύσαν» στη τηλεργασία.

Παρά την κατάρρευση των όρων που οδηγήσαν στην άνοδο του παλιού εργατικού κινήματος, τα λίγα τελευταία χρόνια έχουν μολαταύτα υπάρξει ασυνήθιστες πρωτοβουλίες από εργάτες, τόσο στους χώρους εργασίας όσο και στους δρόμους. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η πραγματική απειλή μιας παράνομης απεργίας των εργαζομένων της Υπηρεσίας Ασφαλείας Μεταφορών το 2019, με τους εργάτες των αερογραμμών έτοιμους ν’ απεργήσουν κι αυτοί, που έδωσε ένα τέρμα στο κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ. Εδώ και μερικά χρόνια, καθηγητές των δημόσιων σχολείων έχουν επίσης υπάρξει πρόθυμοι να προβούν σε δράσεις μεγάλης κλίμακας· αυτό συχνά συνέβη σε υποτιθέμενα συντηρητικές πολιτείες, όμως αντιμετώπισαν τεράστια λαϊκή στήριξη. Οι καθηγητές των δημόσιων σχολείων έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό προστατευμένοι από εκμηχανίσεις εξοικονόμισης εργασίας του είδους που έχει μετασχηματίσει μερικές βιομηχανίες, κι η θέση τους στον ευρύτερο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας τους προσφέρει μια αξιοσημείωτη κοινωνική επιρροή. Στη Γαλλία, πρόσφατα πήραμε μια φευγαλέα εικόνα του πως μπορεί να μοιάσει μια εξέγερση σ’ αυτό που ο Phil Neel αποκαλλεί «υπανάπτυκτη ενδοχώρα» [«hinterland»] [αναφέρεται στο Phil Neel, Hinterland: America’s New Landscape of Class and Conflict, εκδόσεις Reaktion Books, 2018], καθώς το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων -μ’ όλες τις αντιφάσεις του- στόχευσε τα κέντρα των πόλεων και τους κυκλικούς κόμβους εθνικών οδών επί μήνες. Ο θεός να βοηθήσει την καπιταλιστική τάξη αν οι εργάτες στα κέντρα διανομής και τα δίκτυα των εφοδιαστικών αλυσίδων αποφασίσουν να επιτεθούν στις ροές των αγαθών στα λιμάνια και τις αρτηρίες των just-in-time δικτύων. Μόλις πριν από μερικούς μήνες, δυνάμεις της Εθνοφρουράς περιπολούσαν τους αμερικανικούς δρόμους κατά την απαγόρευση κυκλοφορίας, καθώς ταραχές και διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομία εξαπλώθηκαν σ’ όλη τη χώρα εν μέσω μιας θανατηφόρας πανδημίας.

Για να κλείσω μ’ έναν προσωπικό τόνο, η αληθινή απαισιοδοξία ήταν να βλέπεις τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που διαδηλώναν ενάντια στον ερχόμενο πόλεμο στο Ιράκ το 2002 και το 2003, γνωρίζοντας πόσο ανίσχυρος ήταν ο αριθμός αυτός. Παρά την περιβάλλουσα θλίψη, ακόμη και τραύμα, που επιβλήθηκε απ’ τα χρόνια της κρίσης, αισθάνεται κανείς σήμερα ότι ίσως βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός πραγματικού ρήγματος, μιας ρήξης. Όμως, όποιες φιγούρες πάλης κι αν παραχθούν τα επόμενα χρόνια, είναι απίθανο ότι θα επιστρέψουν στα μοντέλα του απόγειου του εργατικού κινήματος των μέσων του 20ού αιώνα. Οι εργάτες, ενάντια σ’ όσα συνεργούν εναντίον τους, τόσο με υλικούς όσο και με πολιτικούς όρους, θα πρέπει να προχωρήσουν ψηλαφητά προς κάτι καινούριο.