Το παρακάτω κείμενο της Sara Farris μεταφράστηκε απ’ την ανθολογία Diefenbach, Farris, Kirn & Thomas, eds, Encountering Althusser: Politics and Materialism in Contemporary Radical Thought, εκδόσεις Bloomsbury, 2013.

Εισαγωγή

Μ’ αφετηρία την προκλητική δήλωση του Νορμπέρτο Μπόμπιο το 1975 ότι δεν υπάρχει θεωρία του κράτους στον Μαρξ[1], το πρόβλημα της σχέσης που θα έπρεπε να έχουν τα κομμουνιστικά κόμματα με το κράτος και της επάρκειας της μαρξιστικής ανάλυσης επί του ζητήματος βρέθηκε στο επίκεντρο μιας δραστήριας διαβούλευσης στην οποία ενεπλάκησαν ιδίως Ιταλοί και Γάλλοι μαρξιστές διαννοούμενοι[2]. Μολονότι αναστοχασμοί για το στάτους της μαρξιστικής θεωρίας αναφορικά με την πολιτική και το κράτος είχαν μια μακρύτερη παράδοση, οι συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές περιστάσεις στις οποίες έλαβε χώρα αυτό το ντιμπέιτ, ιδίως στη Γαλλία και την Ιταλία, επηρεάσαν σε μεγάλο βαθμό τη διάρθρωσή του και το πεδίο του. Αφενός, και στις δύο χώρες τα γεγονότα του 1968-1969 είχαν σημαντικές συνέπειες στον επαναπροσδιορισμό του ακροαριστερού πολιτικού πεδίου την επόμενη δεκαετία· αφετέρου, τόσο το PCF [Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλίας] όσο και το PCI [Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας] ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970 με μια ατζέντα λαϊκού μετώπου επιδιώκοντας να σχηματίσουν ευρύτερες συμμαχίες στην εκλογική αρένα ώστε ν’ αυξήσουν τις ψήφους τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το πρόβλημα της ανανέωσης της κομμουνιστικής πολιτικής πρακτικής σε σχέση με τους αστικούς θεσμούς απέκτησε μια άμεση κι επείγουσα θεωρητική και πολιτική σπουδαιότητα.

Τα έτη μεταξύ του 1976 και του 1978 υπήρξαν ιδιαίτερα κρίσιμα, τόσο στην Ιταλία όσο και τη Γαλλία. Σηματοδοτώντας μια άνευ προηγουμένου επιτυχία του PCI και μια πικρή ήττα για το PCF, η τριετία 1976-1978 συνέπιψε με σημαντικά σημεία καμπής στις εκλογικές στρατηγικές και την πολιτική-θεωρητική ανάλυση της αριστεράς γενικά και των κομμάτων αυτών ειδικά. Ο Λουί Αλτουσέρ έπαιξε έναν ρόλο-κλείδι σ’ αυτό, όχι μόνο στη Γαλλία, όπου παρενέβησε κριτικά στο συνέδριο-διαβούλευση του PCF το 1976, μα επίσης και στην Ιταλία. Σ’ ένα συνέδριο στη Βενετία το 1977 διέγειρε μια δραστήρια συζήτηση ύστερα απ’ την ανοικτή του ανακοίνωση για την κρίση του μαρξισμού και την απουσία μιας μαρξιστικής θεωρίας του κράτους. Η προκλητική του πράξη στη Βενετία ακολουθήθηκε από πολυάριθμες παρεμβάσεις και δημοσιεύσεις μαρξιστών διανοούμενων απ’ όλο το φάσμα του μαρξισμού και στις δύο πλευρές των Άλπεων· μεταξύ αυτών, παρενέβησε κι ο πρώην «εργατιστής» Μάριο Τρόντι[3]. Μολονότι ο Τρόντι ούτε είχε συμμετάσχει στο συνέδριο της Βενετίας, ούτε βρισκόταν σ’ άμεσο διάλογο με τον Αλτουσέρ κι ούτε αναφέρθηκε άμεσα στις θέσεις του, η διάγνωσή του για την απουσία μιας μαρξιστικής θεωρίας της πολιτικής και του κράτους βρισκόταν πολύ κοντά σ’ αυτή του Γάλλου φιλόσοφου. Ωστόσο, η θεραπεία του Τρόντι υπήρξε αρκετά διαφορετική κι έγινε ο στόχος πολυάριθμων επικριτικών αντιδράσεων τόσο από πρώην εργατιστές όσο κι από άλλους Ιταλούς μαρξιστές. Ενώ η έμφαση του Αλτουσέρ στο σημαντικό κενό του μαρξιστικού θεωρητικού μηχανισμού για το ζήτημα του κράτους είχε κατά πολλούς ως στόχο την υπεράσπιση μιας ορισμένης μαρξιστικής «ορθοδοξίας» ενάντια στις ρεφορμιστικές πολιτικές ροπές και θεωρητικές αναλύσεις, η λύση που πρότεινε ο Τρόντι υπήρξε, αντ’ αυτού, «ετερόδοξη» και «ετεροαφομοιωτική»[4].

Στόχος μου στο παρόν κείμενο είναι να διαβάσω παράλληλα τους δύο αυτούς συγγραφείς[5], χωρίς ωστόσο να ισχυρίζομαι ότι συγκρίνω τις θέσεις τους στο σύνολό τους, ώστε ν’ ανοικοδομήσω τις κύριες γραμμές μεταξύ των οποίων ξεδιπλώθηκαν οι θέσεις του Αλτουσέρ και του Τρόντι σ’ αυτό το ντιμπέιτ. Συγκεκριμένα, θα δείξω, αρχικά, το πως κι οι δύο διακήρυξαν μια κρίση του μαρξισμού και την ανεπάρκεια της θεωρίας του Μαρξ για την πολιτική και το κράτος· ύστερα, το πως οι επικρίσεις τόσο του Τρόντι όσο και του Αλτουσέρ στοχεύαν έναν ορισμένο ντετερμινισμό της φόρμουλας βάσης-εποικοδομήματος που εδραίωνε μια άμεση συνέχεια μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού· τέλος, το πως τόσο ο Τρόντι όσο κι ο Αλτουσέρ θεωρήσαν την ανάλυση του Λένιν για το κράτος ανώτερη από εκείνη του Μαρξ, και προσπαθήσαν να ερμηνεύσουν τα ερμητικά παραθέματα του Λένιν επί αυτών των ζητημάτων ως ν’ αποτελούν το κλειδί για μια ανανέωση της μαρξιστικής πολιτικής. Μολαταύτα, παρά τη κοινή τους αφετηρία αναφορικά με το ζήτημα μιας μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, ο Τρόντι κι ο Αλτουσέρ κατέληξαν σε μάλλον αντίθετα συμπεράσματα: αφενός, στη θεωρία της αυτονομίας του πολιτικού στην περίπτωση του Τρόντι και, αφετέρου, τη θεωρία της αναπαραγωγής ως τη λειτουργία-κλειδί του κράτους και την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής στην περίπτωση του Αλτουσέρ. Τελικά, στο παρόν κείμενο ισχυρίζομαι ότι η αντίθεση μεταξύ των δύο οπτικών πρέπει ν’ αναγνωστεί ως συμπτωματική μιας θεμελιώδους θεωρητικής/πολιτικής αντίθεσης μεταξύ μιας «πολιτικιστικής» θέσης που αποδίδει πρωτοκαθεδρία σ’ αυτό που αποκαλώ «πολιτικές δυνάμεις» στην περίπτωση του Τρόντι, και μια θέση που επιχειρεί να μεταφράσει την αντιοικονομίστικη στάση της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων με τους όρους της πρωτοκαθεδρίας της ταξικής πάλης στην περίπτωση του Αλτουσέρ.

Τρόντι: η «αυτονομία του πολιτικού»

Ύστερα απ’ τις κοινωνικές εκρήξεις των ετών 1967-1969, η κατάσταση της ιταλικής αριστεράς στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δεν ήταν καθόλου ρόδινη· αντ’ αυτού, ήταν μιας κατάσταση ακραία δύσκολη με την αριστερά σχεδόν απομονωμένη. Αφενός, το πολιτικό κλίμα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχε αναμφισβήτητα μετατοπιστεί προς τα δεξιά με την ανακαινισμένη κεντροδεξιά συγκυβέρνηση των Αντρεότι και Μαλαγκόντι να έχει αντικαταστήσει την προηγούμενη κεντροαριστερή φόρμουλα. Αφετέρου, η στρατηγική του PCI μετά το 1973, ισχυρά επηρεασμένο απ’ το πραξικόπημα στη Χιλή, ήταν να ξαναπεράσει υπό την ομπρέλα του ιστορικού συμβιβασμού με τη Χριστιανοδημοκρατία. Στην παρουσίαση του Μπερλινγκουέρ, ο ιστορικός συμβιβασμός δεν ήταν μόνο ο δρόμος για την αποφυγή μιας αυταρχικής λύσης στη χώρα, μα επίσης η βασιλική οδός για να τραβηχτεί το PCI απ’ την πολιτική του απομόνωση προσελκύοντας λαϊκές δυνάμεις στο εγχείρημα του PCI για την οικοδόμηση «ενός νέου ιστορικού μπλοκ σ’ ένα ανώτερο επίπεδο»[6]. Σύμφωνα με τον Gundle, η αυτοπεποίθηση του PCI στην ικανότητά του ν’ ασκήσει την ηγεμονία του στην ιταλική κοινωνία κατ’ αυτόν τον τρόπο βασιζόταν σε δύο υποθέσεις, «και με τις δύο να φαίνονταν πιστευτές στο κλίμα των μέσων της δεκαετίας του 1970»[7].

Πρώτον, θεωρούνταν ότι η διάλυση της παλιάς ισορροπίας της προ 1968-1969 περιόδου δεν είχε απλώς αναταράξει την εμπιστοσύνη των άρχουσων τάξεων μα τους είχε στερήσει τη συναίνεση επί της οποίας κείτονταν τελικά η εξουσία τους. Έτσι, παρουσιάστηκε στο εργατικό κίνημα και τον κύριό του πολιτικό εκπρόσωπο μια μοναδική, αν όχι εντελώς ξεκάθαρη, ευκαιρία να κληρονομήσει την ηγεσία των λαϊκών στοιχείων του παλιού μπλοκ και ν’ αναγκάσει τα περισσότερο συντηρητικά στοιχεία να παραχωρήσουν ένα αυξανόμενο μέτρο της εξουσίας τους. Δεύτερον, υπήρχε μια στέρεη πεποίθηση στην αριστερά ότι ο ιταλικός καπιταλισμός είχε φτάσει σ’ ένα σημείο απ’ το οποίο δεν υπήρχε επιστροφή. Η πετρελαϊκή κρίση, ο καλπάζων πληθωρισμός κι η γενική κατάρρευση του μοτίβου της μονοπωλιακά ηγούμενης ανάπτυξης που ξεκίνησε τα έτη πριν το οικονομικό θαύμα, προσέφερε στην αριστερά μια πραγματική ευκαιρία να παρέμβει και να προωθήσει ένα εναλλακτικό, περισσότερο κοινωνικά προσανατολισμένο μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο η αγορά για ιδιωτικά καταναλωτικά αγαθά, η επέκταση της οποία συνιστούσε τον ακρογωνιαίο λίθο των περασμένων 20 ετών ανάπτυξης, θα τίθονταν επίσης υπό αμφισβήτηση. Θεωρούνταν ότι η κρίση καθιστούσε αντικειμενικά αναγκαία την μετάβαση σε μια μορφή κοινωνικοποιημένου οικονομικού συστήματος[8].

Είναι ιδίως αυτή η δεύτερη υπόθεση που πρέπει να έχει κανείς κατά νου όταν διαβάζει τις παρεμβάσεις του Μάριο Τρόντι αναφορικά με το κράτος και την μαρξιστική θεωρία της πολιτικής της δεκαετίας του 1970. Σε στενή σύνδεση με την ιδιαίτερη φύση της ιταλικής πολιτικής των αρχών της δεκαετίας του 1970, οι οποίες είδαν μια μειωμένη αυτονομία του κοινωνικού, ονομαστικά, μια εξασθένιση του εργατικού και του φοιτητικού κινήματος συγκριτικά με τη δεκαετία του 1960, ο Τρόντι εισήγαγε τη θέση της «αυτονομίας του πολιτικού» το 1972 σ’ ένα συνέδριο στο Τορίνο υπό την προεδρία του Νορμπέρτο Μπόμπιο. Το κύριο επιχείρημα του Τρόντι για την «αυτονομία του πολιτικού» σκιαγραφείται σε δύο κείμενα: το Υστερόγραφο του 1971 στο Operai e Capitale [Εργάτες και Κεφάλαιο] και την μπροσούρα του 1977 με τίτλο Sull’autonomia del politico [Για την Αυτονομία του Πολιτικού], η οποία περιλαμβάνει την παρέμβασή του στο συνέδριο του 1972 στο Τορίνο και την απομαγνητοφώνηση ενός σεμιναρίου οργανωμένου απ’ τον Salvatore Veca στο Μιλάνο το 1976. Η θέση του Τρόντι σ’ αυτά τα κείμενα μπορεί να συνοψιστεί με δυο λόγια ως εξής: «το πολιτικό» (το οποίο πρέπει να κατανοηθεί ως οι θεσμοί εξουσίας κι η πρακτική της ανάληψης και της διατήρησης της εξουσίας) δεν μπορεί ν’ αναλυθεί στο επίπεδο του εποικοδομήματος, όπως έκανε, σύμφωνα με τον Τρόντι, ο «χυδαίος μαρξισμός». Αντ’ αυτού, με τα λόγια του Τρόντι,

ο ίδιος ο όρος «πολιτικό», «το πολιτικό», είναι στην μαρξιστική παράδοση εξίσου ασηνύθιστος [με τον όρο «αυτονομία»]. Κι αυτό επειδή δεν εισάγουμε μόνο ένα νέο όνομα, μα επίσης, θα έλεγα, μια νέα κατηγορία στον λόγο [discourse] μας. Τι εμπεριέχει αυτή η κατηγορία; […] Το πολιτικό συγκρατεί μαζί δύο πράγματα: το κράτος συν την πολιτική τάξη [political class][9].

Η ανεπάρκεια του μαρξισμού

Καθώς το πολιτικό ήταν ο συνδυασμός δύο πολύ συγκεκριμένων θεσμών -το κράτος κι η πολιτική τάξη- μια κατανόηση της «αυτονομίας» του απαιτούσε μια αναθεώρηση της μαρξιστικής εργαλειοθήκης, την οποία ο Τρόντι θεωρούσε ξεπερασμένη. Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με τον Τρόντι, η ντετερμινιστική ανάγνωση της σχέσης βάσης-εποικοδομήματος, σύμφωνα με την οποία «όλα όσα συμβαίνουν […] στο λεγόμενο εποικοδόμημα κινούνται απ’ ότι υπάρχει στη βάση» ήταν μια «απλούστευση»[10]. Το υποτιθέμενο σχήμα του Μαρξ για τη συνέχεια μεταξύ της ανάπτυξης του κεφαλαίου και της ανάπτυξης του πολιτικού είχε συνεπώς αποδειχτεί ιστορικά λαθεμένο. Η αποτυχία του μοντέλου αυτού, με τους όρους τόσο της ερμηνευτικής όσο και της προβλεπτικής του δύναμης, οφειλόταν στην έλλειψη, αν όχι την πλήρη απουσία, μιας θεωρίας της πολιτικής και του κράτους στον Μαρξ, στον βαθμό που για τον Τρόντι, ο Μαρξ «στην ουσία δεν αναπτύσσει μια κριτική της πολιτικής, αλλά της ιδεολογίας»[11]. Όπως το θέτει:

πρέπει να ειπωθεί ότι στην «κριτική της πολιτικής» -αν αφήσουμε για μια στιγμή στην άκρη την κριτική της πολιτικής οικονομίας- ο Μαρξ δεν κατάφερε να πάει πέρα απ’ την εποχή των απαρχών του καπιταλισμού. Το 1858, όπως όλοι γνωρίζετε, η κριτική της πολιτικής οικονομίας υποτίθεται ότι θα περιλάμβανε τα διάσημα 6 βιβλία: το κεφάλαιο, την εγγεία ιδιοκτησία, την μισθωτή εργασία, το κράτος, το διεθνές εμπόριο και την παγκόσμια αγορά, όπως περιγράφεται στη διάσημη επιστολή [του Μαρξ] στον Λασσάλ στις 22 Φεβρουαρίου του 1858. Αυτό ήταν το πρόγραμμα του Μαρξ για το έργο του. Όμως, τελικά το κεφάλαιο μόνο χρειάστηκε 4 βιβλία. Όσο για τα υπόλοιπα, τίποτα απ’ την εγγεία ιδιοκτησία και κάτω, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης της ίδιας της εργασίας, δεν εξετάστηκε αρκετά εις βάθος, όπως έχει ήδη ειπωθεί. Μεταξύ αυτών των εναπομείναντων ζητημάτων, υπάρχει επίσης το πρόβλημα του κράτους. Θα έλεγα ότι, στο ζήτημα της «πολιτικής», στο ζήτημα του «πολιτικού», τα νεανικά γραπτά του Μαρξ ίσως λένε περισσότερα απ’ ότι τα ώριμα. Ένα έργο όπως η Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου πιθανόν λέει περισσότερα απ’ όλα τ’ άλλα μικρά παραθέματα, οι μικρές φράσεις που έχουν παρθεί από διάφορα συγκείμενα κι ιστορικά έργα του Μαρξ κι έχουν συνδυαστεί ώστε να σχηματίσουν μια πολιτική σκέψη που, κατά την άποψή μου, ψευδώς αποδίδεται στον Μαρξ. Επαναλαμβάνω, η ανάλυση του Μαρξ για το κεφάλαιο μου φαίνεται να προβάλλεται πλήρως προς τα εμπρός, δηλαδή, η όλη ανάλυση εξετάζει την πραγματική ανάπτυξη του κεφαλαίου· απ’ την άλλη, η ανάλυση του Μαρξ για το κράτος κοιτάζει προς τα πίσω, στη φαινομενική ανάπτυξη που έχει υποστεί αυτό το πολιτικό πρόβλημα. Όταν ο Μαρξ προβαίνει σε μια κριτική της πολιτικής, δεν κατάφερε, κατά την άποψή μου, να διεξάγει αποτελεσματικά μια κριτική της πολιτικής· αντ’ αυτού, πάντα προβαίνει σε μια κριτική της ιδεολογίας […] Η θέση ότι υπάρχει πρώτα μια οικονομική εξουσία κι ύστερα μια πολιτική εξουσία, κι ότι αυτές οι μορφές εξουσίας θεμελιωδώς συμπίπτουν -που είναι πράγματι η θέση του Μαρξ (συμπίπτουν στην πραγματικότητα κι είναι μόνο τυπικά διαιρεμένες, δηλαδή, μια πραγματική σύμπτωση και καθαρά τυπική διάκριση)- είναι κατανοήσιμη ακριβώς υπό το φως του πρώιμου καπιταλισμού[12].

Όπως προτείνουν οι τελευταίες γραμμές του παραπάνω παραθέματος, για τον Τρόντι, το «πολιτικό» κενό στη σκέψη του Μαρξ οφείλεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο ιστορικός υλισμός υπήρξε «ένα προϊόν του πρώιμου καπιταλισμού». Ωστόσο, μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις, ως ένα αποτέλεσμα της συνεχούς σύγκρουσης μεταξύ εργατών και κεφαλαίου, οδήγησε σ’ αυτό που ονόμασε την «ιστορική αναγκαιότητα ενός πολιτικού στρώματος, ενός επαγγελματικού πολιτικού στρώματος στο οποίο ανατίθεται η διαχείριση της εξουσίας»[13]. Ένα τέτοιο πολιτικό στρώμα έπρεπε ν’ αναπτύξει, πάνω απ’ όλα, μια «ικανότητα μεσολάβησης» μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας. Για τον Τρόντι, αυτού έπεται ότι ιστορικά, «απ’ αυτή την αναγκαιότητα ενός επαγγελματικού πολιτικού στρώματος, ενός μεσολαβητή, συνεπάγεται η εξίσου ιστορική αναγκαιότητα, ας πούμε, της τέχνης της πολιτικής, δηλαδή, ιδιαίτερων τεχνικών για την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας, μια επιστήμη συλλογικής πρακτικής δραστηριότητας ξεχωριστής απ’ την ανάλυση της ατομικής και της ομαδικής πράξης. Μια επιστήμη πρακτικής συλλογικής δραστηριότητας· μια επιστήμη, επακριβώς, της πολιτικής»[14].

Η μαρξιστική θεωρία της πολιτικής ήταν, για τον Τρόντι, ανεπαρκής για να συλλάβει τις εξελίξεις που είχαν συμβεί εντός του κράτους κι εντός του σώματος γνώσης και τεχνικών που συνδέονταν μ’ αυτό, επειδή ήταν ενσωματωμένη σε μια εποχή προγενέστερη αυτών των εξελίξεων. Η μόνη εξαίρεση σ’ αυτή τη γενικευμένη επίκριση για ανεπάρκεια εκπροσωπούνταν, για τον Τρόντι, απ’ τον Λένιν, «ο οποίος έδωσε στη σοσιαλδημοκρατία μια θεωρία του κόμματος»[15]. Ο Λένιν του Τρόντι ήταν ο μιλιτάντης που «έφερε τον Μαρξ στην Αγία Πετρούπολη», δηλαδή, η ιστορική φιγούρα που υπήρξε ικανή ν’ αποκαλύψει εμπράκτως την αθλιότητα της σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας των σταδίων επιτυγχάνοντας μια κομμουνιστική επανάσταση εκεί όπου θεωρούνταν ανέφικτη. Ωστόσο, ο Λένιν υπήρξε ικανός ν’ αναπτύξει αυτό που ο Τρόντι αποκάλεσε τους «νόμους της τακτικής» όχι λόγω της εγγύτητάς του με τους εργατικούς αγώνες αλλά, αντιθέτως, λόγω της απόστασής του απ’ αυτούς. Πράγματι, για τον Τρόντι, «[η] λογική του [Λένιν] βασιζόταν σε μια έννοια πολιτικής ορθολογικότητας πλήρως ανεξάρτητη απ’ τα πάντα. Ήταν ακόμη κι ανεξάρτητη απ’ το ταξικό συμφέρον, το οποίο, αντ’ αυτού, ήταν κοινό και στις δύο»[16]. Σε μια κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ν’ αποδίδει στον Λένιν τη σύλληψη της «αυτονομίας του πολιτικού» πριν ακόμη την εμφάνιση του όρου αυτού, ο Τρόντι επικαλείται επίσης τον Μαξ Βέμπερ.

Όμως η αληθινή θεωρία -υψηλή επιστήμη- δεν κείτεται εντός του σοσιαλιστικού στρατόπεδου, μα εκτός του κι εναντίον του. Κι αυτή η πλήρως θεωρητική επιστήμη -επιστημονική θεωρία- είχε ως περιεχόμενο, αντικείμενο και προβληματική της την πραγματικότητα της πολιτικής. Η νέα θεωρία μιας νέας πολιτικής ξαφνικά εγέρθηκε τόσο στη σπουδαία αστική σκέψη όσο και στην ανατρεπτική πράξη της εργατικής τάξης. Ο Λένιν βρισκόταν πιο κοντά στην Politik als Beruf [Η Πολιτική ως Επάγγελμα] του Μαξ Βέμπερ απ’ ότι στους γερμανικούς εργατικούς αγώνες επί των οποίων βασιζόταν, σαν ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, η κλασσική σοσιαλδημοκρατία[17].

Όπως τόνισε ιδιαιτέρως τα μετέπειτα χρόνια, η θεώρηση του Τρόντι ότι οι μαρξιστές (μ’ εξαίρεση τον Λένιν) δεν διατυπώσαν χρήσιμες υποδείξεις για την κατανόηση της λειτουργίας της πολιτικής και του κράτους, κι η πεποίθησή του ότι η τελευταία έγινε το αντικείμενο μιας εκλεπτυσμένης επιστήμης και θεωρίας, ιδίως στο αντίπαλο στρατόπεδο της αστικής σκέψης, τον οδήγησε αυξανόμενα να καταφύγει σε μη-μαρξιστές πολιτικούς στοχαστές ώστε να γεμίσει αυτό το κενό της μαρξιστικής θεωρίας. Για τον Τρόντι, ήταν στην πραγματικότητα αυτή η επιστήμη, η «τέχνη» της πολιτικής, που η ιταλική κομμουνιστική ιντελιγκέντσια έπρεπε να συλλάβει ως τον αυτόνομο λόγο ύπαρξής της, χωρίς καμία σκέψη απλώς να την εξάγει από μια μελέτη της οικονομικής κατάστασης.

Ο πολιτικός κύκλος του κεφαλαίου

Η αντίληψη ότι «το πολιτικό» έχει τις δικές του αυτόνομες δυναμικές, δηλαδή, η ιδέα ότι είναι αυτόνομο απ’ οτιδήποτε δεν είναι εξουσία, ονομαστικά, απ’ την κοινωνία, κι από «ότι συλλαμβανόταν, γενικά, ν’ αποτελεί το θεμέλιο της εξουσίας»[18], βασιζόταν στην υπόθεση ότι υπάρχει «ένας διαφορετικός ρυθμός ανάπτυξης μεταξύ του πολιτικού και του κοινωνικού»[19] λόγω της «ύπαρξης ενός πολιτικού κύκλου του κεφαλαίου […] με τη δική του ιδιαιτερότητα σε σχέση με τον κλασσικό οικονομικό κύκλο του ίδιου του κεφαλαίου»[20].

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταλήγουμε σ’ αυτό που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε την ιδιαιτερότητα του πολιτικού, με άλλα λόγια, την ιδιαιτερότητα του πολιτικού κύκλου αναφορικά με τον οικονομικό κύκλο. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πρόβλημα του γιατί το σχήμα του Μαρξ, το σχήμα μιας συνεχούς ανάπτυξης απ’ το οικονομικό στο πολιτικό, δεν λειτουργεί ιστορικά και γιατί, αντιθέτως, συνέβη το αντίθετο[21].

Για τον Τρόντι, η «ιδιαιτερότητα του πολιτικού κύκλου αναφορικά με τον οικονομικό κύκλο» απορρέει από μια θεμελιώδη ασυνέχεια μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού. Αυτό, σύμφωνα με τον Τρόντι, ήταν ορατό στη σύνηθη «καθυστέρηση» του πολιτικού συγκριτικά με το οικονομικό. Περαιτέρω, η κατανόηση της καθυστέρησης ήταν το κλειδί για την «κωδικοποίηση της πολιτικής σκέψης του Μαρξ»[22]. Ακριβώς η καθυστέρηση του πολιτικού συγκριτικά με το οικονομικό ή, με άλλα λόγια, «το γεγονός ότι πάντα έχουμε μπροστά μας, αφενός, μια λεγόμενη νέα οικονομία και, αφετέρου, πάντα έχουμε μια λεγόμενη παλιά πολιτική», ήταν, για τον Τρόντι, «το προειδοποιητικό σημάδι που πρέπει να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι, τελικά, η σχέση βάσης-εποικοδομήματος, ακριβώς σ’ αυτό το πεδίο, δεν λειτουργεί»[23]. Ένα παράδειγμα αυτού ήταν το «ελάττωμα της εξορθολόγισης, η αδύναμη αποτελεσματικότητα του πολιτικού μηχανισμού» που ο Τρόντι ισχυρίστηκε ότι είναι ευδιάκριτη ιδίως στην ιταλική περίπτωση, στην οποία ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός κι εκβιομηχάνιση των δεκαετιών του 1950 και του 1960 δεν είχε αντιστοιχηθεί από έναν συγκρίσιμο εκσυγχρονισμό του κράτους[24]. Για τον Τρόντι, μια γενεαλογική προσέγγιση σ’ αυτό το ζήτημα, δηλαδή, μια ανακατασκευή της ιστορίας του νεωτερικού κράτους, θα είχε δείξει ότι «υπάρχει μια λογική που είναι εσωτερική στην ανάπτυξη των καπιταλιστικών πολιτικών θεσμών· μια λογική που χρειάζεται να τη συλλάβουμε, κατά την άποψή μου, ανεξάρτητα απ’ την ιστορία του κεφαλαίου»[25]. Ακριβώς όπως ο Μαρξ αποκάλυψε τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, για τον Τρόντι οι μαρξιστές χρειάζεται «να δεσμευτούν μελλοντικά με την ανακάλυψη των νόμων της κίνησης του νεωτερικού κράτους»[26]. Μια τέτοια ενασχόληση θ’ αποκάλυπτε την πραγματικότητα «δύο παράλληλων ιστοριών», της ιστορίας του κεφαλαίου και της ιστορίας του κράτους, οι οποίες συχνά δεν συμπίπτουν και μπορούν να βρίσκονται σ’ αντίφαση. Σ’ αυτή τη βάση, η υπόθεση του Τρόντι ήταν ότι «η διάκριση ή διαχωρισμός μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών δεν είναι καθαρά τυπική. Δηλαδή, δεν πρέπει να θεωρηθεί ούτε ως ένα ιδεολογικό τέχνασμα της αστικής τάξης ούτε πρέπει να τη θεωρήσουμε ν’ αποτελεί απλώς μια λειτουργία της ταξικής κυριαρχίας»[27].

Η αυτονομία του πολιτικού κι η αυτονομία του κόμματος απ’ τη τάξη

Απορρέοντας άμεσα απ’ το συμπέρασμα ότι η ιστορία του κεφαλαίου δεν είναι συνεχής με την ιστορία του κράτους, με το κράτος να είναι διακριτό από το κεφάλαιο και να κατέχει τη δική του «αυτόνομη» λογική, η έννοια του Τρόντι για την «αυτονομία του πολιτικού» στόχευε να μην έχει απλώς θεωρητικές μα ειδικά πρακτικές επιπτώσεις. Πάνω απ’ όλα, στο πρακτικό επίπεδο, ο Τρόντι στόχευε να αποδώσει «τον έλεγχο στην πολιτική» επανακτώντας την κεντρικότητα των εργατών στο θεσμικό πεδίο, ονομαστικά, στο επίπεδο της σχέσης του κόμματος με το κράτος. Καθώς, με τα λόγια του Τρόντι, «αυτή η λεγόμενη κρατική μηχανή» ήταν «πάνω απ’ όλα, το κέντρο της μεσολάβησης των διάφορων σχέσεων μεταξύ των τάξεων», αναδύεται το πρόβλημα «να δούμε εάν αυτό το κέντρο μεσολάβησης πρέπει ν’ αφεθεί πλήρως στα χέρια του κεφαλαίου ή εάν, πριν ακόμη απ’ την προβληματική του τσακίσματος αυτής της μηχανής, υπάρχει αντ’ αυτού πρώτα η προβληματική του να παρθεί αυτό το κέντρο μεσολάβησης, ολικώς ή μερικώς, απ’ τα χέρια του κεφαλαίου»[28].

Συνεπώς, οι πρακτικές συνεπαγωγές του ντιμπέιτ για την «αυτονομία του πολιτικού» εξελίχθηκαν αυξανόμενα στο ερώτημα της άμεσης συμμετοχής της εργατικής πολιτικής οργάνωσης στη διακυβέρνηση του κράτους ή, ακόμη περισσότερο, η άμεση διαχείριση της κρατικής μηχανής απ’ την εργατική τάξη ώστε να συνεχίσει την «καπιταλιστική μεταρρύθμιση του κράτους»[29]. Όπως θα ισχυριζόταν ο Τρόντι στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η «πολιτική ισχύς» είναι η επίδειξη ότι η εργατική τάξη -ή αντ’ αυτού, το εργατικό κόμμα- ήταν «ικανό να κυβερνήσει. Η ικανότητα της εργατικής τάξης να κυβερνήσει είναι αυτό το οποίο όλοι μας αφοσιωνόμαστε να οικοδομήσουμε»[30]. Η θέση αυτή υποβλήθηκε σε πολυάριθμες κριτικές, ειδικά από πρώην εργατιστές και πρωτίστως τον Αντόνιο Νέγκρι. Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η έννοια της «αυτονομίας του πολιτικού» δεν ήταν τίποτα παραπάνω απ’ την «ιδεολογία του ιστορικού συμβιβασμού»[31], και συνεπώς τελικά μια θεωρητική θέση που είχε την ακριβή πολιτική λειτουργία υποστήριξης του ευρωκομμουνισμού. Μολονότι ο ίδιος ο Νέγκρι φαινόταν να συμφωνεί με το θέμα περί απουσίας μιας μαρξιστικής θεωρίας του κράτους[32], ισχυρίστηκε ότι η θέση για την «αυτονομία του πολιτικού» δεν αποτελούσε λύση στο πρόβλημα αυτό, μα απλώς τη «τεχνοκρατική επανεφεύρεση» και «νέα έκδοση της τεχνολογίας του πολιτικού»[33].

Καθώς ο Τρόντι κατέληξε να ορίσει με συγκεκριμένους όρους τη θέση για την αυτονομία του πολιτικού, έγινε αυξανόμενα εμφανές ότι μια τέτοια θέση δεν ανερχόταν σε μια, με όρους τακτικής, ανανεωμένη ανάλυση της λειτουργίας του κράτους που μπορούσε να ενσωματωθεί στην μαρξιστική παράδοση του στρατηγικού οράματος για την αναγκαιότητα της κατάργησης του αστικού κράτους. Αντ’ αυτού, στη βάση της διαβεβαίωσης της απουσίας μιας θεωρίας του κράτους στον Μαρξ και στη βάση της υποτιθέμενης ιστορικής άρνησης μιας ντετερμινιστικής συνέχειας μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού, ο Τρόντι φαινόταν να έχει εγκαταλείψει τη θέση του Μαρξ για την ανάγκη να «τσακιστεί η κρατική μηχανή»[34]. Για τον Τρόντι, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η εργατική τάξη τη δεκαετία του 1970 ήταν η ανάληψη του ιστορικού καθήκοντος της διαχείρισης του κράτους, και πιο συγκεκριμένα της επίτευξης του εξορθολογισμού του. Η πτυχή αυτή είναι πολύ εμφανής στο παρακάτω παράθεμα. Όπως ισχυρίστηκε ο Τρόντι, στην Ιταλία η δεκαετία του 1960 υπήρξε

μια μορφή ευθείας, «καθαρής» ταξικής πάλης, απολίτικης ή προπολιτικής με την παραδοσιακή έννοια του όρου· ακόμη κι αν η πάλη ήταν πολιτική με την ουσιαστική έννοια του ίδιου όρου […] Κι ύστερα τι συνέβη; Υπήρξε ένα ιδιαίτερο είδος καπιταλιστικής αντίδρασης που εμπόδισε την ανάπτυξη του κινήματος, και το κατάφερε αυτό ακριβώς επειδή σταθήκαμε ανικανοί να συλλάβουμε και να χρησιμοποιήσουμε αυτή την αλλαγή του πεδίου που υιοθετήθηκε απ’ την καπιταλιστική πρωτοβουλία εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Με άλλα λόγια, όταν η ισορροπία δυνάμεων στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων τροποποιήθηκε προς όφελος της εργατικής τάξης, είδαμε μια ακριβή και ρητή χρήση, απ’ την καπιταλιστική πλευρά, του πολιτικού επιπέδου του κράτους με τους όρους που έχουμε αναλύσει εδώ: δηλαδή, τη χρήση της πολιτικής καθυστέρησης των θεσμών του κρατικού μηχανισμού, καθυστερημένοι, δηλαδή, σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία. […] σ’ αυτό το σημείο, εντός του κεφαλαίου, στην καπιταλιστική πλευρά, βλέπουμε ότι υπάρχει μια πάλη μεταξύ ανεπτυγμένων κι οπισθοδρομικών τμημάτων του κεφαλαίου αναφορικά με τη φύση και το περιεχόμενο του κράτους τους. Κι αυτό αποτελεί το κρίσιμο σημείο που χρειάζεται τώρα να λύσουν. Υπάρχουν αλήθεια στιγμές στις οποίες το κεφάλαιο βρίσκει τον εαυτό να πρέπει να επιλύσει γι’ άλλη μια φορά, απ’ την αρχή, σχεδόν απ’ την απόλυτη αρχή, την προβληματική του κράτους του. Τώρα, σ’ αυτό το σημείο, διερωτώμαι: χρειάζεται η εργατική πλευρά να συνεχίσει ν’ αγνοεί αυτό το πρόβλημα εσωτερικό του κεφαλαίου και να συνεχίσει να διεξάγει το ιδιαίτερο είδος της πάλης της, ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει στο εσωτερικό της αντίπαλης πλευράς; Γιατί ν’ ανησυχούμε γι’ αυτό και να μετατοπίσουμε τον στόχο μας, γιατί ν’ αλλάξουμε τη δική μας θέση; Πάντα στοχαζόμουν μια εργατική πολιτική πάλη ως μια πάλη που είναι ευέλικτη, έτοιμη να τροποποιεί συνεχώς τις θέσεις της και να πηδάει απ’ το ένα πεδίο στο άλλο. Δεν πρέπει ποτέ, ποτέ ν’ αφεθούμε να κλειστούμε σ’ ένα πεδίο, διεξάγοντας συνεχώς αγώνες στο επίπεδο της παραγωγής -για τους μισθούς, τον εργάσιμο χρόνο, τις εργασιακές συνθήκες- τη στιγμή που το κεφάλαιο επιλύει, πρέπει να επιλύσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το πρόβλημα του κράτους του. Το ν’ αφήσουμε το πρόβλημα αυτό σ’ αυτούς επειδή αποτελεί δικό τους πρόβλημα: αυτό είναι πολιτικό σφάλμα![35]

Αναπτύσσοντας μια αναπαράσταση του πολιτικού ανταγωνισμού με σημαντικές σμιτικές αντηχήσεις, το παραπάνω παράθεμα δείχνει ξεκάθαρα ότι για τον Τρόντι η ανάγκη να εμπλακεί η εργατική τάξη στο κρατικό επίπεδο ήταν το αποτέλεσμα της μετατόπισης απ’ τη ταξική πάλη στο επίπεδο της παραγωγής στην πολιτική πάλη στο επίπεδο των θεσμών της τυπικής πολιτικής, ονομαστικά, στο κράτος. Μ’ άλλα λόγια, η εργατική τάξη χρειαζόταν να πηδήξει απ’ το πεδίο της πάλης αναφορικά με τις παραγωγικές σχέσεις στο πεδίο της παλης αναφορικά μ’ αυτό που θα μπορούσε ν’ αποκαλεστεί πολιτικές δυνάμεις. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το πρόβλημα για τον Τρόντι έγινε ότι, αν η εργατική τάξη δεν είναι «ευέλικτη», «έτοιμη να τροποποιεί συνεχώς τις θέσεις της», το καθήκον της εμπλοκής στο πολιτικό επίπεδο πρέπει ν’ αναληφθεί απ’ το πιο συνειδητοποιημένο και προετοιμασμένο της κομμάτι, το κόμμα. Ως αποτέλεσμα, η θέση του Τρόντι για την αυτονομία του πολιτικού κι η αναφορά του στην εργατική τάξη ως τον κύριο «πολιτικό» φορέα της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, τη δεκαετία του 1970 επίσης σήμαινε την «αυτονομία του πολιτικού απ’ τη ταξική οργάνωση», ή την αυτονομία του κόμματος «απ’ τη τάξη»[36]. Την περίοδο εκείνη, ένας τέτοιος ισχυρισμός επιδίωκε να είναι προκλητικός και «σκανδαλώδης»[37].

Ωστόσο, καθώς ο Τρόντι επανέλαβε αρκετές φορές κατά την παρέμβασή του, η αυτονομία του πολιτικού πρέπει

να επεκταθεί έως και τις μορφές της πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης σε σχέση με την ίδια την εργατική τάξη […] η σημασία, η συνεισφορά του αυθορμητισμού της εργατικής τάξης μειώνεται ποιοτικά ενώπιον αυτού του εγχειρήματος ενός διαφορετικού είδους κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Κι έτσι, είναι ακόμη περισσότερο αναγκαία μια περαιτέρω μεσολάβηση, μια μεσολάβηση που δεν είναι πλέον εκείνη του καπιταλιστικού πολιτικού στρώματος αλλά, γι’ άλλη μια φορά, εκείνη του εργατικού κόμματος, ακόμη κι αναφορικά με την ίδια του τη ταξική προέλευση […] Υπάρχει αυτό το μυθικοϊδεολογικό αναφερόμενο που μερικές φορές γίνεται εμπόδιο. Αντ’ αυτού, αυτό που χρειάζεται είναι μια ελευθερία κίνησης που καθιστά εφικτό να λάβουμε κάθε εφικτή πρωτοβουλία ώστε να θέσουμε ένα ορισμένο είδος καπιταλιστικής εξουσίας σε κρίση, ακόμη και χωρίς να κάνουμε πάντα τη τελετουργική αναφορά σε μια ορισμένη ταξική πραγματικότητα[38].

Για έναν συγγραφέα που τη δεκαετία του 1960 έθετε την εργασία, δηλαδή, την εργατική τάξη, ως την ανεξάρτητη μεταβλητή και τον κινητήρα της ιστορίας, ενώπιον της οποίας το κεφάλαιο «θα υποβαθμιστεί σε μια απλώς αντιδραστική [reactive] πραγματικότητα»[39], το παραπάνω παράθεμα ίσως ακούγεται παράδοξο[40]. Όμως, αν η στροφή στη θέση για την αυτονομία του πολιτικού σηματοδοτεί μια ορισμένη «πολιτικιστική-αφηρημένη» αναχώρηση απ’ την πιο «πολιτική-συγκυριακή» εστίαση των στρατευμένων παρεμβάσεων της δεκαετίας του 1960, δεν πρόκειται για τομή. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο μετέπειτα πολιτικισμός του Τρόντι πρέπει να γίνει κατανοητός στο ευρύτερο υπόβαθρο της γενικής τάσης του Τρόντι να μεταχειρίζεται την «οικονομία» και την «πολιτική», τις παραγωγικές σχέσεις/παραγωγικές δυνάμεις και τους πολιτικούς θεσμούς, ως διακριτές στιγμές της πάλης μεταξύ των τάξεων αντί ως συγκροτητικές κι αναγκαία συνυφασμένες πρακτικές.

Αλτουσέρ: η κρίση του μαρξισμού

Το πλαίσιο εντός του οποίου ο Αλτουσέρ απευθύνεται στο ζήτημα του στάτους της θεωρίας της πολιτικής και του κράτους στον Μαρξ και τον μαρξισμό είναι, από πολλές απόψεις, παρόμοιο μ’ αυτό του Τρόντι. Όπως όλα τα δυτικοευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα ύστερα απ’ την αρχή της αποσταλινικοποίησης, κι ιδίως ύστερα απ’ τα γεγονότα του 1968, τη δεκαετία του 1970 το PCF αντιμετώπισε τα διλήμματα που άνοιξε ο ευρωκομμουνισμός. Ήδη απ’ τη δεκαετία του 1960, το PCF ξεκίνησε να επανατοποθετείται στην πολιτική-εκλογική αρένα υπό τη θεώρηση ότι ο γαλλικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό θα πρέπει να πέρασε απ’ την κατάκτηση της πλειοψηφίας της εθνικής ψήφου: για να είμαστε ακριβείς, η νέα κομματική γραμμή ξεκίνησε το 1965 όταν έγιναν τα πρώτα βήματα για μια συμφωνία με τους Σοσιαλιστές με στόχο την ανατροπή του ντε Γκωλ. Μια συμφωνία Κομμουνιστών-Σοσιαλιστών τελικά έγινε το 1972 με την υπογραφή του Κοινού Προγράμματος μεταξύ του PCF, των Σοσιαλιστών και του Ριζοσπαστικού Κόμματος της Αριστεράς, και συνεπώς τον σχηματισμό του συνασπισμού «Ένωση της Αριστεράς», εντός του οποίου το PCF ήταν η κύρια δύναμη. Ωστόσο, σ’ αντίθεση με τα σχέδια του PCF, το εγχείρημα του λαϊκού μετώπου υπήρξε ιδιαίτερα ευνοϊκό για το Σοσιαλιστικό Κόμμα εις βάρος των Κομμουνιστών. Γι’ αυτόν τον λόγο, την παραμονή των γενικών εκλογών του 1978, στις οποίες φαινόταν ότι θα κέρδιζε η Ένωση της Αριστεράς, η ηγεσία του PCF αποφάσισε να μποϋκοτάρει το Κοινό Πρόγραμμα, χαρίζοντας ουσιαστικά τις εκλογές στη δεξιά. Η ήττα υπήρξε τραυματική και κατηγορίες περί αντιδημοκρατικών πρακτικών και μακιαβελικών μηχανορραφιών επισκιάσαν την ηγεσία του PCF, έχοντας ως αποτέλεσμα την ανυποχώρητη ύφεσή του. Σ’ αυτό το πλαίσιο, «[ο] Αλτουσέρ θεωρητικά ήταν υπέρ μιας συμμαχίας Κομμουνιστών-Σοσιαλιστών, μα εναντιώθηκε σφοδρά στο να πληρώσουν [οι Κομμουνιστές] το τίμημα που θεωρούσε ότι θα είχε η συμμαχία: μια ταχεία υποχώρηση απ’ τη τάξη καταλήγοντας σε μια απόρριψη εκ μέρους των Κομμουνιστών της δικτατορίας του προλεταριάτου»[41]. Ήταν ιδίως αυτή η τελευταία απόρριψη, η οποία συνέβη το 1976 στο 22ο Συνέδριο του PCF, που παρακίνησε τις αντιδράσεις του Αλτουσέρ. Αυτές πήραν την μορφή μιας λεπτομερούς μελέτης του στάτους της θεωρίας της πολιτικής και του κράτους στον Μαρξ και τον μαρξισμό, που μπορεί να βρεθεί και στα τέσσερα κείμενα που έγραψε την περίοδο 1977-1978: «Το 22ο Συνέδριο», η παρέμβαση του Αλτουσέρ που έγινε στη Σορβόννη στις 16 Δεκεμβρίου του 1976 και που εκδόθηκε υπό τον ίδιο τίτλο το 1977[42]· το «Marx in his Limits» [«Ο Μαρξ εντός των Ορίων του»], ένα αδημοσίευτο κείμενο του 1978 που εμφανίστηκε στα γαλλικά για πρώτη φορά το 1994 στο Ècrits philosophiques et politiques σε επιμέλεια του François Matheron (στ’ αγγλικά εκδόθηκε το 2006)[43]· «Επιτέλους, Ξέσπασε η Κρίση του Μαρξισμού», βασισμένο σε μια ομιλία που έδωσε ο Αλτουσέρ σ’ ένα συνέδριο στη Βενετία τον Νοέμβριο του 1977 οργανωμένο απ’ την ιταλική κομμουνιστική εφημερίδα Il Manifesto· και τέλος, «Marxism as a Finite Theory» [«Ο Μαρξισμός ως Πεπερασμένη Θεωρία»], μια παρέμβαση που εκδόθηκε στο Il Manifesto τον Απρίλιο του 1978.

Παίρνοντας μια ξεκάθαρη θέση ενάντια τόσο στον ευρωκομμουνιστικό δρόμο που ακολουθούσαν τα περισσότερα δυτικοευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα της δεκαετίας του 1970 όσο κι ενάντια στην εγκατάλειψη εκ μέρους του PCF της φόρμουλας της δικτατορίας του προλεταριάτου, ο Αλτουσέρ πρότεινε μια προσεκτική ανάλυση του κράτους υπό το καπιταλιστικό καθεστώς. Επιπλέον, ιδίως το κείμενό του «Marx in his Limits» συνιστά επίσης μια πολεμική απάντηση τόσο στη θεωρία του Φουκώ για τους πειθαρχικούς θεσμούς[44] όσο και στη θέση του Νίκου Πουλαντζά[45] και του Ετιέν Μπαλιμπάρ[46] ότι «ο πολιτικός μηχανισμός του αστικού κράτους πρέπει ν’ αποτελεί το αντικείμενο, όχι το πεδίο, της πάλης της εργατικής τάξης»[47].

Εκκινώντας με τη διακήρυξη της κρίσης του μαρξισμού και βασισμένος στην υπόθεση ότι δεν υπάρχει μια μαρξιστική θεωρία του κράτους -αδιαμφισβήτητα οι ίδιες υποθέσεις επί των οποίων ο Τρόντι βάσισε την ανάλυσή του για την «αυτονομία του πολιτικού»- ο Αλτουσέρ μολαταύτα κατέληξε σε πολύ διαφορετικά θεωρητικά και πολιτικά συμπεράσματα.

«Επιτέλους, ξέσπασε η κρίση του μαρξισμού!»

Όπως δήλωσε χωρίς περιστροφές ο Αλτουσέρ το 1977 στο συνέδριο στη Βενετία, πυροδοτώντας ένα θερμό ντιμπέιτ μεταξύ μαρξιστών διανοούμενων τόσο στην Ιταλία όσο και τη Γαλλία, ένα απ’ τα θεωρητικά κενά των έργων του Μαρξ και του Λένιν κείτεται ακριβώς στην απουσία μιας θεωρίας του κράτους.

Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: δεν υπάρχει αληθινά «μαρξιστική θεωρία» του κράτους. Όχι ότι ο Μαρξ κι ο Λένιν προσπάθησαν ν’ αποφύγουν το θέμα· βρίσκεται πάντα στην καρδιά της πολιτικής τους σκέψης. Αλλά, αυτά που βρίσκουμε στους κλασσικούς συγγραφείς έχουν κυρίως την μορφή ενός καθορισμού της σχέσης ανάμεσα στην πάλη των τάξεων και τη ταξική κυριαρχία (αποφασιστικές ενδείξεις που όμως δεν αναλύονται)· υπάρχει μόνο μια συνεχής προειδοποίηση ν’ αποφύγουμε όλες τις αστικές αντιλήψεις του κράτους[48].

Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, τα ερωτήματα του πως το κράτος διασφαλίζει τη ταξική κυριαρχία και πως λειτουργεί συγκεκριμένα ο μηχανισμός αποτελούν ζητήματα που παραμένουν αναπάντητα στην μείζονα μαρξιστική βιβλιογραφία. Ως αποτέλεσμα, αντί να μιλήσει «απερίσκεπτα» για μια «μαρξιστική θεωρία του κράτους», ο Αλτουσέρ πρότεινε ν’ αναγνωρίσουμε ότι το μόνο που μας αφήσαν είναι τα «στοιχεία μιας θεωρία του κράτους»[49].

Το πρόβλημα της σχέσης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων και του κράτους, και το συγκεκριμένο ζήτημα των ενδείξεων του Μαρξ επ’ αυτού, όπως έχουμε σημειώσει, βρίσκονταν στο επίκεντρο μιας ζωηρής διεθνούς αντιπαράθεσης. Έτσι, το 1977, ο Αλτουσέρ μπήκε σ’ ένα ντιμπέιτ που είχε μια σχετικά σύντομη αλλά καλά αρθρωμένη ιστορία. Σ’ αυτό το σενάριο, η αμήχανη παραδοχή της απουσίας μιας μαρξιστικής θεωρίας της πολιτικής και του κράτους πρέπει να φαίνονταν στον Αλτουσέρ ως ένα είδους τετελεσμένου γεγονότος. Ωστόσο, το καλωσόρισε ως μια απελευθέρωση, σχολιάζοντας το 1977 στο συνέδριο στη Βενετία: «επιτέλους, ξέσπασε η κρίση του μαρξισμού· έχει γίνει πλέον ορατή κι αρχίζουμε να διακρίνουμε καθαρά τα στοιχεία της· επιτέλους κάτι ζωτικό και ζωντανό μπορεί ν’ απελευθερωθεί απ’ αυτή την κρίση και μέσα σ’ αυτήν»[50]. Με μια οιονεί φροϋδική διάθεση, ο Αλτουσέρ θεώρησε την αναγνώριση της κρίσης του μαρξισμού και της απουσίας μιας θεωρίας του κράτους ως την ευεργητική ανάδυση ενός απωθημένου στοιχείου το οποίο θα μπορούσε ν’ ανοίξει μια διαδικασία αυθεντικής πολιτικής-θεωρητικής ανάλυσης.

Το γεγονός ότι ο μαρξισμός προσφέρει μόνο «στοιχεία μιας θεωρίας του κράτους» κι όχι μια ολοκληρωμένη και συστηματική θεωρία δεν σήμαινε για τον Αλτουσέρ ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις επ’ αυτής στον μαρξισμό, επειδή «μολονότι αυτά δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από τα στοιχεία μιας θεωρίας, τουλάχιστον είχαν μια καίρια πολιτική σημασία»[51]. Τα ίδια τα όρια του συλλογισμού του Μαρξ και του Λένιν για το κράτος έπρεπε στην πραγματικότητα να θεωρηθούν ως σημάδια της ανοικτότητας και του μη-ντετερμινιστικού χαρακτήρα της σκέψης τους. Ο Αλτουσέρ πρότεινε αυτή τη συλλογιστική γραμμή σ’ ένα άρθρο που εμφανίστηκε στο Il Manifesto στις 4 Απριλίου του 1978 όπου όρισε τον μαρξισμό ως μια «πεπερασμένη» θεωρία. Είναι πεπερασμένη επειδή είναι ενσωματωμένη στην εποχή που έγραφε ο Μαρξ· συνεπώς, είναι μια θεωρία η οποία, χωρίς να επιβάλλει καμία αιώνια αλήθεια για τις ιστορικές εξελίξεις, μπορεί μολαταύτα να προβάλλει στο μέλλον την ανακάλυψη της τάσης εγγεγραμμένης στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Συνεπώς, η περατότητα της μαρξιστικής θεωρίας δεν σημαίνει ότι η θεωρία είναι «κλειστή»· αντ’ αυτού, ακριβώς επειδή είναι πεπερασμένη, σημαίνει ότι είναι «ανοικτή στις αντιφατικές τάσεις που ανακαλύπτει στην καπιταλιστική κοινωνία κι είναι ανοικτή στο συμπτωματικό τους γίγνεσθαι, ανοικτή στις απρόβλεπτες “εκπλήξεις” που δεν έχουν παύσει να χαρακτηρίζουν την ιστορία του εργατικού κινήματος· είναι ανοικτή, οπότε, προσεκτική κι ικανή να λάβει σοβαρά και να μετρήσει στον χρόνο την ανεπανόρθωτη φαντασίωση της ιστορίας»[52].

Για τον Αλτουσέρ, η διάγνωση μιας δυσλειτουργίας, όπως ήταν, εντός του σώματος της μαρξιστικής σκέψης δεν ανερχόταν στη διακήρυξη ότι ήταν ετοιμοθάνατη ή σε μια προσπάθεια διασφάλισης της ορθής της λειτουργίας εισάγοντας αλλότριες έννοιες – το τελευταίο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ήταν το μονοπάτι που ακολούθησε ο Τρόντι. Αντ’ αυτού, ο Αλτουσέρ χρησιμοποιεί την ευκαιρία της ανάδυσης της κρίσης του μαρξισμού ως έναν τρόπο να συλλογιστούμε σε βάθος εκείνα τα στοιχεία μιας θεωρίας του κράτους που μας άφησαν ο Μαρξ κι ο Λένιν.

Η ασυνέχεια μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού, ή ο κόμβος της αναπαραγωγής

Ιδίως στο «Marx in his Limits», ο Αλτουσέρ αποπειράθηκε να βρει το κλειδί για την κατανόηση πάνω απ’ όλα των «μηχανικών» μεταφορών του κράτους, μεταφορές στις οποίες ο Μαρξ, κι ιδίως ο Λένιν, επιμέναν εις μάκρον: τι σημαίνει όταν λέμε ότι το κράτος είναι ένας μηχανισμός, μια «ειδική» μηχανή; Υπό ποια έννοια το κράτος είναι ένα όργανο και γιατί είναι διαχωρισμένο απ’ την «κοινωνία των πολιτών»; Στην προσπάθεια να βρει μια απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα, ο Αλτουσέρ εστίασε κυρίως σε δύο κείμενα: τη διάλεξη του Λένιν για το κράτος το 1919 στο πανεπιστήμιο Σβερντλόφ [Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, «Για το Κράτος: Διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Σβερντλόφ, 11 του Ιούλη 1919» στο Λένιν, Άπαντα, τόμος 39, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1982] και στο κεφάλαιο «Γένεση της Κεφαλαιοκρατικής Γαιοπροσόδου» στο τέλος του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ.

Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, αποκαλώντας επανειλημμένως το κράτος έναν «ειδικό μηχανισμό», μια μηχανή, στη διάλεξη στο Σβερντλόφ, ο Λένιν δεν υπαινισσόταν απλώς τη συνθετότητα της δομής του κράτους, μα μοχθούσε ν’ αναλογιστεί την ακριβή του λειτουργία. Όπως το θέτει ο Αλτουσέρ:

Το κράτος είναι μια μηχανή με την πλήρη, ακριβή έννοια του όρου, όπως εδραιώθηκε τον 19ο αιώνα ύστερα απ’ την ανακάλυψη της ατμομηχανής, της ηλεκτρομαγνητικής μηχανής, κλπ: δηλαδή, με την έννοια μιας συσκευής φτιαγμένης απ’ τον άνθρωπο, αποτελούμενη από έναν κινητήρα που κινείται από μια ενέργεια 1, συν ένα σύστημα μετάδοσης, με σκοπό του συνόλου της να είναι ο μετασχηματισμός ενός συγκεκριμένου είδους ενέργειας (Α) σ’ ένα άλλο συγκεκριμένο είδος ενέργειας (Β)[53].

Όμως, αν το κράτος είναι μια μηχανή με την «πλήρη» έννοια του όρου, ποια είναι η ενέργεια που μετασχηματίζει, και ποιο είναι το τελικό αποτέλεσμα, ονομαστικά, ποιο είναι το είδος της ενέργειας που παράγει στο τέλος της διαδικασίας; Για τον Αλτουσέρ, η ενέργεια που μετασχηματίζεται είναι εκείνη της ισχύος ή βίας της ταξικής πάλης, και το τελικό αποτέλεσμα είναι εξουσία με την μορφή των νόμων και του δικαίου.

[Τ]αξική πάλη, όπου μια τάξη είναι ισχυρή και βίαιη μόνο επειδή είναι η κυρίαρχη τάξη, με άλλα λόγια, ασκεί την ισχύ και τη βία της επί μιας άλλης τάξης (η οποία αποτελεί επίσης μια δύναμη) την οποία πρέπει, σε μια ατέρμονη πάλη, να την κρατήσει υπό έλεγχο αν είναι να διατηρήσει το πάνω χέρι εναντίον της. Το σχετικά σταθερό αποτέλεσμα (που η σταθερότητά του αναπαράγεται απ’ το κράτος) αυτής της σύγκρουσης δυνάμεων (η ισορροπία δυνάμεων αποτελεί μια έννοια λογιστού, επειδή είναι στατική) είναι ότι αυτό που μετράει είναι το δυναμικό πλεόνασμα ισχύος που συντηρείται απ’ την κυρίαρχη τάξη στη ταξική πάλη. Είναι αυτό το πλεόνασμα συγκρουσιακής ισχύος, πραγματικό ή δυνητικό, που συνιστά την ενέργεια Α, η οποία μετέπειτα μετασχηματίζεται σε εξουσία απ’ το κράτος-μηχανή: μετασχηματίζεται σε δίκαιο, νόμους και νόρμες[54].

Μολονότι η ισχύς κι η βία, ονομαστικά η σύγκρουση μεταξύ των τάξεων, συνιστά την ουσιαστική ενέργεια επί της οποία βασίζεται το κράτος και την οποία μετασχηματίζει, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους λειτουργούν μέσω της άρνησης της ταξικής πάλης. Η ιδέα ότι το μονοπώλιο της βίας που έχει το κράτος αποτελεί ένα αναγκαίο μέτρο ώστε να διατηρήσει μια «ουδέτερη» θέση, πάνω απ’ τη ταξική πάλη και τα ταξικά συμφέροντα, αποτελεί το κύριο ιδεολογικό όργανο που παράγεται απ’ τους μηχανισμούς του. Ο διαχωρισμός του κράτους απ’ την κοινωνία των πολιτών, στην ανάγνωση του Αλτουσέρ, πρέπει να γίνει κατανοητός με τους όρους του «διαχωρισμού απ’ τη ταξική πάλη». Μόνο αν το κράτος είναι διαχωρισμένο απ’ τη ταξική πάλη μπορεί να λειτουργήσει ως «ένας μηχανισμός ικανός να λάβει μέτρα ενάντια στη βούληση ενός τμήματος ή ακόμη και μιας πλειοψηφίας της αστικής τάξης ώστε να υπερασπιστεί τα “γενικά συμφέροντα” της αστικής τάξης ως της κυρίαρχης τάξης. Κι αυτός είναι ο λόγος που το κράτος πρέπει να είναι διαχωρισμένο»[55]. Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός του κράτους απ’ τη ταξική πάλη εξυπηρετεί τον στόχο του να παρεμβαίνει καλύτερα στη ταξική πάλη. Περαιτέρω, πλαισιώνοντας το ζήτημα του διαχωρισμού του κράτους κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι εφικτό να συλλάβουμε κατά ποία έννοια το κράτος αποτελεί ένα όργανο. Όπως το θέτει ο Αλτουσέρ,

το κράτος είναι διαχωρισμένο απ’ τη ταξική πάλη, καθώς γι’ αυτό είναι φτιαγμένο, και γι’ αυτό αποτελεί ένα όργανο […] το κράτος χρειάζεται αυτόν τον «διαχωρισμό» ώστε να μπορεί να παρεμβαίνει στη ταξική πάλη «σ’ όλα τα μέτωπα» – όχι μόνο να παρεμβαίνει στην πάλη της εργατικής τάξης ώστε να συντηρήσει το σύστημα εκμετάλλευσης και γενικής καταπίεσης των εκμεταλλευόμενων τάξεων απ’ την αστική τάξη, μα επίσης να παρεμβαίνει, αν εμφανιστεί η ανάγκη, στη ταξική πάλη στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης, με την πρόθεση να υπερβεί τις διαιρέσεις της, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο αυτή τη τάξη αν η πάλη της εργατικής τάξης και των μαζών είναι ισχυρή[56].

Ο τρόπος με τον οποίο το κράτος είναι αποτελεσματικό στην εγγύηση των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων ακόμη κι αντιτιθέμενο στη δική τους πάλη -συνεπώς, σώζωντάς τες απ’ τους εαυτούς τους, ας πούμε- μπορεί να βρεθεί σ’ αυτές τις «σχέσεις ενός πολύ ιδιαίτερου είδους που επιβάλλονται από τα πάνω απ’ το σύστημα που επικρατεί μεταξύ των ιεραρχικά ανωτέρων και των υφισταμένων τους. Η αρχή που κυβερνά αυτές τις σχέσεις είναι εκείνη ενός ιεραρχικού συγκεντρωτισμού που έχει φτάσει στο μέγιστο εφικτό βαθμό»[57]. Οι σημαντικοί και συγκεκριμένοι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται μέσω ιεραρχίας και πειθαρχείας εντός του κράτους ήταν, για τον Αλτουσέρ, «”περιοχές” που ο Μαρξ κι ο Λένιν αφήσαν ανεξερεύνητες», μολονότι είχαν «ήδη γίνει αρκετά ρητά αντιληπτοί από ορισμένους κοινωνιολόγους και, παλιότερα, απ’ τον Μαξ Βέμπερ»[58]. Ωστόσο, για τον Αλτουσέρ ήταν το σύνολο της κρατικής ιδεολογικής κι υλικής υποδομής, εδραιωμένη μέσω του καταμερισμού της εργασίας και την εσωτερίκευση της αστικής-αυταρχικής πειθαρχείας -ιδίως απ’ τις εργατικές τάξεις τα μέλη των οποίων υπηρετούν στις ειδικές δυνάμεις- που προέτρεψαν τον Λένιν να πει ότι το κράτος είναι ένας «ειδικός μηχανισμός», μια «ειδική μηχανή». Στην πραγματικότητα, η «ιδιαιτερότητα» του κράτους κείτεται «τόσο στον μηχανισμό των ιεραρχικών σχέσεων που κυβερνούν τους δημόσιους υπαλλήλους ή τους κρατικούς υπαλλήλους όσο και στην αναπόφευκτη παρουσία μιας δημόσιας, ένοπλης φυσικής βίας που έχει τη θέση της στην καρδιά του κράτους και γίνεται αισθητή σ’ όλες τις κρατικές δραστηριότητες»[59].

Αναλύοντας γιατί το κράτος αποτελεί μια ειδική μηχανή, ένα όργανο στα χέρια των κυρίαρχων τάξεων για τη διασφάλισης της εκμετάλλευσης, ο Αλτουσέρ προσπαθούσε να προχωρήσει περαιτέρω την ανάλυση που είχε ξεκινήσει προηγουμένως στο σημαντικό του κείμενο «Ιδεολογία κι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους»[60]. Χρειάζεται να σημειώσουμε μια σειρά από σημαντικές εξελίξεις μεταξύ του πρότερου κειμένου του Αλτουσέρ και της θέσης του στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πρώτον, ενώ η εστίαση στο «Marx in his Limits» βρίσκεται στην μεταφορά του κράτους ως «μηχανή» [«machine»] ώστε να προσφέρει μια περισσότερο δυναμική κατανόησή του, στο κείμενο του 1969 [«Ιδεολογία κι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους»] ο Αλτουσέρ χρησιμοποιούσε σχεδόν αποκλειστικά τον όρο «μηχανισμός» [«apparatus»]. Ο όρος μηχανισμός κατανοούνταν περισσότερο στατικά ως μια σύνθετη δομή, ή σύστημα, θεμελιωδώς αποτελούμενο από δύο σώματα: «το σώμα των θεσμών που αντιπροσωπεύουν τον Κατασταλτικό Μηχανισμό του Κράτους από την μία, και το σώμα των θεσμών που αντιπροσωπεύουν το σύνολο των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους απ’ την άλλη»[61]. Κατά δεύτερον, ενώ στο πρότερο κείμενο ο Κατασταλτικός Μηχανισμός του Κράτους είχε ένα «δημόσιο στάτους» ενώ οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους είχαν ένα ιδιωτικό στάτους, αυτή η οπτική φαίνεται να εγκαταλείπεται στα κείμενα της δεκαετίας του 1970. Τέλος, ενώ η βία προηγουμένως αντιμετωπίζονταν ως θεμελιωδώς το εργαλείο του (κατασταλτικού) μηχανισμού του κράτους κι η ιδεολογία αποτελούσε το προτιμητέο εργαλείο των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους, ο ύστερος Αλτουσέρ αναφέρεται στη βία ως το συγκροτητικό στοιχείο του κράτους κι ως την ενέργεια επί της οποίας βασίζεται το κράτος και που η κρατική μηχανή την μετασχηματίζει για να παράγει το ιδεολογικό εποικοδόμημα του δικαίου. Συνεπώς, η βία αποτελεί τον όρο για την εφικτότητα της ιδεολογίας· την ίδια στιγμή, η σημαντικότερη εκ των κρατικών ιδεολογιών είναι η άρνηση της βίας, ονομαστικά, της ταξικής πάλης, κι η αξίωση της ουδετερότητας ενώπιον των ταξικών συμφερόντων.

Η θέση του Αλτουσέρ τη δεκαετία του 1970 φαίνεται συνεπώς να παρουσιάζει μια περισσότερο σύνθετη κατανόηση του κράτους στην οποία μερικές απ’ τις προηγούμενες δυαδικές αντιθέσεις -«δήμοσιο» εναντίον «ιδιωτικού», «βία» εναντίον «ιδεολογίας»- φαίνεται να ξεθωριάζουν προς μια περισσότερο εκλεπτυσμένη ανάλυση. Συγκεκριμένα, στο «Marx in his Limits», ο Αλτουσέρ καταπιάνεται με το να συνδέσει περισσότερο στέρεα την ανάλυσή του αναφορικά με τους κρατικούς μηχανισμούς ως τους τόπους στους οποίους οι ιδεολογίες έχουν την υλική τους ύπαρξη με μια συγκεκριμένη κατανόηση του κράτους-μηχανή και της σχέσης του με τη σφαίρα της παραγωγής. Σ’ αυτή την προσπάθειά του να συλλάβει το πως η ιδεολογία είναι ριζωμένη στο κράτος και ποιον ρόλο παίζει συγκεκριμένα η κρατική ιδεολογία στη συντήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ο Αλτουσέρ στόχευε να εμβαθύνει την κατανόηση του ζητήματος της αναπαραγωγής. Η αποτυχημένη εξήγηση της κρατικής λειτουργίας της αναπαραγωγής υπήρξε για τον Αλτουσέρ «ένα απ’ τα “απόλυτα όρια” με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη η “μαρξιστική θεωρία του κράτους” προτού βρεθεί σε απόλυτη στάση»[62]. Όταν ο Μαρξ αναλύει το κράτος, ακόμη και σ’ ένα ώριμο κείμενο όπως το κεφάλαιο «Γένεση της Κεφαλαιοκρατικής Γαιοπροσόδου» στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, συνεχίζει να μιλάει -σύμφωνα με τον Αλτουσέρ- τη γλώσσα της παραγωγής. Σ’ αυτή τη γλώσσα,

το μυστικό του κράτους, «η κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής συγκρότησης», πρέπει ν’ αναζητηθεί στην «άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς», συνεπώς στην παραγωγική ή εκμεταλλευτική σχέση. Επιμένει: το κράτος αποτελεί την πολιτική μορφή που λαμβάνει κάθε μορφή εξάρτησης και κυριαρχίας, κι η ίδια αποτελεί απλώς μια εκδήλωση της παραγωγικής σχέσης. Επιμένει: το «μυστικό» κρύβεται κάτω από την κοινωνία κι εντός της[63].

Ωστόσο, ο Αλτουσέρ πίστευε ότι ήταν μόνο «ακολουθώντας το μονοπάτι της αναπαραγωγής» που η σκέψη του Μαρξ και του Λένιν για το κράτος μπορούσε να τραβηχτεί εκτός των «απόλυτων ορίων» της[64]. Η ανάλυση αναφορικά με την αναπαραγωγή των κοινωνικών κι υλικών όρων της παραγωγής για τον Αλτουσέρ δεν αποτελούσε απλώς το μέσο για την αποφυγή ενός ορισμένου «οικονομισμού» στην ανάλυση του Μαρξ για το κράτος ή για την εμβάθυνση της κατανόησης του συγκεκριμένου ρόλου των ιδεολογιών των κρατικών μηχανισμών. Ήταν επίσης καίρια για την αποφυγή της παγίδας μιας «περιγραφικής αντίληψης του κράτους που αρκείται στο να επιβεβαιώσει ότι το κράτος είναι “διαχωρισμένο” και “πάνω από τις τάξεις”»[65], μια αντίληψη που κινδυνεύει να εκπέσει στην αστική θεωρία του κράτους «ως τον αντικειμενικό διαιτητή της ταξικής σύγκρουσης»[66].

Σ’ αυτό το σημείο, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ενώ η αναγνώριση του ειδικού στάτους του κράτους και της ασυνεχούς σχέσης του με το «οικονομικό επίπεδο» παρακίνησε τον Τρόντι να διακηρύξει την αυτονομία του και, ως συνέπεια αυτού, την «αυτονομία του πολιτικού» ως τη ρίζα της αποκρυπτογράφισης του «πολιτικού κύκλου του κεφαλαίου», ο Αλτουσέρ τοποθετήθηκε πριν μιας τέτοιας ασυνέχειας φέρνοντας στο προσκήνιο το πρόβλημα της αναπαραγωγής. Αν το κράτος είναι «διαχωρισμένο» και «πάνω απ’ τις τάξεις», αν το κράτος αποτελεί μια «ειδική μηχανή» φτιαγμένη από τελείως διαφορετικό μέταλλο, είναι έτσι μόνο «ώστε να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των όρων της κυριαρχίας της κυρίαρχης τάξης. Αυτή η αναπαραγωγή δεν συνίσταται αποκλειστικά στην αναπαραγωγή των όρων των “κοινωνικών σχέσεων” και, τελικά, της “παραγωγικής σχέσης”· περιλαμβάνει επίσης την αναπαραγωγή των υλικών όρων των παραγωγικών κι εκμεταλλευτικών σχέσεων»[67].

Συνεπώς, μολονότι εκκινεί από παρόμοιες υποθέσεις, το συμπέρασμα του Αλτουσέρ διαφέρει σημαντικά απ’ αυτό του Τρόντι. Όχι μόνο το κράτος, η πολιτική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, πρέπει να κατανοηθεί στις αναπαραγωγικές του λειτουργίες· ο Αλτουσέρ επίσης αντιτάχθηκε σθεναρά σε κάθε θέση που ενστερνιζόταν την αυτονομία της πολιτικής, ή του πολιτικού, μια θέση που θεωρούσε ως «αποκλίνουσα»[68]. Όπως το έθεσε:

Όταν ο Μαρξ κι ο Λένιν περιέγραψαν το κράτος ως μια «μηχανή», ήθελαν να πουν ότι λειτουργεί από μόνο του, όπως κάνουν μερικές μηχανές (για παράδειγμα, η ατμομηχανή); Όμως, όπως γνώριζε οποιοσδήποτε έζησε την εποχή της ατμομηχανής και των νόμων του Φουριέ και του Καρνό, καμία μηχανή δεν λειτουργεί από μόνη της. Οποιοσδήποτε είπε κάτι τέτοιο χρησιμοποίησε μια μεταφορά για να επιμείνει στην «αυτόνομη» ή «αυτοκίνητη» φύση του κράτους. Ωστόσο, γνωρίζουμε αρκετά για το κράτος ώστε να μπορούμε να πούμε ότι ο διαχωρισμός του κράτους δεν έχει τίποτα να κάνει με αυτονομία. Ο Μαρξ κι ο Λένιν δεν μιλήσαν ποτέ τους για την αυτονομία του κράτους[69].

Πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, πρωτοκαθεδρία των μαζών

Χρειάζεται να σημειώσουμε ένα τελευταίο στοιχείο της διαφοράς μεταξύ του Αλτουσέρ και του Τρόντι. Τα κείμενα του Αλτουσέρ που αναλύσαμε στο παρόν κείμενο πρέπει επίσης ν’ αναγνωστούν εντός του πλαισίου της φάσης της αυτοκριτικής που είχε ξεκινήσει ο Αλτουσέρ στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σ’ αυτή τη φάση, ο Αλτουσέρ υπέβαλλε το έργο του της δεκαετίας του 1960 σε αυστηρή κριτική. Ξεκινώντας με τη διάσημη απάντησή του στον Βρετανό κομμουνιστή φιλόσοφο Τζων Λιούις, στις αρχές του 1970 ο Αλτουσέρ αποπειράθηκε ν’ αναθεωρήσει μερικές απ’ τις θέσεις που εξέφρασε στο Για τον Μαρξ και το Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του για το επιστημολογικό ρήγμα του Μαρξ το 1845 και την ιδέα για τη φιλοσοφία ως «θεωρία της θεωρητικής πράξης»[70]. Το αποτέλεσμα αυτού του ανήσυχου αναστοχασμού ήρθε με την μορφή του ενστερνισμού μιας φαινομενικά αντιθεωρητίστικης στάσης και την ανακήρυξη της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής επί της φιλοσοφίας, την πρωτοκαθεδρία της πράξης επί της θεωρίας και την πρωτοκαθεδρία της ταξικής πάλης[71]. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ιδέα της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής ή της πρωτοκαθεδρίας της ταξικής πάλης στόχευε πάνω απ’ όλα να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία των μαζών επί των πολιτικών μηχανισμών των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων γενικά κι επί των γραφειοκρατικών και από τα πάνω προς τα κάτω πρακτικών του PCF ειδικά. Όπως ισχυρίζεται ο Lahtinen, οι ιδέες αυτές μεταφράστηκαν με την μορφή μιας «νέας φιλοσοφικής-ιδεολογικής παρέμβασης ενάντια στην ηγεσία του PCF» ιδίως ύστερα απ’ την ήττα στις γαλλικές κοινοβουλευτικές εκλογές τον Μάρτιο του 1978. Σε μια σειρά άρθρων που εκδόθηκαν εκείνη τη χρονιά στη Le Monde, ο Αλτουσέρ «επέκρινε αυστηρά την ηγεσία του κόμματος επειδή “έχτιζε οχυρώσεις” μεταξύ του κόμματος και των μαζών»[72]. Η θεωρία που πρέπει να ενστερνιστούν οι κομμουνιστές είναι «μια θεωρία η οποία δεν θα αποφύγει τις μαζικές πρωτοβουλίες και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, αλλά η οποία, αντιθέτως, θα τις αποδεχτεί ανοικτά και θα γονιμοποιηθεί και τραφεί απ’ αυτές»[73]. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η «πρωτοκαθεδρία της ταξικής πάλης» -όπως ισχυρίζεται περαιτέρω ο Lahtinen- «σήμαινε επίσης ότι η σύνδεση με τις μάζες υπήρξε ο όρος ζωής για την μαρξιστική θεωρία»[74].

Όπως έγραψε ο Αλτουσέρ στο «22ο Συνέδριο», σε κάτι που μπορεί να ερμηνευτεί ως μια παθιασμένη έκκληση στο κόμμα να επιστρέψει στην μαζική πολιτική,

Κάτι μπορεί να ωριμάσει στην ένωση του λαού της Γαλλίας, κάτι που έχει καταστραφεί απ’ τις σταλινικές πρακτικές, που βρίσκεται εντούτοις στην καρδιά της μαρξιστικής-λενινιστικής παράδοσης: κάτι που αφορά τη σχέση του κόμματος με τις μάζες: να δωθεί δηλαδή ο λόγος στις μάζες που κάνουν την ιστορία, να τεθούμε όχι μόνο στην «υπηρεσία των μαζών» (σύνθημα που μπορεί να γίνει κι αντιδραστικό), αλλά επίσης να αφουγκραζόμαστε τα μηνύματα των μαζών, να μελετάμε και να καταλαβαίνουμε τις προσδοκίες και τις αντιφάσεις τους, τις προσδοκίες τους μέσα στις αντιφάσεις τους, να μάθουμε να δίνουμε προσοχή στη φαντασία και την εφευρετικότητα των μαζών[75].

Συνεπώς, σ’ αντίθεση με τον Τρόντι, η έμφαση του Αλτουσέρ στον διακεκριμένο ρόλο της πολιτικής στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στόχευε να επιβεβαιώσει τον πρωτεύοντα ρόλο των μαζών.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις: η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής εναντίον της πρωτοκαθεδρίας των πολιτικών δυνάμεων

Γραμμένα εν μέσω του δραστήριου σημείου καμπής της δεκαετίας του 1970, τα κείμενα του Αλτουσέρ και του Τρόντι που εξετάσαμε εδώ μπορούν να θεωρηθούν ως να προσφέρουν εναλλακτικά μοντέλα για τον στοχασμό του κράτους και του πολιτικού.

Εκκινώντας από παρόμοιες υποθέσεις, ονομαστικά την κρίση του μαρξισμού κι ιδίως την απουσία μιας μαρξιστικής θεωρίας της πολιτικής, ο Τρόντι κι ο Αλτουσέρ επιδιώξαν να γεμίσουν αυτό το κενό επανεξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της πολιτικής και των οικονομικών υπό το φως του ρόλου του κράτους. Ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι, τόσο ο Τρόντι όσο κι ο Αλτουσέρ κατέληξαν να ταυτοποιήσουν την ιδιαιτερότητα του κράτους στον διαχωρισμό του απ’ την «κοινωνία των πολιτών», έναν διαχωρισμό που πρέπει να διαβαστεί με όρους ασυνέχειας μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής στιγμής. Όμως, εδώ σταματούν οι ομοιότητες μεταξύ των δύο θέσων. Ενώ ο Τρόντι αναγνώσκει τον διαχωρισμό του κράτους απ’ την κοινωνία και την ασυνέχεια μεταξύ αυτού που είδε στην ιταλική περίπτωση ως ένα εκσυγχρονισμένο οικονομικό σύστημα κι ένα οπισθοδρομικό πολιτικό μηχανισμό ως μια συμπτωματική της αυτονομίας του πολιτικού, ο Αλτουσέρ ερμηνεύει το κράτος ως διαχωρισμένο απ’ τη ταξική πάλη ώστε να μπορεί να παρέμβει καλύτερη σ’ αυτή, κι αναλύει την ασυνέχεια μεταξύ της κρατικής πολιτικής και της σφαίρας των οικονομικών σχέσεων με τους όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ωστόσο, οι διαφορετικές τους αναγνώσεις του μακροχρόνιου μαρξιστικού ερωτήματος αναφορικά με τη σχέση μεταξύ της πολιτικής και των οικονομικών δεν αναπαριστούσε καθόλου μια θεωριτιστική ή καθαρά ακαδημαϊκή διαμάχη. Αφενός, η θέση του Τρόντι για την αυτονομία του πολιτικού είχε ως αποτέλεσμα την επιβεβαίωση του πεδίου της κρατικής μεσολάβησης ως το μόνο πιθανό επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης και σε στήριξη του ιστορικού συμβιβασμού. Αφετέρου, ο Τρόντι συνέλαβε την αυτονομία του πολιτικού ως ανεξαρτησία του κόμματος απ’ την ίδια τη τάξη. Σ’ αντίθεση με την ίδια του την προειδοποίηση στις αρχές της δεκαετίας του 1960 -«[π]οτέ μην ξεκινήσετε να οικοδομείτε οπτικές ενώ διατηρείτε απόσταση απ’ τις μάζες»[76]- η στροφή στην «αυτονομία του πολιτικού» τη δεκαετία του 1970 σήμαινε επίσης την «αυτονομία του πολιτικού απ’ τη ταξική οργάνωση», ή την αυτονομία του κόμματος «απ’ τη τάξη»[77]. Υπ’ αυτό το φως, η θέση για την αυτονομία του πολιτικού μπορεί να θεωρηθεί ως μια υποστασιοποίηση του «πολιτικισμού», κατανοημένου ως την κατοπτρική εικόνα του «οικονομισμού». Μολονότι μια θέση υπεροχής στις πολιτικές δυνάμεις (το κόμμα, το κράτος, πολιτικές δεξιότητες) ως την οργανωτική αρχή της οικονομίας και της κοινωνίας (αντί στις παραγωγικές δυνάμεις, όπως στην περίπτωση του «οικονομισμού»), ο πολιτικισμός λειτουργεί μέσω του ίδιου ντετερμινιστικού νηολογίου. Με άλλα λόγια, η αυτονομία του πολιτικού ως η ιδέα της αυτοκαθοριζόμενης λειτουργίας του κράτους, ή η πολιτική στιγμή ως ανεξάρτητη μεταβλητή, μπορεί να διαβαστεί ως μια ενστέρνιση αυτού που προτείνω ν’ αποκαλέσουμε ως μια έννοια της πρωτοκαθεδρίας των πολιτικών δυνάμεων.

Όσο για τον Αλτουσέρ, η ανάλυσή του για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων ως ν’ αναπαριστά τον κύριο ρόλο του κράτους τον οδήγησε ν’ αποκλείσει εξ αρχής οποιεσδήποτε σκέψεις για την αυτονομία του κράτους. Για τον Αλτουσέρ, το κράτος μπορούσε να είναι μόνο ένα ταξικό κράτος, ένας ταξικός μηχανισμός: ακόμη και σε περιστάσεις όπου φαινόταν να δρα ανεξάρτητα απ’ τα συμφέροντα της αστικής τάξης, στην πραγματικότητα το κράτος διαφύλαττε αυτά τα ίδια συμφέροντα απ’ τους κινδύνους των διαφωνιών στο εσωτερικό της αστικής τάξης. Σ’ αυτή τη βάση, ο Αλτουσέρ θεώρησε ως καθαρή αυταπάτη τις θέσεις εκείνες που ισχυρίζονταν ότι το κράτος μπορούσε να διατρεχτεί απ’ τη ταξική πάλη ή ότι μπορούσε να εκδημοκρατιστεί. Περαιτέρω, είδε ως ιδιαίτερα επικίνδυνη την εγκατάλλειψη απ’ το PCF της φόρμουλας της δικτατορίας του προλεταριάτου, θεωρώντας ότι έτσι το PCF παραδίνεται στη φαντασία του κράτους ως μια ταξικά ουδέτερης, ή ουδετεροποιήσιμης, μηχανής. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η έμφαση του Αλτουσέρ στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, ή της ταξικής πάλης, η οποία σηματοδότησε αυτό που θεώρησε την αναχώρησή του απ’ τη «θεωρητίστικη» φάση του της δεκαετίας του 1960, πρέπει να ιδωθεί σε συνέχεια, κι όχι σ’ αντίθεση, με την κριτική του οικονομισμού και την επιβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων επί των παραγωγικών δυνάμεων που ήδη υποστήριζε απ’ τη δεκαετία του 1960[78]. Όπως ισχυρίζεται ο Αλτουσέρ στο «Marx in his Limits», «η πρωτοκαθεδρία των παραγωγικών σχέσεων σημαίνει μόνο ένα πράγμα: επιφέρει το συμπέρασμα ότι η εκμετάλλευση είναι ταξική πάλη και ότι, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τα τεχνικά και τεχνολογικά ζητήματα είναι ζητήματα που συνιστούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ταξικής πάλης κι είναι υφιστάμενα αυτής»[79]. Ενάντια στον οικονομικό αναγωγισμό και τη φιλοσοφική υποστασιοποίηση, η έμφαση του Αλτουσέρ στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής ως την πρωτοκαθεδρία της ταξικής πάλης αναπαριστούσε την απόπειρά του να υπερβεί τη διαίρεση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής στιγμής.

Εν τέλει, το σημείο απόκλισης των δρόμων των δύο στοχαστών δεν πρέπει να θεωρηθεί ως απλώς το τυχαίο αποτέλεσμα διαφορετικών ιστοριών κι εθνικών/πολιτικών τροχιών. Αντ’ αυτού, έχει τη ρίζα του στις πολύ διαφορετικές θεωρητικές υποθέσεις μέσω των οποίων ο Τρόντι κι ο Αλτουσέρ προσπαθήσαν ν’ αντιμετωπίσουν το γενικό ερώτημα της σχέσης μεταξύ της πολιτικής και των οικονομικών, και συνεπώς της πολύ διαφορετικής φύσης της κατανόησης καθενός εκ των δύο για τον μαρξισμό ως μια θεωρία του κράτους.

Σημειώσεις:
1. Νορμπέρτο Μπόμπιο, «Esiste una teoria marxista dello stato?», Mondo Operaio, 1975.
2. Για παράδειγμα, εκείνα τα χρόνια Ιταλοί κομμουνιστές διανοούμενοι όπως ο Τσεζάρε Λουπορίνι ενεπλάκησαν με τον Ετιέν Μπαλιμπάρ και τον Αντρέ Τοζέλ σ’ ένα ντιμπέιτ αναφορικά με τη θέση που κατείχε η πολιτική κι η κριτική της στο έργο του Μαρξ (βλέπε Μπαλιμπάρ, Λουπορίνι & Τοζέλ, Η Κριτική της Πολιτικής στον Μαρξ, εκδόσεις Πολύτυπο, 1985). Θα πρέπει επίσης να θυμηθούμε το έργο του Νίκου Πουλαντζά κατά τη δεκαετία 1968-1978, η οποία προσέφερε μια εκλεπτυσμένη ανάλυση του κράτους και της πολιτικής εξουσίας.
3. Για μια επισκόπηση της πνευματικής και πολιτικής εξέλιξης του Τρόντι, βλέπε Sara Farris, «Workerism’s Inimical Incursions: On Mario Tronti’s Weberianism» στο Historical Materialism, vol. 19, no. 3, 2011, ιδίως σελ. 31.
4. Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο ονόμασε «ετεροαφομοίωση» (Νορμπέρτο Μπόμπιο, «Teoria dello Stato o teoria del partito?» στο Αλτουσέρ κ.α., Discutere lo Stato: posizioni a confronto su una tesi di Louis Althusser, 1978, εκδόσεις De Donato, σελ. 100) τη τάση καταφυγής σε θεωρητικές παραδόσεις τρίτων για την εύρεση εννοιών και συστηματικών θεωριών που δεν μπορούσαν να βρεθούν στο εσωτερικό του θεωρητικού παραδείγματος κάποιου. Συγκεκριμένα, ο Μπόμπιο συμβούλεψε τους μαρξιστές να υιοθετήσουν μια τέτοια στρατηγική στην κριτική του σ’ εκείνους τους μαρξιστές οι οποίοι, αντί να παραδεχτούν ότι ο Μαρξ δεν προσέφερε μια πλήρη θεωρία του κράτους και της πολιτικής, επιμέναν να προσπαθούν να τη βρουν στα κείμενα του Μαρξ ή των ακολουθητών του, «μεταξύ των γραμμών».
5. Μια γενική σύγκριση μεταξύ του έργου του Αλτουσέρ και του Τρόντι ξεπερνά τον στόχο του παρόντος κειμένου, ιδίως υπό το φως των πολυάριθμων διαφορών μεταξύ των δύο συγκείμενων και των συγγραφέων. Για παράδειγμα, η διαφορά ηλικίας -ο Αλτουσέρ ήταν 13 χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον Τρόντι- κι ιδίως η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης πνευματικής παραγωγής και διεθνούς προβολής του έργου του Αλτουσέρ συγκριτικά με τον περισσότερο περιορισμένο αριθμό κειμένων και του σε μεγάλο βαθμό ιταλικού πνευματικού πλαισίου του Τρόντι, αποτελούν στοιχεία που υποδεικνύουν τις δυσκολίες ενός συγκριτικού έργου. Ωστόσο, υπάρχει επίσης και μια σειρά ομοιοτήτων μεταξύ των δύο που αξίζει να τονιστεί. Ως μέλη του PCF και του PCI αντίστοιχα, τόσο ο Αλτουσέρ όσο κι ο Τρόντι σημαδεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό απ’ τα γεγονότα του 1956 [η ουγγρική επανάσταση του 1956 κι η επακόλουθη σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία] με τέτοιους τρόπους που τους οδήγησαν ν’ αναστοχαστούν κριτικά τις θεωρητικές βάσεις των αντίστοιχών τους κομμάτων και ν’ αντιτεθούν στον φερόμενο ανθρωπισμό τους μ’ έναν επιστημονικό κι αντιεγελιανό μαρξισμό. Τη δεκαετία του 1960, κι οι δύο ξεκίνησαν μια εκ νέου ανάγνωση των κειμένων του Μαρξ, ιδίως του Κεφαλαίου, ώστε να παράξουν νέες ερμηνείες που θα μπορούσαν ν’ αμφισβητήσουν την κομματική ορθοδοξία. Τέλος, και πιο σημαντικά, τη δεκαετία του 1970 τόσο ο Αλτουσέρ όσο κι ο Τρόντι διακηρύξαν την «κρίση του μαρξισμού» και την εντοπίσαν στην απουσία μιας «θεωρίας της πολιτικής κι ιδίως του κράτους» στο έργο του Μαρξ. Οι προσπάθειές τους να κατανοήσουν το πολιτικό δίλημμα του ρόλου και της φύσης του αστικού κράτους τους οδήγησε να επικεντρωθούν στη σχέση μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού.
6. Stephen Gundle, «The PCI and the Historic Compromise» στο New Left Review I/163, 1987, σελ. 31.
7. Ό.π.
8. Ό.π.
9. Μάριο Τρόντι, Sull’autonomia del politico, εκδόσεις Feltrinelli, 1977, σελ. 10. [Σ.τ.Μ.: Στα αγγλικά μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.viewpointmag.com/2020/02/26/the-autonomy-of-the-political]
10. Ό.π.
11. Ό.π., σελ. 15. Ιδίως τη δεκαετία του 1970, αρκετοί μαρξιστές μιλούσαν για την έλλειψη μιας θεωρίας της πολιτικής και του κράτους στον Μαρξ. Για παράδειγμα, βλέπε Πέρρυ Άντερσον, Ο Δυτικός Μαρξισμός, εκδόσεις Ράππα, 1981· Μαξ Χορκχάιμερ, Dawn & Decline: Notes 1926-1931 and 1950-1969, εκδόσεις Seabury Press, 1978· Έρικ Χομπσμπάουμ, «Il marxismo ai tempi di Marx» στο Storia del marxismo, vol. 1, εκδόσεις Einaudi, 1982.
12. Τρόντι, ό.π.
13. Ό.π., σελ. 17.
14. Ό.π.
15. Μάριο Τρόντι, Workers and Capital, εκδόσεις Verso, 2019, σελ. 421.
16. Ό.π., σελ. 422.
17. Ό.π., σελ. 425.
18. Τρόντι, Sull’autonomia del politico, σελ. 9.
19. Ό.π., σελ. 10.
20. Ό.π., σελ. 12.
21. Ό.π.
22. Ό.π., σελ. 16.
23. Ό.π.
24. Ό.π., σελ. 11.
25. Ό.π., σελ. 17.
26. Ό.π., σελ. 16.
27. Ό.π.
28. Ό.π., σελ. 26.
29. Ό.π., σελ. 19.
30. Μάριο Τρόντι, Operaismo e centralità operaia, εκδόσεις Editori Riuniti, 1978, σελ. 24.
31. Το 1976, ο Νέγκρι σ’ ένα κείμενό του άσκησε πολεμική ενάντια στην «αυτονομία του πολιτικού» ως την ιδεολογία του ιστορικού συμβιβασμού: «Κατέφτασε ο “Συμβιβασμός”, με τα νεκρώσιμα χαρακτηριστικά του “αναπόφευκτου”, κι η πάλη ενάντια στην κρίση κι ενάντια στους εργάτες που την “επιφέραν” βρίσκεται ομόφωνα καθ’ οδόν στο πεδίο της αυτονομίας του πολιτικού» (Αντόνιο Νέγκρι, «Proletarians and the State: Toward a Discussion of Workers’ Autonomy and the Historic Compromise» στο Αντόνιο Νέγκρι, Books for Burning: Between Civil War and Democracy in 1970s Italy, εκδόσεις Verso, 2005, σελ. 118). Παρομοίως, οι Ferrajoli και Zolo στο Democrazia autoritaria e capitalismo maturo, εκδόσεις Feltrinelli, 1978, σελ. 8, ορίσαν την «αυτονομία του πολιτικού» ως μια «μορφή πνευματικής απολογίας για τον ιστορικό συμβιβασμό».
32. Καταπιανόμενος με τον διαρκή ισχυρισμό του Μπόμπιο ότι δεν υπάρχει μια θεωρία του κράτους στον Μαρξ, ο Νέγκρι το όρισε ως μια απλή «αναφορά του γεγονότος», επιβεβαώνοντας ότι «το επίσημο εργατικό κίνημα (και το κομμουνιστικό κίνημα για παράδειγμα) δεν κατέχει ένα δόγμα του κράτους» (Αντόνιο Νέγκρι, La forma stato. Per la critica dell’economia politica della Costituzione, εκδόσεις Feltrinelli, 1977, σελ. 273).
33. Ό.π., σελ. 129.
34. Βλέπε «Επιστολή του Μαρξ στον Κούγκελμαν, 12 Απριλίου 1871» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος δεύτερος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 542. [Σ.τ.Μ.: Τα ακριβή λόγια του Μαρξ στην επιστολή είναι: «σαν κατοπινή προσπάθεια της Γαλλικής Επανάστασης κηρύττω: να μην περάσει τη γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή απ’ το ένα χέρι στο άλλο, όπως γινόταν ως τώρα, αλλά να την τσακίσει».]
35. Τρόντι, Sull’autonomia del politico, σελ. 30.
36. Ό.π., σελ. 34-35.
37. Όπως το έθεσε ο Τρόντι: «Θέλουμε να πούμε ότι το κόμμα πρέπει ν’ αποκτήσει αυτονομία απ’ τη τάξη, ότι η τάξη πρέπει να παραχωρήσει στο κόμμα του την αυτονομία που χρειάζεται ώστε να διεξάγει αυτό το υποστηρικτό έργο για το μεγάλο κεφάλαιο σ’ αυτή τη συγκεκριμένη συγκυρία; Ας πούμε -σκανδαλίζοντας τους πάντες- ότι ναι, λέμε ακόμη κι αυτό» (ό.π., σελ. 35).
38. Ό.π., σελ. 29.
39. Bellofiore & Tomba, «Afterword» στο Steve Wright, Storming Heaven: Class Composition and Struggle in Italian Autonomist Marxism. Second Edition, εκδόσεις Pluto Press, 2017, σελ. 240. [Σ.τ.Μ.: Το κείμενο των Riccardo Bellofiore και Massimiliano Tomba για τον ιταλικό εργατισμό είχε παρουσιαστεί αρχικά το 2008 σ’ ένα συνέδριο του περιοδικού Historical Materialism. Αργότερα, συμπεριλήφθηκε ως επίλογος στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Steve Wright το 2017. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου Η Έφοδος στον Ουρανό από το Κόκκινο Νήμα έγινε το 2012, οπότε δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το κείμενο αυτό.]
40. Για μια επισκόπηση των θέσεων του Τρόντι τη δεκαετία του 1960, βλέπε Steve Wright, Η Έφοδος στον Ουρανό: Ταξική Σύνθεση και Ταξική Πάλη στον Ιταλικό Αυτόνομο Μαρξισμό, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα, 2012.
41. G. M. Goshgarian, «Translator’s Introduction» στο Λουί Αλτουσέρ, Philosophy of the Encounter: Later Writings, 1978-1987, εκδόσεις Verso, 2006, σελ. xix.
42. Βλέπε Λουί Αλτουσέρ, «Το 22ο Συνέδριο» στο Λουί Αλτουσέρ, Για την Κρίση του Μαρξισμού, εκδόσεις Αγώνας, 1980.
43. Λουί Αλτουσέρ, «Marx in his Limits» στο Λουί Αλτουσέρ, Philosophy of the Encounter: Later Writings, 1978-1987.
44. Βλέπε Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Πλέθρον, 2011.
45. Βλέπε Νίκος Πουλαντζάς, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, εκδόσεις Θεμέλιο, 2008; Νίκος Πουλαντζάς, Repères: Hier et aujourd’hui, εκδόσεις Maspero, 1980.
46. Βλέπε Ετιέν Μπαλιμπάρ, Για τη Δικτατορία του Προλεταριάτου, εκδόσεις Οδυσσέας, 1978.
47. Goshgarian, ό.π., σελ. xxvii.
48. Λουί Αλτουσέρ, «Επιτέλους, Ξέσπασε η Κρίση του Μαρξισμού» στο Αλτουσέρ, Για την Κρίση του Μαρξισμού, σελ. 40-41.
49. Αλτουσέρ, «Marx in his Limits», σελ. 68.
50. Αλτουσέρ, «Επιτέλους, Ξέσπασε η Κρίση του Μαρξισμού», σελ. 32.
51. Αλτουσέρ, «Marx in his Limits», σελ. 68.
52. Λουί Αλτουσέρ, «Il marxismo come teoria “finita”», 1978.
53. Αλτουσέρ, «Marx in his Limits», σελ. 105.
54. Ό.π., σελ. 109.
55. Ό.π., σελ. 77.
56. Ό.π., σελ. 70 & 71.
57. Ό.π., σελ. 101.
58. Ό.π. Εδώ, έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι κι ο Αλτουσέρ θεωρούσε τον Μαξ Βέμπερ ως μια καίρια πηγή για τους μαρξιστές επί του ζητήματος της λειτουργίας του κράτους. Για τη σημασία του Βέμπερ για μια κατανόηση του αστικού κράτους στο έργο του Μάριο Τρόντι, βλέπε Farris, «Workerism’s Inimical Incursions: On Mario Tronti’s Weberianism».
59. Αλτουσέρ, ό.π., σελ. 104.
60. Λουί Αλτουσέρ, «Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους» στο Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις (1964-1975), εκδόσεις Θεμέλιο, 1999.
61. Ό.π., σελ. 87.
62. Αλτουσέρ, «Marx in his Limits», σελ. 98-99.
63. Ό.π., σελ. 97. [Σ.τ.Μ.: Τα παραθέματα του Μαρξ είναι απ’ το Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 972· ο τονισμός του Αλτουσέρ.]
64. Αλτουσέρ, «Marx in his Limits», σελ. 99.
65. Ό.π., σελ. 120.
66. Ό.π.
67. Ό.π.
68. Επικρίνοντας την έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι, την οποία ο Αλτουσέρ έλαβε ως αναγωγικό πολιτικισμό κι ως μια υποστασιοποίηση της αυτονομίας της πολιτικής, γράφει: «Υπάρχουν πολλά να ειπωθούν αναφορικά μ’ αυτή τη θέση της αυτονομίας του πολιτικού ή της πολιτικής, ιδίως για το γεγονός ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί ούτε ως η αυτονομία του κόμματος απ’ τις μάζες στη ταξική πάλη, ούτε ως η αυτονομία των πολιτικών ηγετών στη ζωή του κόμματος, κλπ. Όμως, αποτελεί γεγονός ότι αυτή η αποκλίνουσα θέση μας φέρνει στο κατώφλι ενός ακόμη “απόλυτου ορίου” της μαρξιστικής σκέψης: ονομαστικά, την ανικανότητά της να στοχαστεί την “πολιτική”. Θα ενισταθεί κανείς ότι αυτό φλερτάρει με το παράδοξο: το έργο του Μαρξ και του Λένιν βρίθει “πολιτικής”. Είναι πράγματι γεμάτο με πολιτική, γεμάτο με πολιτικές αναλύσεις. Όμως, οι συγγραφείς μας δεν μας έδωσαν ποτέ, πέρα με την μορφή λίστας ή περιγραφών, έστω τις βασικές αρχές μιας ανάλυσης που ν’ απαντά στο ερώτημα: τι είναι ίσως η πολιτική; Που μπορεί να βρεθεί η πολιτική; Με ποιες μορφές; Τι τη διακρίνει απ’ τις μη-πολιτικές μορφές, και πως πρέπει οπότε να ορίσουμε αυτές τις άλλες μορφές; Αν δεν θίξουμε αυτά τα ζητήματα, διακινδυνεύουμε να παραμείνουμε, για ακόμη περισσότερο καιρό, “στη νύχτα που όλες οι αγελάδες είναι γκρι”. Και, όσον αφορά το χρώμα, τα χέρια μας σίγουρα δεν θα είναι λευκά. Επειδή το να ρωτήσουμε τι είναι ίσως η πολιτική συνεπάγεται να δηλώσουμε τις απόψεις μας για το κόμμα» (ό.π., σελ. 150).
69. Ό.π., σελ. 83.
70. Παρότι ο Αλτουσέρ αναθεώρησε ακριβώς μερικές από εκείνες τις θέσεις που για μερικούς συνιστούσαν τις πιο πρωτότυπες, αν και αμφισβητούμενες, συνεισφορές του, μολαταύτα διατήρησε τον αντιανθρωπισμό του. Ιδίως στην «Απάντηση στον Τζων Λιούις», η κριτική του στον αστικό ανθρωπισμό -τον οποίο θεωρούσε ως την ασθένεια που μολύνει την ιντελιγκέντσια του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος- συνδέεται με την επιμονή του στις μάζες, κι όχι τον άνθρωπο, ως δημιουργό της ιστορίας και συνεπώς ως το μόνο «υποκείμενο» μιας αυθεντική κομμουνιστικής πολιτικής. Για τον Αλτουσέρ, ο ανθρωπισμός -τον οποίο θεωρούσε, ακολουθώντας τον Μαρξ, ως μια έκφραση του «αντιδραστικού σοσιαλισμού»- υπήρξε η γραμμή που «αποσπάει την προσοχή [των προλετάριων] μακρυά απ’ τη ταξική πάλη, δεν τους αφήνει να ν’ αναλάβουν και ν’ ασκήσουν τη μόνη δύναμη που διαθέτουν, την οργάνωσή τους σε τάξη, τη ταξική τους οργάνωση, τα συνδικάτα και το κόμμα, για να κατευθύνουν τη δικιά τους ταξική πάλη» (Λουί Αλτουσέρ, «Απάντηση στον Τζων Λιούις» στο Λιούις & Αλτουσέρ, Κριτική του Έργου του Αλτουσέρ & Απάντηση στον Τζων Λιούις, εκδόσεις Θεμέλιο, 1977, σελ. 81).
71. Ό.π.
72. Βλέπε Mikko Lahtinen, «Althusser, Machiavelli and Us: Between Philosophy and Politics» στο Diefenbach, Farris, Kirn & Thomas, eds, Encountering Althusser: Politics and Materialism in Contemporary Radical Thought, εκδόσεις Bloomsbury, 2013.
73. Αλτουσέρ κ.α., Discutere lo Stato: posizioni a confronto su una tesi di Louis Althusser, σελ. 39 & 45.
74. Βλέπε Lathinen, ό.π.
75. Αλτουσέρ, «Το 22ο Συνέδριο», σελ. 67.
76. Τρόντι, Workers and Capital, σελ. 43.
77. Τρόντι, Sull’autonomia del politico, 1977, σελ. 34-35.
78. Βλέπε Λουί Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, 2015. [Σ.τ.Μ.: Βλέπε επίσης Λουί Αλτουσέρ, «Για την Πρωτοκαθεδρία των Παραγωγικών Σχέσεων επί των Παραγωγικών Δυνάμεων».]
79. Αλτουσέρ, «Marx in his Limits», σελ. 59.