Το παρακάτω κείμενο είναι το 17ο κεφάλαιο του βιβλίου του Ισαάκ Ιλίτς Ρούμπιν, Essays on Marx’s Theory of Value, εκδόσεις Black Rose Books, 1990, αγγλική μετάφραση η οποία βασίζεται στη τρίτη, αναθεωρήμενη έκδοση του έργου του Ρούμπιν, στην οποία ο συγγραφέας έλυσε πολλά απ’ τα προβλήματα των προηγούμενων εκδόσεων. Η τέταρτη ενότητα του κεφαλαίου, «Η Εξίσωση Προσφοράς και Ζήτησης», είχε εκδοθεί ως παράρτημα στο Ισαάκ Ιλίτς Ρούμπιν, Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδόσεις Κριτική, 1993. Δεν αναπαράγουμε την μετάφραση αυτής της έκδοσης, πήραμε όμως απ’ αυτή τα τρία γραφήματα στα ελληνικά, αν και κάποια εξ αυτών δεν είναι αρκετά καλά σχεδιασμένα.

1. Η Αξία κι η Ζήτηση

Οι υποστηρικτές της λεγόμενης «οικονομικής» αντίληψης για την κοινωνικά αναγκαία εργασία λένε: ένα εμπόρευμα μπορεί να πωληθεί σύμφωνα με την αξία του μόνο υπό τον όρο ότι η γενική ποσότητα των παρηγμένων εμπορευμάτων ενός δοσμένου είδους ανταποκρίνεται στον όγκο της κοινωνικής ανάγκης γι’ αυτά τα αγαθά ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ότι η πόσοτητα εργασίας που πράγματι ξοδεύεται σ’ έναν δοσμένο βιομηχανικό κλάδο συμπίπτει με την ποσότητα εργασίας που η κοινωνία μπορεί να ξοδέψει στην παραγωγή του δοσμένου είδους εμπορευμάτος, υποθέτοντας ένα δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο, είναι προφανές ότι αυτή η τελευταία ποσότητα εργασίας εξαρτάται απ’ τον όγκο της κοινωνικής ανάγκης για τα δοσμένα προϊόντα, ή απ’ το μέγεθος της ζήτησης γι’ αυτά. Αυτό σημαίνει ότι η αξία των εμπορευμάτων δεν εξαρτάται μόνο απ’ την παραγωγικότητα της εργασίας (η οποία εκφράζει αυτή την ποσότητα εργασίας αναγκαία για την παραγωγή των εμπορευμάτων υπό δοσμένων, μέσων τεχνικών όρων), μα επίσης απ’ τον όγκο των κοινωνικών αναγκών ή τη ζήτηση. Οι αντίπαλοι αυτής της αντίληψης ενίστανται ότι οι μεταβολές στη ζήτηση που δεν συνοδεύονται από μεταβολές στην παραγωγικότητα της εργασίας και τη τεχνική της παραγωγής, επιφέρουν μόνο προσωρινές αποκλίσεις των αγοραίων τιμών απ’ τις αγοραίες αξίες, κι όχι μακροπρόθεσμες, μόνιμες μεταβολές των μέσων τιμών, δηλαδή, δεν επιφέρουν μεταβολές στην ίδια την αξία. Για να συλλάβουμε αυτό το πρόβλημα είναι αναγκαίο να εξετάσουμε τις επιδράσεις του μηχανισμού της προσφοράς και της ζήτησης (ή, του ανταγωνισμού)[1].

«[Ό]ταν γίνεται λόγος για προσφορά και ζήτηση, θεωρούμε την προσφορά ίση με το άθροισμα των πωλητών ή παραγωγών ενός καθορισμένου είδους εμπορεύματος, και τη ζήτηση ίση με το άθροισμα των αγοραστών ή καταναλωτών (ατομικών ή παραγωγικών καταναλωτών) του ίδιου είδους εμπορεύματος» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 245). Επιτρέψτε μας να εστιάσουμε αρχικά στη ζήτηση. Πρέπει να την ορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια: η ζήτηση ισούται με το άθροισμα των αγοραστών πολλαπλασιασμένο με την μέση ποσότητα εμπορευμάτων που αγοράζει καθένας εξ αυτών, δηλαδή, η ζήτηση ισούται με το άθροισμα των εμπορευμάτων τα οποία μπορούν να βρουν αγοραστές στην αγορά. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι ο όγκος της ζήτησης αποτελεί μια ποσότητα προσδιορισμένη μ’ ακρίβεια, η οποία εξαρτάται απ’ τον όγκο της κοινωνικής ανάγκης για ένα δοσμένο προϊόν. Δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα. «[Ο] ποσοτικός προσδιορισμός αυτής της ανάγκης είναι πέρα για πέρα ελαστικός και κυμαινόμενος. Η παγιότητά του είναι φαινομενική. Αν τα μέσα συντήρησης ήταν πιο φτηνά ή ο μισθός σε χρήμα μεγαλύτερος, τότε οι εργάτες θ’ αγοράζαν περισσότερα απ’ αυτά και θα εκδηλωνόταν μεγαλύτερη “κοινωνική ανάγκη” γι’ αυτά τα είδη των εμπορευμάτων» (ό.π., σελ. 238· η έμφαση του Ρούμπιν). Όπως βλέπουμε, ο όγκος της ζήτησης είναι καθορισμένος, όχι μόνο απ’ τη δοσμένη ανάγκη του σήμερα, μα επίσης απ’ το μέγεθος του εισοδήματος ή την ικανότητα των αγοραστών να πληρώσουν, καθώς κι απ’ τις τιμές των εμπορευμάτων. Η ζήτηση ενός αγροτικού πληθυσμού για βαμβάκι μπορεί να μεγαλώσει: 1) απ’ την μεγαλύτερη ανάγκη του αγροτικού πληθυσμού για βαμβάκι αντί για σπιτικά παρασκευασμένο λινό (αφήνουμε στην άκρη το ζήτημα των οικονομικών ή κοινωνικών αιτιών αυτής της αλλαγής των αναγκών)· 2) από μια αύξηση του εισοδήματος ή της αγοραστικής δύναμης των αγροτών· 3) από μια πτώση της τιμής του βαμβακιού. Υποθέτωντας μια δοσμένη δομή αναγκών και μια δοσμένη αγοραστική δύναμη (δηλαδή, μια δοσμένη κατανομή του εισοδήματος στην κοινωνία), η ζήτηση για ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα μεταβάλλεται σε σχέση με τις μεταβολές της τιμής του. Η ζήτηση «κινείται σ’ αντίστροφη κατεύθυνση απ’ τη τιμή: η ζήτηση αυξάνει όταν η τιμή πέφτει, κι αντίστροφα» (ό.π., σελ. 241). «[Η] επέκταση ή η συστολή της αγοράς εξαρτάται απ’ τη τιμή του ξεχωριστού εμπορεύματος, κι η επέκταση ή η συστολή της είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την άνοδο ή την πτώση της τιμής αυτής» (ό.π., σελ. 141). Η επιρροή της αναφερθείσας μείωσης της τιμής των εμπορευμάτων στη διευρυνόμενη κατανάλωση αυτών των εμπορευμάτων, θα είναι περισσότερο έντονη αν αυτή η μείωση της τιμής δεν είναι μεταβατική μα μακροχρόνια, δηλαδή, αν η μείωση της τιμής είναι το αποτέλεσμα μιας αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας σ’ έναν δοσμένο κλάδο, και μιας πτώσης της αξίας του προϊόντος.

Συνεπώς, ο όγκος της ζήτησης για ένα δοσμένο εμπόρευμα μεταβάλλεται όταν μεταβάλλεται η τιμή του εμπορεύματος. Η ζήτηση είναι μια καθορισμένη ποσότητα μόνο για μια δοσμένη τιμή των εμπορευμάτων. Η εξάρτηση του όγκου της ζήτησης απ’ τις μεταβολές της τιμής έχει άνισο χαρακτήρα για τα διαφορετικά εμπορεύματα. Η ζήτηση για τα μέσα συντήρησης, για παράδειγμα, για το ψωμί, το αλάτι, κλπ, χαρακτηρίζεται από χαμηλή ελαστικότητα, δηλαδή, οι διακυμάνσεις του όγκου της κατανάλωσης των εμπορευμάτων αυτών, και συνεπώς της ζήτησης των εμπορευμάτων αυτών, δεν είναι εξίσου μεγάλη με τις αντίστοιχες διακυμάνσεις των τιμών τους. Αν η τιμή του ψωμιού μειωθεί στο μισό της πρότερης τιμής του, η κατανάλωση ψωμιού δεν θα διπλασιαστεί· θ’ αυξηθεί, αλλά όχι τόσο πολύ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση της τιμής του ψωμιού δεν αυξάνει τη ζήτηση του ψωμιού. Η άμεση κατανάλωση του ψωμιού θ’ αυξηθεί σε κάποιον βαθμό. Επιπλέον, «[έ]να μέρος των σιτηρών μπορεί να καταναλωθεί με την μορφή μπράντι ή μπύρας. Κι η αυξανόμενη κατανάλωση αυτών των δύο ειδών δεν περιορίζεται καθόλου μέσα σε στενά όρια» (ό.π., σελ. 817). Τέλος, «το φτήναιμα της παραγωγής σίτου μπορεί να έχει σαν συνέπεια να γίνει το σιτάρι, αντί της σίκαλης και της βρώμης, το κύριο μέσο διατροφής των λαϊκών μαζών» (ό.π.), κάτι το οποίο θ’ αυξήσει τη ζήτηση του σιταριού. Συνεπώς, ακόμη και τα μέσα συντήρησης υπάγονται στον γενικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο ο όγκος της κατανάλωσης, και συνεπώς ο όγκος της ζήτησης ενός δοσμένου εμπορεύματος, μεταβάλλεται αντιστρόφως ανάλογα απ’ την μεταβολή της τιμής τους. Αυτή η εξάρτηση της ζήτησης απ’ τη τιμή είναι εντελώς προφανής αν θυμηθούμε τον περιορισμένο χαρακτήρα της αγοραστικής δύναμης της μεγάλης μάζας του πληθυσμού, και πρωτίστως των μισθωτών εργατών στην καπιταλιστική κοινωνία. Στις εργατικές μάζες είναι διαθέσιμα μόνο φτηνά εμπορεύματα. Ορισμένα εμπόρευματα εισέρχονται πράγματι στα καταναλωτικά μοτίβα της πλειοψηφίας του πληθυσμού και γίνονται αντικείμενα μαζικής ζήτησης μόνο στον βαθμό που φτηνήνουν.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, οι κοινωνικές ανάγκες γενικά, κι επίσης οι κοινωνικές ανάγκες εφοδιασμένες μ’ αγοραστική δύναμη, ή η αντίστοιχη ζήτηση, δεν εκπροσωπούν, όπως έχουμε δει, ένα παγιωμένο μέγεθος προσδιορισμένο μ’ ακρίβεια. Το μέγεθος μιας συγκεκριμένης ζήτησης καθορίζεται από μια δοσμένη τιμή. Αν πούμε ότι η ζήτηση για ύφασμα σε μια δοσμένη χώρα κατά τη διάρκεια ενός έτους είναι 240.000 αρσίν [arshin, παλιά ρωσική μονάδα μέτρησης του μήκους, 1 αρσίν = 71,12 εκατοστά], τότε πρέπει σίγουρα να προσθέσουμε: «σε μια δοσμένη τιμή», για παράδειγμα 2,75 ρούβλια το αρσίν. Συνεπώς, η ζήτηση μπορεί να παρασταθεί μ’ έναν πίνακα ο οποίος δείχνει διαφορετικά μεγέθη ζήτησης σε σχέση με διαφορετικές τιμές. Επιτρέψτε μας να εξετάσουμε τον ακόλουθο πίνακα ζήτησης υφάσματος[2]:

Πίνακας 1

ΤΙΜΗ, σε ρούβλια
(ανά αρσίν)

ΖΗΤΗΣΗ
(σε αρσίν)

7

30.000

6

50.000

5

75.000

3,5

100.000

3,25

120.000

3

150.000

2,75

240.000

2,5

300.000

2

360.000

1

450.000

Επιτρέψτε μας να στραφούμε στους όρους υπό τους οποίους παράγεται το ύφασμα. Ας υποθέσουμε ότι όλα τα εργοστάσια υφάσματος παράγουν ύφασμα στη βάση των ίδιων τεχνικών όρων. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην μεταποίηση υφάσματος βρίσκεται σ’ ένα επίπεδο στο οποίο είναι αναγκαίο να ξοδευτούν 2,75 ώρες εργασίας (συμπεριλαμβανομένων των εξόδων για πρώτες ύλες, μηχανές, κλπ) για την παραγωγή 1 αρσίν υφάσματος. Αν υποθέσουμε ότι 1 ώρα εργασίας δημιουργεί μια αξία ίση με 1 ρούβλι, τότε 1 αρσίν υφάσματος έχει αγοραία αξία 2,75 ρούβλια. Σε μια καπιταλιστική οικονομία, η μέση τιμή του υφάσματος δεν ισούται με την εργασιακή αξία, μα με τη τιμή παραγωγής [τιμή παραγωγής = τιμή κόστους + μέσο κέρδος, βλέπε ό.π., σελ. 199]. Σ’ αυτή την περίπτωση, υποθέτουμε ότι η τιμή παραγωγής ισούται με 2,75 ρούβλια. Γενικότερα, παρακάτω θα μεταχειριστούμε την αγοραία αξία ως ίση είτε με την εργασιακή αξία είτε με τη τιμή παραγωγής. Μια αγοραία αξία 2,75 ρουβλιών είναι ένα μίνιμουμ κάτω απ’ το οποίο η τιμή του υφάσματος δεν μπορεί να πέσει για πολύ καιρό, καθώς μια τέτοια πτώση της τιμής θα προξενούσε μια μείωση της παραγωγή υφάσματος κι εκροή κεφαλαίου προς άλλους κλάδους. Υποθέτουμε επίσης ότι η αξία ενός αρσίν υφάσματος ισούται με 2,75 ρούβλια, ανεξαρτήτως του εάν παράγεται μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ποσότητα υφάσματος. Με άλλα λόγια, υποθέτουμε ότι η αυξημένη παραγωγή υφάσματος δεν μεταβάλλει την ποσότητα εργασίας ή το κόστος παραγωγής που ξοδεύεται στην παραγωγή 1 αρσίν υφάσματος. Σ’ αυτή την περίπτωση, η αγοραία αξία των 2,75 ρουβλιών, «το μίνιμουμ με το οποίο θ’ αρκεστούν οι παραγωγοί, είναι επίσης […] το μάξιμουμ»[3] πάνω απ’ το οποίο η τιμή δεν μπορεί ν’ ανέβει για πολύ καιρό, καθώς μια τέτοια αύξηση της τιμής θα προξενούσε μια εισροή κεφαλαίου από άλλους κλάδους και μια διεύρυνση της παραγωγής υφάσματος. Συνεπώς, από έναν άπειρο αριθμό πιθανών συνδυασμών του όγκου της ζήτησης και της τιμής, μόνο ένας συνδυασμός μπορεί να υπάρξει μακροχρόνια, ονομαστικά, ο συνδυασμός όπου η αγοραία αξία ισούται με τη τιμή, δηλαδή, ένας συνδυασμός ο οποίος στον Πίνακα 1 καταλαμβάνει την 7η θέση: 2,75 ρούβλια – 240.000 αρσίν. Προφανώς, ο συνδυασμός αυτός δεν θα εκδηλωθεί με τέτοια ακρίβεια, αλλά αναπαριστά την κατάσταση ισορροπίας, το μέσο επίπεδο, γύρω απ’ το οποίο θα κυμαίνονται οι πραγματικές αγοραίες τιμές κι ο πραγματικός όγκος της ζήτησης. Η αγοραία αξία των 2,75 ρούβλιων καθορίζει τον όγκο της ενεργούς ζήτησης, 240.000 αρσίν, κι η προσφορά (ονομαστικά, ο όγκος της παραγωγής) θα κεντροβαρίζει προς αυτή την ποσότητα. Η αύξηση της παραγωγής, για παράδειγμα, στο επίπεδο των 300.000 αρσίν, θα επιφέρει, όπως μπορούμε να δούμε στον πίνακα, μια πτώση της τιμής στα περίπου 2,5 ρούβλια, κάτω δηλαδή απ’ την αγοραία αξία, η οποία είναι ασύμφορη για τους παραγωγούς και τους αναγκάζει να μειώσουν την παραγωγή τους. Το αντίστροφο θα συμβεί στην περίπτωση μιας μείωσης της παραγωγής κάτω απ’ τα 240.000 αρσίν. Οι κανονικές αναλογίες της παραγωγής ή προσφοράς θα ισούνται με 240.000 αρσίν. Συνεπώς, όλοι οι συνδυασμοί στον πίνακά μας εκτός από έναν, τον 7ο, μπορούν να υπάρξουν μόνο προσωρινά, εκφράζοντας μια αφύσικη κατάσταση στην αγορά, κι υποδεικνύοντας μια απόκλιση της αγοραίας τιμής απ’ την αγοραία αξία. Μεταξύ όλων των πιθανών συνδυασμών, μόνο εκείνος που αντιστοιχεί στην αγοραία αξία (2,75 ρούβλια – 240.000 αρσίν) αναπαριστά μια κατάσταση ισορροπίας. Η αγοραία αξία των 2,75 ρουβλιών μπορεί ν’ αποκαλεστεί τιμή ισορροπίας ή κανονική τιμή, και το μέγεθος της παραγωγής των 240.000 αρσίν μπορεί ν’ αποκαλεστεί ποσότητα ισορροπίας[4], η οποία την ίδια στιγμή αναπαριστά την κανονική ζήτηση και την κανονική προσφορά.Τον πίνακα αυτόν μπορούμε να τον επεκτείνουμε τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω: προς τα πάνω ως το σημείο όπου τα εμπορεύματα θα βρουν έναν μικρό αριθμό αγοραστών απ’ τις πλούσιες τάξεις της κοινωνίας· προς τα κάτω ως το σημείο όπου η ανάγκη της πλειοψηφίας του πληθυσμού για ύφασμα ικανοποιείται τόσο ολοκληρωτικά που το περαιτέρω φτήνεμα του υφάσματος δεν θα προκαλέσει μια περαιτέρω αύξηση της ζήτησης. Μεταξύ των δύο αυτών άκρων, υπάρχει ένα άπειρος αριθμός συνδυασμών του όγκου της ζήτησης και του επιπέδου των τιμών. Ποιος εξ αυτών των πιθανών συνδυασμών υπάρχει στην πραγματικότητα; Έχοντας ως βάση μας μόνο τη ζήτηση, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν είναι πιθανότερο να πραγματωθεί ο όγκος της ζήτησης 30.000 αρσίν προς 7 ρούβλια το αρσίν απ’ τον όγκο της ζήτησης για 450.000 αρσίν προς 1 ρούβλι το αρσίν, ή αν είναι πιθανότερος ένας συνδυασμός ο οποίος κείτεται μεταξύ αυτών των δύο άκρων. Ο πραγματικός όγκος της ζήτησης καθορίζεται απ’ το μέγεθος της παραγωγικότητας της εργασίας, ο οποίος εκφράζεται στην αξία 1 αρσίν υφάσματος.

Μεταξύ των άπειρων ασταθών συνδυασμών ζήτησης, βρήκαμε μόνο έναν σταθερό συνδυασμό ισορροπίας ο οποίος συνίσταται απ’ τη τιμή ισορροπίας (αξία) και την αντίστοιχη ποσότητα ισορροπίας. Η σταθερότητα αυτού του συνδυασμού μπορεί να εξηγηθεί με τους όρους της σταθερότητας της τιμής παραγωγής (αξία), όχι απ’ τη σταθερότητα της ποσότητας ισορροπίας. Ο μηχανισμός της καπιταλιστικής οικονομίας δεν εξηγεί το γιατί ο όγκος της ζήτησης τείνει προς την ποσότητα των 240.000 αρσίν ανεξαρτήτως των όποιων διακυμάνσεων προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Όμως, ο μηχανισμός αυτός εξηγεί πλήρως ότι οι αγοραίες τιμές πρέπει να τείνουν προς την αξία (ή τιμή παραγωγής) των 2,75 ρουβλιών, παρά τις όποιες διακυμάνσεις. Συνεπώς, ο όγκος της ζήτησης τείνει προς τα 240.000 αρσίν. Η κατάσταση της τεχνολογίας καθορίζει την αξία του προϊόντος, κι η αξία με τη σειρά της καθορίζει τον κανονικό όγκο της ζήτησης και την αντίστοιχη κανονική ποσότητα της προσφοράς, αν υποθέσουμε ένα δοσμένο επίπεδο αναγκών κι ένα δοσμένο επίπεδο εισοδήματος του πληθυσμού. Η απόκλιση της πραγματικής προσφοράς απ’ την κανονική (δηλαδή, η υπερπαραγωγή ή υποπαραγωγή) επιφέρει μια απόκλιση της αγοραίας τιμής απ’ την αξία. Αυτή η απόκλιση της τιμής με τη σειρά της επιφέρει μια τάση μεταβολής της πραγματικής προσφοράς προς την κατεύθυνση της κανονικής. Αν όλο αυτό το σύστημα διακυμάνσεων, ή αυτός ο μηχανισμός προσφοράς και ζήτησης, περιστρέφεται γύρω από σταθερές ποσότητες -αξίες- οι οποίες καθορίζονται απ’ τη τεχνική της παραγωγής, τότε οι μεταβολές των αξιών αυτών που απορρέουν απ’ την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιφέρουν αντίστοιχες μεταβολές στο σύνολο του μηχανισμού της προσφοράς και της ζήτησης. Δημιουργείται ένα νέο βαρύκεντρο στον μηχανισμό της αγοράς. Οι μεταβολές των αξιών μεταβάλλουν τον όγκο της κανονικής ζήτησης. Αν, λόγω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή 1 αρσίν υφάσματος μειωθεί από 2,75 σε 2,5 ώρες, και συνεπώς η αξία 1 αρσίν υφάσματος πέσει από 2,75 σε 2,5 ρούβλια, τότε το μέγεθος της κανονικής ζήτησης και της κανονικής προσφοράς θα εδραιώνονταν στο επίπεδο των 300.000 αρσίν (αν οι ανάγκες κι η αγοραστική δύναμη του πληθυσμού παρέμεναν αμετάβλητες). Μεταβολές στην αξία προξενούν μεταβολές στην προσφορά και τη ζήτηση. «Αν, επομένως, η ζήτηση κι η προσφορά ρυθμίζουν την αγοραία τιμή ή, πιο σωστά, τις αποκλίσεις των αγοραίων τιμών απ’ την αγοραία αξία, απ’ την άλλη, η αγοραία αξία ρυθμίζει τη σχέση ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά, ή το κέντρο γύρω απ’ το οποίο οι διακυμάνσεις στη ζήτηση και την προσφορά προκαλούν τις διακυμάνσεις των αγοραίων τιμών» (ό.π., σελ. 229). Με άλλα λόγια, η αξία (ή κανονική τιμή) καθορίζει την κανονική ζήτηση και την κανονική προσφορά. Οι αποκλίσεις της πραγματικής ζήτησης ή προσφοράς απ’ τα κανονικά τους επίπεδα καθορίζει «την αγοραία τιμή ή, πιο σωστά, τις αποκλίσεις των αγοραίων τιμών απ’ την αγοραία αξία», αποκλίσεις οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν μια κίνηση προς την ισορροπία. Η αξία ρυθμίζει τη τιμή μέσω της κανονικής ζήτησης και της κανονικής προσφοράς. Την κατάσταση στην οποία τα εμπορεύματα πωλούνται σύμφωνα με τις αξίες τους την ονομάζουμε κατάσταση ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Κι αφού η πώληση των εμπορευμάτων στις αξίες τους αντιστοιχεί σ’ αυτή την κατάσταση ισορροπίας μεταξύ διαφορετικών παραγωγικών κλάδων, οδηγούμαστε στο εξής συμπέρασμα: η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης υπάρχει αν υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ των διάφορων παραγωγικών κλάδων. Θα διαπράτταμε μεθοδολογικό σφάλμα αν λαμβάναμε ως αφετηρία της οικονομικής μας ανάλυσης την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Όπως και στις προηγούμενες αναλύσεις μας, αφετηρία παραμένει η ισορροπία στον καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας μεταξύ των διαφορετικών παραγωγικών κλάδων.

Μολονότι οι απόψεις που εξέφρασε ο Μαρξ αναφορικά με την προσφορά και τη ζήτηση στο 10ο κεφάλαιο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου (κι αλλού) είναι αποσπασματικές, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βρίσκουμε στο έργο του Μαρξ ενδείξεις οι οποίες μαρτυρούν το γεγονός ότι κατανοούσε τον μηχανισμό της προσφοράς και της ζήτησης με τον τρόπο που τον παρουσιάζουμε εδώ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, η αγοραία τιμή θ’ αντιστοιχεί στην αγοραία αξία υπό τον όρο οι πωλητές «να ρίξουν στην αγορά την μάζα των εμπορευμάτων που απαιτούν οι ανάγκες της κοινωνίας, δηλαδή, την ποσότητα εκείνη των εμπορευμάτων για την οποία η κοινωνία είναι σε θέση να πληρώσει την αγοραία αξία» (ό.π., σελ. 228). Με τα λόγια του Μαρξ, «οι ανάγκες της κοινωνίας» εξαρτώνται απ’ την ποσότητα των εμπορευμάτων τα οποία βρίσκουν οι αγοραστές στην αγορά σε τιμή που ισούται με την αξία, δηλαδή, απ’ την ποσότητα που αποκαλέσαμε «κανονική ζήτηση» ή «κανονική προσφορά». Αλλού, ο Μαρξ μιλάει για τη «διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα των παρηγμένων εμπορευμάτων και την ποσότητα των εμπορευμάτων που δίνει τη δυνατότητα να πωλούνται στην αγοραία αξία» (ό.π., σελ. 234), δηλαδή, για τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής και της «κανονικής» ζήτησης. Έτσι εξηγούνται διάφορα αποσπάσματα στο έργο του Μαρξ, αποσπάσματα όπου μιλάει για τις «συνήθεις» κοινωνικές ανάγκες και τον «συνήθη» όγκο της προσφοράς και της ζήτησης. Αυτό που έχει στο μυαλό του είναι η «κανονική ζήτηση» κι η «κανονική προσφορά», οι οποίες αντιστοιχούν σε μια δοσμένη αξία κι οι οποίες μεταβάλλονται αν μεταβληθεί η αξία. Ο Μαρξ είπε για έναν Άγγλο οικονομολόγο: «Ο έξυπνος αυτός άνθρωπος δεν καταλαβαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση ίσα-ίσα η αλλαγή στα έξοδα παραγωγής, επομένως και στην αξία, είχε προκαλέσει την αλλαγή στη ζήτηση, επομένως στη σχέση ζήτησης και προσφοράς, κι ότι αυτή η αλλαγή στη ζήτηση μπορεί να επιφέρει μια αλλαγή στην προσφορά, πράγμα που θ’ αποδείκνυε το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που θέλει ν’ αποδείξει ο στοχαστής μας. Συγκεκριμένα, θ’ αποδείκνυε ότι η αλλαγή στα έξοδα παραγωγής δεν ρυθμίζεται καθόλου απ’ τη σχέση της ζήτησης και της προσφοράς, αλλά αντίθετα αυτά τα ίδια είναι που ρυθμίζουν τη σχέση αυτή» (ό.π., σελ. 242· η έμφαση του Ρούμπιν).

Είδαμε ότι οι μεταβολές της αξίας (αν οι ανάγκες κι η αγοραστική δύναμη του πληθυσμού παραμένουν σταθερές) επιφέρουν μεταβολές του κανονικού όγκου της ζήτησης. Επιτρέψτε μας τώρα να δούμε αν υπάρχει εδώ κι η αντίστροφη σχέση: αν μια μακροχρόνια μεταβολή της ζήτησης προκαλεί μια μεταβολή της αξίας του προϊόντος, όταν η τεχνική της παραγωγής παραμένει αμετάβλητη. Αναφερόμαστε σε μακροχρόνιες σταθερές μεταβολές της ζήτησης, κι όχι σε προσωρινές μεταβολές οι οποίες επηρεάζουν μόνο την αγοραία τιμή. Τέτοιες μακροχρόνιες μεταβολές (για παράδειγμα, η αύξηση της ζήτησης ενός δοσμένου προϊόντος) που είναι ανεξάρτητες από μεταβολές της αξίας των προϊόντων, μπορούν να συμβούν είτε λόγω μιας αύξησης της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού είτε λόγω αυξημένων αναγκών για ένα δοσμένο προϊόν. Η ένταση των αναγκών μπορεί ν’ αυξηθεί λόγω κοινωνικών ή φυσικών αιτιών (για παράδειγμα, μακροχρόνιες μεταβολές των κλιματικών συνθηκών ίσως δημιουργήσουν μια μεγαλύτερη ζήτηση για χειμερινά ρούχα). Αυτό το ζήτημα θα το εξετάσουμε παρακάτω. Προς το παρόν, θ’ αποδεχτούμε ως δεδομένο ότι ο πίνακας της ζήτησης για ύφασμα άλλαξε, για παράδειγμα, λόγω αυξημένων αναγκών για χειμερινό ρουχισμό. Οι μεταβολές σ’ αυτόν τον πίνακα εκφράζονται απ’ το γεγονός ότι τώρα ένας μεγαλύτερος αριθμός αγοραστών συμφωνεί να πληρώσει μια υψηλότερη τιμή για ύφασμα, ονομαστικά ότι σε κάθε τιμή υφάσματος αντιστοιχεί ένας μεγαλύτερος αριθμός αγοραστών και μια μεγαλύτερη ζήτηση. Ο πίνακας παίρνει την εξής μορφή:

Πίνακας 2

ΤΙΜΗ, σε ρούβλια
(ανά αρσίν)

ΖΗΤΗΣΗ
(σε αρσίν)

7

50.000

6

75.000

5

100.000

3,5

150.000

3,25

200.000

3

240.000

2,75

280.000

2,5

320.000

2

400.000

1

500.000

Η αγοραία τιμή που αντιστοιχούσε στην αξία στον Πίνακα 1 ήταν 2,75 ρούβλια, κι ο κανονικός όγκος της ζήτησης και της προσφοράς ήταν 240.000 αρσίν. Η μεταβολή της ζήτησης που βλέπουμε στον Πίνακα 2 αύξησε άμεσα την αγοραία τιμή του υφάσματος στα 3 ρούβλια για 1 αρσίν, καθώς υπήρχαν μόνο 240.000 αρσίν στην αγορά. Σύμφωνα με τον πίνακά μας, αυτή ήταν η ποσότητα που ζητούνταν απ’ τους αγοραστές στη τιμή των 3 ρουβλιών. Όλοι οι παραγωγοί πωλούν τα εμπορεύματά τους, όχι για 2,75 ρούβλια όπως πριν, αλλά για 3 ρούβλια. Αφού η τεχνική της παραγωγής δεν άλλαξε (καθώς έτσι υποθέσαμε), οι παραγωγοί έλαβαν ένα υπερκέρδος 0,25 ρούβλια ανά αρσίν. Αυτό επιφέρει μια διεύρυνση της παραγωγής και, πιθανόν, ακόμη και μια εισροή κεφαλαίου από άλλες σφαίρες (μέσω επέκτασης των πιστώσεων που δίνουν οι τράπεζες στη βιομηχανία υφασμάτων). Η παραγωγή θα διευρυνθεί μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου θα επανεδραιωθεί η ισορροπία μεταξύ της βιομηχανίας υφασμάτων και των άλλων παραγωγικών κλάδων. Αυτό θα συμβεί όταν η βιομηχανία υφασμάτων αυξήσει την παραγωγή της από 240.000 σε 280.000 αρσίν, τα οποία θα πωλούνται στην προηγούμενη τιμή των 2,75 ρουβλιών. Η τιμή αυτή αντιστοιχεί στην κατάσταση της τεχνικής και την αγοραία αξία. Η αύξηση ή μείωση της ζήτησης δεν μπορεί να προκαλέσει μια αύξηση ή πτώση της αξίας του προϊόντος αν οι τεχνικοί όροι της παραγωγής παραμείνουν σταθεροί, μπορεί όμως να προκαλέσει μια αύξηση ή μείωση της παραγωγής ενός κλάδου. Ωστόσο, η αξία του προϊόντος καθορίζεται αποκλειστικά απ’ το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κι απ’ τη τεχνική της παραγωγής. Συνεπακόλουθα, η ζήτηση δεν επηρεάζει το μέγεθος της αξίας· αντ’ αυτού, η αξία, σε συνδυασμό με τη ζήτηση η οποία καθορίζεται εν μέρει απ’ την αξία, καθορίζει τον όγκο της παραγωγής σ’ έναν δοσμένο κλάδο, δηλαδή, την κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων. «Ο επείγον χαρακτήρας των αναγκών επηρεάζει την κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων στην κοινωνία, όμως η σχετική αξία των διαφορετικών προϊόντων καθορίζεται απ’ την εργασία που ξοδεύεται στην παραγωγή τους»[5].

Αντιφάσκουμε με τη βασική υπόθεση της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ ότι η ανάπτυξη της οικονομίας καθορίζεται απ’ τους όρους της παραγωγής, απ’ τη σύνθεση και το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αν αναγνωρίσουμε την επιρροή των μεταβολών της ζήτησης επί του όγκου της παραγωγής, διευρύνοντας και συστέλλοντας την; Καθόλου. Αν οι μεταβολές της ζήτησης για ένα δοσμένο εμπόρευμα επηρεάζει τον όγκο της παραγωγής του, οι μεταβολές αυτές της ζήτησης προκαλούνται με τη σειρά τους απ’ τις ακόλουθες αιτίες: 1) μεταβολές της αξίας ενός δοσμένου εμπορεύματος, για παράδειγμα το φτήνεμά του ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σ’ έναν δοσμένο παραγωγικό κλάδο· 2) μεταβολές της αγοραστικής δύναμης ή του εισοδήματος διαφορετικών κοινωνικών ομάδων· αυτό σημαίνει ότι η ζήτηση καθορίζεται απ’ το εισόδημα των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και «καθορίζεται στην ουσία απ’ τον συσχετισμό των διάφορων τάξεων μεταξύ τους κι απ’ την αντίστοιχη οικονομική θέση τους» (ό.π., σελ. 229) το οποίο μεταβάλλεται σε σχέση με την μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων· 3) τέλος, μεταβολές της έντασης ή του επείγοντα χαρακτήρα της ανάγκης για ένα δοσμένο εμπόρευμα. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι στη τελευταία περίπτωση θεωρούμε την παραγωγή ως να εξαρτάται απ’ την κατανάλωση. Ωστόσο, πρέπει να ρωτήσουμε τι προκαλεί μεταβολές του επείγοντα χαρακτήρα της ανάγκης για ένα δοσμένο εμπόρευμα. Υποθέτουμε ότι αν η τιμή των σιδερένιων αρότρων κι η αγοραστική δύναμη του πληθυσμού παραμείνουν σταθερές κι η ανάγκη για άροτρα αυξηθεί λόγω της αντικατάστασης στη γεωργία των ξύλινων αρότρων από σιδερένια, η αυξανόμενη ανάγκη επιφέρει μια προσωρινή αύξηση της αγοραίας τιμής των σιδερένιων αρότρων πάνω απ’ την αξία τους, κι ως αποτέλεσμα αυξάνεται η παραγωγή των σιδερένιων αρότρων. Η αυξημένη ανάγκη ή ζήτηση επιφέρει μια διεύρυνση της παραγωγής. Ωστόσο, αυτή η αύξηση της ζήτησης προξενήθηκε απ’ την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όχι στον δοσμένο παραγωγικό κλάδο (την παραγωγή σιδερένιων αρότρων) αλλά σε άλλους κλάδους (τη γεωργία). Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, το οποίο σχετίζεται με τα καταναλωτικά αγαθά. Η επιτυχημένη προπαγάνδα ενάντια στο αλκοόλ μειώνει τη ζήτηση γι’ αλκοολούχα ποτά· η τιμή τους πέφτει προσωρινά κάτω απ’ την αξία τους, κι ως αποτέλεσμα η παραγωγή των αποστακτήριων μειώνεται. Επιλέξαμε επίτηδες ένα παράδειγμα στο οποίο η μείωση της παραγωγής προκαλείται από κοινωνικές αιτίες ιδεολογικού κι όχι οικονομικού χαρακτήρα. Είναι προφανές ότι η επιτυχία της προπαγάνδας ενάντια στο αλκοόλ οφείλονται στο οικονομικό, το κοινωνικό, το πολιτιστικό και το ηθικό επίπεδο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, ένα επίπεδο το οποίο με τη σειρά του μεταβάλλεται ως αποτέλεσμα μιας περίπλοκης σειράς κοινωνικών συνθηκών που το περιβάλλουν. Οι κοινωνικές αυτές συνθήκες μπορούν να εξηγηθούν, σε τελική ανάλυση, απ’ την ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων της κοινωνίας. Τέλος, μπορούμε να κινηθούμε απ’ τους οικονομικούς και κοινωνικούς όρους οι οποίοι μεταβάλλουν τη ζήτηση, σε φυσικά φαινόμενα τα οποία ίσως επίσης επηρεάσουν τον όγκο της ζήτησης σ’ ορισμένες περιπτώσεις. Οξείες και μακροχρόνιες αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες μπορούν να ενισχύσουν ή να εξασθενήσουν την ανάγκη για χειμερινά ρούχα και να επιφέρουν μια διεύρυνση ή συστολή της παραγωγής υφάσματος. Δεν υπάρχει εδώ ανάγκη ν’ αναφέρουμε ότι μεταβολές της ζήτησης που επιφέρονται από καθαρά φυσικές αιτίες, πλήρως ανεξάρτητες από κοινωνικές αιτίες, είναι σπάνιες. Ακόμη όμως και τέτοιες αιτίες δεν αντιφάσκουν με την άποψη της πρωτοκαθεδρίας της παραγωγής επί της κατανάλωσης. Η άποψη αυτή δεν πρέπει να νοηθεί με την έννοια ότι η παραγωγή διεξάγεται αυτόματα, σε κάποιο είδος κενού, έξω απ’ τη κοινωνία των ζωντανών ανθρώπων με τις διάφορες ανάγκες τους οι οποίες βασίζονται σε βιολογικές ανάγκες (τροφή, προστασία απ’ το κρύο, κλπ). Όμως, τ’ αντικείμενα με τα οποία ο άνθρωπος ικανοποιεί τις ανάγκες του κι ο τρόπος ικανοποίησης των αναγκών αυτών καθορίζονται απ’ την ανάπτυξη της παραγωγής, κι η παραγωγή, με τη σειρά της, τροποποιεί τον χαρακτήρα των δοσμένων αναγκών κι ίσως δημιουργήσει ακόμη και καινούριες ανάγκες. «Η πείνα είναι πείνα, αλλά η πείνα η οποία ικανοποιείται με μαγειρεμένο κρέας που τρώγεται με μαχαίρι και πιρούνι είναι διαφορετική απο εκείνη την πείνα η οποία καταβροχθίζει ωμό κρέας με το χέρι, τα νύχια και τα δόντια»[6]. Αυτή η συγκεκριμένη μορφή πείνας «η οποία ικανοποιείται με μαγειρεμένο κρέας που τρώγεται με μαχαίρι και πιρούνι» είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, οι μεταβολές των κλιματικών συνθηκών προξενούν ανάγκες για δοσμένα αγαθά, για ύφασμα, ονομαστικά για ύφασμα μιας καθορισμένης ποιότητας και παρασκευής, δηλαδή, μια ανάγκη ο χαρακτήρας της οποίας καθορίζεται απ’ την πρότερη ανάπτυξη της κοινωνίας και, σε τελική ανάλυση, των παραγωγικών της δυνάμεων. Η ποσοτική αύξηση της ζήτησης για ύφασμα διαφέρει για τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις κι εξαρτάται απ’ τα εισοδήματά τους. Αν σε μια δοσμένη περίοδο παραγωγής, ένα δοσμένο επίπεδο ανάγκης για ύφασμα (μια ανάγκη βασισμένη σε βιολογικές ανάγκες) αποτελεί ένα γεγονός δοσμένο εκ των προτέρων ή μια προϋπόθεση της παραγωγής, τότε μια τέτοια κατάσταση της ανάγκης για ύφασμα είναι με τη σειρά της το αποτέλεσμα της προηγούμενης κοινωνικής ανάπτυξης. «Μόνο μέσω της διαδικασίας της παραγωγής, [οι προϋποθέσεις της παραγωγής] μετατρέπονται από φυσικούς σε ιστορικούς όρους. Κι αν για μία περίοδο εμφανίζονται σαν φυσικές προϋποθέσεις της παραγωγής, ωστόσο για μία άλλη παραγωγή αποτελούσαν το ιστορικό της αποτέλεσμα»[7]. Ο χαρακτήρας κι η μεταβολή μιας ανάγκης για ένα δοσμένο προϊόν, ακόμη κι αν πρόκειται βασικά για μια βιολογική ανάγκη, καθορίζεται απ’ την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που ίσως συμβεί στη δοσμένη σφαίρα παραγωγής ή σ’ άλλες σφαίρες· που ίσως συμβεί στην παρούσα ή που συνέβη σε μια προηγούμενη ιστορική περίοδο. Ο Μαρξ δεν αρνείται την επιρροή της κατανάλωσης στην παραγωγή ούτε τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Όμως, σκοπός του είναι να βρει την κοινωνική ομαλότητα στην μεταβολή των αναγκών, μια ομαλότητα η οποία σε τελική ανάλυση μπορεί με ερμηνευθεί με τους όρους της ομαλότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

2. Η Αξία κι ο Αναλογικός Καταμερισμός της Εργασίας

Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο όγκος της ζήτησης για ένα δοσμένο προϊόν καθορίζεται απ’ την αξία του προϊόντος και μεταβάλλεται όταν μεταβάλλεται η αξία (αν οι ανάγκες κι η παραγωγική δύναμη του πληθυσμού είναι δοσμένες). Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σ’ έναν δοσμένο κλάδο μεταβάλλει την αξία ενός προϊόντος και συνεπώς τον όγκο της κοινωνικής ζήτησης για το προϊόν. Όπως μπορούμε να δούμε στον Πίνακα 1, ένας καθορισμένος όγκος ζήτησης αντιστοιχεί σε μια δοσμένη αξία του προϊόντος. Ο όγκος της ζήτησης ισούται με τον αριθμό των μονάδων προϊόντος που αντιστοιχούν σε μια δοσμένη τιμή. Ο πολλαπλασιασμός της αξίας ανά μονάδα προϊόντος (η οποία καθορίζεται απ’ τους τεχνικούς όρους της παραγωγής) επί του αριθμού των μονάδων που θα πωληθούν στη δοσμένη αξία, εκφράζει την κοινωνική ανάγκη που είναι ικανή να πληρώσει για το δοσμένο προϊόν[8]. Αυτό είναι που ο Μαρξ αποκάλεσε «ποσοτικά καθορισμένες ανάγκες της κοινωνίας» (ό.π., σελ. 791), «μέγεθος της κοινωνικής ανάγκης» (ό.π., σελ. 234), «δοσμένη έκταση των κοινωνικών αναγκών» (ό.π., σελ. 237). Οι «καθορισμένες ποσότητες κοινωνικής παραγωγής στους διάφορους κλάδους παραγωγής» (ό.π., σελ. 237-238), η «χρονιάτικη διεύρυνση της παραγωγής» (ό.π., σελ. 238), ανταποκρίνονται σ’ αυτή την κοινωνική ανάγκη. Αυτός ο σύνηθες, κανονικός όγκος παραγωγής καθορίζεται απ’ το «αν η εργασία είναι ανάλογα καταμερισμένη στις διάφορες σφαίρες παραγωγής, σύμφωνα μ’ αυτές τις ποσοτικά καθορισμένες ανάγκες της κοινωνίας» (ό.π., σελ. 791).

Συνεπώς, ένα δοσμένο μέγεθος αξίας ανά μονάδα εμπορεύματος καθορίζει τον αριθμό των εμπορευμάτων που βρίσκουν αγοραστές, και το γινόμενο των δύο αυτών αριθμών (αξία επί ποσότητα) εκφράζει τον όγκο της κοινωνικής ανάγκης, την οποία ο Μαρξ πάντα εννοούσε την κοινωνική ανάγκη που έχει τη δυνατότητα να πληρώσει. Αν η αξία ενός αρσίν ύφασμα είναι 2,75 ρούβλια, ο αριθμός των αρσίν υφάσματος που ζητούνται στην αγορά ισούται με 240.000. Ο όγκος της κοινωνικής ανάγκης εκφράζεται απ’ τις ακόλουθες ποσότητες: 2,75 ρούβλια x 240.000 = 660.000 ρούβλια. Αν 1 ρούβλι αναπαριστά μια αξία δημιουργημένη από 1 ώρα εργασίας, τότε 660.000 ώρες μέσης κοινωνικής εργασίας ξοδεύονται στην παραγωγή υφάσματος, δοσμένου ενός αναλογικού καταμερισμού της εργασίας μεταξύ των ιδιαίτερων παραγωγικών κλάδων. Αυτή η ποσότητα δεν καθορίζεται εκ των προτέρων από κανέναν στην καπιταλιστική κοινωνία· κανείς δεν την ελέγχει, και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τη διατηρήσει. Εδραιώνεται μόνο ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού στην αγορά, σε μια διαδικασία η οποία διαρκώς διακόπτεται από αποκλίσεις και κλονισμούς, μια διαδικασία στην οποία «παίζουν το παρδαλό παιχνίδι τους η τύχη κι η αυθαιρεσία»[9], όπως ο Μαρξ υπέδειξε επανειλημμένως. Ο αριθμός αυτός εκφράζει μόνο το μέσο επίπεδο ή το σταθερό κέντρο γύρω απ’ το οποίο κυμαίνονται οι πραγματικοί όγκοι της προσφοράς και της ζήτησης. Η σταθερότητα αυτού του μεγέθους της κοινωνικής ανάγκης (660.000) εξηγείται αποκλειστικά απ’ το γεγονός ότι αναπαριστά έναν συνδυασμό ή πολλαπλασιασμό δύο αριθμών, ο ένας εκ των οποίων (2,75 ρούβλια) είναι η αξία ανά μονάδα εμπορεύματος, η οποία καθορίζεται απ’ τις παραγωγικές τεχνικές κι αναπαριστά ένα σταθερό κέντρο γύρω απ’ το οποίο κυμαίνονται οι αγοραίες τιμές. Ο άλλος αριθμός, 240.000 αρσίν, εξαρτάται απ’ τον πρώτο. Ο όγκος της κοινωνικής ζήτησης και της κοινωνικής παραγωγής σ’ έναν δοσμένο κλάδο κυμαίνεται γύρω απ’ τον αριθμό 660.000, ακριβώς επειδή οι αγοραίες τιμές κυμαίνονται γύρω απ’ την αξία των 2,75 ρουβλιών. Η σταθερότητα ενός δοσμένου όγκου κοινωνικής ανάγκης είναι το αποτέλεσμα της σταθερότητας ενός δοσμένου μεγέθους αξίας ως το κέντρο των διακυμάνσεων των αγοραίων τιμών[10].

Οι υπέρμαχοι της «οικονομικής» ερμηνείας της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας έχουν θέσει την όλη διαδικασία με το κεφάλι κάτω, λαμβάνοντας το τελικό της αποτέλεσμα, τον αριθμό 660.000 ρούβλια, την αξία της συνολικής μάζας των εμπορευμάτων σ’ έναν δοσμένο κλάδο, ως την αφετηρία της ανάλυσής τους. Μας λένε: δεδομένου ενός συγκεκριμένου επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η κοινωνία μπορεί να ξοδέψει 660.000 ώρες εργασίας στην παραγωγή υφάσματος. Αυτές οι ώρες εργασίας δημιουργούν μια αξία 660.000 ρουβλιών. Η αξία των εμπορευμάτων στον δοσμένο κλάδο πρέπει συνεπώς να ισούται με 660.000 ρούβλια· δεν μπορεί να είναι ούτε μεγαλύτερη ούτε μικρότερη. Αυτή η οριστικά παγιωμένη ποσότητα καθορίζει την αξία μιας συγκεκριμένης μονάδας εμπορεύματος: ο αριθμός αυτός ισούται με το πηλίκο που προκύπτει αν διαιρέσουμε το 660.000 με τον αριθμό των παρηγμένων μονάδων προϊόντος. Αν παραχθούν 240.000 μονάδες υφάσματος, τότε η αξία ενός αρσίν ισούται με 2,75 ρούβλια· αν η παραγωγή αυξηθεί σε 264.000 αρσίν, τότε η αξία πέφτει στα 2,5 ρούβλια· ωστόσο, αν η παραγωγή μειωθεί στα 220.000 αρσίν, τότε η αξία ανεβαίνει στα 3 ρούβλια. Καθένας εξ αυτών των συνδυασμών (2,75 ρούβλια x 240.000· 2,5 ρούβλια x 264.000· 3 ρούβλια x 220.000) ισούται με 660.000. Η αξία μιας μονάδας προϊόντος μπορεί να μεταβληθεί (2,75 ρούβλια, 2,5 ρούβλια ή 3 ρούβλια) ακόμη κι αν η τεχνική της παραγωγής παραμείνει αμετάβλητη. Η γενική αξία όλων των προϊόντων (660.000 ρούβλια) έχει έναν σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα. Η γενική ποσότητα εργασίας που χρειάζεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής δοσμένης μιας αναλογικής κατανομής της εργασίας (660.000 ώρες εργασίας) έχει επίσης έναν σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα. Υπό δεδομένους όρους, αυτό το σταθερό μέγεθος μπορεί να δωθεί με διάφορους τρόπους από δύο παράγοντες: την αξία ανά μονάδα εμπορεύματος και τον αριθμό των παρηγμένων αγαθών (2,74 ρούβλια x 240.000 = 2,5 ρούβλια x 264.000 = 3 ρούβλια x 220.000 = 660.000). Μ’ αυτόν τον τρόπο, η αξία του εμπορεύματος δεν καθορίζεται απ’ την ποσότητα της εργασίας αναγκαίας για την παραγωγή μιας μονάδας εμπορεύματος, μα απ’ το συνολικό μέγεθος της εργασίας που διατίθεται στη δοσμένη σφαίρα παραγωγής[11] διά τον αριθμό των παρηγμένων αγαθών. Αυτή η περίληψη του ισχυρισμού των υποστηρικτών της λεγόμενης «οικονομικής» ερμηνείας της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας είναι, κατά την άποψή μας, ανεπαρκής, για τους εξής λόγους:

  1. Λαμβάνοντας την ποσότητα της εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής (το αποτέλεσμα της σύνθετης διαδικασίας του ανταγωνισμού στην αγορά) ως αφετηρία της ανάλυσης, η «οικονομική» ερμηνεία φαντάζεται ότι η καπιταλιστική κοινωνία λειτουργεί όπως μια οργανωμένη σοσιαλιστική κοινωνία, στην οποία ο αναλογικός καταμερισμός της εργασίας υπολογίζεται εκ των προτέρων.
  2. Η ερμηνεία αυτή δεν εξετάζει το ζήτημα του τι καθορίζει την ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα, μια ποσότητα η οποία, στην καπιταλιστική κοινωνία, δεν καθορίζεται από κανέναν, κι ούτε συντηρείται συνειδητά από κάποιον. Μια τέτοια ανάλυση θα έδειχνε ότι αυτή η ποσότητα εργασίας είναι το αποτέλεσμα ή το γινόμενο της αξίας ανά μονάδα προϊόντος επί την ποσότητα των προϊοντων που ζητούνται στην αγορά σε μια δοσμένη τιμή. Η αξία δεν καθορίζεται απ’ την ποσότητα εργασίας σε μια δοσμένη σφαίρα· αντ’ αυτού, η ποσότητα αυτή προϋποθέτει την αξία ως ένα μέγεθος το οποίο εξαρτάται απ’ τη τεχνική της παραγωγής.
  3. Η οικονομική ερμηνεία δεν εξάγει τον σταθερό, μόνιμο (υπό δοσμένους όρους) όγκο εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα (660.000 ώρες εργασίας) απ’ τη σταθερή αξία ανά μονάδα εμπορεύματος (2,75 ρούβλια ή 2,75 ώρες εργασίας). Αντ’ αυτού, η ερμηνεία αυτή εξάγει τον σταθερό χαρακτήρα της αξίας της συνολικής μάζας των προϊόντων σε μια δοσμένη σφαίρα απ’ τον πολλαπλασιασμό δύο διαφορετικών παραγόντων (αξία ανά μονάδα προϊόντος και ποσότητα παρηγμένων προϊόντων). Αυτό σημαίνει ότι συμπεραίνει πως το μέγεθος της αξίας ανά μονάδα προϊόντος (2,75 ρούβλια, 2,5 ρούβλια, 3 ρούβλια) είναι ασταθές και μεταβαλλόμενο. Συνεπώς, αρνείται πλήρως τη σημασία της αξίας ανά μονάδα προϊόντος ως βαρύκεντρο των διακυμάνσεων των τιμών κι ως βασικό ρυθμιστή της καπιταλιστικής οικονομίας.
  4. Η οικονομική ερμηνεία δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι μεταξύ όλων των πιθανών συνδυασμών που έχουν ως αποτέλεσμα το 660.000 με μια δοσμένη κατάσταση της τεχνικής (κι ακριβώς με το ξόδεμα 2,75 ωρών κοινωνικά αναγκαίας εργασίας στην παραγωγή 1 αρσίν υφάσματος), μόνο ένας συνδυασμός είναι σταθερός: ο σταθερός συνδυασμός ισορροπίας (ονομαστικά, 2,75 ρούβλια x 240.000 = 660.000). Ωστόσο, οι άλλοι συνδυασμοί μπορούν να είναι μόνο προσωρινοί, μεταβατικοί συνδυασμοί ανισορροπίας. Η οικονομική ερμηνεία συγχέει την κατάσταση ισορροπίας με μια κατάσταση διαταραγμένης ισορροπίας, συγχέει την αξία με τη τιμή.

Χρειάζεται να διακρίνουμε δύο πτυχές της οικονομικής ερμηνείας: πρώτον, η ερμηνεία αυτή προσπαθεί να επαληθεύσει ορισμένα γεγονότα, και δεύτερον, προσπαθεί να εξηγήσει θεωρητικά αυτά τα γεγονότα. Διαβεβαιώνει ότι κάθε μεταβολή στον όγκο της παραγωγής (αν η τεχνική παραμείνει αμετάβλητη) επιφέρει μια αντιστρόφως ανάλογη μεταβολή στην αγοραία τιμή ενός δοσμένου προϊόντος. Λόγω αυτής της αντίστροφης αναλογίας στις μεταβολές και των δύο ποσοτήτων, το γινόμενο του πολλαπλασιασμού των δύο αυτών ποσοτήτων παραμένει μια αμετάβλητη, σταθερή ποσότητα. Έτσι, αν η παραγωγή υφάσματος μειωθεί από 240.000 σε 220.000 αρσίν, δηλαδή, αν μειώθηκε στα 11/12, τότε η τιμή ανά αρσίν υφάσματος αυξάνεται από 2,75 σε 3 ρούβλια, δηλαδή, αυξήθηκε στα 12/11. Και στις δύο περιπτώσεις, το γινόμενο του αριθμού των εμπορευμάτων επί τη τιμή ανά μονάδα εμπορεύματος ισούται με 660.000. Για να το εξηγήσει αυτό, η οικονομική ερμηνεία ισχυρίζεται ότι η ποσότητα της εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής (660.000 ώρες εργασίας) είναι ένα σταθερό μέγεθος και καθορίζει το άθροισμα των αξίων και των αγοραίων τιμών όλων των προϊόντων της δοσμένης σφαίρας. Αφού το μέγεθος αυτό είναι σταθερό, η μεταβολή του αριθμό των αγαθών που παράγονται στη δοσμένη σφαίρα προκαλεί αντιστρόφως ανάλογες μεταβολές της αξίας και της αγοραίας τιμής ανά μονάδα προϊόντος. Η ποσότητα εργασίας που ξοδεύεται στη δοσμένη σφαίρα παραγωγής ρυθμίζει την αξία καθώς και τη τιμή ανά μονάδα προϊόντος.

Ακόμη κι αν η πρόβλεψη της οικονομικής ερμηνείας ότι οι μεταβολές της ποσότητας των προϊόντων είναι αντιστρόφως ανάλογες με τις μεταβολές της τιμής ανά μονάδα προϊόντος ήταν ορθή, η θεωρητική της ερμηνεία αυτού του γεγονότος θα παρέμενε λαθεμένη. Η αύξηση της τιμής ενός αρσίν υφάσματος από 2,75 σε 3 ρούβλια στην περίπτωση μιας μείωσης της παραγωγής από 240.000 σε 220.000 αρσίν, θα σήμαινε μια μεταβολή της αγοραίας τιμής του υφάσματος και την απόκλισή της απ’ την αξία, η οποία θα παρέμενε η ίδια αν οι τεχνικοί όροι παραμείνουν αμετάβλητοι, δηλαδή, η αξία θα συνέχιζε να ισούταν με 2,75 ρούβλια. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής δεν θ’ αποτελούσε τον ρυθμιστή της αξίας ανά μονάδας προϊόντος, αλλά θα ρύθμιζε μόνο την αγοραία τιμή. Η αγοραία τιμή του προϊόντος ανά πάσα στιγμή θα ισούταν με τη δοσμένη ποσότητα εργασίας διά τον αριθμό των παρηγμένων προϊόντων. Αυτός είναι ο τρόπος που ορισμένοι εκπρόσωποι της «τεχνικής» ερμηνεία παρουσιάζουν το πρόβλημα: αναγνωρίζουν το γεγονός της αντίστροφης αναλογίας μεταξύ της μεταβολής της ποσότητας των εμπορευμάτων και της αγοραίας τιμής της μονάδας προϊόντος, όμως απορρίπτουν την εξήγηση που δίνει η οικονομική ερμηνεία[12]. Αναμφίβολα, η ερμηνεία αυτή, σύμφωνα με την οποία το άθροισμα των αγοραίων τιμών των προϊόντων μιας δοσμένης σφαίρας παραγωγής αναπαριστά, παρά τις όποιες διακυμάνσεις των τιμών, μια σταθερή ποσότητα καθορισμένη απ’ την ποσότητα εργασίας που διατίθεται στη δοσμένη σφαίρα, υποστηρίζεται από μερικές παρατηρήσεις του Μαρξ[13]. Μολαταύτα, θεωρούμε ότι η άποψη για την αντίστροφη αναλογία μεταξύ των μεταβολών της ποσότητας των προϊόντων και της αγοραίας τιμής των προϊόντων έρχεται αντιμέτωπη με μια ολόκληρη σειρά πολύ σοβαρών ενστάσεων:

  1. Η άποψη αυτή έρχεται σ’ αντίφαση μ’ εμπειρικά γεγονότα τα οποία δείχνουν, για παράδειγμα, ότι όταν ο αριθμός των εμπορευμάτων διπλασιάζεται, η αγοραία τιμή δεν πέφτει στο μισό της πρότερης τιμής, μα πάνω ή κάτω απ’ το μισό, σε διαφορετικά μεγέθη για διαφορετικά προϊοντα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μπορεί να παρατηρηθεί μια ιδιαίτερα οξεία διαφορά μεταξύ των μέσων συντήρησης και των αγαθών πολυτελείας. Σύμφωνα με μερικούς υπολογισμούς, ο διπλασιασμός της προσφοράς του ψωμιού ρίχνει τη τιμή του στο 1/4 ή 1/5 της πρότερης τιμής.
  2. Η θεωρητική υπόθεση της αντίστροφης αναλογίας μεταξύ της μεταβολής της ποσότητας των προϊόντων και της τιμή τους δεν έχει αποδειχθεί. Γιατί θα πρέπει η τιμή ν’ ανέβει απ’ την κανονική τιμή ή αξία των 2,75 ρουβλιών στα 3 (δηλαδή, αύξηση στα 12/11 της αρχικής τιμής) αν η παραγωγή μειωθεί απ’ τα 240.000 στα 220.000 αρσίν, δηλαδή, στα 11/12 του προηγούμενο όγκου παραγωγής; Δεν είναι πιθανό ότι (στην μεταποίηση υφάσματος) η τιμή των 3 ρουβλιών ίσως να μην αντιστοιχεί στην ποσότητα της παραγωγής των 220.000 αρσίν (όπως υποθέτει η θεωρία της αναλογικότητας) αλλά στη ποσότητα των 150.000 αρσίν, όπως βλέπουμε στον Πίνακα 1; Που βρίσκεται, στην καπιταλιστική κοινωνία, ο μηχανισμός που κάνει την αγοραία τιμή του υφάσματος σταθερά ίση με 660.000 ρούβλια;
  3. Το τελευταίο ερώτημα αποκαλύπτει την μεθοδολογική αδυναμία της θεωρίας αυτής που εξετάσαμε. Στην καπιταλιστική οικονομία, οι νόμοι των οικονομικών φαινομένων έχουν παρόμοια αποτελέσματα με τον «νόμο της βαρύτητας» ο οποίος επιβάλλεται «όταν γκρεμιστεί το σπίτι πάνω στο ίδιο το κεφάλι μας»[14], δηλαδή, ως τάσεις, ως κέντρα διακυμάνσεων και κανονικών αποκλίσεων. Η θεωρία που αναλύουμε μετασχηματίζει σ’ εμπειρικό γεγονός μια τάση ή έναν νόμο ο οποίος ρυθμίζει τα γεγονοτά: ένα άθροισμα αγοραίων τιμών, όχι μόνο σε συνθήκες ισορροπίας, δηλαδή, ως το άθροισμα αγοραίαων αξιών, μα σε οποιαδήποτε κατάσταση της αγοράς κι ανά πάσα στιγμή, συμπίπτει πλήρως με την ποσότητα της εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα. Η θεώρηση μιας «προκαθορισμένης αρμονίας» όχι μόνο έχει διαψευστεί, μα επίσης δεν ανταποκρίνεται στις γενικές μεθοδολογικές βάσεις της θεωρίας του Μαρξ για την καπιταλιστική οικονομία.

Οι ενστάσεις που παρουσιάσαμε μας αναγκάζουν ν’ απορρίψουμε τη θέση της αντίστροφης αναλογίας μεταξύ των μεταβολών της ποσότητας των προϊόντων και των αγοραίων τιμών τους, ονομαστικά, τη θέση της εμπειρικής σταθερότητας του αθροίσματος των αγοραίων τιμών των προϊόντων μιας δοσμένης σφαίρας. Οι ισχυρισμοί του Μαρξ σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να νοηθούν, κατά τη γνώμη μας, όχι με την έννοια μιας ακριβούς αντίστροφης αναλογίας, μα με την έννοια μιας αντίστροφης κατεύθυνσης μεταξύ των μεταβολών της ποσότητας των προϊόντων και των αγοραίων τιμών τους. Κάθε αύξηση της παραγωγής πέρα απ’ τον κανονικό της όγκο επιφέρει μια πτώση της τιμής κάτω απ’ την αξία, και μια μείωση της παραγωγή προξενεί μια άνοδο της τιμής. Κι οι δύο αυτοί παράγοντες (η ποσότητα των προϊόντων κι οι αγοραίες τιμές τους) μεταβάλλονται σ’ αντίθετες κατευθύνσεις, μολονότι όχι σε μια αντίστροφη αναλογία. Λόγω αυτού, η ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα δεν παίζει μόνο τον ρόλο ενός κέντρου ισορροπίας, ενός μέσου επιπέδου διακύμανσης προς το οποίο τείνουν οι αγοραίες τιμές, μα αναπαριστά σε κάποιον βαθμό έναν μαθηματικό μέσο όρο των αθροισμάτων των αγοραίων τιμών που μεταβάλλονται καθημερινά. Όμως, αυτός ο χαρακτήρας του μαθηματικού μέσου όρου δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι οι δύο ποσότητες συμπίπτουν πλήρως, κι επιπροσθέτως δεν έχει καμία ιδιαίτερη θεωρητική σημασία. Γενικά, στο έργο του Μαρξ βρίσκουμε μια περισσότερο προσεκτική διατύπωση αυτών των αντίστροφων μεταβολών της ποσότητας των προϊόντων και των αγοραίων τιμών τους. Θεωρούμε ορθό που ερμηνεύουμε τον Μαρξ μ’ αυτόν τον τρόπο επειδή στο έργο του μερικές φορές συναντάμε μια άμεση άρνηση της αντίστροφης αναλογίας μεταξύ των μεταβολών της ποσότητας των προϊόντων και των τιμών τους. Ο Μαρξ σημείωσε ότι στην περίπτωση μιας κακής σοδειάς, «το άθροισμα των τιμών του μειωμένου όγκου των σιτηρών είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των τιμών του μεγαλύτερου όγκου των σιτηρών»[15]. Αυτό αποτελεί μια έκφραση του καλά γνωστού νόμου που προαναφέραμε, σύμφωνα με τον οποίο η μείωση της παραγωγής των σιτηρών στο μισό του πρότερου όγκου της, αυξάνει τη τιμή μιας πουντ [pood, παλιά ρωσική μονάδα μέτρησης της μάζας, 1 πουντ = 16,38 κιλά] σιτηρών περισσότερο απ’ ότι το διπλάσιο της πρότερης τιμής τους, ώστε το συνολικό άθροισμα των τιμών των σιτηρών αυξάνεται. Σ’ ένα άλλο απόσπασμα, ο Μαρξ απορρίπτει τη θεωρία του Ράμσαιη σύμφωνα με την οποία η πτώση της αξίας του προϊόντος στο μισό της πρότερης αξίας του, λόγω της βελτίωσης της παραγωγής, θα συνοδευτεί από έναν διπλασιασμό του όγκου της παραγωγής: «πέφτει η αξία [του προϊόντος], όχι όμως στην ίδια αναλογία με την ποσότητά του. Μπορεί ποσοτικά να διπλασιαστεί, ενώ έχει ανέβει η αξία του, η αξία του ξεχωριστού εμπορεύματος, καθώς κι η αξία του συνολικού προϊόντος, μόνο που μπορεί αντί από 2 στο 1 να πέσει απ’ το 2 στα 1,25»[16], σ’ αντίθεση με τη θεώρηση του Ράμσαιη και τους υποστηρικτές της ερμηνείας που εξετάζουμε. Αν το φτήνεμα των εμπορευμάτων (λόγω μιας βελτιώσης της τεχνικής) από 2 ρούβλια σε 1,25 ρούβλια συνοδευτεί από έναν διπλασιασμό της παραγωγής του προϊόντος αυτού, τότε αντιστρόφως, ένας αφύσικος διπλασιασμός της παραγωγής ίσως συνοδευτεί απ’ την πτώση της τιμής απ’ τα 2 ρούβλια σε 1,25 ρούβλια, κι όχι σε 1 ρούβλι όπως απαιτεί η θέση της αντίστροφης αναλογίας.

Συνεπώς, θεωρούμε λαθεμένη την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ποσότητα της εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής και στα μεμονωμένα προϊόντα που παράγονται σ’ αυτή τη σφαίρα, καθορίζει την αξία μιας μονάδας προϊόντος (όπως θεωρούν οι υποστηρικτές της οικονομικής ερμηνείας) ή συμπίπτει ακριβώς με την αγοραία τιμή μιας μονάδας προϊόντος (όπως θεωρούν οι υποστηρικτές της οικονομικής ερμηνείας και μερικοί υποστηρικτές της τεχνικής ερμηνείας). Η αξία ανά μονάδα προϊόντος καθορίζεται απ’ την ποσότητα εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαία για την παραγωγή του. Αν το επίπεδο της τεχνικής είναι δοσμένο, αυτό αναπαριστά ένα σταθερό μέγεθος το οποίο δεν μεταβάλλεται σε σχέση με την ποσότητα των παρηγμένων αγαθών. Η αγοραία τιμή εξαρτάται απ’ την ποσότητα των παρηγμένων αγαθών και μεταβάλλεται προς την αντίθετη κατεύθυνση (όχι όμως σ’ αντίστροφη αναλογία) απ’ αυτή την μεταβολή της ποσότητας. Ωστόσο, η αγοραία τιμή δεν συμπίπτει πλήρως με το πηλίκο που προκύπτει απ’ τη διαίρεση της ποσότητας της εργασίας που διατίθεται στη δοσμένη σφαίρα προς τον αριθμό των παρηγμένων προϊόντων. Σημαίνει αυτό ν’ αγνοήσουμε τελείως την ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής (δοσμένου ενός αναλογικού καταμερισμού της εργασίας); Για κανέναν λόγο. Η τάση προς έναν αναλογικό καταμερισμό εργασίας (θα ήταν ακριβέστερο να πούμε, προς έναν καθορισμένο, σταθερό καταμερισμό εργασίας)[17] μεταξύ διαφορετικών σφαιρών παραγωγής που εξαρτάται στο γενικό επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αναπαριστά ένα βασικό γεγονός της οικονομικής ζωής το οποίο υπόκειται στην εξέτασή μας. Όμως, όπως έχουμε παρατηρήσει, σε μια καπιταλιστική κοινωνία, με την αναρχία της παραγωγής, αυτή η τάση δεν αναπαριστά την αφετηρία της οικονομικής διαδικασίας, αλλά αντ’ αυτού το τελικό της αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα αυτό δεν εκδηλώνεται μ’ ακρίβεια στα εμπειρικά γεγονότα, αλλά υπηρετεί μόνο ως ένα κέντρο για τις διακυμάνσεις και τις αποκλίσεις τους. Αναγνωρίζουμε ότι η ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής (δοσμένου ενός αναλογικού καταμερισμού της εργασίας) παίζει έναν ορισμένο ρόλο ως ρυθμιστής στην καπιταλιστική οικονομία, όμως: 1) πρόκειται για έναν ρυθμιστή με την έννοια μιας τάσης, ενός επιπέδου ισορροπίας, ενός κέντρου των διακυμάνσεων, και με κανέναν τρόπο με την έννοια μιας ακριβούς έκφρασης εμπειρικών γεγονότων, ονομαστικά, των αγοραίων τιμών· και 2) κάτι ακόμη σημαντικότερο, ο ρυθμιστής αυτός ανήκει σ’ ένα ολάκερο σύστημα ρυθμιστών κι είναι αποτέλεσμα του βασικού ρυθμιστή του συστήματος αυτού -της αξίας– ως το κέντρο των διακυμάνσεων των αγοραίων τιμών.

Ας δούμε ένα παράδειγμα μ’ απλά νούμερα. Ας υποθέσουμε ότι: α) η ποσότητα κοινωνικά αναγκαίας εργασίας για την παραγωγή 1 αρσίν υφάσματος (δοσμένης μιας μέσης τεχνικής) ισούται με 2 ώρες, ή η αξία 1 αρσίν υφάσματος ισούται με 2 ρούβλια· β) δοσμένης της αξίας, η ποσότητα υφάσματος που μπορεί να πωληθεί στην αγορά, και συνεπώς ο κανονικός όγκος της παραγωγής, ανέρχεται στα 100 αρσίν υφάσματος. Αυτού έπεται ότι: γ) η ποσότητα εργασίας που απαιτείται απ’ τη δοσμένη σφαίρα παραγωγής είναι 2 ώρες x 100 = 200 ώρες, ή η συνολική αξία του προϊόντος της δοσμένης σφαίρας ισούται με 2 ρούβλια x 100 = 200 ρούβλια. Αντιμετωπίζουμε 3 ρυθμιστές ή 3 ρυθμιστικά μεγέθη, και το καθένα εξ αυτών αποτελεί ένα κέντρο διακυμάνσεων καθορισμένων, εμπειρικών, πραγματικών μεγεθών. Ας εξετάσουμε το πρώτο μέγεθος: α₁) στον βαθμό που εκφράζει την ποσότητα εργασίας αναγκαία για την παραγωγή ενός αρσίν υφάσματος (2 ώρες εργασίας), το μέγεθος αυτό επηρεάζει την πραγματική δαπάνη εργασίας σε διαφορετικές επιχειρήσεις της βιομηχανίας υφασμάτων. Αν μια δοσμένη ομάδα επιχειρήσεων χαμηλής παραγωγικότητας δεν ξοδεύει 2 αλλά 3 ώρες εργασίας ανά αρσίν, σταδιακά θα παραμεριστεί από παραγωγικότερες επιχειρήσεις, εκτός κι αν προσαρμοστεί στο υψολότερο επίπεδο τεχνικής τους. Αν μια δοσμένη ομάδα επιχειρήσεων δεν ξοδεύει 2 ώρες αλλά 1,5 ώρα, τότε αυτή η ομάδα σταδιακά θα παραμερίσει τις πιο καθυστερημένες επιχειρήσεις, και μετά από κάποιον χρόνο θα μειώσει την κοινωνικά αναγκαία εργασία σε 1,5 ώρα. Εν ολίγοις, η μεμονωμένη κι η κοινωνικά αναγκαία εργασία (μολονότι δεν συμπίπτουν) παρουσιάζουν μια τάση να εξισωθούν. α₂) Αν το ίδιο μέγεθος υποδεικνύει την αξία ανά μονάδα προϊόντος (2 ρούβλια), αποτελεί το κέντρο των διακυμάνσεων των αγοραίων τιμών. Αν οι αγοραίες τιμές πέσουν κάτω απ’ τα 2 ρούβλια, η παραγωγή μειώνεται κι υπάρχει μια εκροή κεφαλαίου απ’ τη δοσμένη σφαίρα. Αν οι τιμές υπερβούν τις αξίες, συμβαίνει το αντίθετο. Η αξία κι η αγοραία τιμή δεν συμπίπτουν, αλλά αντ’ αυτού η πρώτη είναι ο ρυθμιστής, το κέντρο διακυμάνσεων, της δεύτερης.

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο ρυθμιστικό μέγεθος, που σημειώσαμε με το γράμμα β: ο κανονικός όγκος της παραγωγής, 100 αρσίν, αποτελεί το κέντρο των διακυμάνσεων του πραγματικού όγκου της παραγωγής στη δοσμένη σφαίρα. Αν παράγονται περισσότερα από 100 αρσίν, τότε η τιμή πέφτει κάτων απ’ την αξία των 2 ρουβλιών το αρσίν, και ξεκινά μια μείωση της παραγωγής. Στην περίπτωση της υποπαραγωγής συμβαίνει το αντίθετο. Όπως μπορούμε να δούμε, ο δεύτερος ρυθμιστής (β) εξαρτάται στον πρώτο (α₂), όχι μόνο με την έννοια ότι το μέγεθος της αξίας καθορίζει τον όγκο της παραγωγής (δοσμένης της δομής των αναγκών και της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού) μα επίσης με την έννοια ότι η διαστρέβλωση του όγκου της παραγωγής (υπερπαραγωγή ή υποπαραγωγή) διορθώνεται μέσω της απόκλισης των αγοραίων τιμών απ’ την αξία. Ο κανονικός όγκος της παραγωγής, 100 αρσίν (β), αποτελεί το κέντρο των διακυμάνσεων του πραγματικού όγκου της παραγωγής, ακριβώς επειδή η αξία των 2 ρουβλιών (α₂) αποτελεί το κέντρο των διακυμάνσεων των αγοραίων τιμών.

Τέλος, στρεφόμαστε στο τρίτο ρυθμιστικό μέγεθος, γ, το οποίο είναι το γινόμενο του πολλαπλασιασμού των  δύο πρώτων, ονομαστικά 200 = 2 x 100, ή γ = αβ. Ωστόσο, όπως έχουμε δει, το α μπορεί να έχει δύο νοήματα: το α₁ αναπαριστά την ποσότητα εργασίας που ξοδεύεται στην παραγωγή 1 αρσίν υφάσματος (2 ώρες), το α₂ αναπαριστά την αξία 1 αρσίν (2 ρούβλια). Αν πάρουμε το α₁β= 2 ώρες εργασίας x 100 = 200 ώρες εργασίας, τότε το αποτέλεσμα είναι η ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής (δοσμένου ενός αναλογικού καταμερισμού της εργασίας), ή το κέντρο των διακυμάνσεων του πραγματικού ξοδέματος εργασίας στη δοσμένη σφαίρα. Αν πάρουμε το α₂β = 2 ρούβλια x 100 = 200 ρούβλια, τότε το αποτέλεσμα είναι το άθροισμα των αξιών των προϊόντων της δοσμένης σφαίρας, ή το κέντρο των διακυμάνσεων των αθροισμάτων των αγοραίων αξιών των προϊόντων της δοσμένης σφαίρας. Συνεπώς, δεν αρνούμαστε με κανέναν τρόπο ότι το τρίτο μέγεθος, γ = 200, παίζει επίσης τον ρόλο του ρυθμιστή, του κέντρου των διακυμάνσεων. Ωστόσο, εξάγουμε τον ρόλο του απ’ τον ρυθμιστικό ρόλο των συστατικών του στοχείων α και β. Όπως μπορούμε να δούμε, γ = αβ, κι ο ρυθμιστικός ρόλος του γ είναι το αποτέλεσμα των ρυθμιστικών ρόλων του α και του β. Οι 200 ώρες εργασίας αποτελούν το κέντρο των διακυμάνσεων της ποσότητας της εργασίας που ξοδεύεται στη δοσμένη σφαίρα ακριβώς επειδή 2 ώρες εργασίας υποδεικνύουν τη μέση δαπάνη εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και 100 αρσίν είναι το κέντρο των διακυμάνσεων του όγκου της παραγωγής. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, 200 ρούβλια είναι το κέντρο των διακυμάνσεων του αθροίσματος των αγοραίων τιμών της δοσμένης σφαίρας ακριβώς επειδή 2 ρούβλια, ή η αξία, είναι το κέντρο των διακυμάνσεων των αγοραίων τιμών ανά μονάδα προϊόντος και 100 αρσίν είναι το κέντρο των διακυμάνσεων του όγκου της παραγωγής. Και τα 3 ρυθμιστικά μεγέθη α, β και γ, αναπαριστούν ένα ενοποιημένο ρυθμιστικό σύστημα στο οποίο το γ είναι το επακόλουθο των α και β, και το β, με τη σειρά του, μεταβάλλεται σε σχέση με τις μεταβολές του α. Το τελευταίο μέγεθος, (α), δηλαδή, η κοινωνικά αναγκαία ποσότητα εργασίας για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος (2 ώρες εργασίας), ή η αξία μιας μονάδας εμπορεύματος (2 ρούβλια), αποτελεί το βασικό ρυθμιστικό μέγεθος του συνολικού συστήματος ισορροπίας της καπιταλιστικής οικονομίας.

Είδαμε ότι γ = αβ. Αυτό σημαίνει ότι το γ μπορεί να μεταβληθεί σε σχέση με μια μεταβολή στο α ή στο β. Αυτό σημαίνει ότι η ποσότητα εργασίας που ξοδεύεται σε μια δοσμένη σφαίρα αποκλίνει απ’ την κατάσταση ισορροπίας (ή από έναν αναλογικό καταμερισμό εργασίας) είτε επειδή η ποσότητα εργασίας ανά μονάδα προϊόντος είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη απ’ την κοινωνικά αναγκαία, δοσμένης μιας κανονικής ποσότητας παρηγμένων αγαθών, είτε επειδή η ποσότητα παρηγμένων μονάδων είναι πολύ μεγάλη ή πολύ μικρή συγκριτικά με τον κανονικό όγκο της παραγωγής, δοσμένης μιας κανονικής δαπάνης εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Στην πρώτη περίπτωση παράγονται 100 αρσίν, αλλά υπό τεχνικούς όρους οι οποίοι ίσως, για παράδειγμα, είναι χαμηλότεροι απ’ το μέσο επίπεδο, με μια δαπάνη 3 ωρών εργασίας ανά αρσίν. Στη δεύτερη περίπτωση, το ξόδεμα εργασίας ανά αρσίν ισούται με το κανονικό μέγεθος, 2 ώρες εργασίας, αλλά παράγονται 150 αρσίν. Και στις δύο περιπτώσεις, η συνολική δαπάνη εργασίας στη δοσμένη σφαίρα παραγωγής ανέρχεται σε 300 ώρες αντί των κανονικών 200 ωρών. Σ’ αυτή τη βάση, οι υποστηρικτές της οικονομικής ερμηνείας θεωρούν τις δύο περιπτώσεις ίδιες. Διαβεβαιώνουν ότι η υπερπαραγωγή ισοδυναμεί με μια περίσσια δαπάνη εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Η διαβεβαίωση αυτή εξηγείται απ’ το γεγονός ότι η προσοχή τους έχει επικεντρωθεί αποκλειστικά στο παράγωγο ρυθμιστικό μέγεθος γ. Απ’ αυτή τη σκοπιά, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια περίσσια δαπάνη εργασίας στη δοσμένη σφαίρα: 300 ώρες εργασίας αντί για 200. Όμως, αν δεν κολλήσουμε σ’ αυτό το παράγωγο μέγεθος και κινηθούμε προς τα συστατικά του στοιχεία, τα βασικά ρυθμιστικά μεγέθη, τότε η εικόνα αλλάζει. Στην πρώτη περίπτωση η αιτία της απόκλισης κείτεται στο πεδίο του α (στη δαπάνη εργασίας ανά μονάδα προϊόντος), ενώ στη δεύτερη περίπτωση η αιτία κείτεται στο πεδίο του β (στην ποσότητα των παρηγμένων αγαθών). Στην πρώτη περίπτωση καταρρέει η ισορροπία μεταξύ των επιχειρήσεων με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας εντός μιας δοσμένης σφαίρας. Στη δεύτερη περίπτωση καταρρέει η ισορροπία μεταξύ της ποσότητας των προϊόντων στη δοσμένη σφαίρα και σ’ άλλες σφαίρες, δηλαδή, η ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών σφαιρών παραγωγής. Αυτός είναι ο λόγος που στην πρώτη περίπτωση η ισορροπία θα επανεδραιωθεί με την αναδιανομή παραγωγικών δυνάμεων απ’ τις τεχνικά καθυστερημένες επιχειρήσεις προς τις περισσότερο παραγωγικές επιχειρήσεις εντός της δοσμένης σφαίρας· στη δεύτερη περίπτωση, η ισορροπία θα επανεδραιωθεί με την αναδιανομή παραγωγικών δυνάμεων μεταξύ διαφορετικών σφαιρών παραγωγής. Συγχέοντας τις δύο αυτές περιπτώσεις θυσιάζουμε τα συμφέροντα της επιστημονικής ανάλυσης των οικονομικών γεγονότων για μια επιφανειακή αναλογία και, όπως συχνά έλεγε ο Μαρξ, για χάρη «βεβιασμένων αφαιρέσεων», δηλαδή, της επιθυμίας να στριμώξουμε φαινόμενα διαφορετικής οικονομικής φύσεως στην ίδια έννοια της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας.

Συνεπώς, το βασικό σφάλμα της «οικονομικής ερμηνείας» δεν κείτεται στο γεγονός ότι αποτυγχάνει ν’ αναγνωρίσει τον ρυθμιστικό ρόλο της ποσότητας εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής (δοσμένου ενός αναλογικού καταμερισμού της εργασίας), αλλά στο γεγονός ότι: 1) ερμηνεύει λαθεμένα τον ρόλο ενός ρυθμιστή σε μια καπιταλιστική οικονομία, μετασχηματίζοντάς τον από ένα επίπεδο ισορροπίας, ένα κέντρο διακυμάνσεων, σε μια αντανάκλαση εμπειρικών γεγονότων, και 2) αποδίδει στον ρυθμιστή αυτόν έναν ανεξάρτητο και θεμελιώδη χαρακτήρα, ενώ ανήκει σ’ ένα ολάκερο σύστημα ρυθμιστών και στην πραγματικότητα έχει έναν παράγωγο χαρακτήρα. Η αξία δεν μπορεί να εξαχθεί απ’ την ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα, επειδή η ποσότητα εργασίας μεταβάλλεται σε σχέση με μεταβολές της αξίας που ανακλούν την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας. Παρά τους ισχυρισμούς των υποστηρικτών της, η «οικονομική ερμηνεία» δεν συμπληρώνει τη «τεχνική» ερμηνεία, μα αντ’ αυτού την απορρίπτει: διαβεβαιώνοντας ότι η αξία μεταβάλλεται σε σχέση με τον αριθμό των παρηγμένων αγαθών (δοσμένης μια σταθερής τεχνικής), απορρίπτει την έννοια της αξίας ως ένα μέγεθος το οποίο εξαρτάται απ’ την παραγωγικότητα της εργασίας. Αφετέρου, η «τεχνική ερμηνεία» μπορεί να εξηγήσει πλήρως τα φαινόμενα του αναλογικού καταμερισμού της εργασίας στην κοινωνία και τον ρυθμιστικό ρόλο της ποσότητας εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής, δηλαδή, μπορεί να εξηγήσει τα φαινόμενα εκείνα που η οικονομική ερμηνεία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, υποτίθεται ότι έλυσε.

3. Η Αξία κι ο Όγκος της Παραγωγής

Παραπάνω, στους πίνακες προσφοράς και ζήτησης, υποθέσαμε ότι το ξόδεμα εργασίας αναγκαίας για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος παρέμενε σταθερό όταν αυξανόταν ο όγκος της παραγωγής. Τώρα θα εισάγουμε μια νέα θεώρηση, ονομαστικά ότι μια νέα, επιπρόσθετη ποσότητα προϊόντων παράγεται υπό χειρότερους όρους απ’ ότι πριν. Μπορούμε να θυμηθούμε τη θεωρία του Ρικάρντο για τη διαφορική γαιοπρόσοδο. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η αύξηση της ζήτησης σιτηρών λόγω μιας αύξησης του πληθυσμού, καθιστά αναγκαία την καλλιέργεια λιγότερο ευφόρης γης ή χωραφιών, τα οποία είναι περισσότερο μακρυά απ’ την αγορά. Έτσι, η ποσότητα εργασίας αναγκαία για την παραγωγή (ή την μεταφορά) ενός πουντ σιτηρών αυξάνεται στις λιγότερο ευμενείς συνθήκες. Και καθώς, ακριβώς, αυτή η ποσότητα εργασίας καθορίζει την αξία της συνολικής μάζας των παρηγμένων σιτηρών, η αξία των σιτηρών αυξάνεται. Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να παρατηρηθεί στις εξορύξεις, όπου υπάρχει μια κίνηση από πλούσια ορυχεία σε λιγότερο πλούσια. Η αύξηση της παραγωγής συνοδεύεται από μια αύξηση της αξίας ανά μονάδα προϊόντος, ενώ προηγουμένως μεταχειριστήκαμε την αξία μιας μονάδας προϊόντος ως ανεξάρτητη απ’ τον όγκο της παραγωγής. Μια παρόμοια κατάσταση μπορούμε να δούμε σε μεταποιητικούς κλάδους όπου η παραγωγή λαμβάνει χώρα σ’ επιχειρήσεις με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας. Υποθέτουμε ότι οι επιχειρήσεις με την υψηλότερη παραγωγικότητα, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν αγαθά στη χαμηλότερη τιμή, δεν μπορούν να παράξουν την ποσότητα αγαθών που θα ζητούνταν στην αγορά σε μια τέτοια χαμηλή τιμή. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η παραγωγή πρέπει επίσης να λάβει χώρα σ’ επιχειρήσεις μέσης ή χαμηλής παραγωγικότητας, η αγοραία αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται απ’ την αξία των εμπορευμάτων που παράγονται στις μέσες ή λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες (βλέπε το κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου για την κοινωνικά αναγκαία εργασία). Κι εδώ η αύξηση της παραγωγής σημαίνει μια αύξηση της αξίας, και συνεπώς μια αύξηση της τιμής ανά μονάδα προϊόντος. Παρουσιάζουμε τον ακόλουθο πίνακα προσφοράς:

Πίνακας 3

ΟΓΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
(σε αρσίν)

ΤΙΜΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (ή αξία)
(σε ρούβλια)

100.000

2,75

150.000

3

200.000

3,25

Υποθέτουμε ότι αν το επίπεδο της τιμής είναι κάτω από 2,75 ρούβλια, οι παραγωγοί δεν θα παράξουν καθόλου και θα διακόψουν την παραγωγή (με την εξαίρεση, πιθανώς, σημαντικών ομάδων παραγωγών που δεν θα λάβουμε εδώ υπόψη). Στον βαθμό που η τιμή αυξάνεται στο επίπεδο των 3,25 ρουβλιών, η παραγωγή θα προσελκύσει επιχειρήσεις μέσης και χαμηλής παραγωγικότητας. Ωστόσο, μια τιμή πάνω από 3,25 ρούβλια θ’ αποφέρει στους επιχειρηματίες ένα τόσο υψηλό κέρδος που μπορούμε να θεωρήσουμε το επίπεδο της παραγωγής σ’ αυτή τη τιμή ως απεριόριστο συγκριτικά με την περιορισμένη ζήτηση. Έτσι, οι τιμές μπορούν να κυμαίνονται από 2,75 έως 3,25 ρούβλια, κι ο όγκος της παραγωγής από 100.000 έως 200.000 αρσίν. Ωστόσο, σε ποιο επίπεδο θα εδραιωθούν η τιμή κι ο όγκος παραγωγής;

Επιστρέφουμε στον πρώτο πίνακα ζήτησης (Πίνακας 1) και τον συγκρίκουμε με τον πίνακα προσφοράς (Πίνακας 3). Μπορούμε να δούμε ότι η τιμή εδραιώνεται στο επίπεδο των 3 ρουβλιών κι ο όγκος της παραγωγής στα 150.000 αρσίν. Η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εδραιώνεται κι η τιμή συμπίπτει με την εργασιακή αξία (ή με τη τιμή παραγωγής), η οποία καθορίζεται απ’ το ξόδεμα εργασίας σ’ επιχειρήσεις μέσης παραγωγικότητας. Υποθέτουμε τώρα (όπως κάναμε και παραπάνω) ότι, λόγω της τάδε ή δείνα αιτίας (λόγω της αύξησης της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού ή της εντατικοποίησης του επείγοντος χαρακτήρα των αναγκών), η ζήτηση για ύφασμα αυξάνεται κι εκφράζεται απ’ τον δεύτερο πίνακα ζήτησης (Πίνακας 2). Η τιμή των 3 ρουβλιών δεν μπορεί να διατηρηθεί, επειδή σ’ αυτή τη τιμή η προσφορά ανέρχεται σε 150.000 αρσίν κι η ζήτηση σε 240.000. Η τιμή θ’ ανέβει λόγω αυτής της περίσσιας ζήτησης μέχρι να φτάσει το επίπεδο των 3,25 ρουβλιών Σ’ αυτή τη τιμή, τόσο η ζήτηση όσο κι η προσφορά θα ισούνται με 200.000 αρσίν και θα βρίσκονται σε κατάσταση ισορροπίας. Την ίδια στιγμή, η νέα τιμή των 3,25 ρουβλιών συμπίπτει με μια νέα αυξημένα αξία (ή τιμή παραγωγής) η οποία, λόγω της διεύρυνσης της παραγωγής απ’ τα 150.000 στα 200.000 αρσίν, τώρα ρυθμίζεται απ’ το ξόδεμα εργασίας σ’ επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας.

Αν είπαμε παραπάνω ότι η αύξηση της ζήτησης επηρεάζει τον όγκο της παραγωγής κι όχι το μέγεθος της αξίας (προηγουμένως η αύξηση της παραγωγής απ’ τα 240.000 στα 280.000 αρσίν συνέβη στην ίδια αξία των 2,75 ρουβλιών), σ’ αυτή την περίπτωση η αύξηση της ζήτησης επιφέρει μια αύξηση της παραγωγής απ’ τα 150.000 στα 200.000 αρσίν, η οποία συνοδεύεται από μια αύξηση της αξίας απ’ τα 3 στα 3,25 ρούβλια. Με κάποιον τρόπο, η ζήτηση καθορίζει την αξία.

Το συμπέρασμα αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για τους εκπροσώπους της αγγλοαμερικανικής και της μαθηματικής σχολής της πολιτικής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του Μάρσαλλ[18]. Μερικοί εξ αυτών των οικονομολόγων θεωρούν ότι ο Ρικάρντο υπονόμευσε την ίδια του την εργασιακή θεωρία της αξίας με τη θεωρία του για τη διαφορική γαιοπρόσοδο, κι ότι άνοιξε την πόρτα για μια θεωρία της προσφοράς και της ζήτησης την οποία είχε απορρίψει, και σε τελική ανάλυση για μια θεωρία η οποία ορίζει το μέγεθος της αξίας με τους όρους του μεγέθους των αναγκών. Οι οικονομολόγοι αυτοί ισχυρίζονται το εξής. Η αξία καθορίζεται απ’ το ξόδεμα εργασίας στα χειρότερα χωράφια, ή υπό τους λιγότερο ευμενείς όρους. Αυτό σημαίνει ότι η αξία αυξάνεται με τη διεύρυνση της παραγωγής σε χειρότερη γη ή, γενικά, σε λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις, δηλαδή, στον βαθμό που αυξάνεται η παραγωγή. Κι αφού μια οποιαδήποτε αύξηση της ζήτησης επιφέρει μια αύξηση της παραγωγής, τότε η αξία δεν ρυθμίζει την προσφορά και τη ζήτηση, όπως νόμιζαν ο Ρικάρντο κι ο Μαρξ, αλλά είναι η ίδια η αξία εκείνη που καθορίζεται απ’ την προσφορά και τη ζήτηση.

Οι υποστηρικτές αυτού του επιχειρήματος ξεχνούν κάτι πολύ σημαντικό. Στο παράδειγμα που αναφέραμε, οι μεταβολές του όγκου της παραγωγής σημαίναν ταυτόχρονα μεταβολές των τεχνικών όρων της παραγωγής στον ίδιο κλάδο. Επιτρέψτε μας να εξετάσουμε τρία παραδείγματα.

Στην πρώτη περίπτωση, η παραγωγή λαμβάνει χώρα σε καλύτερες επιχερήσεις που προσφέρουν στην αγορά 100.000 αρσίν στη τιμή των 2,75 ρουβλιών. Στη δεύτερη περίπτωση (απ’ την οποία ξεκινήσαμε το παράδειγμά μας), η παραγωγή λαμβάνει χώρα στις καλύτερες και μέσες επιχειρήσεις, οι οποίες αθροιστικά παράγουν 150.000 αρσίν στη τιμή των 3 ρουβλιών. Στην τρίτη περίπτωση, η παραγωγή λαμβάνει χώρα στις καλύτερες, τις μέσες και τις χειρότερες επιχειρήσεις, κι αγγίζει το επίπεδο των 200.00 αρσίν στη τιμή των 3,25 ρουβλιών. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται στον Πίνακα 3, δεν διαφέρει μόνο ο όγκος της παραγωγής, μα επίσης κι οι τεχνικοί όροι της παραγωγής στον δοσμένο κλάδο. Η αξία μεταβλήθηκε ακριβώς επειδή μεταβλήθηκαν οι όροι της παραγωγής στον δοσμένο κλάδο. Απ’ αυτό το παράδειγμα δεν πρέπει ν’ αντλήσουμε το συμπέρασμα ότι οι μεταβολές της αξίας καθορίζονται από μεταβολές της ζήτησης κι όχι από μεταβολές των τεχνικών όρων της παραγωγής. Αντιστρόφως, το μόνο συμπέρασμα μπορεί να είναι ότι οι μεταβολές της ζήτησης δεν μπορούν να επηρεάσουν το μέγεθος της αξίας με κανέναν τρόπο πέρα από μεταβάλλοντας τους τεχνικούς όρους της παραγωγής στον δοσμένο κλάδο. Οπότε, η βασική υπόθεση της θεωρίας του Μαρξ ότι οι μεταβολές της αξίας καθορίζονται αποκλειστικά από μεταβολές των τεχνικών όρων, παραμένει έγκυρη. Η ζήτηση δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα την αξία μα μόνο έμμεσα, ονομαστικά μεταβάλλοντας τον όγκο της παραγωγής και συνεπώς τους τεχνικούς της όρους. Έρχεται αυτή η έμμεση επιρροή της ζήτησης επί της αξίας σ’ αντίφαση με τη θεωρία του Μαρξ; Με κανέναν τρόπο. Η θεωρία του Μαρξ ορίζει τη σχέση αιτιότητας μεταξύ των μεταβολών της αξίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όμως, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με τη σειρά της, υπόκειται στην επιρροή μιας ολόκληρης σειράς κοινωνικών, πολιτικών, ακόμη και πολιτιστικών συνθηκών (για παράδειγμα, την επιρροή της εκπαίδευσης στην παραγωγικότητα της εργασίας). Αρνήθηκε ποτέ ο μαρξισμός ότι η πολιτική των δασμών ή οι περιφράξεις επηρεάζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων; Οι παράγοντες αυτοί μπορούν, μ’ έμμεσο τρόπο, να οδηγήσουν ακόμη και σε μια μεταβολή της αξίας των προϊόντων. Η απαγόρευση της εισαγωγής φτηνών ξένων πρώτων υλών κι η αναγκαιότητα οι πρώτες ύλες να παραχθούν εγχώρια με μεγάλες δαπάνες εργασίας, αυξάνει την αξία του κατεργασμένου προϊόντος που προκύπτει απ’ αυτές τις πρώτες ύλες. Οι περιφράξεις που ωθήσαν τους αγρότες σε χειρότερες και πιο μακρινές γαίες, οδηγήσαν σε μια αύξηση της τιμής των σιτηρών. Σημαίνει αυτό ότι οι μεταβολές της αξίας προκαλούνται από τις περιφράξεις ή απ’ τις δασμολογικές πολιτικές κι όχι από μεταβολές των τεχνικών όρων της παραγωγής; Αντιθέτως, απ’ αυτό συμπεραίνουμε ότι διάφοροι οικονομικοί και κοινωνικοί όροι, οι οποίοι μεταβάλλουν τη ζήτηση, ίσως επηρεάσουν την αξία, όχι πλάι-πλάι με τους τεχνικούς όρους της παραγωγής, αλλά μόνο μεταβάλλοντας τους ίδιους τους τεχνικούς όρους της παραγωγής. Συνεπώς, η τεχνική της παραγωγής παραμένει ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την αξία. Ο Μαρξ θεωρούσε μια τέτοια έμμεση επίδραση της ζήτησης επί της αξίας (μέσω μεταβολών των τεχνικών όρων της παραγωγής) εντελώς εφικτή. Σ’ ένα σημείο ο Μαρξ αναφέρεται στην μετάβαση από καλύτερους σε χειρότερους όρους παραγωγής που εξετάσαμε. «Μπορεί επίσης στον έναν ή τον άλλο κλάδο παραγωγής να οδηγήσει στην άνοδο της ίδιας της αγοραίας αξίας για μικρότερες ή μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, γιατί ένα μέρος των ζητούμενων στην αγορά προϊόντων πρέπει στο διάστημα αυτό να παράγονται κάτω από χειρότερους όρους» (ό.π., σελ. 241)[19]. Αφετέρου, η πτώση της ζήτησης μπορεί επίσης να επηρεάσει το μέγεθος της αξίας ενός προϊόντος. «Αν, πχ, πέφτει η ζήτηση, επομένως κι η αγοραία τιμή, τότε μπορεί αυτό να οδηγήσει στην απόσυρση κεφαλαίου απ’ τον προκείμενο κλάδο και μ’ αυτό τρόπο στην μείωση της προσφοράς. Μπορεί όμως να οδηγήσει και στην μείωση της ίδιας της αγοραίας αξίας, ύστερα από εφευρέσεις που συντομεύουν τον αναγκαίο χρόνο εργασίας, με αποτέλεσμα να εξισωθεί με την αγοραία τιμή» (ό.π.). Σ’ αυτή την περίπτωση, η τιμή των εμπορευμάτων θα μπορούσε να μεταβάλλει την αξία τους, λόγω της επίδρασης στην προσφορά, στο κόστος παραγωγής. Είναι γνώστο ότι η εισαγωγή νέων τεχνικών μεθόδων παραγωγής που μειώνουν την αξία των προϊόντων, συχνά λαμβάνει χώρα υπό συνθήκες κρίσης και μειώμενων πωλήσεων. Κανείς δεν θα έλεγε ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις η πτώση της αξίας οφείλεται στην πτώση της ζήτησης κι όχι στη βελτίωση των τεχνικών όρων παραγωγής. Και δύσκολα μπορούμε να πούμε, απ’ το παραπάνω παράδειγμα, ότι η αύξηση της αξίας είναι το αποτέλεσμα της αύξησης της ζήτησης, κι όχι της χειροτέρευσης των μέσων τεχνικών όρων της παραγωγής στον δοσμένο κλάδο.

Επιτρέψτε μας να εξετάσουμε το ίδιο ζήτημα υπό μια άλλη γωνία. Οι υπέρμαχοι της θεωρίας της προσφοράς και της ζήτησης διαβεβαιώνουν ότι μόνο ο ανταγωνισμός, ή το σημείο τομής της καμπύλης της ζήτησης με την καμπύλη της προσφοράς, καθορίζει το επίπεδο των τιμών. Οι υποστηρικτές της εργασιακής θεωρίας της αξίας διαβεβαιώνουν ότι το σημείο τομής κι ισορροπίας της προσφοράς και της ζήτησης δεν μεταβάλλεται τυχαία, αλλά παρουσιάζει διακυμάνσεις γύρω από ένα δοσμένο επίπεδο το οποίο καθορίζεται απ’ τους τεχνικούς όρους της παραγωγής. Επιτρέψτε μας να εξετάσουμε το ζήτημα αυτό με το παράδειγμα που χρησιμοποιήσαμε.

Ο πίνακας ζήτησης δείχνει πολυάριθμους πιθανούς συνδυασμούς του όγκου της ζήτησης και της τιμής· δεν μας προσφέρει καμία ένδειξη για το ποιοι συνδυασμοί ίσως πραγματωθούν. Κανένας εξ αυτών των συνδυασμών δεν είναι πιθανότερος απ’ τους άλλους. Μόλις όμως στραφούμε στον πίνακα προσφοράς, μπορούμε να πούμε με σιγουριά: η τεχνική δομή ενός δοσμένου παραγωγικού κλάδου και το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας σ’ αυτόν οριοθετούνται εκ των προτέρων, πριν τις μέγιστες διακυμάνσεις της αξίας μεταξύ 2,75 και 3 ρουβλιών. Ανεξαρτήτως του όγκου της ζήτησης, η πτώση των τιμών κάτω από 2,75 ρούβλια καθιστά τη συνέχιση της παραγωγής ασύμφορη κι ανέφικτη, δεδομένων των τεχνικών όρων. Ωστόσο, μια τιμή πάνω από 3,25 ρούβλια προκαλεί μια τεράστια αύξηση της προσφοράς και μια αντίστροφη κίνηση των τιμών. Αυτό σημαίνει ότι μόνο 3 συνδυασμοί προσφοράς, καθορισμένοι απ’ τους τεχνικούς όρους του δοσμένου κλάδου, αντιμετωπίζουν την απειρότητα της πιθανής ζήτησης. Η μέγιστη κι η ελάχιστη πιθανή μεταβολή της αξίας εδραιώνεται εκ των προτέρων. Ο κύριος στόχος μας όταν αναλύουμε την προσφορά και τη ζήτηση ανέρχεται στο να εντοπίσουμε «τα ρυθμίζοντα όρια ή τα περιορίζοντα μεγέθη» (ό.π., σελ. 458).

Έως τώρα γνωρίζουμε μόνο τα όρια των μεταβολών της αξίας, δεν ξέρουμε όμως ακόμη αν η αξία θα ισούται με 2,75, 3 ή 3,25 ρούβλια. Οι μεταβολές στον όγκο της παραγωγής (100.000, 150.000 ή 200.000 αρσίν) κι η επέκταση της παραγωγής σε χειρότερες επιχειρήσεις μεταβάλλουν το μέσο μέγεθος της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, δηλαδή, μεταβάλλουν την αξία (ή τιμή παραγωγής). Οι μεταβολές αυτές εξηγούνται απ’ τους τεχνικούς όρους ενός δοσμένου κλάδου.

Μεταξύ των τριών πιθανών επιπέδων της αξίας, πραγματώνεται εκείνο το επίπεδο στο οποίο ο όγκος της προσφοράς ισούται με τον όγκο της ζήτησης (στον Πίνακα 1, η αξία αυτή είναι 3 ρούβλια, και στον Πίνακα 2, η αξία αυτή είναι 3,25 ρούβλια). Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία αντιστοιχεί πλήρως στους τεχνικούς όρους της παραγωγής. Στην πρώτη περίπτωση, η παραγωγή των 150.000 αρσίν λαμβάνει χώρα σε καλύτερες επιχειρήσεις. Στη δεύτερη περίπτωση, για να παραχθούν 200.000 αρσίν, πρέπει να παράξουν κι οι χειρότερες επιχειρήσεις. Αυτό αυξάνει τη μέση δαπάνη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, άρα την αξία. Συνεπακόλουθα, καταλήγουμε στο προηγούμενό μας συμπέρασμα ότι η ζήτηση ίσως επηρεάσει έμμεσα μόνο τον όγκο της παραγωγής. Αν όμως μια μεταβολή στον όγκο της παραγωγής σημαίνει και μια μεταβολή των μέσων τεχνικών όρων της παραγωγής (δοσμένων των τεχνικών ιδιοτήτων του κλάδου), αυτό οδηγεί σε μια αύξηση της αξίας.

Σε κάθε δοσμένη περίπτωση, τα όρια των πιθανών μεταβολών της αξίας και του μεγέθους της αξίας που εδραιώνονται στην πραγματικότητα (προφανώς, ως το κέντρο των διακυμάνσεων των αγοραίων τιμών) καθορίζονται πλήρως απ’ τους τεχνικούς όρους της παραγωγής. Η ανάλυσή μας, χωρίς αναφορές σε σύνθετες συνθήκες κι έμμεσες μεθόδους, κι έχοντας ως στόχο την ανακάλυψη κανονικοτήτων στο φαινομενικό χάος της κίνησης των τιμών και του ανταγωνισμού, σ’ αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με τυχαίες σχέσεις προσφοράς και ζήτησης, μας οδήγησε άμεσα στο επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων το οποίο, στην εμπορευματική-καπιταλιστική οικονομία, ανακλάται στην ειδική κοινωνική μορφή της αξίας και τις μεταβολές του μεγέθους της αξίας[20].

4. Η Εξίσωση Προσφοράς και Ζήτησης

Ύστερα απ’ την παραπάνω ανάλυση, δεν θα μας είναι δύσκολο να καθορίσουμε την αξία σύμφωνα με την καλά γνωστή «εξίσωση προσφοράς και ζήτησης» με την οποία διατυπώνει τη θεωρία της για τη τιμή η μαθηματική σχολή. Η σχολή αυτή αναβίωσε μια παλιά θεωρία για την προσφορά και τη ζήτηση, εξαλείφοντας τις εσωτερικές της λογικές αντιφάσεις θέτοντάς τη σε μια νέα μεθοδολογική βάση. Αν η παλιότερη θεωρία έλεγε ότι η τιμή καθορίζεται απ’ τις αλληλοσχετίσεις μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, η σύγχρονη μαθηματική σχολή λέει με σθένος ότι ο όγκος της ζήτησης και της προσφοράς εξαρτώνται απ’ τη τιμή. Έτσι, η υπόθεση ότι υπάρχει μια αιτιακή εξάρτηση της τιμής στην προσφορά και τη ζήτηση μετατρέπεται σε φαύλο κύκλο. Η εργασιακή θεωρία της αξίας αναδύεται απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο· αναγνωρίζει ότι ακόμη κι αν η τιμή καθορίζεται απ’ την προσφορά και τη ζήτηση, ο νόμος της αξίας, με τη σειρά του, ρυθμίζει την προσφορά. Η προσφορά μεταβάλλεται σε σχέση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τις μεταβολές της ποσότητας της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας. Η μαθηματική σχολή βρήκε μια διαφορετική διέξοδο απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο: η σχολή αυτή απαρνήθηκε το ίδιο το ζήτημα της αιτιακής εξάρτησης μεταξύ των φαινομένων της τιμής και περιορίστηκε σε μια μαθηματική διατύπωση της λειτουργικής εξάρτησης μεταξύ, αφενός, της τιμής και, αφετέρου, του όγκου της προσφοράς και της ζήτησης. Η θεωρία αυτή δεν ρωτά γιατί μεταβάλλονται οι τιμές, μόνο δείχνει το πως συμβαίνουν οι ταυτόχρονες μεταβολές της τιμής και της ζήτησης (ή της προσφοράς). Η θεωρία περιγράφει αυτή τη λειτουργική εξάρτηση μεταξύ των φαινομένων με το ακόλουθο γράφημα[21]:

Γράφημα 1

demand supply

Οι αριθμοί 1, 2, 3, κλπ στον οριζόντιο άξονα (οι τετμημένες) δείχνουν τη τιμή ανά μονάδα προϊόντος: 1 ρούβλι, 2 ρούβλια, 3 ρούβλια, κλπ. Οι αριθμοί στον κάθετο άξονα (οι τεταγμένες) δείχνουν την ποσότητα της προσφοράς ή της ζήτησης σε εκατοντάδες χιλιάδες, για παράδειγμα, το I σημαίνει 100.000 μονάδες προϊόντος, το II σημαίνει 200.000 μονάδες προϊόντος, κλπ. Η καμπύλη της προσφοράς έχει μια κλίση προς τα κάτω· ξεκινά πολύ ψηλά σε χαμηλές τιμές· αν η τιμή είναι κόντα στο μηδέν, η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από X, δηλαδή από 1.000.000 μονάδες προϊόντος. Αν η τιμή είναι 10 ρούβλια, τότε η ζήτηση εκμηδενίζεται. Για κάθε τιμή υπάρχει ένας αντίστοιχος όγκος ζήτησης. Για να δούμε τον όγκο της ζήτησης, για παράδειγμα, όταν η τιμή είναι 2 ρούβλια, πρέπει να τραβήξουμε μια κάθετη γραμμή απ’ τον οριζόντιο άξονα μέχρι την καμπύλη της ζήτησης. Η τεταγμένη θα είναι περίπου IV, δηλαδή, στη τιμή των 2 ρουβλιών η ζήτηση θα είναι 400.000 χιλιάδες. Η καμπύλη της προσφοράς κινείται αντίστροφα απ’ αυτή της ζήτησης. Αυξάνεται όταν οι τιμές αυξάνονται. Το σημείο τομής της καμπύλης της ζήτησης με την καμπύλη της προσφοράς καθορίζει τη τιμή των εμπορευμάτων. Αν τραβήξουμε μια κάθετη προβολή απ’ το σημείο τομής, βλέπουμε ότι η τετμημένη είναι περίπου στο 3, δηλαδή, η τιμή ισούται με 3 ρούβλια. Η τεταγμένη ισούται περίπου με ΙΙΙ, δηλαδή, στη τιμή των 3 ρουβλιών η ζήτηση κι η προσφορά ισούνται με περίπου 300.000 μονάδες προϊόντος, δηλαδή, η προσφορά κι η ζήτηση αλληλοκαλύπτονται· βρίσκονται σ’ ισορροπία. Αυτή είναι η εξίσωση της προσφοράς με τη ζήτηση που συμβαίνει στη δοσμένη περίπτωση μιας τιμής 3 ρουβλιών. Για κάθε άλλη τιμή, η ισορροπία είναι ανέφικτη. Αν η τιμή πέσει κάτω απ’ τα 3 ρούβλια, η ζήτηση θα είναι μεγαλύτερη απ’ την προσφορά· αν η τιμή ανέβει πάνω απ’ τα 3 ρούβλια, η προσφορά θα υπερβαίνει τη ζήτηση.

Απ’ το γράφημα έπεται ότι η τιμή καθορίζεται αποκλειστικά απ’ το σημείο τομής της καμπύλης της ζήτησης με την καμπύλη της προσφοράς. Εφόσον αυτό το σημείο τομής κινείται αν μετατοπιστεί μια εκ των δύο καμπύλων, για παράδειγμα, η καμπύλη της ζήτησης, τότε εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η μεταβολή της ζήτησης μεταβάλλει τη τιμή ακόμη κι αν δεν έχουν υπάρξει μεταβολές των όρων παραγωγής. Για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας αύξησης της ζήτησης (η διακεκομμένη καμπύλη της αυξημένης ζήτησης στο Γράφημα 1), η καμπύλη της ζήτησης θα τέμνει εκείνη της προσφοράς σε διαφορετικό σημείο, το οποίο αντιστοιχεί σε 5 ρούβλια. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτής της αύξησης της ζήτησης, η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης θα συμβεί στη τιμή των 5 ρουβλιών. Φαίνεται λες κι η τιμή δεν καθορίζεται απ’ τους όρους της παραγωγής, μα αποκλειστικά απ’ τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης. Η μεταβολή της ζήτησης μεταβάλλει από μόνη της τη τιμή, η οποία ταυτίζεται με την αξία.

Το παραπάνω συμπέρασμα είναι το αποτέλεσμα μιας λαθεμένης κατασκευής της καμπύλης της προσφοράς. Η καμπύλη της προσφοράς κατασκευάζεται σύμφωνα με το μοτίβο της καμπύλης της ζήτησης, μ’ αντίθετη όμως κατεύθυνση, εκκινώνοντας απ’ τη χαμηλότερη τιμή. Στην πραγματικότητα, οι οικονομολόγοι της μαθηματικής σχολής θεωρούν ότι αν η τιμή είναι κοντά στο 0, δεν υπάρχει προσφορά αγαθών. Γι’ αυτό ξεκινούν την καμπύλη της προσφοράς όχι στο 0, αλλά σε μια τιμή η οποία προσεγγίζει το 1, στο γράφημά μας κοντά στο 0,66, δηλαδή στα 0,66 ρούβλια. Αν η τιμή είναι 0,66 ρούβλια, τότε η προσφορά προσεγγίζει το μισό του I, δηλαδή, ισούται με 50.000 μονάδες προϊόντος· αν η τιμή είναι 3 ρούβλια, η προσφορά ισούται με ΙΙΙ, δηλαδή με 300.000 μονάδες προϊόντος. Στη τιμή των 10 ρουβλιών, η καμπύλη προσεγγίζει το ενδιάμεσο του VI με το VII, δηλαδή, η προσφορά ισούται με περίπου 650.000 μονάδες προϊόντος. Μια τέτοια καμπύλη προσφοράς είναι εφικτή αν έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση της αγοράς σε μια δοσμένη στιγμή. Αν υποθέσουμε ότι η κανονική τιμή είναι 3 ρούβλια κι ο κανονικός όγκος της προσφοράς είναι 300.000 μονάδες προϊόντος, είναι πιθανόν ότι αν οι τιμές μειωθούν καταστροφικά στα 0,66 ρούβλια, μόνο ένας μικρός αριθμός παραγωγών θ’ αναγκαστεί πραγματικά να πουλήσει σε μια τόσο χαμηλή τιμή, ονομαστικά 50.000 μονάδες προϊόντος σ’ αυτή τη τιμή. Απ’ την άλλη, μια ασυνήθιστη αύξηση των τιμών στο επίπεδο των 10 ρουβλιών αναγκάζει τους παραγωγούς να ρίξουν στην αγορά όλα τ’ αποθέματά τους και να διευρύνουν αμέσως την παραγωγή, αν αυτό είναι εφικτό. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο, αν και δεν είναι πολύ πιθανό, να καταφέρουν να ρίξουν στην αγορά 650.000 μονάδες προϊόντων. Όμως, απ’ τη τυχαία τιμή μιας ημέρας περνάμε στη σταθερή, μόνιμη, μέση τιμή που καθορίζει τον σταθερό, μόνιμο, κανονικό όγκο της προσφοράς και της ζήτησης. Αν θέλουμε να βρούμε στο γράφημα μια λειτουργική σύνδεση μεταξύ του μέσου επιπέδου των τιμών και του μέσου όγκου της προσφοράς και της ζήτησης, θα παρατηρήσουμε αμέσως τη λαθεμένη κατασκευή της καμπύλης της προσφοράς. Αν ένας μέσος όγκος προσφοράς 300.000 μονάδων προϊόντος αντιστοιχεί σε μια μέση τιμή 3 ρουβλιών, τότε η πτώση της τιμής στα 0,66 ρούβλια, δοσμένης της προηγούμενης τεχνικής της παραγωγής, δεν θα επιφέρει μια μείωση της μέσης προσφοράς στις 50.000 μονάδες προϊόντος, αλλά σε μια συνολική παύση της προσφοράς και μια εκροή κεφαλαίου απ’ τον δοσμένο κλάδο προς άλλους κλάδους. Απ’ την άλλη, αν η μέση τιμή (δοσμένων σταθερών όρων παραγωγής) αυξηθεί από 3 σε 10 ρούβλια, αυτό θα προκαλέσει μια συνεχή εισροή κεφαλαίου από άλλους κλάδους, και μια αύξηση του μέσου όγκου της προσφοράς δεν θα παρέμενε στις 650.000 μονάδες προϊόντος, αλλά θ’ αυξανόταν πολύ πάνω απ’ αυτό το μέγεθος. Θεωρητικά, η προσφορά θ’ αυξανόταν μέχρι ο κλάδος αυτός να κατασπαράξει πλήρως όλους τους άλλους κλάδους παραγωγής. Στην πράξη, η πόσοτητα που προσφέρεται θα είναι μεγαλύτερη από κάθε όγκο της ζήτησης, και θα την αντιμετωπίζαμε ως ένα απεριόριστο μέγεθος. Όπως μπορούμε να δούμε, μερικές στιγμές ισορροπίας της προσφοράς και της ζήτησης, που παρασταίνονται στο γράφημά μας, οδηγούν αναπόφευκτα σε μια καταστροφή της ισορροπίας μεταξύ των διάφορων παραγωγικών κλάδων, δηλαδή, σε μια μεταφορά παραγωγικών δυνάμεων απ’ τον έναν κλάδο στον άλλον. Καθώς μια μεταφορά κεφαλαίου μεταβάλλει τον όγκο της προσφοράς, αυτό οδηγεί επίσης σε μια καταστροφή της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Συνεπακόλουθα, το γράφημα μας δίνει μόνο μια εικόνα μιας στιγμιαίας κατάστασης της αγοράς και δεν μας δείχνει μια μακροχρόνια, σταθερή ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, η οποία μπορεί να κατανοηθεί θεωρητικά μόνο ως αποτέλεσμα της ισορροπίας μεταξύ των διάφορων παραγωγικών κλάδων. Απ’ τη σκοπιά της ισορροπίας στον καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας μεταξύ των διάφορων παραγωγικών κλάδων, η μορφή της καμπύλης της προσφοράς πρέπει να είναι τελείως διαφορετική απ’ αυτή που βλέπουμε στο Γράφημα 1.

Πρώτα απ’ όλα, ας υποθέσουμε (όπως κάναμε και στην αρχή του κεφαλαίου) ότι η τιμή παραγωγής (ή αξία) ανά μονάδα προϊόντος αποτελεί ένα δοσμένο μέγεθος (πχ, 3 ρούβλια) ανεξάρτητο απ’ τον όγκο της παραγωγής, αν οι τεχνικοί όροι παραμένουν σταθεροί. Αυτό σημαίνει ότι, στη τιμή των 3 ρουβλιών, εδραιώνεται ισορροπία μεταξύ του δοσμένου παραγωγικού κλάδου και των υπόλοιπων κλάδων, κι η μεταφορά κεφαλαίου απ’ τον έναν κλάδο στον άλλον σταματά. Αυτού έπεται ότι η πτώση της αξίας κάτω απ’ τα 3 ρούβλια θα επιφέρει μια εκροή κεφαλαίου απ’ τη δοσμένη σφαίρα και μια τάση προς μια συνολική παύση της προσφοράς του δοσμένου εμπορεύματος. Ωστόσο, η αύξηση της τιμής πάνω απ’ τα 3 ρούβλια θα επιφέρει μια εισροή κεφαλαίου από άλλες σφαίρες και μια τάση προς μια απεριόριστη αύξηση της παραγωγής (να σημειώσουμε ότι, όπως και πριν, δεν μιλάμε για μια προσωρινή αύξηση ή μείωση της τιμής, αλλά για ένα σταθερό, μακροχρόνιο επίπεδο τιμών, και για έναν μέσο, μακροχρόνιο όγκο προσφοράς και ζήτησης). Οπότε, αν η τιμή είναι κάτω από 3 ρούβλια, η προσφορά θα σταματήσει πλήρως, κι αν η τιμή υπερβαίνει τα 3 ρούβλια, η προσφορά μπορεί να θεωρηθεί ως απεριόριστη σε σχέση με τη ζήτηση. Δεν παρουσιάζουμε καμία καμπύλη προσφοράς. Η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης μπορεί να εδραιωθεί μόνο αν το επίπεδο των τιμών συμπίπτει με την αξία (3 ρούβλια). Το μέγεθος της αξίας (3 ρούβλια) καθορίζει τον όγκο της ενεργούς ζήτησης για ένα δοσμένο εμπόρευμα και τον αντίστοιχο όγκο της προσφοράς (300.000 μονάδες εμπορεύματος). Το γράφημα έχει την ακόλουθη μορφή:

Γράφημα 2

demand

Όπως βλέπουμε απ’ το Γράφημα 2, οι τεχνικοί όροι της παραγωγής (ή η κοινωνικά αναγκαία εργασία με μια τεχνική έννοια) καθορίζει την αξία, ή το κέντρο γύρω απ’ το οποίο κυμαίνονται οι μέσες τιμές (στην καπιταλιστική οικονομία, ένα τέτοιο κέντρο δεν είναι η εργασιακή αξία μα αντ’ αυτού η τιμή παραγωγής). Η τεταγμένη μπορει να εδραιωθεί μόνο σε σχέση με τη τετμημένη 3, η οποία σημαίνει αξία 3 ρουβλιών. Ωστόσο, η καμπύλη της ζήτησης καθορίζει μόνο το σημείο που εκφράζεται απ’ τη τεταγμένη, ονομαστικά τον όγκο της ενεργούς ζήτησης και τον όγκο της παραγωγής ο οποίος, στο γράφημα, προσεγγίζει την ποσότητα ΙΙΙ, δηλαδή, τις 300.000 μονάδες προϊόντος. Μια μετατόπιση της καμπύλης της ζήτησης, πχ, μια αύξηση της ζήτησης για τον τάδε ή δείνα λόγο, μπορεί ν’ αυξήσει μόνο τον όγκο της προσφοράς (σ’ αυτό το παράδειγμα στο VI -δηλαδή, 600.000 μονάδες προϊόντος- όπως μπορούμε να δούμε απ’ τη διακεκομμένη καμπύλη του γραφήματος) και δεν αυξάνει τη μέση τιμή η οποία παραμένει όπως και πριν, 3 ρούβλια. Η τιμή αυτή καθορίζεται αποκλειστικά απ’ την παραγωγικότητα της εργασίας ή απ’ τους τεχνικούς όρους της παραγωγής.

Επιτρέψτε μας να εισάγουμε τώρα (όπως κάναμε και νωρίτερα) μια επιπλέον συνθήκη. Ας υποθέσουμε ότι στη δοσμένη σφαίρα, οι επιχειρήσεις υψηλότερης παραγωγικότητας μπορούν να προσφέρουν στην αγορά μόνο μια περιορισμένη ποσότητα αγαθών· τα υπόλοιπα αγαθά πρέπει να παραχθούν από επιχειρήσεις μέσης και χαμηλής παραγωγικότητας. Αν η τιμή των 2,5 ρουβλιών είναι η τιμή παραγωγής (ή αξία) στις καλύτερες επιχειρήσεις, ο όγκος της προσφοράς θα είναι 200.000 μονάδες προϊόντος· αν η τιμή είναι 3 ρούβλια, η προσφορά θα είναι 300.000 μονάδες προϊόντος και στα 3,5 ρούβλια θα είναι 400.000. Αν η μέση τιμή είναι μικρότερη από 2,5 ρούβλια, θα κυριαρχήσει μια τάση προς μιας πλήρη παύση της παραγωγής. Αν η μέση τιμή ξεπεράσει τα 3,5 ρούβλια, θα επικρατήσει μια τάση προς μια απεριόριστη διεύρυνση της προσφοράς. Λόγω αυτού, οι διακυμάνσεις των μέσων τιμών περιορίζονται εκ των προτέρων απ’ το ελάχιστο των 2,5 ρουβλιών και το μέγιστο των 3,5 ρουβλιών. Εντός αυτών των ορίων είναι εφικτά τρία επίπεδα μέσων τιμών ή αξίων: 2,5 ρούβλια, 3 ρούβλια και 3,5 ρούβλια. Καθένα εξ αυτών αντιστοιχεί σ’ έναν καθορισμένο όγκο παραγωγής (200.000, 300.000 και 400.000) και συνεπώς σ’ ένα δοσμένο επίπεδο της παραγωγικής τεχνικής. Το γράφημα παίρνει τότε την εξής μορφή:

Γράφημα 3

demand2

Αν στο Γράφημα 2 η προσφορά αγαθών (εκ μέρους των παραγωγών) έλαβε χώρα στη τιμή των 3 ρουβλιών, τώρα προσφορά υπάρχει μόνο αν η τιμή φτάσει τα 2,5 ρούβλια. Σ’ αυτή την περίπτωση, η προσφορά ισούται με II, δηλαδή, 200.000 (η ποσότητα στον άξονα τεταγμένων που αποτελεί προβολή του σημείου A). Αν η τιμή είναι 3 ρούβλια, η προσφορά θ’ ανέβει στο III, δηλαδή, στις 300.000· στο γράφημα αυτό αντιστοιχεί στο σημείο C. Αν η τιμή είναι 3,5 ρούβλια, η προσφορά ισούται με IV, δηλαδή, με 400.000 (αντιστοιχεί στη τεταγμένη του σημείου B). Η καμπύλη ACB αποτελεί την καμπύλη της προσφοράς. Η τομή της καμπύλης της προσφοράς με την καμπύλη της ζήτησης (στο σημείο C) καθορίζει τον πραγματικό όγκο της προσφοράς και την αντίστοιχη αξία ή κέντρο των διακυμάνσεων της τιμής. Σ’ αυτό το παράδειγμα, η τιμή εδραιώνεται στα 3 ρούβλια, κι ο όγκος της παραγωγής ισούται με III, δηλαδή, με 300.000 μονάδες προϊόντος. Η παραγωγή θα λάβει χώρα στις καλύτερες και τις μέσες επιχειρήσεις. Υπό αυτούς τους τεχνικούς όρους της παραγωγής, η αξία κι η μέση τιμή ισούνται με 3 ρούβλια. Αν η καμπύλη της μέσης ζήτησης μετατοπιστεί ελαφρώς προς τα κάτω λόγω μιας μακροχρόνιας μείωσης της ζήτησης, θα συναντήσει την καμπύλη της προσφοράς στο σημείο A· σ’ αυτή την περίπτωση, ο μέσος όγκος της προσφοράς θα ισούται με 200.000 μονάδες προϊόντος κι η παραγωγή θα λάβει χώρα μόνο στις καλύτερες επιχειρήσεις· η αξία θα πέσει στα 2,5 ρούβλια. Αν η καμπύλη της ζήτησης μετατοπιστεί ελαφρώς προς τα πάνω λόγω μιας αύξησης της ζήτησης, θα συναντήσει την καμπύλη της προσφοράς στο σημείο B· ο μέσος όγκος της προσφοράς θα ισούται με IV, δηλαδή, με 400.000, κι η αξία θα ισούται με 3,5 ρούβλια. Η αλληλοσχέτιση των καμπυλών προσφοράς και ζήτησης που διατυπώθηκε απ’ την μαθηματική σχολή, διατύπωση την οποία παρουσιάσαμε στο Γράφημα 1, υπάρχει στην πραγματικότητα (αν έχουμε να κάνουμε με μέση τιμή και μέσο όγκο προσφοράς και ζήτησης) μόνο εντός των στενών ορίων των διακυμάνσεων της τιμής μεταξύ 2,5 και 3,5 ρούβλια, δηλαδή, ορίων τα οποία εδραιώνονται πλήρως απ’ τις παραγωγικές τεχνικές σ’ επιχειρήσεις με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας κι απ’ τις ποσοτικές αλληλοσχετίσεις μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων, δηλαδή, απ’ το μέσο επίπεδο της τεχνικής ενός δοσμένου κλάδου. Μόνο εντός αυτών των στενών ορίων η προσφορά λαμβάνει την μορφή μιας αύξουσας καμπύλης. Κάθε σημείο της καμπύλης αυτής τότε δείχνει την ποσότητα της παραγωγής και την αντίστοιχη τιμή. Μόνο εντός αυτών των στενών ορίων οι μεταβολές της καμπύλης της ζήτησης οι οποίες μετατοπίζουν το σημείο τομής με την καμπύλη της προσφοράς (σημεία A, C ή B) μεταβάλλουν πράγματι τον όγκο της παραγωγής. Τέτοιες μεταβολές επηρεάζουν τους μέσους τεχνικούς όρους στους οποίους παράγεται η συνολική μάζα των προϊόντων, και συνεπώς επηρεάζουν το μέγεθος της αξίας (2,5 ρούβλια, 3 ρούβλια, 3,5 ρούβλια). Μια τέτοια όμως επιρροή της ζήτησης  επί της αξίας συμβαίνει μόνο μέσω μεταβολών στους τεχνικούς όρους της παραγωγής και περιορίζεται σε στενά όρια ανάλογα με τη τεχνική δομή του δοσμένου κλάδου. Εφόσον μόνο η ζήτηση μπορεί να ξεπεράσει αυτά τα όρια, η άμεση επιρροή της (μέσω της παραγωγικής τεχνικής) στην αξία σταματά. Ας υποθέσουμε, πχ, ότι η ζήτηση αυξάνεται, όπως βλέπουμε στη διακεκομμένη καμπύλη του γραφήματος. Στο Γράφημα 1, το οποίο παρουσιάζει τι λέει η μαθηματική σχολή, μια τέτοια αύξηση της ζήτησης οδηγεί σ’ ένα σημείο τομής της καμπύλης της ζήτησης με την καμπύλη της προσφοράς το οποίο αντιστοιχεί στη τιμή των 5 ρουβλιών. Φαίνεται ότι η αύξηση της ζήτησης αύξησε άμεσα την αξία του εμπορεύματος. Ωστόσο, στο Γράφημα 3, η μέση τιμή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 3,5 ρούβλια, καθώς μια τέτοια αύξηση θα προκαλούσε μια τάση προς μια απεριόριστη αύξηση της προσφοράς, ονομαστικά η προσφορά θα ξεπερνούσε τη ζήτηση. Η καμπύλη της προσφοράς δεν πηγαίνει πέρα απ’ το σημείο B. Συνεπώς, η καμπύλη της αυξημένης ζήτησης δεν τέμνει την καμπύλη της προσφοράς· τέμνει την προβολή του σημείου B, το οποίο αντιστοιχεί στην μέγιστη τιμή των 3,5 ρουβλιών. Αυτό σημαίνει ότι αν ο όγκος της παραγωγής φτάσει στο VII, δηλαδή, στις 700.000 μονάδες προϊόντος, λόγω της αυξημένης ζήτησης, η αξία κι η μέση τιμή θα παραμείνουν ως έχουν, στα 3,5 ρούβλια (πιο συγκεκριμένα, η τιμή θα είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από 3,5 ρούβλια, και θα προσεγγίζει αυτή τη τιμή από τα πάνω, καθώς, σύμφωνα με την υπόθεσή μας, αν η τιμή είναι 3,5 ρούβλια, η ποσότητα της παραγωγής είναι μόνο 400.000 μονάδες προϊόντων). Έτσι, οι διαφορές μεταξύ του Γραφήματος 1 και του Γραφήματος 3 είναι οι εξής:

Στο Γράφημα 1, έχουμε δύο καμπύλες (προσφορά και ζήτηση) οι οποίες δεν ρυθμίζονται απ’ τους όρους της παραγωγής. Η τομή τους μπορεί να συμβεί σ’ οποιοδήποτε σημείο, εξαρτώμενη μόνο απ’ την κατεύθυνση των καμπύλων αυτών· συνεπακόλουθα, το σημείο τομής μπορεί να εδραιωθεί απ’ τον ανταγωνισμό σ’ οποιοδήποτε επίπεδο. Κάθε μεταβολή της αξίας μεταβάλλει άμεσα τη τιμή, η οποία θεωρείται ταυτόσημη με την αξία.

Στο Γράφημα 3, η προσφορά δεν έχει εκ των προτέρων την μορφή μιας καμπύλης, η οποία επιτρέπει έναν άπειρο αριθμό σημείων τομής, αλλά έχει την μορφή του μικρού ευθύγραμμου τμήματος ACB, το οποίο καθορίζεται απ’ τους τεχνικούς όρους της παραγωγής. Ο ανταγωνισμός ρυθμίζεται εκ των προτέρων απ’ τους όρους της παραγωγής. Οι όροι αυτοί εδραιώνουν τα όρια των μεταβολών της αξίας ή των μέσων τιμών. Απ’ την άλλη, η αξία, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι εδραιωμένη εντός αυτών των ορίων, αντιστοιχεί ακριβώς στους όρους της παραγωγής οι οποίοι συνοδεύουν τον δοσμένο όγκο της παραγωγής. Η ζήτηση δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα κι άνευ ορίων την αξία, μα μόνο έμμεσα, μέσω μεταβολών των τεχνικών όρων της παραγωγής κι εντός στενών ορίων τα οποία επίσης καθορίζονται απ’ αυτούς τους τεχνικούς όρους. Συνεπακόλουθα, η βασική υπόθεση της θεωρίας του Μαρξ παραμένει εν ισχύ: η αξία κι οι μεταβολές της καθορίζονται αποκλειστικά απ’ το επίπεδο και την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, ή απ’ την ποσότητα της κοινωνικής εργασίας αναγκαίας για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος, δοσμένων των μέσων τεχνικών όρων.

Σημειώσεις:
1. Ο αναγνώστης μπορεί να βρει την ιστορία της λεγόμενης «τεχνικής» ή «οικονομικής» εκδοχής της έννοιας της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας στα παρακάτω βιβλία: T. Grigorovichi, Die Wertlehre hei Marx und Lasalle, Βιέννη, 1910· Karl Diehl, Sozialwissenschaftliche erläuterungen zu David Ricardos Grundgesetzen der Volkswirtschaft und Besteuerung, vol. I, Λειψία· F. Meiner, 1921· βλέπε επίσης τη συζήτηση στο περιοδικό Pod znamenem marksizmaπό το Λάβαρο του Μαρξισμού] το 1922-1923, ιδίως τ’ άρθρα των M. Dvolaitski, A. Mendelson και V. Motylev.
2. Τα στοιχεία του πίνακα είναι αυθαίρετα κι όχι πραγματικά.
3. Τζον Στιούαρτ Μιλ, Principles of Political Economy, Νέα Υόρκη, 1965, σελ. 451-452.
4. Οι όροι «τιμή ισσοροπίας» και «ποσότητα ισσοροπίας» χρησιμοποιήθηκαν απ’ τον Άλφρεντ Μάρσαλλ στο Principles of Economics, 1910, σελ. 345. Το επίθετο «κανονική» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του «πως θα έπρεπε να είναι» κάτι, αλλά με την έννοια ενός μέσου επιπέδου το οποίο αντιστοιχεί στην κατάσταση ισορροπίας και το οποίο εκφράζει μια κανονικότητα, ομαλότητα και τακτικότητα στην κίνηση των τιμών.
5. P. Maslov, Teoriya razvitiya narodnogo khozyaistva, 1910, σελ. 238.
6. Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδόσεις Σύγχρονη Κριτική, 2010, σελ. 324.
7. Ό.π., σελ. 332.
8. Λέγοντας κοινωνική ανάγκη, ο Μαρξ συχνά εννοούσε την ποσότητα των προϊόντων που ζητούνται στην αγορά. Όμως, αυτές οι ορολογικές διαφορές δεν μας αφορούν εδώ. Στόχος μας δεν είναι να ορίσουμε δοσμένους όρους, μα να διακρίνουμε διάφορες έννοιες, ονομαστικά: 1) την αξία ανά μονάδα εμπορεύματος· 2) την ποσότητα μονάδων ενός εμπορεύματος που ζητείται στην αγορά σε μια δοσμένη αξία· 3) τον πολλαπλασιασμό της αξίας ανά μονάδα εμπορεύματος επί τον αριθμό των μονάδων που ζητούνται στην αγορά σε μια δοσμένη αξία. Το σημαντικό εδώ είναι να τονίσουμε ότι ο όγκος της κοινωνικής ζήτησης για προϊόντα ενός δοσμένου είδους δεν είναι ανεξάρτητος απ’ την αξία ανά μονάδα εμπορεύματος, και προϋποθέτει την αξία.
9. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 371.
10. Εδώ έχουμε στο μυαλό μας τη σταθερότητα σε δοσμένες συνθήκες. Αυτό δεν αποκλείει μεταβολές αν οι συνθήκες αυτές μεταβληθούν.
11. Εδώ, καθώς και παρακάτω, μ’ αυτόν τον όρο εννοούμε την ποσότητα εργασίας που διατίθεται σε μια δοσμένη σφαίρα παραγωγής, δεδομένου ενός αναλογικού καταμερισμού της εργασίας, δηλαδή, μιας κατάστασης ισορροπίας.
12. L. Lyubimov, Kurs politicheskoi ekonomii, 1923, σελ. 244-245.
13. Στις Θεωρίες για την Υπεραξία.
14. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 88.
15. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, σελ. 159.
16. Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 396.
17. Ο όρος «αναλογικός» δεν πρέπει εδώ να εννοηθεί με την έννοια ενός ορθολογικού, προκαθορισμένου καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος δεν υφίσταται σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Αναφερόμαστε σε μια ομαλότητα, σε μια ορισμένη συνέπεια και σταθερότητα (παρόλες τις καθημερινές διακυμάνσεις κι αποκλίσεις) στον καταμερισμό εργασίας μεταξύ μεμονωμένων κλάδων, αναλόγως με το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
18. Πληροφορίες γι’ αυτές τις σχολές στα ρώσικα μπορούν να βρεθούν στα εξής βιβλία: I. Blyumin, Subyektivnaya shkola v politicheskoi ekonomii, 1928· N. Shaposhnikov, Teoriya tsennosti i raspredeleniya, 1912· L. Yurovskii, Ocherki po teorii tseny, Σάρατοφ, 1919; A. Bilimovich, K voprosu o rastsenke khozyaistvennykh blag, Κίεβο, 1914.
19. Στο πρωτότυπο, ο Μαρξ γράφει: «μόνο η αγοραία αξία αυξάνει για μια μικρότερη ή μεγαλύτερη χρονική περίοδο» (Kapital, III, 1894, Part 1, σελ. 170). Η περίπτωση που αναφέρει ο Μαρξ, όπου η αύξηση της ζήτησης λόγω μιας μετάβασης σε χειρότερους όρους παραγωγής αυξάνει την αξία ανά μονάδα προϊόντος, ήταν γνώστη στον Ρικάρντο. Μπορούμε να βρούμε πολυάριθμα παρόμοια παραδείγματα στο Κεφάλαιο και τις Θεωρίες για την Υπεραξία, σε κεφάλαια αφιερωμένα στη διαφορική γαιοπρόσοδο.
20. Το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής αυξάνεται μαζί με μια αύξηση του όγκου της παραγωγής (υπολογισμένο ανά μονάδα προϊόντος) τέθηκε στα θεμέλια της ρικαρδιανής θεωρίας της γαιοπροσόδου και τονίστηκε από εκπροσώπους της αγγλοαμερικανικής και της μαθηματικής σχολής. Νιώσαμε αναγκαίο ν’ αφιερώσουμε ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτή τη θεωρία λόγω του θεωρητικού ενδιαφέροντος που έχει αυτό το ζήτημα για τη θεωρία της αξίας. Στην πράξη, το ζήτημα αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη γεωργία και για την εξορυκτική βιομηχανία. Ωστόσο, στο πλαίσιο της μεταποίησης συνήθως συναντάμε περιπτώσεις μείωσης του κόστους παραγωγής όταν αυξάνεται ο όγκος της παραγωγής (υπολογισμένο ανά μονάδα προϊόντος).
21. Το γράφημα αυτό μπορεί να βρεθεί στα ρώσικα στα ακόλουθα βιβλία: Charles Gide, Osnovy politicheskoi ekonomii, 1916, σελ. 233· Charles Gide, Istoriya ekonomicheskikh uchenii, 1918, σελ. 413· N. Shaposhnikov, Teoriya tsennosti i raspredeleniya, 1910, κεφάλαιο 1.