Το παρακάτω κείμενο του Πωλ Μάτικ γράφτηκε το 1978, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του. Εκδόθηκε απ’ το γιο του, τον Πωλ Μάτικ τον νεώτερο, το 1983 στο βιβλίο Marxism: Last Refuge of the Bourgeoisie?, ένα βιβλίο που έγραφε ο Μάτικ τα τελευταία χρόνια της ζωής του και δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει.

Κατά τον Μαρξ, οι μεταβολές των κοινωνικών κι υλικών συνθηκών των ανθρώπων θα μεταβάλλουν τη συνείδησή τους. Αυτό ισχύει επίσης και για τον μαρξισμό και την ιστορική του εξέλιξη. Ο μαρξισμός ξεκίνησε ως μια θεωρία της ταξικής πάλης βασισμένη στις ειδικά κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Όμως, ενώ η ανάλυση του μαρξισμού για τις κοινωνικές αντιφάσεις εγγενείς στην καπιταλιστική παραγωγή αναφέρεται στη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ταξική πάλη αποτελεί μια καθημερινή υπόθεση και προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Οι προσαρμογές αυτές αντικατοπτρίζονται στην μαρξική ιδεολογία. Η ιστορία του καπιταλισμού αποτελεί συνεπώς επίσης και την ιστορία του μαρξισμού.

Το εργατικό κινήμα προϋπήρχε της μαρξικής θεωρίας και προσέφερε την πραγματική βάση για την ανάπτυξή της. Ο μαρξισμός έγινε η κυρίαρχη θεωρία του σοσιαλιστικού κινήματος επειδή υπήρξε ικανή ν’ αποκαλύψει πειστικά την εκμεταλλευτική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και ταυτοχρόνως ν’ αποκαλύψει τα ιστορικά όρια αυτού του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Το μυστικό της τεράστιας ανάπτυξης του καπιταλισμού -δηλαδή, η διαρκώς αυξανόμενη εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης- ήταν επίσης το μυστικό των διάφορων δυσκολιών που υποδείκνυαν την τελική καταστροφή του. Το Κεφάλαιο του Μαρξ, υιοθετώντας τις μεθόδους της επιστημονικής ανάλυσης, υπήρξε ικανό να προσφέρει μια θεωρία που συνέθετε τη ταξική πάλη και τις γενικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η κριτική του Μαρξ στην πολιτική οικονομία υπήρξε αναγκαία εξίσου αφηρημένη με την ίδια την πολιτική οικονομία. Μπορούσε να καταπιαστεί μόνο με τη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όχι με τις ανά πάσα στιγμή ποικίλες συγκεκριμένες εκδηλώσεις της. Επειδή η συσσώρευση κεφαλαίου αποτελεί συνάμα την αίτια της εξέλιξης του συστήματος και τον λόγο της εξασθένισής του, η καπιταλιστική παραγωγή προχωρά ως μια κυκλική διαδικασία διαστολής και συστολής. Οι δύο αυτές καταστάσεις συνεπάγονται διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και συνεπώς διαφορετικές αντιδράσεις εκ μέρους τόσο της εργασίας όσο και του κεφαλαίου. Σίγουρα, η γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία της διαφυγής από μια περίοδο συστολής μέσω μιας περαιτέρω διεύρυνσης του κεφαλαίου, και συνεπώς μια τάση προς την κατάρρευση του συστήματος. Όμως, είναι αδύνατον να πούμε σε ποιο συγκεκριμένο σημείο της ανάπτυξής του το κεφάλαιο θα διαλυθεί μέσω της αντικειμενικής αδυναμίας του να συνεχίσει τη διαδικασία συσσώρευσης.

Η καπιταλιστική παραγωγή, απ’ την οποία απουσιάζει οποιοδήποτε είδος συνειδητής κοινωνικής ρύθμισης της παραγωγής, βρίσκει ένα είδος τυφλής ρύθμισης στον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης στην αγορά. Ο τελευταίος, με τη σειρά του, προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της διεύρυνσης του κεφαλαίου καθοριζόμενος, αφενός, απ’ την μεταβαλλόμενη εκμεταλλευσιμότητα της εργασιακής δύναμης και, αφετέρου, απ’ την μεταβολή της δομής του κεφαλαίου λόγω της συσσώρευσης κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένες οντότητες που περιλαμβάνονται σ’ αυτή τη διαδικασία δεν είναι εμπειρικά ορατές, είναι οπότε αδύνατον να προσδιορίσουμε εάν μια συγκεκριμένη κρίση της καπιταλιστικής παραγωγής θα είναι μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας, εάν θα είναι περισσότερο ή λιγότερο καταστροφική όσο αφορά τους κοινωνικούς όρους ή εάν θ’ αποδειχτεί ν’ αποτελεί τη τελική κρίση του καπιταλιστικού σύστηματος προκαλώντας μια επαναστατική επίλυση μέσω της δράσης μιας εξεγερμένης εργατικής τάξης.

Κατ’ αρχήν, οποιαδήποτε παρατεταμένη και βαθιά κρίση ίσως απελευθερώσει μια επαναστατή συνθήκη που ίσως εντείνει τη ταξική πάλη στο σημείο της ανατροπής του καπιταλισμού – δεδομένου, φυσικά, ότι οι αντικειμενικοί όροι δημιουργούν μια υποκειμενική ετοιμότητα για την μεταβολή των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων. Στο πρώιμο μαρξιστικό κίνημα, αυτό έμοιαζε με μια ρεαλιστική πιθανότητα λόγω του γεγονότος ενός αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού κινήματος και την επέκταση της ταξικής πάλης εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρούνταν ότι παράλληλα με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος αναπτύσσεται κι η προλεταριακή ταξική συνείδηση, εγείρονται εργατικές οργανώσεις και διαδίδεται η αναγνώριση ότι υπήρχε μια εναλλακτική στην καπιταλιστική κοινωνία.

Η θεωρία κι η πρακτική της ταξικής πάλης θεωρούνταν ως ένα μοναδιαίο φαινόμενο λόγω της αυτοδιεύρυνσης και τον συνεπαγόμενο αυτοπεριορισμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Θεωρούνταν ότι η αυξανόμενη εκμετάλλευση της εργασίας κι η σταδιακή πόλωση της κοινωνίας σε μια μικρή μειοψηφία εκμεταλλευτών και μια αχανή μάζα εκμεταλλευμένων θα ενέγειρε τη ταξική συνείδηση των εργατών και συνεπώς την επαναστατική τους προδιάθεση να καταστρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Πράγματι, οι κοινωνικοί όροι της εποχής εκείνης δεν επιτρέπαν καμία άλλη οπτική, καθώς η εξέλιξη του βιομηχανικού καπιταλισμού συνοδεύοταν από την αυξανόμενη εξαθλίωση των εργαζόμενων τάξεων και μια αισθητή όξυνση της ταξικής πάλης. Μολαταύτα, αυτή παρέμενε μια οπτική που επιτρεπόταν απ’ αυτούς τους όρους, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη αποκαλύψει την πιθανότητα μιας διαφορετικής πορείας εξέλιξης των γεγονότων.

Ο καπιταλισμός, μολονότι διακόπτεται από περιόδους κρίσης κι ύφεσης, έχει καταφέρει να συντηρηθεί έως τώρα από μια συνεχή διεύρυνση του κεφαλαίου και την επέκτασή του στον χώρο μέσω της επιταχυνόμενης ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας. Αποδειχτηκέ εφικτό όχι μόνο ν’ ανακτηθεί μια προσωρινή χαμένη κερδοφορία μα και να αυξηθεί επαρκώς ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία συσσώρευσης με την παράλληλη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του μεγαλύτερου μέρους του εργαζόμενου πληθυσμού. Η επιτυχής διεύρυνση του κεφαλαίου κι η βελτίωση των συνθηκών των εργατών οδήγησαν σε μια διάδοση αμφιβολιών αναφορικά με την εγκυρότητα της αφηρημένης θεωρίας του Μαρξ για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, η εμπειρική πραγματικότητα φαινόταν ν’ αντιφάσκει με τις προβλέψεις του Μαρξ αναφορικά με το μέλλον του καπιταλισμού. Ακόμη κι όπου η θεωρία του διατηρήθηκε, δεν συνδέοταν πια με μια πρακτική που στόχευε ιδεολογικά στην ανατροπή του καπιταλισμού. Ο επαναστατικός μαρξισμός μετατράπηκε σε μια εξελικτική θεωρία, εκφράζοντας την επιθυμία υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος μέσω μιας διαρκούς μεταρρύθμισης των πολιτικών κι οικονομικών του θεσμών. Ο μαρξιστικός ρεβιζιονισμός, τόσο στη συγκαλυμμένη όσο και στην απροκάλυπτη μορφή του, οδήγησε σ’ ένα είδος σύνθεσης του μαρξισμού και της αστικής ιδεολογίας, ως ένα θεωρητικό επακόλουθο στην πρακτική ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική κοινωνία.

Ωστόσο, δεν πρέπει να δώσουμε υπερβολική σημασία σ’ αυτό επειδή το οργανωμένο εργατικό κίνημα έχει πάντοτε αποτελέσει μόνο την μικρότερη μερίδα της εργατικής τάξης. Η μεγάλη μάζα των εργατών, υποκείμενη στους αντικειμενικούς όρους του καπιταλισμού, έχει εξοικειωθεί με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία και συνιστά μια επαναστατική τάξη μόνο δυνητικά. Ίσως γίνει επαναστατική λόγω περιστάσεων που υπερισχύουν της ιδεολογικής της συνείδησης και που προσφέρουν συνεπώς στο ταξικά συνειδητοποιημένο της κομμάτι μια ευκαιρία να μετατρέψει τη δυνητικότητα σε πραγματικότητα μέσω του επαναστατικού του παραδείγματος. Αυτή η λειτουργία του ταξικά συνειδητοποιημένου κομματιού της εργατικής τάξης έχει χαθεί λόγω της ενσωμάτωσής του στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο μαρξισμός έγινε ένα αυξανόμενα αμφίσημο δόγμα, υπηρετώντας διαφορετικούς σκοπούς απ’ αυτούς που αρχικά περιεργαζόταν.

Όλα αυτά αποτελούν ιστορία: συγκεκριμένα, την ιστορία της Β’ Διεθνούς, η οποία αποκάλυψε ότι ο φαινομενικά μαρξιστικός προσανατολισμός της υπήρξε απλώς η ψευδής ιδεολογία μιας μη-επαναστατικής πρακτικής. Αυτό δεν έχει τίποτα να κάνει με μια «προδοσία» του μαρξισμού, αλλά ήταν αντ’ αυτού το αποτέλεσμα της ραγδαίας ανόδου κι αυξανόμενης ισχύος του καπιταλισμού, ένα γεγονός που προκάλεσε την προσαρμογή του εργατικού κινήματος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Καθώς μια ανατροπή του συστήματος έμοιαζε αδύνατη, οι τροποποιήσεις του καπιταλισμού καθορίζαν τις τροποποιήσεις του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα ως κίνημα μεταρρύθμισης συμμετείχε στις μεταρρυθμίσεις του καπιταλισμού, βασισμένες στην αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας και την ανταγωνιστική ιμπεριαλιστική διεύρυνση των εθνικά οργανωμένων κεφαλαίων. Η ταξική πάλη μετατράπηκε σε ταξική συνεργασία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο μαρξισμός, στον βαθμό που δεν απορρίφθηκε συνολικά ή που δεν επανερμηνεύτηκε στο αντίθετό του, έλαβε μια καθαρά ιδεολογική μορφή που δεν επηρέασε τη φιλοκαπιταλιστική πρακτική του εργατικού κινήματος. Ως τέτοιος, μπορούσε να υπάρχει μόνο πλάι-πλάι με τις άλλες ιδεολογίες που ανταγωνίζονται ζητώντας πίστη. Δεν εκπροσωπούσε πια τη συνείδηση ενός εργατικού κινήματος που έχει στόχο ν’ ανατρέψει την υπάρχουσα κοινωνία αλλά μια κοσμοαντίληψη υποτιθέμενα βασισμένη στην κοινωνική επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Έτσι, έγινε μια ενασχόληση των περισσότερο κριτικών στοιχείων της μεσαίας τάξης που συμμαχήσαν με την εργατική τάξη χωρίς όμως ν’ αποτελούν τμήμα της. Αυτό υπήρξε απλώς η συγκεκριμενοποίηση του ήδη εκπληρωμένου διαχωρισμού μεταξύ της μαρξικής θεωρίας και της πραγματικής πρακτικής του εργατικού κινήματος.

Φυσικά αληθεύει ότι οι σοσιαλιστικές ιδέες διατυπώθηκαν πρώτα και κύρια -όχι όμως κι αποκλειστικά- από μέλη της μεσαίας τάξης τα οποία είχαν αναστατωθεί απ’ τις απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες του πρώιμου καπιταλισμού. Ήταν αυτές οι συνθήκες, κι όχι το επίπεδο της ευφυΐας τους, που έστρεψαν την προσοχή αυτών των μελών της μεσαίας τάξης στην κοινωνική αλλαγή και μ’ αυτή στην εργατική τάξη. Δεν πρέπει οπότε ν’ αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι καπιταλιστικές βελτιώσεις στην αλλαγή του αιώνα [απ’ τον 19ο στον 20ό] μαλάκωσε την κριτική τους οξύνοια, κι αυτό μάλιστα όσο περισσότερο η ίδια η εργατική τάξη είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του αντιπολιτευτικού της ζήλου. Ο μαρξισμός έγινε μια ενασχόληση των διανοούμενων κι έλαβε έναν ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Δεν προσεγγίζονταν πλέον πρωτίστως ως ένα κίνημα εργατών μα ως ένα επιστημονικό πρόβλημα προς συζήτηση. Όμως, οι αντιπαραθέσεις γύρω από διάφορα ζητήματα που ενέγειρε ο μαρξισμός συντήρησε την αυταπάτη της μαρξικής φύσης του εργατικού κινήματος μέχρι που οι αυταπάτες αυτές διαλύθηκαν απ’ την πραγματικότητα του Α’ ΠΠ.

Ο πόλεμος αυτός, ο οποίος αντιπροσώπευε μια γιγάντια κρίση της καπιταλιστικής παραγωγής, οδήγησε σε μια βραχύβια αναβίωση του ριζοσπαστισμού στο εργατικό κίνημα και στην εργατική τάξη εν γένει. Στον βαθμό αυτό προανήγγειλε μια επιστροφή στην μαρξική θεωρία και πρακτική. Όμως, ήταν μόνο στη Ρωσία που οι κοινωνικές αναταραχές οδηγήσαν σε μια ανατροπή του οπισθοδρομικού, ημιφεουδαρχικού καπιταλιστικού καθεστώτος. Μολαταύτα, αυτή υπήρξε η πρώτη φορά που ένα καπιταλιστικό καθεστώς τερματίστηκε μέσω των δράσεων του καταπιεσμένου πληθυσμού του και την αποφασιστικότητα ενός μαρξιστικού κινήματος. Ο νεκρός μαρξισμός της Β’ Διεθνούς φάνηκε έτοιμος ν’ αντικατασταθεί απ’ τον ζωντανό μαρξισμό της Γ’ Διεθνούς. Κι επειδή ήταν το κόμμα των Μπολσεβίκων, υπό την καθοδήγηση του Λένιν, που μετέτρεψε τη ρωσική επανάσταση σε κοινωνική επανάσταση, ήταν η ιδιαίτερη ερμηνειά του μαρξισμού απ’ τον Λένιν που έγινε ο μαρξισμός του νέου κι «ανώτατου» στάδιου του καπιταλισμού. Ο μαρξισμός αυτός έχει αρκετά δικαίως τροποποιηθεί ως ο «μαρξισμός-λενινισμός» που έχει κυριαρχήσει στον μεταπολεμικό κόσμο.

Δεν θα επαναλάβουμε εδώ την ιστορία της Γ’ Διεθνούς και το είδος του μαρξισμού που δημιούργησε. Η ιστορία αυτή είναι καλά καταγεγραμμένη σ’ αναρίθμητες εκδόσεις, οι οποίες είτε ρίχνουν το φταίξιμο για την κατάρρευσής της στον Στάλιν είτε την ανιχνεύουν πίσω στον ίδιο τον Λένιν. Τα γεγονότα είναι ότι η έννοια της παγκόσμιας επανάστασης δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί κι ότι η Ρώσικη Επανάσταση παρέμεινε μια εθνική επανάσταση και συνεπώς δεσμευμένη στις πραγματικότητες των δικών της κοινωνικοοικονομικών όρων. Στην απομόνωσή της, δεν μπορεί ν’ αποκαλεστεί μια σοσιαλιστική επάνασταση με την μαρξική έννοια, επειδή εκλείποταν όλων των προϋποθέσεων ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας – δηλαδή, την κυριαρχία του βιομηχανικού προλεταριάτου κι έναν παραγωγικό μηχανισμό ο οποίος, στα χέρια των παραγωγών, όχι μόνο θα έβαζε ένα τέρμα στην εκμετάλλευση μα θα οδηγούσε ταυτοχρόνως την κοινωνία πέρα απ’ τους περιορισμούς του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως είχαν τα πράγματα, ο μαρξισμός μπορούσε μόνο να προσφέρει την ιδεολογία που στήριζε την πραγματικότητα του κρατικού καπιταλισμού, ακόμη κι όταν ερχόταν σ’ αντίφαση μ’ αυτή. Με άλλα λόγια, ο μαρξισμός, όπως στη Β’ Διεθνή έτσι και στη διάδοχό της, τη Γ’ Διεθνή, καθυποταγμένη όπως ήταν στα ειδικά συμφέροντα της μπολσεβικιστικής Ρωσίας, μπορούσε μόνο να λειτουργήσει ως μια ιδεολογία για την κάλυψη μιας μη-επαναστατικής πρακτικής και τελικά μιας αντεπαναστατικής πρακτικής.

Εν απουσία ενός επαναστατικού κινήματος, η Μεγάλη Ύφεση [του 1929], η οποία επηρέασε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, δεν είχε ως αποτέλεσμα επαναστατικές αναταραχές μα τον φασισμό και τον Β’ ΠΠ. Αυτό σήμαινε την ολική έκλειψη του μαρξισμού. Η λήξη του νέου πολέμου πυροδότησε ένα νέο κύμα καπιταλιστικής διεύρυνσης σε μια διεθνή κλίμακα. Όχι μόνο το μονοπωλιακό κεφάλαιο αναδύθηκε ενισχυμένο απ’ τη σύγκρουση, μα επίσης εγέρθεικαν νέα κρατικοκαπιταλιστικά συστήματα μέσω είτε εθνικής απελευθέρωσης είτε ιμπεριαλιστικής κατάκτησης. Η κατάσταση αυτή δεν περιλάμβανε μια εκ νέου ανάδυση του επαναστατικού μαρξισμού μα ενός «ψυχρού πολέμου», δηλαδή, την αντιπαράθεση διαφορετικά οργανωμένων καπιταλιστικών συστημάτων σε μια διαρκή πάλη για σφαίρες συμφερόντων και μερίδια εκμετάλλευσης. Στην πλευρά του κρατικού καπιταλισμού, η αντιπαράθεση αυτή μεταμφιέστηκε ως ένα μαρξιστικό κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική μονοπώληση της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ απ’ την πλευρά του, ο καπιταλισμός της ατομικής ιδιοκτησίας ταυτοποίησε με περίσσεια χαρά τους κρατικοκαπιταλιστικούς εχθρούς του ως μαρξιστές, ή κομμουνιστές, αποφασισμένος να καταστρέψει όλες τις ελευθερίες του πολιτισμού με την ελευθερία της συσσώρευσης κεφαλαίου. Η στάση αυτή υπηρέτησε στο να τοποθετεί γερά στην κρατικοκαπιταλιστική ιδεολογία η ταμπέλα του «μαρξισμού».

Έτσι, οι μεταβολές που επιφέρθηκαν από μια σειρά υφέσεων και πολέμων δεν οδηγήσαν σε μια αντιπαράθεση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού αλλά σε μια διαίρεση του κόσμο σε περισσότερο ή λιγότερο κεντρικά ελεγχόμενα οικονομικά συστήματα και σε μια διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων κι υπανάπτυκων εθνών. Αληθεύει ότι αυτή η διαίρεση γίνεται γενικά αντιληπτή ως μια διαίρεση μεταξύ καπιταλιστικών, σοσιαλιστικών και «τριτοκοσμικών» χωρών, όμως αυτό αποτελεί μια παραπλανητική απλούστευση των μάλλον περισσότερο σύνθετων διαφοροποιήσεων μεταξύ αυτών των οικονομικών και πολιτικών συστήματων. Ο «σοσιαλισμός» συνήθως γίνεται αντιληπτός ως να σημαίνει μια κρατικά ελεγχόμενη οικονομία σ’ ένα εθνικό πλαίσιο όπου ο σχεδιασμός αντικαθιστά τον ανταγωνισμό. Ένα τέτοιο σύστημα δεν αποτελεί πλέον καπιταλισμό με την παραδοσιακή έννοια, ούτε όμως είναι σοσιαλισμός με την μαρξική έννοια ενός συνεταιρισμού ελεύθερων κι ίσων παραγωγών. Λειτουργώντας σ’ έναν καπιταλιστικό και συνεπώς ιμπεριαλιστικό κόσμο, δεν μπορεί παρά να συμμετέχει στον γενικό ανταγωνισμό για οικονομική και πολιτική ισχύ και, όπως ο καπιταλισμός, πρέπει είτε να διευρυνθεί είτε να συσταλθεί. Πρέπει να ενισχυθεί από κάθε άποψη ώστε να περιορίσει την επέκταση του μονοπωλιακού κεφαλαίου καθώς διαφορετικά θα καταστραφεί απ’ αυτό. Η εθνική μορφή των λεγόμενων σοσιαλιστικών ή κρατικά ελεγχόμενων καθεστώτων τα θέτει σε σύγκρουση όχι μόνο με την παραδοσιακό καπιταλιστικό κόσμο ή με συγκεκριμένα καπιταλιστικά έθνη, αλλά επίσης κι αναμεταξύ τους· πρέπει πρώτα να ενδιαφερθούν για τα εθνικά τους συμφέροντα, δηλαδή, τα συμφέροντα των νεοαναδυόμενων και προνομιούχων άρχουσων στρωμάτων η ύπαρξη κι η ασφάλεια των οποίων βασίζεται στο έθνος-κράτος. Αυτό οδήγησε στο θέαμα ενός «σοσιαλιστικού» είδους ιμπεριαλισμού και την απειλή πολέμου μεταξύ των κατ’ όνομα σοσιαλιστικών χώρων.

Μια τέτοια κατάσταση ήταν αδιανόητη το 1917. Ο λενινισμός, ή (όπως είπε ο Στάλιν) «ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού», ανέμενε μια παγκόσμια επανάσταση στο μοντέλο της Ρωσικής Επανάστασης. Ακριβώς όπως στη Ρωσία διαφορετικές τάξεις είχαν συνεργαστεί για την ανατροπή της αυτοκρατίας, έτσι επίσης σε μια διεθνή κλίμακα τα έθνη σε διάφορα στάδια ανάπτυξης ίσως παλέψουν από κοινού ενάντια στον κοινό εχθρό, το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Κι ακριβώς όπως στη Ρωσία ήταν η εργατική τάξη, υπό την ηγεσία του κόμματος των Μπολσεβίκων, που μετασχημάτισε την αστική επανάσταση σε μια προλεταριακή επανάσταση, έτσι κι η Κομμουνιστική Διεθνής [Γ’ Διεθνής] θα ήταν το όργανο μετασχηματισμού των αντιμπεριαλιστικών αγώνων σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν πιθανό ότι τα λιγότερο ανεπτυγμένα έθνη ίσως προσπεράσουν μια κατά τ’ άλλα αναπόφευκτη καπιταλιστική ανάπτυξη κι ενσωματωθούν σ’ έναν αναδυόμενο σοσιαλιστικό κόσμο. Η θεωρία αυτή, βασισμένη στην προϋπόθεση της επιτυχίας των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στ’ ανεπτυγμένα έθνη, δεν μπόρεσε ν’ αποδειχθεί ούτε ορθή ούτε λαθεμένη καθώς οι αναμενόμενες επαναστάσεις δεν υλοποιήθηκαν.

Το ενδιαφέρον σ’ αυτό το συγκείμενο είναι οι επαναστατικές προδιαθέσεις του μπολσεβικικού κινήματος πριν την κατοχή της εξουσίας στη Ρωσία και λίγο μετά απ’ αυτή. Η επανάστασή του έγινε στο όνομα του επαναστατικού μαρξισμού, ως η πολιτική-στρατιωτική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος κι η εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας για τη διασφάλιση του μετασχηματισμού του σε μια αταξική κοινωνία. Ωστόσο, ακόμη και σ’ αυτό το στάδιο, κι όχι μόνο λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στη Ρωσία, η λενινιστική αντίληψη της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης απέκλινε απ’ τις έννοιες του πρώιμου μαρξισμού κι αντ’ αυτού βασιζόταν σ’ εκείνες που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της Β’ Διεθνούς. Για τη Β’ Διεθνή, ο σοσιαλισμός γινόταν αντιληπτός ως το αυτόματο έκφυμα της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η συγκέντρωση κι η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου συνεπάγονταν τη σταδιακή εξάλειψη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και μ’ αυτό της ατομικής ιδιοκτησίας, ώσπου η σοσιαλιστική κυβέρνηση, αναδυόμενη απ’ τη δημοκρατική κοινοβουλευτική διαδικασία, θα μετασχημάτιζε το μονοπωλιακό κεφάλαιο σε κρατικό μονοπώλιο και συνεπώς θα εκκινούσε τον σοσιαλισμό με κυβερνητικά διατάγματα. Μολονότι αυτό έμοιαζε στον Λένιν και τους μπολσεβίκους με μια ανέφικτη ουτοπία, καθώς και με μια άθλια δικαιολογία για την αποφυγή οποιουδήποτε είδους επαναστατικής δραστηριότητας, συμμερίζονταν την αντίληψη ότι η θέσμιση του σοσιαλισμού ήταν ένα κυβερνητικό ζήτημα, που θα έπρεπε όμως να διενεργηθεί μέσω μιας επανάστασης κι όχι κοινοβουλευτικά. Η διαφορά τους με τους σοσιαλδημοκράτες ήταν αναφορικά με τα μέσα με τα οποία θα κατέληγαν σ’ έναν κατά τ’ άλλα κοινό στόχο – την εθνικοποίηση του κεφαλαίου απ’ το κράτος και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Ο Λένιν συμφωνούσε επίσης με τον φιλισταϊκό κι αλαζονικό ισχυρισμό του Κάουτσκι ότι η εργατική τάξη από μόνη της είναι ανίκανη ν’ αναπτύξει μια επαναστατική συνείδηση, η οποία συνεπώς πρέπει να έρθει από τα έξω, απ’ την ιντελιγκέντσια της μεσαίας τάξης. Η οργανωτική μορφή αυτής της ιδέας ήταν το επαναστατικό κόμμα ως η πρωτοπορία των εργατών κι ως η αναγκαία προϋπόθεση για μια επιτυχή επανάσταση. Αν, κατ’ αυτή την αντίληψη, η εργατική τάξη είναι ανίκανη να κάνει τη δική της επανάσταση, τότε θα είναι ακόμη λιγότερο ικανή να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία, ένα εγχείρημα που αποδώθηκε στο ηγετικό κόμμα ως τον κάτοχο του κρατικού μηχανισμού. Συνεπώς, η δικτατορία του προλεταριάτου εμφανίζεται ως η δικτατορία του κόμματος οργανωμένο ως κράτος. Κι επειδή το κράτος πρέπει να κατέχει τον έλεγχο επί του συνόλου της κοινωνίας, πρέπει επίσης να ελέγχει τις πράξεις της εργατικής τάξης, ακόμη κι αν αυτός ο έλεγχος υποτίθεται να ασκείται για χάρη της. Στην πράξη, αυτό αποδείχτηκε να είναι η απολυταρχική κυριαρχία της κυβέρνησης των μπολσεβίκων.

Η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής κι η αυταρχική κυριαρχία της κυβέρνησης σίγουρα διαφοροποίησε το μπολσεβίκικο σύστημα απ’ αυτό του δυτικού καπιταλισμού. Όμως, αυτό δεν άλλαξε τις κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες και στα δύο συστήματα βασίζονται στον διαχωρισμό των εργατών απ’ τα μέσα παραγωγής και στο κρατικό μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας. Τώρα δεν ήταν πια το ιδιωτικό κεφάλαιο μα το κρατικά ελεγχόμενο κεφάλαιο που αντιτίθονταν στην εργατική τάξη και διαιώνιζε την μισθωτή εργασία ως την μορφή της παραγωγικής δραστηριότητας, επιτρέποντας παράλληλα την ιδιοποίηση υπερεργασίας μέσω του κράτους. Παρότι το σύστημα απαλλοτρίωσε το ιδιωτικό κεφάλαιο, δεν κατήργησε τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας πάνω στην οποία βασίζεται η νεωτερική ταξική κυριαρχία. Δεν ήταν οπότε παρά ζήτημα χρόνου το πότε θ’ αναδυθεί μια νέα άρχουσα τάξη, τα προνόμια της οποίας θα εξαρτώνταν ακριβώς στη συντήρηση και την αναπαραγωγή του κρατικά ελεγχόμενου συστήματος παραγωγής και διανομής ως την μόνη «ρεαλιστική» μορφή μαρξικού σοσιαλισμού.

Ωστόσο, ο μαρξισμός, ως η κριτική της πολιτικής οικονομίας κι ως η πάλη για μια μη-εκμεταλλευτική αταξική κοινωνία, έχει νόημα μόνο εντός των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Το τέλος του καπιταλισμού θα σημαίνει επίσης και το τέλος του μαρξισμού. Για μια σοσιαλιστική κοινωνία, ο μαρξισμός θ’ αποτελεί ένα αντικείμενο απ’ το χρονοντούλαπο της ιστορίας, όπως κι οτιδήποτε άλλο παρελθοντικό. Ήδη η περιγραφή του «σοσιαλισμού» ως ένα μαρξιστικό σύστημα αρνείται την αυτοανακηρυγμένη σοσιαλιστική φύση του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος. Εδώ η μαρξιστική ιδεολογία λειτουργεί παρά μόνο ως μια απόπειρα να δικαιολογηθούν οι νέες ταξικές σχέσεις ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, και συνεπώς ως μια απόπειρα ν’ αποκτήσουν τη συναίνεση των εργαζόμενων τάξεων. Όπως και στον κλασσικό καπιταλισμό, τα ειδικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης πρέπει να παρουσιάζονται ως τα γενικά συμφέροντα.

Ακόμη κι έτσι όμως, στην αρχή ο μαρξισμός-λενινισμός υπήρξε ένα επαναστατικό δόγμα, καθώς ήταν απόλυτα σοβαρός αναφορικά με την πραγμάτωση του δικού του είδους σοσιαλισμού με άμεσα, πρακτικά μέσα. Ενώ αυτό το είδος σοσιαλισμού δεν συνεπάγεται τίποτα παραπάνω απ’ τον σχηματισμό ενός κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο κατανοούνταν γενικότερα ο σοσιαλισμός κατά τη στροφή του αιώνα [απ’ τον 19ο στον 20ό]. Δεν μπορούμε οπότε να μιλήσουμε για μια μπολσεβικική «προδοσία» των κυρίαρχων μαρξιστικών αρχών· αντιθέτως, οι μπολσεβίκοι πραγματοποίησαν τον κρατικοκαπιταλιστικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού της ατομικής ιδιοκτησίας, το οποίο ήταν ο διακηρυγμένος στόχος επίσης των μαρξιστών ρεβιζιονιστών και ρεφορμιστών. Αυτοί, ωστόσο, είχαν χάσει κάθε ενδιαφέρον στο να δρουν σύμφωνα με τα υποτιθέμενα πιστεύω τους και προτιμούσαν ν’ αναπαυτούν στο καπιταλιστικό στάτους κβο. Εκείνο που έκαναν οι μπολσεβίκοι ήταν να πραγματοποιήσουν το πρόγραμμα της Β’ Διεθνούς μέσω μιας επανάστασης.

Ωστόσο, μόλις απέκτησαν την εξουσία, η κρατικοκαπιταλιστική δομή της μπολσεβικικής Ρωσίας καθόρισε την περαιτέρω ανάπτυξή της, η οποία τώρα γενικά περιγράφεται με τον υποτιμητικό όρο «σταλινισμός». Το γεγονός ότι έλαβε αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα της γενικής οπισθοδρόμησης της Ρωσίας και της καπιταλιστικής της περικύκλωσης, γεγονότα που απαιτούσαν την μέγιστη συγκεντροποίηση της εξουσίας κι απάνθρωπες θυσίες εκ μέρους του εργαζόμενου πληθυσμού. Λεγόταν ότι υπό διαφορετικές συνθήκες, όπως αυτές που επικρατούν στα πιο ανεπτυγμένα καπιταλιστικά έθνη κι υπό πιο πολιτικά ευνοϊκές διεθνείς σχέσεις, ο μπολσεβικισμός δεν θ’ απαιτούσε την ιδιαίτερη σκληρότητα που αναγκάστηκε ν’ ασκήσει στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα. Εκείνοι που ήταν λιγότερο υποστηρικτικοί προς το πρώτο «πείραμα για τον σοσιαλισμό» διαβεβαιώναν ότι η κομματική δικτατορία αποτελούσε απλώς μια έκφραση της ακόμη «μισοασιατικής» φύσης του μπολσεβικισμού και δεν θ’ αναπαράγονταν στα πιο ανεπτυγμένα δυτικά έθνη. Το ρωσικό παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε για τη δικαιολόγηση ρεφορμιστικών πολιτικών ώστε να παρουσιαστούν ως ο μόνος τρόπος για τη βελτίωση των συνθηκών την εργατικής τάξης στη Δύση.

Σύντομα, ωστόσο, οι φασιστικές δικτατορίες στη δυτική Ευρώπη απέδειξαν ότι ο μονοκομματικός έλεγχος του κράτους δεν περιοριζόταν στη ρωσική σκηνή αλλά μπορούσε να εφαρμοστεί σ’ οποιοδήποτε καπιταλιστικό σύστημα. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τόσο για τη διατήρηση των υπάρχοντων κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων όσο και για τον μετασχηματισμό τους σε κρατικό καπιταλισμό. Φυσικά, ο φασισμός κι ο μπολσεβικισμός συνεχίζαν να διαφέρουν αναφορικά με την οικονομική δομή, ακόμη κι αν έγιναν πολιτικά δυσδιάκριτοι. Όμως, η συγκέντρωση του πολιτικού ελέγχου στα απολυταρχικά καπιταλιστικά έθνη σήμαινει τον κεντρικό συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για τους ειδικούς σκοπούς των φασιστικών πολιτικών και μ’ αυτό μια στενότερη προσέγγιση με το ρωσικό σύστημα. Για τον φασισμό αυτό δεν ήταν ο στόχος αλλά ένα προσωρινό μέτρο, ανάλογο του «πολεμικού σοσιαλισμού» του Α’ ΠΠ. Μολαταύτα, υπήρξε η πρώτη ένδειξη ότι ο δυτικός καπιταλισμός δεν ήταν απρόσβλητος απ’ τις κρατικοκαπιταλιστικές τάσεις.

Με την επιθυμητή μα αρκετά αναπάντεχη εδραίωση του μπολσεβικικού καθεστώτος και τη σχετικά ατάραχη συνύπαρξη αντιτιθέμενων κοινωνικών συστημάτων μέχρι τον Β’ ΠΠ, τα ρωσικά συμφέροντα χρειάζονταν την μαρξιστική ιδεολογία όχι μόνο για εσωτερικούς μα επίσης και για εξωτερικούς σκοπούς, για να εξασφαλίσουν τη στήριξη του διεθνούς εργατικού κινήματος στην υπεράσπιση της εθνικής ύπαρξης της Ρωσίας. Σίγουρα, αυτό περιλάμβανε μόνο ένα τμήμα του εργατικού κινήματος, μα το τμήμα αυτό μπορούσε να διαταράξει το αντιμπολσεβικικό μέτωπο, το οποίο τώρα περιλάμβανε τα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα και τα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Καθώς οι οργανώσεις αυτές είχαν ήδη εγκαταλείψει την μαρξική κληρονομιά τους, η υποτιθέμενη μαρξική ορθοδοξία του μπολσεβικισμού έγινε πρακτικά το σύνολο της μαρξιστικής θεωρίας ως μια αντι-ιδεολογία ενάντια σ’ όλες τις μορφές του αντιμπολσεβικισμού κι όλες τις προσπάθειες για την αποδυνάμωση ή καταστροφή του ρωσικού κράτους. Ταυτοχρόνως, ωστόσο, γίνονταν προσπάθειες να διασφαλιστεί η κατάσταση συνύπαρξης μέσω διάφορων παραχωρήσεων στον καπιταλιστικό αντίπαλο και να αποδειχτούν τα αμοιβαία πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν ν’ αποκτηθούν μέσω του διεθνούς εμπορίου κι άλλων μέσων συνεργασίας. Αυτή η διπρόσωπη πολιτική υπηρετούσε τον μοναδικό σκοπό της συντήρησης  του μπολσεβικικού κράτους και της διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων της Ρωσίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο μαρξισμός υποβαθμιστήκε σ’ ένα ιδεολογικό όπλο υπηρετώντας αποκλειστικά την υπεράσπιση των αναγκών ενός συγκεκριμένου κράτους και μίας και μοναδικής χώρας. Μη-περιλαμβάνοντας πια διεθνείς επαναστατικές φιλοδοξίες, χρησιμοποίησε την Κομμουνιστική Διεθνή ως ένα περιορισμένο όργανο πολιτικής για τα ειδικά συμφέροντα της μπολσεβικικής Ρωσίας. Όμως, αυτά τα συμφέροντα τώρα περιλαμβάναν, σ’ αυξανόμενο βαθμό, τη διατήρηση του διεθνούς στάτους κβο ώστε να διασφαλιστεί η συντήρηση του ρωσικού συστήματος. Αν αρχικά ήταν η ήττα της παγκόσμιας επανάστασης που προκάλεσε τη ρωσική πολιτική περιχαράκωσης, ήταν τώρα η σταθερότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού που έγινε ένας όρος της ρωσικής ασφάλειας, την οποία το σταλινικό καθεστωτός επιχείρησε ν’ αυξήσει. Η διάδοση του φασισμού κι υψηλή πιθανότητα νέων προσπαθειών να βρεθούν ιμπεριαλιστικές λύσεις στην παγκόσμια κρίση δεν διακίνδευε μόνο την κατάσταση συνύπαρξης μα επίσης τις εσωτερικές συνθήκες της Ρωσίας, οι οποίες απαιτούσαν κάποιον βαθμό διεθνούς ηρεμίας. Η μαρξιστική προπαγάνδα έπαψε ν’ ασχολείται με τα προβλήματα του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού και, με την μορφή του αντιφασισμού, προσανατολίστηκε ενάντια σε μια ιδιαίτερη πολιτική μορφή του καπιταλισμού που απειλούσε να εξαπολύσει έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Φυσικά, αυτό συνεπάγονταν την αποδοχή των αντιφασιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων ως δυνητικούς συμμάχους και συνεπώς την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας ενάντια σ’ επιθέσεις τόσο απ’ τα δεξιά όσο απ’ τα αριστερά, με μεγαλύτερο παράδειγμα τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Ακόμη και πριν απ’ αυτή την ιστορική συγκυρία, ο μαρξισμός-λενινισμός είχε αποκτήσει την ίδια καθαρά ιδεολογική λειτουργία που χαρακτήριζε τον μαρξισμό της Β’ Διεθνούς. Δεν σχετίζονταν πλέον με μια πολιτική πρακτική τελικός στόχος της οποίας ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, αν και μόνο για να φέρει τον κρατικό καπιταλισμό μεταμφιεσμένο ως σοσιαλισμό, αλλά αρκούνταν τώρα με την ύπαρξή του εντός του καπιταλιστικού συστήματος με την ίδια έννοια με την οποία το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αποδέχτηκε τους δεδομένους όρους της κοινωνίας ως απαράβατους. Ο καταμερισμός της εξουσίας σε μια διεθνή κλίμακα προϋπέθετε το ίδιο στο εθνικό επίπεδο, κι ο μαρξισμός-λενινισμός έξω απ’ τη Ρωσία μετατράπηκε σ’ ένα αυστηρά ρεφορμιστικό κίνημα. Έτσι, έμειναν μόνο οι φασίστες ως δυνάμεις που φιλοδοξούσαν πραγματικά σ’ έναν ολοκληρωμένο έλεγχο επί του κράτους. Δεν έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια για την αποτροπή της ανόδου τους στην εξουσία. Το εργατικό κίνημα, συμπεριλαμβανομένης της μπολσεβικιστικής του πτέρυγας, στηρίχτηκε αποκλειστικά στις παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες για την αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής. Αυτό σήμαινε την πλήρη παθητικότητα και τη σταδιακή αποθάρρυνσή του και διασφάλισε τη νίκη του φασισμού ως την μόνη δυναμική δύναμη που λειτουργούσε εντός της παγκόσμιας κρίσης.

Φυσικά, δεν είναι μόνο ο ρωσικός πολιτικός έλεγχος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μέσω της Γ’ Διεθνούς, που εξηγεί τη συνθηκολόγησή του με τον φασισμό, μα επίσης η γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος η οποία συγκέντρωσε όλη την εξουσία λήψης αποφάσεων στα χέρια των επαγγελματικών πολιτικών οι οποίοι δεν μοιράζονταν τις κοινωνικές συνθήκες του φτωχοποιημένου προλεταριάτου. Η γραφειοκρατία βρέθηκε στην «ιδεατή» θέση του να μπορεί να εκφράζει τη λεκτική της αντιπαράθεση προς το σύστημα και μολαταύτα, την ίδια στιγμή, να συμμετέχει στα προνόμια που απονέμει η αστική τάξη στους πολιτικούς της ιδεολόγους. Η γραφειοκρατία δεν είχε κανένα λόγο να παρακινηθεί σε μια αντιπαράθεση με τις γενικές πολιτικές της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι οποίες συμπίπταν με τις δικές της άμεσες ανάγκες ως αναγνωρισμένη ηγεσία της εργατικής τάξης σε μια αστική δημοκρατία. Τελικά, ωστόσο, είναι η γενική απάθεια των ίδιων των εργατών, το γεγονός ότι δεν ήταν προετοιμασμένοι να ψάξουν τη δική τους ανεξάρτητη λύση στο κοινωνικό ζήτημα, που εξηγεί αυτή την κατάσταση των πραγμάτων και το φασιστικό της αποτέλεσμα. Μισός αιώνας μαρξιστικού ρεφορμισμού υπό την αρχή της ηγεσίας, κι η ενίσχυσή της στον μαρξισμό-λενινισμό, παρήγαγε ένα εργατικό κίνημα ανίκανο να δράσει βάσει των δικών του συμφερόντων και συνεπώς ανίκανο να εμπνεύσει την εργατική τάξη στο σύνολό της να προσπαθήσει ν’ αποτρέψει τον φασισμό και τον πόλεμο μέσω μιας προλεταριακής επανάστασης.

Όπως και το 1914 [στον Α’ ΠΠ], ο διεθνισμός, και μαζί του ο μαρξισμός, πνίγηκε στην ορμητική θάλασσα του εθνικισμού και του ιμπεριαλισμού. Οι πολιτικές βρήκαν τη βάση τους στην έκτακτη ανάγκη των μετατοπιζόμενων ιμπεριαλιστικών αστερισμών ισχύος, οδηγώντας αρχικά στο σύμφωνο Χίτλερ-Στάλιν [το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο Μη-Επίθεσης, πιο γνωστό ως Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ] κι ύστερα στην αντιχιτλερική συμμαχία μεταξύ της ΕΣΣΔ και των δημοκρατικών δυνάμεων. Το τέλος των ακόμη και καθαρά λεκτικών φιλοδοξιών του μαρξισμού βρήκε τον καθυστερημένο συμβολισμό της στη διάλυση της Γ’ Διεθνούς. Το αποτέλεσμα του πολέμου, προκαθορισμένο απ’ τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα, διαίρεσαι τον κόσμο σε δύο μπλοκ ισχύος, τα οποία σύντομα συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τον παγκόσμιο έλεγχο. Η αντιφασιστική φύση του πολέμου συνεπάγονταν την αποκατάσταση των δημοκρατικών καθεστώτων στα ηττημένα έθνη και συνεπώς την εκ νέου ανάδυση των πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνως μιας μαρξιστικής επίγευσης. Στην Ανατολή, η Ρωσία αποκατέστησε την αυτοκρατορία της και προσέθεσε στις σφαίρες συμφερόντων της μεγάλη πολεμική λεία. Η κατάρρευση της αποικιοκρατίας δημιούργησε τα «τριτοκοσμικά έθνη», τα οποία υιοθέτησαν είτε το ρωσικό σύστημα είτε μια δυτικού τύπου μικτή οικονομία [δηλαδή, μια οικονομία που συνδυάζει την οικονομία της ελεύθερης αγοράς με την κρατικά σχεδιασμένη οικονομία μέσω εθνικοποιήσεων κάποιων επιχειρήσεων και τον κρατικό παρεμβατισμό στις διαδικασίες της αγοράς]. Αναδύθηκε μια μορφή νεοαποικισμού που καθυπόταξε τα «απελευθερωμένα» έθνη σε περισσότερο έμμεσο μα εξίσου αποτελεσματικό έλεγχο απ’ τις μεγάλες δυνάμεις. Όμως, η διάδοση των κρατικοκαπιταλιστικά προσανατολισμένων εθνών συνήθως ιδώθηκε ως διάχυση του μαρξισμού σ’ όλον τον κόσμο κι η αναστολή αυτής της τάσης ως μια πάλη ενάντια σ’ έναν μαρξισμό ο οποίος απειλούσε τις (αόριστες) ελευθερίες του καπιταλιστικού κόσμου. Αυτό το είδος μαρξισμού κι αντιμαρξισμού δεν έχει καμία απολύτως σύνδεση με την πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου όπως την οραματίστηκε ο Μαρξ και το πρώιμο εργατικό κίνημα.

Ο μαρξισμός, στη τωρινή του μορφή, έχει υπάρξει περισσότερο ένα περιφερειακό παρά ένα διεθνές κίνημα, όπως μπορεί να δειχθεί απ’ την επισφαλή του ύπαρξη στις αγγλοσαξωνικές χώρες. Η μεταπολεμική αναβίωση των μαρξιστικών κομμάτων επηρέασε κυρίως τα έθνη που αντιμετώπιζαν ιδιαίτερες οικονομικές δυσκολίες, όπως η Γαλλία κι η Ιταλία. Η διαίρεση κι η κατάληψη της Γερμανίας απέκλειε την αναδιοργάνωση ενός μαζικού κομμουνιστικού κόμματος στη δυτική ζώνη. Τα σοσιαλιστικά κόμματα τελικά αποκηρύξαν το ίδιο τους το παρελθόν, το οποίο είχε μια δόση μαρξιστικών ιδεών, και μετατράπηκαν σε αστικά ή «λαϊκά» κόμματα που υπερασπίζονται τον δημοκρατικό καπιταλισμό. Κομμουνιστικά κόμματα συνεχίζουν πράγματι να υπάρχουν στον κόσμο, νόμιμα ή παράνομα, όμως οι ευκαιρίες τους να επηρεάσουν τα πολιτικά γεγονότα είναι λίγο-πολύ μηδενικές προς το παρόν και για το εγγύς μέλλον. Ο μαρξισμός, ως ένα επαναστατικό εργατικό κίνημα, βρίσκεται σήμερα στην ιστορικά χαμηλότερη ύφεσή του.

Ακόμη περισσότερο εκπληκτική είναι η πρωτόγνωρη καπιταλιστική ανταπόκριση στον θεωρητικό μαρξισμό. Αυτό το νέο ενδιαφέρον στον μαρξισμό γενικά, και στα «μαρξιστικά οικονομικά» συγκεκριμένα, αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον ακαδημαϊκό κόσμο, ο οποίος είναι ουσιαστικά ο κόσμος της μεσαίας τάξης. Υπάρχει μια τεράστια παραγωγή μαρξικής βιβλιογραφίας· η «μαρξολογία» έχει γίνει ένα νέο επάγγελμα, κι υπάρχουν μαρξιστικοί κλάδοι των «ριζοσπαστικών» οικονομικών, της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, κλπ. Όλα αυτά ίσως ν’ αποδειχτούν να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια πνευματική μόδα. Όμως, ακόμη κι έτσι, αυτό το φαινόμενο μάρτυρα την παρούσα κατάσταση ύφεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας η οποία έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στο ίδιο της το μέλλον. Ενώ στο παρελθόν η σταδιακή ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στον κοινωνικό ιστό του καπιταλισμού συνεπάγονταν την προσαρμογή της σοσιαλιστικής θεωρίας στην πραγματικότητα του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, αυτή η διαδικασία τώρα φαινομενικά αντιστρέφεται μέσω των πολλών προσπαθειών να χρησιμοποιηθούν τα ευρήματα του μαρξισμού για καπιταλιστικούς σκοπούς. Αυτό το διττό εγχείρημα συμφιλίωσης, ξεπεράσματος τουλάχιστον ως έναν βαθμό του ανταγωνισμού μεταξύ της μαρξικής και της αστικής θεωρίας, αντικατοπτρίζει μια κρίση τόσο του μαρξισμού όσο και της αστικής κοινωνίας.

Μολονότι ο μαρξισμός περιλαμβάνει όλες τις πτυχές της κοινωνίας, εστιάζει στις κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις ως το θεμέλιο της καπιταλιστικής ολότητας. Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, επικεντρώνει την προσοχή του στους οικονομικούς και συνεπώς κοινωνικούς όρους της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ενώ η υλιστική αντίληψη της ιστορίας έχει από καιρό σχετικά αντιγραφτεί απ’ την αστική κοινωνική επιστήμη, μέχρι αρκετά πρόσφατα η εφαρμογή  της στο καπιταλιστικό σύστημα παρέμενε ανεξερεύνητη. Είναι η ανάπτυξη του ίδιου του καπιταλισμού που ανάγκασε την αστική οικονομική θεωρία ν’ αναλογιστεί της δυναμικές του καπιταλιστικού συστήματος και συνεπώς να μιμηθεί, με κάποιον τρόπο, την μαρξική θεωρία της συσσώρευσης και τις συνεπαγωγές της.

Εδώ πρέπει να θυμήσουμε ότι η μετατόπιση του μαρξισμού από μια επαναστατική θεωρία σε μια εξελικτική θεωρία -όσον αφορά τη θεωρία- περιστράφηκε γύρω απ’ το ερώτημα εάν η θεωρία του Μαρξ για τη συσσώρευση ήταν επίσης μια θεωρία της αντικειμενικής αναγκαιότητας της κατάρρευσης του καπιταλισμού. Η ρεφορμιστική πτέρυγα του εργατικού κινήματος διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε κανένας αντικειμενικός λόγος για την ύφεση και την καταστροφή του συστήματος, ενώ η μειοψηφική επαναστατική πτέρυγα διατηρούσε την πεποίθηση ότι οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού πρέπει να οδηγήσουν στο αναπόφευκτο τέλος του. Είτε αυτή η πεποίθηση βασιζόταν σ’ αντιφάσεις στη σφαίρα της παραγωγής είτε στη σφαίρα της κυκλοφορίας, ο αριστερός μαρξισμός επέμενε στη βεβαιότητα της τελικής κατάρρευσης του καπιταλισμού, εκφρασμένη από όλο και περισσότερο καταστροφικές κρίσεις οι οποίες θα έφερναν στο προσκήνιο μια υποκειμενική ετοιμότητα απ’ την μεριά του προλεταριάτου ν’ ανατρέψει το σύστημα μ’ επαναστατικά μέσα.

Αυτή η άρνηση των αντικειμενικών ορίων του καπιταλισμού απ’ την μεριά των ρεφορμιστών έστρεψε την προσοχή τους απ’ τη σφαίρα της παραγωγής στη σφαίρα της διανομής, κι έτσι απ’ τις κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις στις σχέσεις της αγοράς, οι οποίες αποτελούν την μοναδική ανησυχία της αστικής οικονομικής θεωρίας. Οι διαταραχές του συστήματος θεωρούνταν τώρα να εγείρονται απ’ τις σχέσεις προσφοράς και ζήτησης, οι οποίες αχρείαστα προξενούσαν περιόδους υπερπαραγωγής μέσω μιας έλλειψης ενεργού ζήτησης λόγω αδικαιολόγητα χαμηλών μισθών. Το οικονομικό πρόβλημα υποβαθμίστηκε στο ζήτημα μιας πιο ισότιμης διανομής του κοινωνικού προϊόντος, η οποία θα ξεπερνούσε τις κοινωνικές τριβές εντός του συστήματος. Όσον αφορά τους πρακτικούς σκοπούς, θεωρούνταν τώρα ότι η αστική οικονομική θεωρία ήταν περισσότερο σημαντική απ’ την προσέγγιση του Μαρξ, και συνεπώς ο μαρξισμός θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις τρέχουσες θεωρίες για την αγορά και τις τιμές ώστε να μπορέσει να παίξει έναν περισσότερο αποτελεσματικό ρόλο στην πλαισίωση των κοινωνικών πολιτικών.

Λεγόταν τώρα ότι υπήρχαν οικονομικοί νόμοι που λειτουργούσαν σ’ όλες τις κοινωνίες και που δεν υπόκεινταν στην μαρξική κριτική. Η κριτική της πολιτικής οικονομίας είχε ως αντικείμενό της απλώς τις θεσμικές μορφές υπό τις οποίες επιβεβαιώνονταν οι αιώνιοι οικονομικοί νόμοι. Η μεταβολή του συστήματος δεν θα μετέβαλλε τους νόμους των οικονομικών. Ενώ υπήρχαν διαφορές μεταξύ της αστικής και της μαρξικής προσέγγισης της οικονομίας, υπήρχαν επίσης ομοιότητες οι οποίες έπρεπε ν’ αναγνωριστούν. Η διαιώνιση της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, δηλαδή, το μισθωτό σύστημα, στις αυτοαποκαλούμενες σοσιαλιστικές κοινωνίες, η συσσώρευση εκεί κοινωνικού κεφαλαίου κι η εφαρμογή του λεγόμενου συστήματος κινήτρων που διαιρούσε το εργατικό δυναμικό σε διαφορετικές εισοδηματικές κατηγορίες – όλα αυτά καθώς και άλλα θεωρούνταν τώρα ν’ αποτελούν αμετάβλητες αναγκαιότητες που επιβάλλονται απ’ τους οικονομικούς νόμους. Οι νόμοι αυτοί απαιτούσαν την εφαρμογή των αναλυτικών εργαλείων των αστικών οικονομικών ώστε να επιτραπεί η ορθολογική ολοκλήρωση μιας σχεδιασμένης σοσιαλιστικής οικονομίας.

Αυτό το είδους μαρξισμού, «εμπλουτισμένου» μ’ αστική θεωρία, βρήκε σύντομα το συμπλήρωμά του στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού της αστικής οικονομικής θεωρίας. Η θεωρία αυτή βρισκόταν σε κρίση ήδη απ’ την Μεγάλη Ύφεση στον απόηχο του Α’ ΠΠ. Η θεωρία της ισορροπίας της αγοράς δεν μπορούσε ούτε να εξηγήσει ούτε να αιτιολογήσει την παρατεταμένη ύφεση, και συνεπώς έχασε την ιδεολογική της αξία για την αστική τάξη. Ωστόσο, η νεοκλασσική θεωρία αναστήθηκε υπό μια μορφή μέσω της κεϋνσιανής της τροποποίησης. Μολονότι έπρεπε να γίνει παραδεκτό ότι ο έως σήμερα υποτιθέμενος μηχανισμός ισορροπίας της αγοράς και του συστήματος των τιμών δεν ήταν πια λειτουργικός, τώρα διαβεβαιώναν ότι θα μπορούσε να γίνει λειτουργικός μέσω μιας μικρής κυβερνητικής βοήθειας. Η ανισορροπία της ανεπαρκούς ζήτησης μπορούσε να συμμαζευτεί από κυβερνητικά ανειλημμένη παραγωγή για «δημόσια κατανάλωση», όχι μόνο υπό την υπόθεση στατικών συνθηκών μα επίσης κι υπό συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης όταν ισορροπείται απ’ τα κατάλληλα νομισματικά και χρηματοπιστωτικά μέσα. Η οικονομία της αγοράς, με τη βοήθεια του κυβερνητικού σχεδιασμού, θα ξεπερνούσε τότε την επιρρέπεια του καπιταλισμού προς κρίσεις κι υφέσεις και θα επέτρεπε, κατ’ αρχήν, μια σταθερή ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η έκκληση προς την κυβέρνηση και τη συνειδητή της παρέμβαση στην οικονομία, καθώς κι η προσοχή που δώθηκε στις δυναμικές του συστήματος, μείωσε την οξεία αντιπαράθεση μεταξύ της ιδεολογίας του laissez-faire και της σχεδιασμένης οικονομίας. Αυτό αντιστοιχούσε σε μια ορατή σύγκλιση των δύο συστημάτων, με το ένα να επηρεάζει το άλλο, σε μια διαδικασία που οδηγεί πιθανόν σ’ έναν συνδυασμό των πλεονεκτικών στοιχείων του κάθε συστήματος σε μια μελλοντική του σύνθεση ικανή να υπερβεί τις δυσκολίες της καπιταλιστικής παραγωγής. Στην πραγματικότητα, η μακρά οικονομική ανάκαμψη ύστερα απ’ τον Β’ ΠΠ φαινόταν να επιβεβαιώνει αυτή την προσδοκία. Ωστόσο, παρά τη συνεχιζόμενη διαθεσιμότητα κυβερνητικών παρεμβάσεων, μια νέα κρίση ακολούθησε αυτή την περίοδο καπιταλιστικής διεύρυνσης, όπως συνέβαινε πάντα και στο παρελθόν. Η έξυπνη «βελτιστοποίηση» της οικονομίας κι η μείωση της ανεργίας «μ’ αντάλλαγμα» την άνοδο του πληθωρισμού δεν απέτρεψε μια νέα οικονομική ύφεση. Η κρίση και τα μέσα που σχεδιάστηκαν για την αντιμετώπισή της αποδείχτηκαν να είναι εξίσου επιζήμια για το κεφάλαιο. Η τωρινή κρίση συνοδεύεται επομένως απ’ την χρεωκοπία του νεοκεϋνσιανισμού, ακριβώς όπως η Μεγάλη Ύφεση σήμαινε το τέλος της νεοκλασσικής θεωρίας.

Πέρα απ’ το γεγονός ότι η πραγματικοί όροι της κρίσης έφεραν την αστική οικονομική θεωρία σ’ αδιέξοδο, η μακροχρόνια φτώχεια της λόγω της αυξανόμενης τυποποίησής της ενέγειρε πολλές αμφιβολίες στα μυαλά των ακαδημαϊκών οικονομολόγων. Η τρέχουσα αμφισβήτηση σχεδόν όλων των υποθέσεων της νεοκλασσικής θεωρίας και του κεϋνσιανού απογόνου της έχει οδηγήσει μερικούς οικονομολόγους -μια στροφή που εκπροσωπείται πιο κατηγορηματικά απ’ τους λεγόμενους νεορικαρδιανούς- σε μια επιστροφή, με μισή καρδιά, στα κλασσικά οικονομικά. Ο ίδιος ο Μαρξ θεωρήθηκε ως ένας ρικαρδιανός οικονομολόγος κι έτσι βρίσκει μια αυξανόμενη προτίμηση μεταξύ των αστών οικονομολόγων που προτίθονται να ενσωματώσουν το «πρωτοποριακό έργο» του στη δική τους ειδικότητα, την επιστήμη των οικονομικών.

Ο μαρξισμός, ωστόσο, δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο ή περισσότερο απ’ την καταστροφή του καπιταλισμού. Ακόμη κι ως επιστημονικός κλάδος δεν προσφέρει τίποτα στην αστική τάξη. Μολαταύτα, ως μια εναλλακτική στην αστική κοινωνική θεωρία η οποία έχει χάσει κάθε αξιοπιστία, ίσως την υπηρετήσει προσφέροντάς της μερικές χρήσιμες ιδέες για την ανανέωσή της. Στη τελική, μπορεί κανείς να μάθει πράγματα απ’ τον αντίπαλό του. Επιπλέον, ο μαρξισμός, στη φαινομενικά «υπαρκτή» μορφή του στις «σοσιαλιστικές χώρες», υποδεικνύει πρακτικές λύσεις που ίσως φανούν χρήσιμες και στις μικτές οικονομίες, όπως η περαιτέρω αύξηση των σταθεροποιητικών κυβερνητικών ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, μια εισοδηματική και μισθολογική πολιτική μοιάζει μ’ ανάλογες διατάξεις στα κεντρικά ελεγχόμενα οικονομικά συστήματα. Τέλος, δεδομένης της απουσίας επαναστατικών κινημάτων, η μαρξική έρευνα ακαδημαϊκού τύπου είναι ακίνδυνη, στον βαθμό που περιορίζεται στον κόσμο των ιδεών. Όσο κι να μοιάζει παράξενο, είναι η έλλειψη επαναστατικών κινημάτων σε μια περίοδο κοινωνικής αναταραχής που μετατρέπει τον μαρξισμό σε περιζήτητο εμπόρευμα και πολιτιστικό φαινόμενο, επικυρώνοντας την ανεκτικότητα και τη δημοκρατική αμεροληψία της αστικής κοινωνίας.

Μολαταύτα, η ξαφνική δημοφιλία της μαρξικής θεωρίας αντικατοπτρίζει μια ιδεολογική καθώς και μια οικονομική κρίση του καπιταλισμού. Πάνω απ’ όλα, επηρεάζει τους υπεύθυνους για την κατασκευή και διανομή των ιδεολογιών – δηλαδή, τους διανοούμενους της μεσαίας τάξης που ειδικεύονται στην κοινωνική θεωρία. Η μεσαία τάξη στο σύνολό της ίσως αισθάνεται να κινδυνεύει απ’ την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την ορατή της κοινωνική αποσύνθεση, κι οπότε ίσως αναζητεί ειλικρινά μια εναλλακτική στο κοινωνικό δίλημμα, το οποίο είναι επίσης και δικό της δίλημμα. Ίσως το κάνουν για λόγους οι οποίοι, όσο οπορτουνιστικοί κι αν είναι, είναι αναγκαία προσδεδεμένοι με μια κριτική στάση προς το υπάρχον σύστημα. Κατ’ αυτή την έννοια, η τρέχουσα «μαρξική αναγέννηση» ίσως προοιωνίζει μια επιστροφή του μαρξισμού ως κοινωνικό κίνημα τόσο θεωρητικής όσο και πρακτικής σημασίας.

Μολαταύτα, προς το παρόν υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις κάποιας επαναστατικής αντίδρασης στην καπιταλιστική κρίση. Αν διακρίνει κανείς μεταξύ της «αντικειμενικής αριστεράς» στην κοινωνία, δηλαδή, το προλεταριάτο ως τέτοιο, και της οργανωμένης αριστεράς, η οποία δεν είναι αυστηρά προλεταριακή, τότε είναι μόνο στη Γαλλία και την Ιταλία όπου μπορεί κανείς να μιλήσει για οργανωμένες δυνάμεις που θα μπορούσαν πιθανώς ν’ αμφισβητήσουν την καπιταλιστική κυριαρχία, δεδομένου να είχαν τέτοιες προθέσεις. Όμως, τα κομμουνιστικά κόμματα και τα συνδικάτα των χωρών αυτών έχουν προ πολλού μετασχηματιστεί σε καθαρά ρεφορμιστικά κόμματα, που νιώθουν σαν στο σπίτι τους στο καπιταλιστικό σύστημα κι είναι έτοιμα να το υπερασπιστούν. Το ίδιο το γεγονός της μαζικότητας των εργατών υποστηρικτών τους υποδεικνύει την ανετοιμότητα, ή απροθυμία, των ίδιων των εργατών ν’ ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα και, πράγματι, της άμεσης επιθυμίας τους να βρουν διευκολύνσεις εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η αυταπάτες τους αναφορικά με την ικανότητα μεταρρύθμισης του καπιταλισμού στηρίζει τον πολιτικό οπορτουνισμό των κομμουνιστικών κομμάτων.

Με τη βοήθεια του αυτοαντιφατικού όρου «ευρωκομμουνισμός», τα κόμματα αυτά προσπαθούν να διαφοροποιήσουν την παρούσα στάση τους απ’ τις παλιές τους πολιτικές, δηλαδή, να ξεκαθαρίσουν ότι έχουν εγκαταλείψει τον παραδοσιακό, μολονότι ξεχασμένο από καιρό, στόχο τους για την εδραίωση ενός κρατικού καπιταλισμού για χάρη της μικτής οικονομίας και της αστικής δημοκρατίας. Αυτό αποτελεί το φυσικό αντίστοιχο της ενσωμάτωσης των «σοσιαλιστικών χωρών» στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά. Αποτελεί επίσης μια αναζήτηση για την ανάληψη μεγαλύτερων ευθυνών στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών και των κυβερνήσεών τους και μια υπόσχεση ότι δεν θα διαταράξουν τον περιορισμένο βαθμό συνεργασίας που έχει επιτευχθεί μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Δεν συνεπάγεται μια ριζοσπαστική ρήξη με τις χώρες του κρατικού καπιταλισμού μα απλώς την αναγνώριση ότι κι οι χώρες αυτές επίσης δεν ενδιαφέρονται σήμερα για την περαιτέρω επέκταση του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με επαναστατικά μέσα, αλλά ενδιαφέρονται αντ’ αυτού για τη δική τους ασφάλεια σ’ έναν αυξανόμενα ασταθή κόσμο.

Ενώ οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις στο παρόν στάδιο ανάπτυξης είναι περισσότερο από αμφίβολες, όλες οι εργατικές δραστηριότητες σε υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων κατέχουν έναν δυνητικά επαναστατικό χαρακτήρα. Σε περιόδους σχετικής οικονομικής σταθερότητας, η ίδια η εργατική πάλη επισπεύδει τη συσσώρευση του κεφαλαίου, υποχρεώνοντας την αστική τάξη να υιοθετήσει περισσότερο αποτελεσματικούς τρόπους για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας[1]. Οι μισθοί και τα κέρδη μπορούν, όπως προαναφέρθηκε, ν’ αυξάνονται από κοινού χωρίς να διαταράσσεται η διεύρυνση του κεφαλαίου. Ωστόσο, μια ύφεση φέρνει ένα τέλος στη ταυτόχρονη (αν κι άνιση) αύξηση των κερδών και των μισθών. Η κερδοφορία του κεφαλαίου πρέπει ν’ αποκατασταθεί πριν μπορέσει να συνεχίσει η διαδικασία συσσώρευσης. Η πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου εμπλέκει τώρα την ίδια την ύπαρξη του συστήματος, προσδεμένη καθώς είναι η ύπαρξη του συστήματος στη διαρκή του διεύρυνση. Αντικειμενικά, οι συνηθισμένοι οικονομικοί αγώνες για υψηλότερους μισθούς αποκτούν επαναστατικές συνεπαγωγές, και συνεπώς πολιτικές μορφές, καθώς μόνο μία απ’ τις δύο τάξεις μπορεί να επιτύχει και μόνο εις βάρος της άλλης.

Φυσικά, οι εργάτες ίσως να είναι έτοιμοι ν’ αποδεκτούν, εντός κάποιων οριών, ένα μειωμένο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος, ώστε ν’ αποφύγουν την εξαθλίωσης μιας παρατεταμένης σύγκρουσης με την αστική τάξη και το κράτος της. Λόγω προηγούμενων εμπειριών, η άρχουσα τάξη αναμένει επαναστατικές δραστηριότητες κι έχει οπλιστεί καταλληλώς. Όμως, η πολιτική στήριξη των μεγάλων εργατικών οργανώσεων είναι εξίσου αναγκαία για την αποτροπή κοινωνικών αναταραχών μεγάλης κλίμακας. Καθώς μια παρατεταμένη ύφεση απειλεί το καπιταλιστικό σύστημα, είναι αναγκαίο τόσο για τα κομμουνιστικά κόμματα όσο και για τις υπόλοιπες ρεφορμιστικές οργανώσεις να βοηθήσουν την αστική τάξη να ξεπεράσει τις συνθήκες της κρίσης. Πρέπει να προσπαθήσουν ν’ αποτρέψουν τις δραστηριότητες της εργατικής τάξης που ίσως καθυστερήσουν την καπιταλιστική ανάκαμψη. Οι οπορτουνιστικές πολιτικές τους λαμβάνουν έναν ανοικτά αντεπαναστατικό χαρακτήρα μόλις το σύστημα κινδυνέψει απ’ τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξεις οι οποίες δεν μπορούν να ικανοποιηθούν εντός του προσβεβλημένου από κρίση καπιταλισμού.

Μολονότι οι μικτές οικονομίες δεν θα μετασχηματιστούν από μόνες τους σε κρατικοκαπιταλιστικά συστήματα, και μολονότι τ’ αριστερά κόμματα έχουν, προς το παρόν, απορρίψει τους κρατικοκαπιταλιστικούς στόχους τους, αυτό ίσως να μην αποτρέψει κοινωνικές αναταραχές σε μια κλίμακα αρκετά μεγάλη ώστε να υπερισχύσει τον πολιτικό έλεγχο τόσο της αστικής τάξης όσο και των συμμάχων της επί του εργατικού κινήματος. Αν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο, η τρέχουσα ταυτοποίηση του σοσιαλισμού με τον κρατικό καπιταλισμό και μια καταναγκαστική εκ νέου αφοσίωση των κομμουνιστικών κομμάτων στις πρώιμες τακτικές του μπολσεβικισμού, ίσως εκτρέψουν μια αυθόρμητη ανταρσία των εργατών σε κρατικοκαπιταλιστικά κανάλια. Όπως οι παραδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης απέτρεψαν τις πολιτικές επαναστάσεις του 1918 να μετατραπούν σε κοινωνικές επαναστάσεις, έτσι οι παραδόσεις του λενινισμού ίσως αποτρέψουν την πραγμάτωση του σοσιαλισμού για χάρη του κρατικού καπιταλισμού.

Η εισαγωγή του κρατικού καπιταλισμού σε καπιταλιστικά ανεπτυγμένες χώρες ως αποτέλεσμα του Β’ ΠΠ αποδεικνύει ότι αυτό το σύστημα δεν περιορίζεται σε καπιταλιστικά υπανάπτυκτα έθνη, αλλά ίσως μπορεί να εφαρμοστεί καθολικά. Μια τέτοια πιθανότητα δεν προβλέφθηκε απ’ τον Μαρξ. Για τον Μαρξ, ήταν ο σοσιαλισμός που θ’ αντικαθιστούσε τον καπιταλισμό, όχι ένα υβριδικό σύστημα που περιέχει στοιχεία και των δύο εντός καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Το τέλος της ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς δεν αποτελεί αναγκαία το τέλος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί στο σύστημα του κρατικού σχεδιασμού. Πρόκειται για μια ιστορικά πρωτόγνωρη κατάσταση που υποδεικνύει την πιθανότητα μιας ανάπτυξης χαρακτηρισμένης γενικά απ’ το κρατικό μονοπώλιο των μέσων παραγωγής όχι ως μια μεταβατική περίοδο προς τον σοσιαλισμό μα προς μια νέα μορφή καπιταλιστικής παραγωγής.

Οι επαναστατικές δράσεις προϋποθέτουν μια γενική διάρρηξη της κοινωνίας που ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο της άρχουσας τάξης. Μέχρι σήμερα, τέτοιες δράσεις συνέβησαν μόνο σε σύνδεση με κοινωνικές καταστροφές, όπως χαμμένοι πόλεμοι κι οι σχετικές μ’ αυτούς οικονομικές διαταρχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταστάσεις αυτές αποτελούν μια απόλυτη προϋπόθεση για την επανάσταση, υποδεικνύει όμως τον βαθμό της κοινωνικής αποσύνθεσης αναγκαίας για κοινωνικές αναταραχές. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει την εξέγερση μιας πλειοψηφίας του ενεργού πληθυσμού, κάτι που δεν προκύπτει από ιδεολογική κατήχηση αλλά από καθαρή αναγκαιότητα. Οι απορρέουσες δραστηριότητες παράγουν τη δική τους επαναστατική συνείδηση, ονομαστικά μια κατανόηση του τι πρέπει να γίνει ώστε να μην καταστραφείς απ’ τον καπιταλιστικό εχθρό. Όμως, προς το παρόν, η πολιτική και στρατιωτική εξουσία της αστικής τάξης δεν απειλείται από εσωτερικές διαφωνίες κι οι μηχανισμοί για χειραγωγικές οικονομικές κινήσεις δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί. Και παρά τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό για τα συρρικνούμενα κέρδη της παγκόσμιας οικονομίας, οι άρχουσες τάξεις των διάφορων εθνών θα στηρίξουν η μία την άλλη για την καταστολή επαναστατικών κινημάτων.

Οι τεράστιες δυσκολίες στον δρόμο της κοινωνικής επανάστασης και μιας κομμουνιστικής ανοικοδόμησης της κοινωνίας υποτιμήθηκαν υπερβολικά απ’ το πρώιμο μαρξιστικό κίνημα. Φυσικά, η ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα του καπιταλισμού σε μεταβαλλόμενες συνθήκες δεν μπορούσε ν’ ανακαλυφθεί χωρίς την προσπάθεια της ανατροπής του. Ωστόσο, πρέπει να έχει γίνει σαφές έως τώρα ότι οι μορφές που λαμβάνει η ταξική πάλη κατά την έγερση του καπιταλισμού δεν επαρκούν για την περίοδο ύφεσής του, κι είναι μόνη αυτή που επιτρέπει την επαναστατική του ανατροπή. Η ύπαρξη κρατικοκαπιταλιστικών συστημάτων επιδεικνύει επίσης ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέσα που φαντάζαν επαρκή στο παρελθόν. Όμως, αυτό δεν αποδεικνύει την αποτυχία του μαρξισμού μα απλώς τον απατηλό χαρακτήρα πολλών εκ των εκδηλώσεών του, που αποτελούσαν στην πραγματικότητα αντικατοπτρισμούς των αυταπατών που δημιουργούσε η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Τώρα, όπως και παλιότερα, η μαρξική ανάλυση της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιδιαίτερης κι αντιφατικής της εξέλιξης μέσω της συσσώρευσης, αποτελεί την μοναδική θεωρία που έχει επιβεβαιωθεί εμπειρικά απ’ την καπιταλιστική ανάπτυξη. Για να μιλήσουμε για την καπιταλιστική ανάπτυξη πρέπει να μιλήσουμε με μαρξικούς όρους, διαφορετικά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα. Γι’ αυτό ο μαρξισμός δεν μπορεί να πεθάνει αλλά θα διαρκέσει για όσο κρατήσει ο καπιταλισμός. Οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, μολονότι έχουν τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, συνεχίζουν να υπάρχουν στα κρατικοκαπιταλιστικά συστήματα. Εφόσον όλες οι οικονομικές σχέσεις είναι κοινωνικές σχέσεις, οι συνεχιζόμενες ταξικές σχέσεις στα συστήματα αυτά συνεπάγονται τη σταθερότητα της ταξικής πάλης ακόμη κι αν, αρχικά, μόνο στην μονομερή μορφή της αυταρχικής κυριαρχίας. Η αναπόφευκτη κι αναπτυσσόμενη ενσωμάτωση στην παγκόσμια οικονομία επηρεάζει όλα τα έθνη ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης τους κοινωνικοοικονομικής δομής και τείνει να διεθνοποιήσει τη ταξική πάλη και συνεπώς να υπονομεύσει τις απόπειρες να βρεθούν εθνικές λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Οπότε, για όσο επικρατεί η ταξική εκμετάλλευση θα φέρνει στο προσκήνιο μια μαρξιστική αντιπολίτευση, ακόμη κι αν το σύνολο της μαρξιστικής θεωρίας κατασταλθεί ή χρησιμοποιηθεί ως ψευδή ιδεολογία σε στήριξη μιας αντιμαρξικής πρακτικής.

Η ιστορία, φυσικά, πρέπει να δημιουργηθεί απ’ τους ανθρώπους, μέσω της ταξικής πάλης. Η ύφεση του καπιταλισμού -που γίνεται ορατή, αφενός, απ’ τη συνεχή συγκέντρωση κεφαλαίου και τη συγκεντροποίηση της πολιτικής εξουσίας και, αφετέρου, απ’ την αυξανόμενη αναρχία του συστήματος παρά τις όλες προσπάθειες, και λόγω αυτών, για περισσότερο αποτελεσματική κοινωνική οργάνωση- ίσως ν’ αποδειχθεί μια πολύ παρατεταμένη υπόθεση. Θα είναι τέτοια, εκτός κι αν τη διακόψουν νωρίς οι επαναστατικές δράσεις της εργατικής τάξης κι όλων εκείνων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους στις επιδεινόμενες κοινωνικές συνθήκες. Σ’ αυτό το σημείο όμως το μέλλον του μαρξισμού παραμένει πολύ ασαφές. Τα πλεονεκτήματα των άρχουσων τάξεων και τα όργανα καταστολής τους πρέπει να καταπολεμηθούν από μια ισοδύναμη ισχύ μεγαλύτερη απ’ όση έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μέχρι σήμερα οι εργαζόμενες τάξεις. Δεν είναι αδιανόητο η παρούσα κατάσταση να συνεχιστεί και συνεπώς να καταδικάσει το προλεταριάτο να πληρώσει ακόμη μεγαλύτερο τίμημα για την ανικανότητά του να δράσει βάσει του ταξικού του συμφέροντος. Επιπλέον, δεν μπορούμε ν’ αποκλείσουμε ότι η επιμονή του καπιταλισμού θα οδηγήσει στην καταστροφή της ίδιας της κοινωνίας. Επειδή ο καπιταλισμός παραμένει επιρρεπής σε καταστροφικές κρίσεις, τα έθνη τείνουν, όπως και στο παρελθόν, να προσφεύγουν στον πόλεμο, ν’ απαλάσσονται απ’ τις δυσκολίες εις βάρος άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων. Η τάση αυτή περιλαμβάνει την πιθανότητα ενός πυρηνικού πολέμου και, όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, ο πόλεμος φαντάζει πολύ πιθανότερος από μια διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση. Μολονότι οι άρχουσες τάξεις έχουν πλήρη συνείδηση των συνεπειώς ενός πυρηνικού πολέμου, μπορούν μόνο να προσπαθούν να τον αποτρέψουν μέσω αμοιβαίας τρομοκράτησης, δηλαδή, μέσω ανταγωνιστικής διεύρυνσης των πυρηνικών τους οπλοστασίων. Εφόσον έχουν μόνο έναν πολύ περιορισμένο έλεγχο επί των οικονομιών τους, δεν έχουν επίσης και κανέναν πραγματικό έλεγχο επί των πολιτικών τους υποθέσεων, και ότι προθέσεις κι αν έχουν για την αποφυγή μιας αμοιβαίας καταστροφής δεν επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την πιθανότητα της πραγματοποίησής της. Είναι αυτή η φρικτή κατάσταση που αποκλείει την εμπιστοσύνη μιας παλαιότερης περιόδου στη βεβαιότητα και την επιτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αφού το μέλλον παραμένει ανοικτό, ακόμη κι αν καθορίζεται απ’ το παρελθόν και τις άμεσα δοσμένες συνθήκες, οι μαρξιστές πρέπει να προχωρήσουμε με την υπόθεση ότι ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν έχει ακόμη κλείσει κι ότι υπάρχει ακόμη μια ελπίδα να υπερβούμε τον καπιταλισμό πριν την αυτοκαταστροφή του. Ο σοσιαλισμός τώρα δεν εμφανίζεται μόνο ως το στόχος του επαναστατικού εργατικού κινήματος μα ως η μόνη εναλλακτική εν όψει της μερικής ή ολικής καταστροφής του κόσμου. Αυτό, φυσικά, απαιτεί την ανάδυση σοσιαλιστικών κινημάτων που αναγνωρίζουν τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις ως την πηγή της αυξανόμενης κοινωνικής εξαθλίωσης και την απειλητική κάθοδο σε μια κατάσταση βαρβαρισμού. Ωστόσο, ύστερα από περισσότερα από 100 χρόνια σοσιαλιστικής αγκιτάτσιας, αυτό μοιάζει με μάταιη ελπίδα. Ότι μαθαίνει η μια γενιά, η επόμενη το ξεχνάει, ηγούμενη από δυνάμεις πέρα απ’ τον έλεγχό της και συνεπώς πέραν της κατανόησής της. Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, ως ένα σύστημα ιδιωτικών συμφερόντων καθορισμένων από κοινωνικές αναγκαιότητες, δεν αντανακλώνται μόνο στον καπιταλιστικό νου μα επίσης και στη συνείδηση του προλεταριάτου. Κι οι δύο τάξεις αντιδρούν στ’ αποτελέσματα των δικών τους δραστηριοτήτων λες και προκύψαν από αμετάβλητους φυσικούς νόμους. Υποκείμενες στον φετιχισμό της εμπορευματικής παραγωγής, αντιλαμβάνονται τον ιστορικά οριοθετημένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ως μια αιώνια συνθήκη στην οποία οι πάντες πρέπει να προσαρμοστούν. Αφού αυτή η λαθεμένη αντίληψη διασφαλίζει την εκμετάλλευση της εργασίας απ’ το κεφάλαιο, προάγεται φυσικά απ’ τους καπιταλιστές ως η ιδεολογία της αστικής κοινωνίας και κατηχείται μ’ αυτή το προλεταριάτο.

Οι καπιταλιστικοί όροι της κοινωνικής παραγωγής αναγκάζουν την εργατική τάξη ν’ αποδεχτεί την εκμετάλλευσή της ως τον μόνο τρόπο να εξασφαλίσει την επιβίωσή της. Οι άμεσες ανάγκες του εργάτη μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο αν παραδοθεί στους όρους αυτούς και την αντανάκλασή τους στην άρχουσα ιδεολογία. Γενικά, θ’ αποδεχθεί μαζί με τους όρους και την ιδεολογία ως αντιπροσωπευτική του πραγματικού κόσμου, κι ο μόνος τρόπος ν’ αψηφηθούν οι όροι αυτοί είναι η αυτοκτονία. Αν αποδράσει ο εργάτης απ’ την αστική ιδεολογία δεν θα μεταβάλλει την πραγματική του θέση στην κοινωνία, κι η απόδραση αυτή αποτελεί στην καλύτερα μια πολυτέλεια εντός των όρων εξάρτησής του. Όσο κι αν χειραφετηθεί ιδεολογικά, όσον αφορά τους πρακτικούς σκοπούς θα πρέπει να συνεχίσει να κινείται σαν να βρισκόταν ακόμη υπό την επήρεια της αστικής ιδεολογίας. Αναγκαστικά, οι πράξεις του θα έρχονται σ’ αντίφαση με τη σκέψη του. Ίσως συνειδητοποιήσει ότι οι ατομικές του ανάγκες μπορούν να διασφαλιστούν μόνο μέσω συλλογικών ταξικών δράσεων, όμως θα συνεχίζει ν’ αναγκάζεται να καλύπτει τις άμεσές του ανάγκες ως άτομο. Ο διττός χαρακτήρας του καπιταλισμού ως κοινωνική παραγωγή για ιδιωτικό όφελος επανεμφανίζεται στην αμφισημία της θέσης του έργατη ως τόσο ένα άτομο όσο κι ως ένα μέλος μιας κοινωνικής τάξης.

Είναι αυτή η κατάσταση, κι όχι κάποια επίκτητη ανικανότητα να υπερβεί την καπιταλιστική ιδεολογία, που κάνει τους εργάτες απρόθυμους να εκφράσουν την αντικαπιταλιστική τους στάση και να δράσουν σύμφωνα μ’ αυτή, μια στάση που συμπληρώνει της κοινωνική τους θέση ως μισθωτούς εργάτες. Οι εργάτες έχουν πλήρη συνείδηση της ταξικής τους θέσης, ακόμη κι όταν το αγνοούν ή το αρνούνται, αναγνωρίζουν όμως επίσης τις τεράστεις δυνάμεις που παρατάσσονται απέναντί τους κι απειλούν να τους καταστρέψουν αν τολμήσουν ν’ αμφισβητήσουν τις καπιταλιστικές ταξικές σχέσεις. Είναι επίσης γι’ αυτόν τον λόγο που επιλέγουν έναν ρεφορμιστικό κι όχι έναν επαναστατικό τρόπο δράσης όταν προσπαθούν ν’ αποσπάσουν παραχωρήσεις απ’ την αστική τάξη. Η έλλειψη ταξικής συνείδησης δεν εκφράζει παρά τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις ισχύος, οι οποίες πράγματι δεν γίνεται να μεταβληθούν κατά βούληση. Ένας επιφυλακτικός «ρεαλισμός» -δηλαδή, μια αναγνώριση του περιορισμένου εύρους δραστηριοτήτων που τους είναι ανοικτές- καθορίζει τις σκέψεις και τις δράσεις τους και βρίσκει τη δικαιολόγησή του στην ισχύ του κεφαλαίου.

Ο μαρξισμός ως η θεωρητική κατανόηση του καπιταλισμού, αν δεν συνοδευτεί από επαναστατική δράση απ’ την πλευρά της εργατικής τάξης, παραμένει απλώς αυτή η κατανόηση. Αν δεν συνοδευτεί απ’ αυτή, δεν αποτελεί τη θεωρία μιας πραγματικής κοινωνικής πρακτικής αποφασισμένης κι ικανής ν’ αλλάξει τον κόσμο, αλλά λειτουργεί ως μια ιδεολογία εν αναμονή μιας τέτοιας πρακτικής. Η μαρξιστική ερμηνεία της πραγματικότητας, όσο ορθή κι αν είναι, δεν επηρεάζει τις άμεσα δοσμένες συνθήκες σε κανέναν υπολογίσιμο βαθμό. Απλώς περιγράφει τους πραγματικούς όρους στους οποίους βρίσκεται το προλεταριάτο, αφήνοντας την μεταβολλή των όρων στις μελλοντικές δράσεις των ίδιων των εργατών. Όμως, οι ίδιες οι συνθήκες στις οποίες βρίσκονται οι εργάτες τους υποβάλλουν στην κυριαρχία του κεφαλαίου και στην καλύτερη σε μια ανίσχυρη, ονομαστικά ιδεολογική, αντιπολίτευση. Η ταξική πάλη τους εντός του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού ενισχύει τον αντίπαλό τους κι εξασθενεί τις ίδιες τους τις αντιπολιτευτικές προδιαθέσεις. Ο επαναστατικός μαρξισμός δεν αποτελεί συνεπώς μια θεωρία της ταξικής πάλης ως τέτοιας, μα μια θεωρία της ταξικής πάλης υπό τις ειδικές συνθήκες της ύφεσης του καπιταλισμού. Δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά υπό τις «κανονικές» συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά πρέπει να περιμένει την κατάρρευσή τους. Μόνο όταν ο επιφυλακτικός «ρεαλισμός» των εργατών μετατρέπεται σε μη-ρεαλισμό, κι ο ρεφορμισμός σε ουτοπισμό -δηλαδή, όταν η αστική τάξη δεν είναι πλέον ικανή να διατηρήσει τη θέση της παρά μόνο μέσω της διαρκούς επιδείνωσης των όρων διαβίωσης του προλεταριάτου- οι αυθορμήτες εξεγέρσεις ίσως μετατραπούν σ’ επαναστατικές δράσεις αρκετά ισχυρές για την ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος.

Μέχρι σήμερα, η ιστορία του επαναστατικού μαρξισμού έχει υπάρξει η ιστορία των ηττών του, οι οποίες περιλαμβάνουν τις φαινομενικές επιτυχίες που κατέληξαν στην ανάδυση των κρατικοκαπιταλιστικών συστημάτων. Είναι σαφές ότι ο πρώιμος μαρξισμός όχι μόνο υποτίμησε την ανθεκτικότητα του καπιταλισμού, μα μαζί μ’ αυτό υπερεκτίμησε τη δύναμη της μαρξικής ιδεολογίας να επηρεάσει τη συνείδηση του προλεταριάτου. Η διαδικασία της ιστορικής αλλαγής, ακόμη κι αν επιταχύνεται απ’ τις δυναμικές του καπιταλισμού, είναι υπερβολικά αργή, ιδίως συγκριτικά με το προσδόκιμο ζωής ενός ατόμου. Όμως, η ιστορία της αποτυχίας είναι επίσης μια ιστορία αυταπατών που ξεπεράστηκαν κι εμπειριών που αποκτήθηκαν, αν όχι για το άτομο, τουλάχιστον για τη τάξη. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να μάθει απ’ την εμπειρία του. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να ‘χει, θ’ αναγκαστεί απ’ τις περιστάσεις να βρει έναν τρόπο να διασφαλίσει την ύπαρξή του πέρα απ’ τον καπιταλισμό ότι πλέον δεν θα μπορεί να επιβιώσει σ’ αυτόν. Μολονότι οι ιδιαιτερότητες μιας τέτοιας κατάστασης δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: ονομαστικά, ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης απ’ την καπιταλιστική κυριαρχία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της πρωτοβουλίας των ίδιων των εργάτων, κι ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας μέσω του τερματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η πραγματώση αυτού του σκοπού θα είναι ταυτοχρόνως η επικύρωση της μαρξικής θεωρίας και το τέλος του μαρξισμού.

Σημείωση:
1. [Σ.τ.Μ]: Μπορούμε να θυμηθούμε απ’ τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ότι η εκμηχάνιση της παραγωγής κι η ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας υπήρξε η απάντηση των καπιταλιστών στην εργατική πάλη για την εργάσιμη ημέρα. Η ταξική πάλη, πέρα απ’ το να ενέχει τη δυνητικότητα της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, αποτελεί τον τρόπο κίνησης της κεφαλαιακής σχέσης, την κινητήριο δύναμη της καπιταλιστικής ανάπτυξης.