Το παρακάτω άρθρο του Ένγκελς γράφτηκε στα μέσα του Φεβρουαρίου 1885 κι εκδόθηκε στη βρετανική εφημερίδα The Commonweal, επίσημο όργανο της Σοσιαλιστικής Λίγκας, στις 2 Μαρτίου 1885. Το μεταφράσαμε απ’ το MECW 26.

Πριν από 40 χρόνια, η Αγγλία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κρίση, η οποία ήταν φαινομενικά επιλύσιμη μόνο μέσω βίας. Η γιγάντια και ραγδαία ανάπτυξη της μεταποίησης είχε ξεπεράσει την έκταση των εξωτερικών αγορών και την αύξηση της ζήτησης. Κάθε δέκα χρόνια, η πορεία της βιομηχανίας ανακόπτονταν βιαίως από ένα γενικό οικονομικό κραχ, το οποίο διαδέχονταν, ύστερα από μια μακρά περίοδο χρόνιας ύφεσης, μερικά σύντομα χρόνια ευημερίας, καταλήγοντας πάντα σε μια πυρετώδη υπερπαραγωγή και σε μια επακόλουθη ανανεωμένη κατάρρευση. Η καπιταλιστική τάξη διαμαρτύρονταν απαιτώντας το ελεύθερο εμπόριο των σιτηρών, κι απειλούσε να το εφαρμόσει στέλνοντας τον πεινασμένο πληθυσμό των πόλεων πίσω στις επαρχίες της υπαίθρου απ’ τις οποίες κατάγονταν: με τον πεινασμένο πληθυσμό να εισβάλλει σ’ αυτές, όπως είπε ο John Bright, όχι ως εξαθλιωμένοι που ζητιανεύουν ψωμί, μα σαν ένας στρατός που καταλαμβάνει εχθρικά εδάφη. Οι εργατικές μάζες των πόλεων διεκδικούσαν το μερίδιό τους απ’ την πολιτική εξουσία – τη Χάρτα του Λαού· είχαν τη στήριξη της πλειοψηφίας της τάξης των μικροεμπόρων, κι η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο ήταν το αν η Χάρτα έπρεπε να εφαρμοστεί με τη χρήση φυσικής βίας ή ηθικής βίας. Ύστερα ήρθε το εμπορικό κραχ του 1847 κι ο Μεγάλος Λιμός της Ιρλανδίας, φέρνοντας μαζί τους την προοπτική της επανάστασης.

Η Γαλλική Επανάσταση του 1848 έσωσε την αγγλική μεσαία τάξη [εδώ ως μεσαία τάξη εννοείται η αστική τάξη]. Οι σοσιαλιστικές προκηρύξεις των νικηφόρων Γάλλων εργατών τρομοκράτησαν την μικρομεσαία τάξη της Αγγλίας [εδώ ως μικρομεσαία τάξη εννοείται η μικροαστική τάξη] κι αποδιοργάνωσαν το στενότερο, μα περισσότερο πρακτικό, κίνημα της αγγλικής εργατικής τάξης. Ακριβώς τη στιγμή που ο χαρτισμός ήταν υποχρεωμένος να υψώσει το ανάστημά του μ’ όλη του τη δύναμη, κατέρρευσε εσωτερικά προτού καταρρεύσει εξωτερικά στις 10 Απριλίου 1848. Η δράση της εργατικής τάξης σπρώχτηκε στα παρασκήνια. Η καπιταλιστική τάξη θριάμβευσε σ’ όλη τη γραμμή.

Το Μεταρρυθμιστικό Νομοσχέδιο του 1831 υπήρξε η νίκη του συνόλου της καπιταλιστικής τάξης επί της γαιοκτητικής αριστοκρατίας. Η ανάκληση των Νόμων Περί Σιτηρών [που επιβάλλαν δασμούς στην εισαγωγή σιτηρών, προστατεύοντας τα συμφέροντα των Άγγλων γαιοκτημόνων] υπήρξε η νίκη των καπιταλιστών της μεταποίησης όχι μόνο επί της γαιοκτητικής αριστοκρατίας, μα κι επί των φραξιών εκείνων των καπιταλιστών που τα συμφέροντά τους ήταν λίγο-πολύ προσδεμένα με τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων: των τραπεζιτών, των χρηματιστών, των ομολογιούχων, κλπ. Το ελεύθερο εμπόριο σήμαινε την αναπροσαρμογή ολόκληρης της εσωτερικής κι εξωτερικής εμπορικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής της Αγγλίας σύμφωνα με τα συμφέροντα των βιομηχάνων καπιταλιστών – της τάξης η οποία τώρα εκπροσωπούσε το έθνος. Κι η τάξη αυτή καταπιάστηκε σοβαρά με τη δουλειά της. Κάθε εμπόδιο στη βιομηχανική παραγωγή απομακρύνθηκε ανηλεώς. Οι δασμοί και το σύνολο του φορολογικού συστήματος επαναστατικοποιήθηκαν. Τα πάντα καθυποτάχτηκαν σε μια μοναδική επιταγή, μια επιταγή που είχε κεφαλαιώδη σημασία για τους βιομηχάνους καπιταλιστές: το φτήνεμα όλων των ακατέργαστων προϊόντων, κι ειδικά των μέσων διαβίωσης της εργατικής τάξης· την μείωση του κόστους των πρώτων υλών και τη διατήρηση των μισθών στα υπάρχοντα επίπεδα – αν όχι τη συμπίεσή τους. Η Αγγλία έμελλε να γίνει το «εργαστήρι του κόσμου»· όλες οι άλλες χώρες έμμελε να καταστούν για την Αγγλία ότι ήταν κιόλας η Ιρλανδία – αγορές για τα μεταποιημένα αγαθά της, προμηθεύοντάς τη σ’ αντάλλαγμα με πρώτες ύλες και τρόφιμα. Η Αγγλία, το μεγάλο μεταποιητικό κέντρο ενός αγροτικού κόσμου, θ’ αποκτούσε έναν εσαεί αυξανόμενο αριθμό Ιρλανδιών που παράγουν σιτηρά και βαμβάκι, περιστρέφομενες γύρω της σαν αγροτικοί πλανήτες ενός βιομηχανικού ήλιου. Μα τι ένδοξη προοπτική!

Οι βιομήχανοι καπιταλιστές καταπιάστηκαν με την πραγμάτωση αυτού του σπουδαίου στόχου μ’ αυτή την ισχυρή κοινή λογική κι αυτή την περιφρόνηση προς τις παραδοσιακές αρχές που πάντα τους διέκριναν απ’ τους περισσότερο στενόμυαλους ομότιμούς τους της ηπειρωτικής Ευρώπης. Ο χαρτισμός πέθαινε. Η αναβίωση της εμπορικής ευημερίας, γεγονός φυσικό ύστερα απ’ την αντιστροφή του κραχ του 1847, λογαριάστηκε στο σύνολό της ως αποτέλεσμα του ελεύθερου εμπορίου. Κι οι δύο αυτές περιστάσεις είχαν μετατρέψει την αγγλική εργατική τάξη, πολιτικά, σε ουρά του μεγάλου φιλελευθέρου κόμματος, του κόμματος που ηγούνταν οι βιομήχανοι. Το πλεονέκτημα αυτό έπρεπε, γι’ άλλη μια φορά, να διαιωνιστεί. Κι οι βιομήχανοι καπιταλιστές, όχι απ’ την αντίθεση των χαρτιστών στο ελεύθερο εμπόριο, μα απ’ τον μετασχηματισμό απ’ τους χαρτιστές του ελεύθεριου εμπορίου στο σημαντικότερο καίριο εθνικό ζήτημα, έμαθαν, και συνεχίσαν να μαθαίνουν όλο και περισσότερο, ότι η μεσαία τάξη [εδώ ως μεσαία τάξη εννοείται η αστική τάξη] δεν μπορεί ποτέ ν’ αποκτήσει πλήρη κοινωνική και πολιτική εξουσία επί του έθνους, παρά μόνο με τη βοήθεια της εργατικής τάξης. Έτσι, ήρθε μια σταδιακή αλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των δύο τάξεων. Οι Νόμοι Περί Εργοστασίων, που αποτελούσαν κάποτε εφιάλτη για όλους τους βιομηχάνους, όχι μονάχα άρχισαν να τηρούνται με προθυμία απ’ τους βιομήχανους μα ανέχθηκαν επίσης την επέκτασή τους σε νομοθετικές πράξεις που ρυθμίζουν όλα τα επαγγέλματα. Τα συνδικάτα, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν επινόηση του ίδιου του σατανά, τώρα οι βιομήχανοι τα χαϊδεύαν και τα πατρονάραν ως τελείως θεμιτούς θεσμούς κι ως χρήσιμα μέσα για τη διάδοση υγιών και φρόνιμων οικονομικών δογμάτων μεταξύ των εργατών. Ακόμη κι οι απεργίες, που πριν το 1848 τίποτα δεν θεωρούνταν πιο ειδεχθές απ’ αυτές, τώρα σταδιακά κρίθηκαν πολύ χρήσιμες σ’ ορισμένες περιστάσεις, ειδικά όταν τις προκαλούσαν τα ίδια τ’ αφεντικά την κατάλληλη γι’ αυτά στιγμή. Όσον αφορά τα νομικά θεσπίσματα, ανακλήθηκαν εκείνα που θέταν τον εργάτη σε κατώτερο επίπεδο ή σε μειονεκτική θέση μπροστά στ’ αφεντικό του, ή έστω τα πιο εξοργιστικά απ’ αυτά. Και, πρακτικά, αυτή η φρικτή «Χάρτα του Λαού», έγινε στην πραγματικότητα το πολιτικό πρόγραμμα των ίδιων των βιομηχάνων που προηγουμένως εξεγείρονταν εναντίον της. Ο νόμος για την «Κατάργηση της Προϋπόθεσης της Κατοχής Ιδιοκτησίας για το Δικαίωμα Ψήφου» κι ο νόμος για την «Μυστική Ψηφοφορία με τη Χρήση Κάλπης» είναι τώρα νόμοι του κράτους. Τα Μεταρρυθμιστικά Νομοσχέδια του 1867 και του 1884 έχουν πλησιάσει πολύ κοντά στην πραγμάτωση του αιτήματος για το «καθολικό δικαίωμα ψήφου», τουλάχιστον όπως ισχύει τώρα στη Γερμανία· το Νομοσχέδιο Καταμερισμού σε Εκλογικές Περιφέρειες που συζητά τώρα το κοινοβούλιο, δημιουργεί «ισότιμες εκλογικές περιφέρειες» – συνολικά όχι λιγότερο άνισες απ’ ότι ισχύει στη Γαλλία και τη Γερμανία· οι «βουλευτικές αποζημιώσεις» κι η συντόμευση της διάρκειας της κοινοβουλευτικής εξουσιοδότησης, ξεπροβάλλουν στον ορίζοντα ως εφικτές στο προσεχές μέλλον – και μολαταύτα, υπάρχουν άνθρωποι που λένε ότι ο χαρτισμός πέθανε.

Η επανάσταση του 1848, όπως και πολλές απ’ τους προκατόχους της, είχε παράξενους εραστές και διαδόχους. Οι ίδιοι άνθρωποι που τη συνέτριψαν, έγιναν, όπως συνήθιζε να λέει ο Καρλ Μαρξ, οι εκτελεστές της διαθήκης της. Ο Λουδοβίκος Ναπολέων αναγκάστηκε να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη κι ενωμένη Ιταλία, ο Μπίσμαρκ αναγκάστηκε να επαναστατικοποιήσει τη Γερμανία και ν’ αποκαταστήσει την ουγγρική ανεξαρτησία, κι οι Άγγλοι βιομήχανοι αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν τη Χάρτα του Λαού.

Για την Αγγλία, τ’ αποτελέσματα αυτής της κυριαρχίας των βιομηχάνων καπιταλιστών υπήρξαν στην αρχή εντυπωσιακά. Το εμπόριο αναβιώθηκε κι διευρύνθηκε σε βαθμό πρωτάκουστο ακόμη και γι’ αυτό το λίκνο της σύγχρονης βιομηχανίας· οι μέχρι πρότινος απίστευτες δημιουργίες του ατμού και των μηχανών εκμηδενίστηκαν συγκριτικά με τη τεράστια μάζα προϊόντων της εικοσαετίας 1850-1870, με τα σαρωτικά νούμερα των εξαγωγών και των εισαγωγών, με τον πλούτο που συσσωρεύτηκε στα χέρια των καπιταλιστών και με την ανθρώπινη εργασιακή δύναμη που συγκεντρώθηκε στις μεγάλες πόλεις. Η πρόοδος πράγματι διακόπηκε, όπως και πριν, από μια κρίση κάθε 10 χρόνια, το 1857 καθώς και το 1866· όμως, οι μεταστροφές αυτές θεωρήθηκαν τώρα φυσικά, αναπόφευκτα γεγονότα στα οποία πρέπει μοιρολατρικά να υποκύψουμε, και που πάντα τελικά θ’ αυτοδιορθώνονται.

Κι η κατάσταση της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής; Υπήρξε μια προσωρινή βελτίωση ακόμη και για την μεγάλη μάζα. Η βελτίωση όμως αυτή διαρκώς επέστρεφε στο παλιό επίπεδο λόγω της εισροής του μεγάλου σώματος του εφεδρικού στρατού των ανέργων, λόγω της διαρκούς αντικατάστασης εργατικών χεριών με νέες μηχανές, λόγω της μετανάστευσης του αγροτικού πληθυσμού ο οποίος, τώρα κι αυτός, αντικαθιστούνταν όλο και περισσότερο με μηχανές. Μια μόνιμη βελτίωση μπορεί να βρεθεί μόνο σε δύο «προστατευμένες» φραξιές της εργατικής τάξης.

Πρώτον, στους εργοστασιακούς εργάτες. Ο καθορισμός της εργάσιμης ημέρας τους εντός σχετικά λογικών ορίων μέσω Κοινοβουλευτικής Πράξης, έχει αποκαταστήσει τη σωματική τους κατάσταση και τους προίκισε με μια ηθική υπεροχή, η οποία ενίσχυεται απ’ την τοπική τους συγκέντρωση. Βρίσκονται αναμφίβολα σε καλύτερη κατάσταση απ’ ότι πριν το 1848. Η καλύτερη απόδειξη αυτού συνίσταται στο γεγονός ότι οι 9/10 απεργίες τους προκαλούνται απ’ τους ίδιους τους βιομηχάνους για τα δικά τους συμφέροντα, σαν το μοναδικό μέσο για να εξασφαλίσουν μια μείωση της παραγωγής. Δεν μπορείς ποτέ να κάνεις τ’ αφεντικά να συμφωνήσουν να περιορίσουν τον χρόνο λειτουργίας των εργοστασιών, ακόμη κι αν τα προϊόντα τους παραμένουν απούλητα· κάνε όμως τους εργάτες ν’ απεργήσουν, και το πρώτο ως το τελευταίο αφεντικό κλείνει το εργοστάσιό του.

Δεύτερον, στα μεγάλα συνδικάτα. Είναι οι οργανώσεις των επαγγελμάτων εκείνων στις οποίες επικρατεί, ή χρησιμοποιείται αποκλειστικά, η εργασία ενήλικων αντρών. Εκεί, ούτε ο ανταγωνισμός με τις γυναίκες ή τα παιδιά ούτε με τις μηχανές δεν έχουν έως σήμερα εξασθενίσει την οργανωμένη τους δύναμη. Οι μηχανικοί, οι μαραγκοί κι οι ξυλουργοί, κι οι οικοδόμοι, αποτελούν ο καθένας τους μια δύναμη σε τέτοιο βαθμό που, όπως στην περίπτωση των οικοδόμων και των εργατών των οικοδόμων, μπορούν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ακόμη και στην εισαγωγή μηχανών. Είναι αναμφίβολο ότι η κατάστασή τους έχει βελτιωθεί αξιοσημείωτα απ’ το 1848 κι ύστερα, κι η καλύτερη απόδειξη αυτού συνίσταται στο γεγονός ότι για πάνω από 15 χρόνια, όχι μόνο οι εργοδότες τους είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς, μα είναι κι αυτοί ευχαριστημένοι απ’ τους εργοδότες τους, και συνυπάρχουν με υπερβολικά καλούς όρους. Αποτελούν μια αριστοκρατία μεταξύ της εργατικής τάξης· κατόρθωσαν να επιβάλλουν μια σχετικά άνετη κατάσταση για τους εαυτούς τους, και την αποδέχονται ως οριστική και τελική. Είναι οι υποδειγματικοί εργάτες των κυρίων Λεόνε Λέβι και Γκίφφεν, και πράγματι αποτελούν, για κάθε συγκεκριμένο λογικό καπιταλιστή και για το σύνολο της καπιταλιστικής τάξης γενικά, πολύ καλούς ανθρώπους με τους οποίους είναι εύκολο να διαπραγματευτείς.

‘Οσον αφορά όμως την μεγάλη μάζα των εργαζομένων ανθρώπων, η κατάσταση της εξαθλίωσης κι ανασφάλειας στην οποία ζουν είναι σήμερα η ίδια όπως ήταν πάντα, αν όχι και χειρότερη. Το ανατολικό Λονδίνο είναι ένας συνεχώς διευρυνόμενος βούρκος εξαθλίωσης κι απόγνωσης, ένας βούρκος λιμού όταν είναι άνεργοι, κι ένας βούρκος σωματικής κι ηθικής εξαχρείωσης όταν έχουν δουλειά. Και το ίδιο συμβαίνει σ’ όλες τις άλλες μεγάλες πόλεις – μ’ εξαίρεση την μειοψηφία των προνομιούχων εργατών· και το ίδιο συμβαίνει και στις μικρότερες πόλεις καθώς και στις αγροτικές επαρχίες. Ο νόμος που μειώνει την αξία της εργασιακής δύναμης στην αξία των αναγκαίων μέσων συντήρησης, κι ο νομός εκείνος που μειώνει την μέση τιμή της εργασιακής δύναμης, κατά γενικό κανόνα, στο ελάχιστο αυτών των μέσων συντήρησης: οι νόμοι αυτοί ενεργούν επί της μεγάλης μάζας των εργατών με την ακατανίκητη δύναμη ενός αυτόματου κινητήρα ο οποίος τους συνθλίβει μεταξύ των οδοντωτών τροχών του.

Αυτή, λοιπόν, υπήρξε η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ’ την πολιτική του ελεύθερου εμπορίου του 1847, κι απ’ τα 20 χρόνια της κυριαρχίας των βιομηχάνων καπιταλιστών. Τότε όμως σημειώθηκε μια αλλαγή. Μετά το κραχ του 1866, πράγματι, ήρθε μια σύντομη και μικρή ανάκαμψη, περίπου το 1873· δεν διήρκησε όμως. Πράγματι, δεν περάσαμε την εποχή που έπρεπε, το 1877 ή το 1878, από μια πλήρη κρίση· βρισκόμαστε όμως, απ’ το 1876, σε μια χρόνια κατάσταση στασιμότητας σ’ όλους τους κυρίαρχους κλάδους της βιομηχανίας. Ούτε θα έρθει ένα πλήρες κραχ· αλλά ούτε κι η περίοδος ευημερίας που καιρό επιζητάτε, την οποία διεκδικούσαμε τόσο πριν όσο και μετά το κραχ. Αυτό που ζούμε εδώ και σχεδόν 10 χρόνια είναι μια μουντή ύφεση, ένας χρόνιος κορεσμός όλων των αγορών για όλους τους κλάδους. Πως συνέβη αυτό;

Η θεωρία του ελεύθερου εμπορίου βασιζόταν στην ακόλουθη υπόθεση: ότι η Αγγλία έμελλε να γίνει το μοναδικό μεγάλο μεταποιητικό κέντρο ενός αγροτικού κόσμου. Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η υπόθεση αποδείχτηκε καθαρή αυταπάτη. Οι όροι της σύγχρονης βιομηχανίας -ατμοκίνηση και μηχανές- μπορούν να εδραιωθούν οπουδήποτε υπάρχουν καύσιμα, ιδίως κάρβουνο. Και κάρβουνο διαθέτουν κι άλλες χώρες πέρα απ’ την Αγγλία: η Γαλλία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Αμερική, ακόμη κι η Ρωσία. Κι οι άνθρωποι αυτών των χωρών δεν έβλεπαν κάποιο πλεονέκτημα στο να μετατραπούν σε Ιρλανδούς εξαθλιωμένους αγρότες απλώς και μόνο για τον μεγαλύτερο πλουτισμό και τη δόξα των Άγγλων καπιταλιστών. Καταπιάστηκαν έτσι αποφασιστικά με την μεταποίηση, όχι μόνο για τους ίδιους μα και για τον υπόλοιπο κόσμο· και συνέπεια αυτού είναι να έχει σήμερα τσακιστεί ανεπανόρθωτα το μεταποιητικό μονοπώλιο που απολάμβανε η Αγγλία επί σχεδόν έναν αιώνα.

Μα το μεταποιητικό μονοπώλιο της Αγγλίας αποτελεί τη βάση του παρόντος κοινωνικού συστήματος της Αγγλίας. Ακόμη κι όταν το μονοπώλιο αυτό υφίστατο, οι αγορές δεν μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν τον ρυθμό ανάπτυξης της παραγωγικότητας των Άγγλων βιομηχάνων· συνέπεια αυτού ήταν οι ανά δεκαετία κρίσεις. Κι οι νέες αγορές γίνονται σπανιότερες μέρα με την μέρα, σε τέτοιο βαθμό που ακόμη κι οι νέγροι του Κονγκό τώρα τίθονται με τη βία στον πολιτισμό που συνεπάγονται τα βαμβακερά του Μάντσεστερ, τα κεραμικά του Στράτφορντσαϊρ, και τα σιδηρουργικά του Μπέρμινχαμ. Τι θα γίνει όταν τα ευρωπαϊκά, κι ιδίως τ’ αμερικάνικα, αγαθά θα ρέουν σ’ όλο και μεγαλύτερες ποσότητες; Όταν το κυρίαρχο μερίδιο της αγοράς που ακόμη κατέχουν οι Άγγλοι βιομήχανοι θα ελαττώνεται χρόνο με τον χρόνο; Απάντησέ μας ελεύθερο εμπόριο, ω εσύ καθολική πανάκεια!

Δεν είμαι ο μόνος που το επισημαίνω αυτό. Ήδη το 1883, κατά τη συνάντηση στο Σάουθπορτ της Βρετανικής Εταιρείας, ο κύριος Inglis Palgrave, πρόεδρος της οικονομικής επιτροπής, δήλωσε ανοιχτά ότι

οι ημέρες των μεγάλων εμπορικών κερδών στην Αγγλία έχουν τελειώσει, κι έχει υπάρξει μια παύση της προόδου σ’ αρκετούς μεγάλους κλάδους της βιομηχανικής εργασίας. Μπορούμε σχεδόν να πούμε ότι η χώρα εισέρχεται σε μια κατάσταση μη-ανάπτυξης.

Ποια θα είναι όμως η συνέπεια αυτού; Η καπιταλιστική παραγωγή δεν μπορεί να σταματήσει. Πρέπει διαρκώς ν’ αυξάνεται και ν’ αναπτύσσεται, διαφορετικά θα πεθάνει. Ακόμη και τώρα, η απλή μείωση της μερίδας του λέοντος της Αγγλίας στην προσφορά στις παγκόσμιες αγορές σημαίνει στασιμότητα, απελπισία, περίσσεια κεφαλαίου εδώ, περίσσεια ανέργων εκεί. Τι θα γίνει όταν η αύξηση της ετήσιας παραγωγής σταματήσει πλήρως;

Εδώ βρίσκεται το ευάλωτο σημείο, η αχίλλειος πτέρνα, της καπιταλιστικής παραγωγής. Η ίδια της η βάση είναι η αναγκαιότητα διαρκούς διεύρυνσης, κι αυτή η διαρκής διεύρυνση καθίσταται τώρα ανέφικτη. Καταλήγει σ’ ένα αδιέξοδο. Κάθε χρόνος που περνά φέρνει την Αγγλία πιο κοντά αντιμέτωπη με το ερώτημα: πρέπει να διαλυθεί είτε η χώρα είτε η καπιταλιστική παραγωγη. Ποιο απ’ τα δύο;

Κι η εργατική τάξη; Αν ακόμη κι υπό την πρωτόγνωρη εμπορική και βιομηχανική διεύρευνση της περιόδου 1848-1868 βίωνε μια τέτοια εξαθλίωση· αν ακόμη και τότε η μεγάλη πλειοψηφία της βίωσε στην καλύτερη μια προσωρινή βελτίωση της κατάστασής της, ενώ μόνο μια μικρή, προνομιούχα, «προστατευμένη» μειοψηφία της είδε μόνιμα οφέλη, τι θα γίνει όταν αυτή η εκθαμβωτική περίοδος φτάσει στο τέλος της; Όταν η σημερινή μουντή στασιμότητα όχι μόνο επιδεινωθεί, μα αυτή η επιδεινωμένη κατάσταση καταστεί η μόνιμη και φυσιολογική κατάσταση του αγγλικού εμπορίου;

Η αλήθεια είναι τούτη: κατά την περίοδο του αγγλικού βιομηχανικού μονοπωλίου, η αγγλική εργατική τάξη μοιραζόταν, ως έναν ορισμένο βαθμό, τα πλεονεκτήματα του μονοπωλίου. Τα πλεονεκτήματα αυτά κατανεμήθηκαν πολύ άνισα στο εσωτερικό της· η προνομιούχα μειοψηφία τσέπωσε τα περισσότερα, όμως ακόμη κι η μεγάλη μάζα απέκτησε τουλάχιστον ένα προσωρινό μερίδιο που και που. Κι αυτός είναι ο λόγος που ύστερα απ’ τον θάνατο του οουενισμού [ο ουτοπικός σοσιαλισμός του Ρόμπερτ Όουεν] δεν υπήρξε κανένας σοσιαλισμός στην Αγγλία. Με την κατάρρευση αυτού του μονοπωλίου, η αγγλική εργατική τάξη θα χάσει αυτή την προνομιούχα θέση της· θα δει, γενικά, το βιωτικό της επίπεδο -συμπεριλαμβανομένης και της προνομιούχας κι ηγετικής μειοψηφίας- να εξισώνεται μ’ αυτό των συναδέλφων της στο εξωτερικό. Κι αυτός θα είναι ο λόγος που θα ξαναϋπάρξει σοσιαλισμός στην Αγγλία.