Το παρακάτω κείμενο του Καρλ Κορς δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Die Aktion #19, 1929. Το μεταφράσαμε απ’ την αγγλική έκδοση Douglas Kellner, ed, Karl Korsch: Revolutionary Theory, εκδόσεις University of Texas Press, 1977.
Η σημαντικότερη συνεισφορά του Κορς υπήρξε αυτό που αποκάλεσε εφαρμογή της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας στην υλιστική αντίληψη της ιστορίας, για να δείξει ότι οι διάφορες μαρξιστικές θεωρίες για την επανάσταση αποτελούσαν μια έκφραση της ταξικής πάλης και των ιδιαίτερων περιεχομένων της την περίοδο που διατυπώθηκαν. Συνεπώς, δεν δύναται να υπάρξει μία θεωρία της επανάστασης, αλλά καθώς αλλάζουν οι όροι διεξαγωγής της ταξικής πάλης γεννιούνται και νέες θεωρίες. Ο Κορς εντόπισε μια αντίφαση στην αναλύση του Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα. Αφενός, ο Μαρξ εξέφρασε θεωρητικά το επαναστατικό πρόγραμμα της Κομμούνας, αφετέρου, δεν μπόρεσε να εγκαταλείψει τη θεωρία που είχε ήδη αναπτύξει, «μια θεωρία της προλεταριακής επανάστασης καθόλου τέτοια όπως αναπτύχθηκε πάνω στη δική της ιδιαίτερη βάση, αλλά, αντίθετα, τέτοια όπως έβγαινε απ’ την αστική επανάσταση, ήτοι μια θεωρία η οποία, από κάθε άποψη, και παρά το περιεχόμενό της κι ως προς την μέθοδό της, είχε πάνω της τη σφραγίδα του γιακωβινισμού, της αστικής επαναστατικής θεωρίας» (Καρλ Κορς, «Θέσεις για τον Χέγκελ και την Επανάσταση» στο Καρλ Κορς, Μαρξισμός και Φιλοσοφία, εκδόσεις Ύψιλον, 1981, σελ. 150). Τελικά, ο Κορς θεώρησε ότι η μαρξιστική θεωρία για την επανάσταση, η οποία έδινε το μεγαλύτερο βάρος της στην πολιτική διάσταση της πάλης (την κατάληψη της εξουσίας και τη σύνθλιψη του αστικού κρατικού μηχανισμού), υποτιμούσε τη σημασία των οικονομικών και κοινωνικών αγώνων. Στο παρόν κείμενο ισχυρίζεται ότι, τελικά, το αληθινό μυστικό της Παρισινής Κομμούνας βρίσκεται στο κοινωνικό της περιεχόμενο κι όχι στην πολιτική της μορφή, δηλαδή, στο γεγονός ότι οι εργάτες έλαβαν τον έλεγχο της ζωής τους στα χέρια τους κι όχι ότι «ανακάλυψαν» μια μέθοδο κοινωνικής οργάνωσης η οποία θα πρέπει ν’ αποτελέσει το μοντέλο για κάθε μετέπειτα επανάσταση.

I

Τι θα έπρεπε να γνωρίζει κάθε ταξικά συνειδητοποιημένος εργάτης αναφορικά με την επαναστατική κομμούνα στην παρούσα ιστορική εποχή, εποχή η οποία έχει στην ημερήσια διάταξή της την επαναστατική αυτοχειραφέτηση της εργατικής τάξης απ’ τον καπιταλιστικό ζυγό; Και τι γνωρίζει σήμερα για την επαναστατική κομμούνα ακόμη και το πολιτικά πεφωτισμένο και, συνεπώς, αυτοσυνείδητο τμήμα του προλεταριάτου;

Υπάρχουν μερικά ιστορικά στοιχεία, μαζί με μερικές ταιριαστές παρατηρήσεις του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, που σήμερα, ύστερα από μισό αιώνα σοσιαλδημοκρατικής προπαγάνδας πριν τον Α’ ΠΠ κι ύστερα απ’ τις πανίσχυρες νέες εμπειρίες των τελευταίων 15 ετών, έχουν ήδη γίνει βασικό κομμάτι της προλεταριακής συνείδησης. Ωστόσο, αυτό το κομμάτι της παγκόσμιας ιστορίας αντιμετωπίζει στα σχολεία της «δημοκρατικής» Δημοκρατίας της Βαϊμάρης την ίδια μηδαμινή μεταχείριση μ’ αυτή στα πρότερα σχολεία της βασιλικής αυτοκρατορικής μοναρχίας. Αναφέρομαι στην ιστορία και τη σημασία της ένδοξης Παρισινής Κομμούνας, η οποία σήκωσε την κόκκινη σημαία της προλεταριακής επανάστασης στις 18 Μαρτίου του 1871, και συνέχισε να την ανεμίζει για 72 ημέρες στις άγριες μάχες ενάντια στην επέλαση ενός καλά οπλισμένου εχθρικού κόσμου. Πρόκειται για την επαναστατική κομμούνα των Παρισινών εργατών του 1871, για την οποία ο Καρλ Μαρξ είπε στην διακήρυξή του στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης Εργατών στις 30 Μαΐου του 1871, για τον εμφύλιο πόλεμα στη Γαλλία, ότι το «αληθινό μυστικό» της κείτεται στο γεγονός ότι υπήρξε ουσιαστικά μια κυβέρνηση των εργατικών τάξεων, «το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στη τάξη των σφετεριστών, η ανοικτή τελικα πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας»[1]. Και ήταν μ’ αυτή την έννοια που 20 χρόνια αργότερα, όταν κατά την ίδρυση της Β’ Διεθνούς και τη δημιουργία των προλεταριακών εορτασμών της Πρωτομαγιάς ως την πρώτη μορφή άμεσων διεθνών μαζικών δράσεων, οι ιδιοκτήτριες τάξεις για άλλη μια φορά καταβλήθηκαν από ιερό τρόμο όποτε ακούγονταν οι ανησυχητικές λέξεις «δικτατορία του προλεταριάτου». Ο Φρίντριχ Ένγκελς πέταξε στο μούτρα των τρομαγμένων φιλισταίων τα περήφανα λόγια: «Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου»[2]. Και ξανά, περισσότερα από 20 χρόνια αργότερα, ο μεγαλύτερος επαναστάτης πολιτικός της εποχής μας, ο Λένιν, ανέλυσε λεπτομερώς τις εμπειρίες της Παρισινής Κομμούνας και της πάλης ενάντια στην οπορτουνιστική ύφεση και σύγχυση αναφορικά με τις θεωρίες των Μαρξ κι Ένγκελς, στο κύριο μέρος του σημαντικότερου πολιτικού έργου του, το Κράτος και Επανάσταση. Κι όταν μερικές εβδομάδες αργότερα η Ρώσικη Επανάσταση του 1917, η οποία είχε ξεκινήσει τον Φεβρουάριο ως μια εθνική κι αστική επανάσταση, κατεδάφισε τα εθνικά κι αστικά της εμπόδια, και διευρύνθηκε και βάθυνε γινόμενη η πρώτη προλεταριακή παγκόσμια επανάσταση, οι μάζες των δυτικοευρωπαίων εργατών (και τα προοδευτικά τμήματα της εργατικής τάξης όλου του κόσμου), μαζί με τον Λένιν και τον Τρότσκι, καλωσόρισαν αυτή τη νέα μορφή κυβέρνησης του επαναστατικού «συμβουλιακού συστήματος» ως την άμεση συνέχεια της «επαναστατικής κομμούνας» που δημιουργήθηκε απ’ τους Παρισινούς εργάτες μισό αιώνα νωρίτερα.

Ως εδώ, καλά. Όσο ασαφείς κι αν ήταν οι ιδέες που συνδέαν τους επαναστάτες εργάτες υπό το σύνθημα «όλη η εξουσία στα συμβούλια», ακολουθώντας την επαναστατική περίοδο καταιγίδας κι ορμής που διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη ύστερα απ’ τις οικονομικές και πολιτικές αναταραχές των 4 ετών πολέμου· όσο βαθύ κι αν ήταν ήδη το ρήγμα μεταξύ αυτών των ιδεών και της πραγματικότητας που είχε έρθει στο προσκήνιο στη νέα Ρωσία υπό τον τίτλο «Σοσιαλιστική Συμβουλιακή Δημοκρατία» – μολαταύτα, την περίοδο εκείνη, η έκκληση για συμβούλια υπήρξε μια θετική μορφή ανάπτυξης μιας επαναστατικής προλεταριακής ταξικής βούλησης που κατευθυνόταν ορμητικά προς την πραγμάτωσή της. Μόνο οι σκυθρωποί φιλισταίοι μπορούσαν εκείνη την εποχή να μοιρολογούν για την ασάφεια της έννοιας των συμβουλίων, ασάφεια που ισχύει για κάθε ανολοκλήρωτα πραγματωμένη ιδέα, και μόνο άψυχοι σχολαστικοί μπορούσαν να επιχειρήσουν να καταπραϋνουν αυτό το ψεγάδι μέσω τεχνητώς σχεδιασμένων «συστημάτων» όπως το κακόφημο «σύστημα μικρών κουτιών» του Ernst Däumig και του Richard Müller. Εκείνες τις ημέρες, όπου το προλεταριάτο εγκαθίδρυσε την επαναστατική του ταξική δικτατορία, όπως συνέβη προσωρινά το 1919 στην Ουγγαρία και την Βαυαρία, ονόμασε και σχημάτισε την «κυβέρνηση της εργατικής τάξης» του -κυβέρνηση η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην ιδιοκτήτρια τάξη και που καθορισμένος σκοπός της ήταν η επίτευξη της «οικονομικής απελευθέρωσης της εργασίας»– ως μια επαναστατική συμβουλιακή κυβέρνηση. Κι αν τις ημέρες εκείνες το προλεταριάτο είχε καταφέρει να υπάρξει νικηφόρο σ’ οποιαδήποτε απ’ τις μεγάλες βιομηχανικές χώρες, ίσως στη Γερμανία κατά τη διάρκεια των μεγάλων εμπορικών απεργιών την άνοιξη του 1919, ή στην αντίδραση στο Πραξικόπημα του Καπ το 1920, ή κατά τη διάρκεια της λεγόμενης απεργίας Cunow κατά την κατάληψη της Ρουρ και τον πληθωρισμό του 1923, ή στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των εργοστασιακών καταλήψεων τον Οκτώβριο του 1920 – τότε, το προλεταριάτο θα εγκαθίδρυε την εξουσία του με την μορφή μιας Συμβουλιακής Δημοκρατίας, και θα συνενωνώταν με την ήδη υπάρχουσα «Ομοσπονδία Ρωσικών Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών» σε μια παγκόσμια ομοσπονδία επαναστατικών συμβουλιακών δημοκρατιών.

Ωστόσο, υπό τις σημερινές συνθήκες, η έννοια του συμβουλίου έχει αρκετά διαφορετική σημασία, το ίδιο κι η ύπαρξη μιας λεγόμενης σοσιαλιστικής κι «επαναστατικής» συμβουλιακής κυβέρνησης. Τώρα, ύστερα απ’ το ξεπέρασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1921 και τη σχετική μ’ αυτήν ήττα των Γερμανών, Πολωνών κι Ιταλών εργατών -και την μετέπειτα αλυσίδα περαιτέρων προλεταριακών ηττών συμπεριλαμβανομένης της βρετανικής γενικής απεργίας και της απεργίας των ανθρακωρύχων του 1926- ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός έχει ξεκινήσει έναν νέο κύκλο της δικτατορίας του επί των πλατών της ηττημένης εργατικής τάξης. Υπό αυτούς τους αλλαγμένους αντικειμενικούς όρους, εμείς, οι επαναστάτες προλεταριακοί ταξικοί αγωνίστες όλου του κόσμου, δεν μπορούμε να εμμένουμε υποκειμενικώς στην παλιά μας πεποίθηση, σε μια πεποίθηση αμετάβλητη κι αναντίρρητη, για την επαναστατική σημασία της έννοιας του συμβουλίου και του επαναστατικού χαρακτήρα της συμβουλιακής κυβέρνησης ως μια άμεση ανάπτυξη αυτής της πολιτικής μορφής της προλεταριακής δικτατορίας που «ανακαλύφθηκε» πριν από μισό αιώνα απ’ τους Παρισινούς κομμουνάρους.

Θα ήταν επιδερμικό και λαθεμένο αν, κοιτώντας τις σκανδαλώδεις αντιφάσεις που υπάρχουν σήμερα μεταξύ του ονομάτος και της πραγματικής κατάστασης της ρωσικής «Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», μέναμε ικανοποιημένοι με τη δήλωση ότι οι κατέχοντες την εξουσία στη σημερινή Ρωσία «προδώσαν» την αρχική «επαναστατική» συμβουλιακή αρχή [principle], ακριβώς όπως στη Γερμανία ο Scheidemann, ο Müller κι ο Leipart «προδώσαν» τις «επαναστατικές» σοσιαλιστικές αρχές τους των ημερών πριν απ’ τον πόλεμο. Κι οι δύο ισχυρισμοί είναι αναμφίβολα αληθείς. Ο Scheidemann, ο Müller κι ο Leipart προδώσαν τις σοσιαλιστικές αρχές τους. Και στη Ρωσία, η «δικτατορία» που ασκείται σήμερα απ’ την υψηλότερη κορυφή ενός ακραία μη-συμπεριληπτικού κυβερνητικού-κομματικού μηχανισμού μέσω μιας γραφειοκρατίας μ’ ένα εκατομμύριο κεφάλια επί του προλεταριάτου και του συνόλου της Σοβιετικής Ρωσίας -μια δικτατορία που μόνο τ’ όνομά της μας θυμίζει το «κομμουνιστικό» και «μπολσεβικικό» κόμμα- έχει τόσα κοινά με την επαναστατική έννοια του συμβουλίου της περιόδου 1917-1918 όσα κι η δικτατορία του φασιστικού κόμματος του πρώην επαναστάτη σοσιαλδημοκράτη Μουσολίνι στην Ιταλία. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η «προδοσία» δεν εξηγεί σχεδόν τίποτα, οπότε είναι αντ’ αυτού το ίδιο το γεγονός της προδοσίας που απαιτεί μια εξήγηση.

Το πραγματικό καθήκον που έθεσε στην ημερήσια διατάξη για εμάς, τους ταξικά συνειδητοποιημένους επαναστάτες προλετάριους, η αντιφατική ανάπτυξη απ’ το κάποτε επαναστατικό σύνθημα «όλη η εξουσία στα συμβούλια» στο πλέον καπιταλιστικό-φασιστικό καθεστώς του λεγόμενου σοσιαλιστικού σοβιετικού κράτους, είναι ένα καθήκον επαναστατικής αυτοκριτικής. Πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι η επαναστατική διαλεκτική δεν ισχύει μόνο για ιδέες και θεσμούς του φεουδαρχικού κι αστικού παρελθόντος, μα παρομοίως για όλες τις σκέψεις κι οργανωτικές μορφές τις οποίες έχει φέρει στο προσκήνιο η ίδια η εργατική τάξη κατά τα έως σήμερα κυρίαρχα στάδια της ιστορικής της πάλης γι’ απελευθέρωση. Είναι αυτή η διαλεκτική η οποία κάνει τις καλές πράξεις του χτες να γίνονται η εξαθλίωση του σήμερα -όπως έγραψε ο Γκαίτε στον Φάουστ– ή, όπως το εκφράζει πιο ρητά κι αποφασιστικά ο Καρλ Μαρξ: κάθε ιστορική μορφή, σ’ ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής της, μετατρέπεται από μια αναπτυσσόμενη μορφή των επαναστατικών δυνάμεων της παραγωγής, από επαναστατική πράξη κι αναπτυσσόμενη συνείδηση, σε δεσμά αυτής της αναπτυσσόμενης μορφής. Και καθώς αυτή η διαλεκτική αντίθεση της επαναστατικής ανάπτυξης ισχύει για όλες τις άλλες ιστορικές ιδέες και σχηματισμούς, ισχύει εξίσου επίσης και στα φιλοσοφικά κι οργανωτικά αποτελέσματα μιας ορισμένης ιστορικής φάσης της επαναστατικής ταξικής πάλης, και παράδειγμα αυτού είναι οι Παρισινοί κομμουνάροι πριν από σχεδόν 60 χρόνια που, «τελικά ανακάλυψαν», την πολιτική μορφή της κυβέρνησης της εργατικής τάξης στην μορφή μιας επαναστατικής κομμούνας. Το ίδιο ισχύει για την μετέπειτα νέα ιστορική φάση πάλης με το επαναστατικό κίνημα των Ρώσων εργατών κι αγροτών, και τη διεθνή εργατική τάξη, η οποία έφερε στο προσκήνιο την νέα μορφή της «επαναστατικής συμβουλιακής εξουσίας».

Αντί να θρηνούμε για την «προδοσία» της έννοιας του συμβουλίου και τον «εκφυλισμό» της συμβουλιακής εξουσίας, πρέπει να συγκεντρωθούμε σε μια νηφάλια, δίχως αυταπάτες, ιστορικώς αντικειμενική παρατήρηση της αρχής, της μέσης και του τέλους της συνολικής αυτής ανάπτυξης, θέτοντάς την εντός ενός συνολικού ιστορικού πανοράματος, και διατυπώνοντας το εξής κρίσιμο ερώτημα: Ποια είναι -ύστερα απ’ αυτή τη συνολική ιστορική εμπειρία- η πραγματική ιστορική και ταξική σημασία αυτής της νέας μορφής κυβέρνησης, η οποία εμφανίστηκε αρχικά στην επαναστατική Κομμούνα του 1871, μολονότι η ανάπτυξή της διακόπηκε βίαια ύστερα από 72 ημέρες, κι επανεμφανίστηκε στη Ρωσική Επανάσταση του 1917 με μια συγκεκριμένη, περισσότερο τελική, μορφή;

Γίνεται όλο και περισσότερο αναγκαίο, βασικά, να επαναπροσανατολιστούμε αναφορικά με τον ιστορικό και ταξικό χαρακτήρα της επαναστατικής κομμούνας και της μετέπειτα εξέλιξής της, το επαναστατικό συμβουλιακό σύστημα, επειδή ακόμη κι η απλούστερη ιστορική κριτική δείχνει το πόσο απόλυτα αβάσιμη είναι η πλέον ευρέως διαδεδομένη αντίληψη μεταξύ των επαναστατών που θεωρητικά απορρίπτουν το κοινοβούλιο και θέλουν να το «καταστρέψουν» στην πράξη, θεωρώντας το ως έναν αστικό θεσμό αναφορικά με την καταγωγή του και τον σκόπο του, και μολαταύτα, την ίδια στιγμή, βλέπουν το λεγόμενο συμβουλιακό σύστημα, καθώς και τον προκάτοχό του, την «επαναστατική κομμούνα», ως την ουσιώδη μορφή της προλεταριακής κυβέρνησης, με την ουσία της οποίας να βρίσκεται σε πλήρως ασυμβίβαστη αντίθεση με την ουσία του αστικού κράτους. Στην πραγματικότητα, είναι η «κομμούνα», στη σχεδόν χιλιετή της ιστορική εξέλιξη, η οποία εκπροσωπεί μια αστική μορφή κυβέρνησης παλιότερη απ’ το κοινοβούλιο. Η κομμούνα, απ’ τις αρχές της τον 11ο αιώνα ως την αποκορύφωσή της στο επαναστατικό κίνημα της αστικής τάξης κατά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789/1793, σχηματίζει τη σχεδόν καθαρή ταξική εκδήλωση αυτής της πάλης που διεξήγαγε, με διάφορες μορφές, η τότε επαναστατική αστική τάξη καθόλη αυτή την ιστορική περίοδο, για την επαναστατική αλλαγή του συνόλου της ως τότε υπάρχουσας φεουδαρχικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση της νέας αστικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

Όταν ο Μαρξ -όπως είδαμε στο παραπάνω παράθεμα απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία– ανακήρυξε την επαναστατική Κομμούνα των Παρισινών εργατών του 1871 ως την «ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας», ταυτοχρόνως γνώριζε ότι η «κομμούνα» μπορούσε να λάβει αυτόν τον νέο χαρακτήρα -με την παραδοσιακή της μορφή να έχει κληροδοτηθεί επί εκατοντάδων ετών αστικής πάλης για ελευθερία- μόνο αν αλλάξει ριζικά όλη η πρότερη φύση της. Καταπιάνεται ρητά με τις παρεννοήσεις εκείνων οι οποίοι εκείνη την περίοδο ήθελαν ν’ αντιμετωπίσουν τη «νέα αυτή Κομμούνα, που τσακίζει τη σύγχρονη κρατική εξουσία»[3] ως ένα «ξαναζωντάνεμα των μεσαιωνικών κοινοτήτων, που προηγήθηκαν από τη σύγχρονη κρατική εξουσία και που αποτέλεσαν κατόπιν το θεμέλιό της»[4]. Και δεν προσδοκούσε κανένα θαυμαστό αποτέλεσμα για την προλεταριακή ταξική πάλη απ’ την πολιτική μορφή του καθεαυτού κοινοτικού συντάγματος – αποκομμένου απ’ το συγκεκριμένο προλεταριακό ταξικό περιεχόμενο, με το οποίο οι Παρισινοί εργάτες, κατά την άποψή του, είχαν γεμίσει για μια ιστορική στιγμή αυτή την πολιτική μορφή, την οποία επιτύχαν μέσω της πάλης τους και την έθεσαν στην υπηρεσία της οικονομικής τους αυτοχειραφέτησης. Για τον Μαρξ, ο καθοριστικός λόγος που κατέστησε τους Παρισινούς εργάτες ικανούς να μετατρέψουν την παραδοσιακή μορφή της «κομμούνας» σε όργανο ενός σκοπού που ήταν πλήρως αντίθετος με τον αρχικό, ιστορικά καθορισμενό σκοπό της, κείτεται, αντιθέτως, στο γεγονός ότι η Παρισινή Κομμούνα υπήρξε σχετικά υπανάπτυκτη κι απροσδιόριστη. Στο πλήρως σχηματισμένο αστικό κράτος, όπως αναπτύχθηκε στην κλασσική μορφή του ειδικά στη Γαλλία, (δηλαδή, στο συγκεντρωτικό νεωτερικό αντιπροσωπευτικό κράτος), η ανώτατη εξουσία του κράτους, σύμφωνα με τα πολύ γνωστά λόγια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, δεν είναι τίποτα περισσότερο από «μια επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις της αστικής τάξης στο σύνολό της»[5]· συνεπώς, ο αστικός ταξικός χαρακτήρας του είναι εύκολα εμφανής. Ωστόσο, σ’ αυτές τις υπανάπτυκτες πρώιμες ιστορικές μορφές των συνταγμάτων του αστικού κράτους, που περιλαμβάνουν επίσης την μεσαιωνική «ελεύθερη κομμούνα», αυτός ο αστικός ταξικός χαρακτήρας, ο οποίος ουσιαστικά προσκολλάται σε κάθε κράτος, αποκαλύπτεται υπό μια αρκετά διαφορετική μορφή. Σ’ αντίθεση με τον μετέπειτα, ακόμη περισσότερο ρητά εμφανή κι ακόμη περισσότερο καθαρά ανεπτυγμένο χαρακτήρα, της αστικής κρατικής εξουσίας ως μια «κοινωνική δύναμη οργανωμένη για την κοινωνική υποδούλωση, […] μια μηχανή ταξικής κυριαρχίας»[6], βλέπουμε ότι σ’ αυτή την πρώιμη φάση ανάπτυξης, ο αρχικά καθορισμένος σκοπός της αστικής ταξικής οργάνωσης συνεχίζει να υπερισχύει ως ένα όργανο της επαναστατικής πάλης για την απελευθέρωση της καταπιεσμένης αστικής τάξης απ’ την μεσαιωνική φεουδαρχική κυριαρχία. Όσα λιγα κοινά κι αν έχει αυτή η πάλη της μεσαιωνικής αστικής τάξης με την προλεταριακή πάλη για χειραφέτηση της παρούσας ιστορικής εποχής, παραμένει μια ιστορική ταξική πάλη. Κι αυτά τα όργανα που είχαν δημιουργηθεί τότε απ’ την αστική τάξη για τις απαιτήσεις της επαναστατικής της πάλης, περιέχουν σ’ έναν ορισμένο βαθμό -αλλά μόνο σ’ ορισμένο βαθμό- ορισμένους τυπικούς συνδετικούς κρίκους με τον σχηματισμό της σημερινής επαναστατικής πάλης για χειραφέτηση, η οποία συνεχίζεται απ’ την προλεταριακή τάξη σε μια διαφορετική βάση, υπό άλλους όρους, και για άλλους σκοπούς.

Ο Καρλ Μαρξ είχε ήδη παλιότερα υποδείξει την ειδική σημασία που έχουν αυτές οι πρότερες εμπειρίες κι επιτεύγματα της αστικής ταξικής πάλης -που βρίσκουν τη σημαντικότερη έκφρασή τους στις διάφορες φάσεις ανάπτυξης της επαναστατικής αστικής κομμούνας του μεσαίωνα– αναφορικά με τον σχηματισμό της σύγχρονης προλεταριακής ταξικής συνείδησης και ταξικής πάλης· στην πραγματικότητα, το είχε υποδείξει πολύ πριν το μεγάλο ιστορικό γεγονός της εξέγερσης της Παρισινής Κομμούνας του 1871 του επιτρέψει να εξυμνήσει αυτή τη νέα επαναστατική κομμούνα των Παρισινών εργατών ως την επιτέλους ανακαλυφθείσα πολιτική μορφή της οικονομικής απελευθέρωσης της εργασίας. Είχε επιδείξει την ιστορική αναλογία μεταξύ της πολιτικής ανάπτυξης της αστικής τάξης ως της καταπιεσμένης τάξης που παλεύει γι’ απελευθέρωση εντός του μεσαιωνικού φεουδαρχικού κράτους, και την ανάπτυξη του προλεταριάτου στη νεωτερική καπιταλιστική κοινωνία. Είναι απ’ αυτή την οπτική που μπόρεσε να επιτύχει την κύρια θεωρητική του στήριξη για την ειδική διαλεκτική του επαναστατική θεωρία για τη σημασία των συνδικάτων και της συνδικαλιστικής πάλης – μια θεωρία η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως κι ορθώς από πολλούς μαρξιστές, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς πτέρυγας. Και κατέληξε σ’ αυτή τη θεωρία συγκρίνοντας τους νεωτερικούς συνασπισμούς των εργατών με τις κομμούνες της μεσαιωνικής αστικής τάξης, τονίζοντας το ιστορικό γεγονός ότι η αστική τάξη, παρομοίως, ξεκίνησε την πάλη της ενάντια στη φεουδαρχική κοινωνική τάξη πραγμάτων σχηματίζοντας συνασπισμούς. Ήδη απ’ την πολεμική του πραγματεία ενάντια στον Προυντόν, βρίσκουμε το ακόλουθο σχετικό παράδειγμα, που παραμένει κλασσικό μέχρι και σήμερα:

Στην αστική τάξη ξεχωρίζουμε δύο φάσεις: τη φάση που στη διάρκειά της συγκροτήθηκε σε τάξη κάτω απ’ το καθεστώς του φεουδαρχικού συστήματος και της απόλυτης μοναρχίας, και τη φάση όπου, συγκροτημένη πια σε τάξη, ανέτρεψε το φεουδαρχικό σύστημα και τη μοναρχία, μεταβάλλοντας την κοινωνία σε αστική. Η πρώτη από τούτες τις φάσεις στάθηκε η περισσότερο μακρόχρονη και χρειάστηκε τους πιο μεγάλους αγώνες. Και τούτη είχε όμοια αρχίσει με επί μέρους ενώσεις ενάντια στους φεουδάρχες.

Πολλές έρευνες έχουν γίνει για να εξεταστούν οι διάφορες ιστορικές φάσεις που πέρασε η αστική τάξη απ’ την κοινότητα ίσαμε τη συγκρότησή της σε τάξη.

Ωστόσο, όταν πρόκειται να εξεταστούν με ακρίβεια οι απεργίες, οι εργατικές ενώσεις κι οι άλλες μορφές που μ’ αυτές οι προλετάριοι οργανώνονται, μπροστά στα μάτια μας, σε τάξη, άλλους τους πιάνει πραγματικός φόβος, κι άλλοι δείχνουν αλαζονικά μια έσχατη περιφρόνηση[7].

Αυτό που διατυπώνεται θεωρητικώς εδώ απ’ τον νεαρό Μαρξ της δεκαετίας του 1840, ο οποίος μόλις πρόσφατα πέρασε στον προλεταριακό σοσιαλισμό, και που το επαναλαμβάνει μ’ έναν παρόμοιο τρόπο μερικά χρόνια αργότερα στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο περιγράφοντας τις ποικίλες φάσεις ανάπτυξης της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, το διατυπώνει επίσης, γι’ άλλη μια φορά, 20 χρόνια αργότερα στην πολύ γνωστή απόφαση του Συνεδρίου της Γενεύης της Διεθνούς Ένωσης Εργατών αναφορικά με τα συνδικάτα. Ισχυρίζεται ότι τα συνδικάτα, στην ως τώρα κυρίαρχη ανάπτυξή τους, έχουν ήδη γίνει «κέντρα οργάνωσης της εργατικής τάξης, όπως ήταν οι μεσαιωνικές κοινότητες και κομμούνες για την μεσαία τάξη»[8]. Κι αυτό παρότι τα συνδικάτα δεν έχουν συνείδηση της κεντρικής τους σημασίας πέρα απ’ τα άμεσες καθημερινές τους εργασίες, δηλαδή την υπεράσπιση των μισθών και των ωρών εργασίας των εργατών ενάντια στις συνεχείς υπερβολικές απαιτήσεις του κεφαλαίου. Γι’ αυτό και στο μέλλον τα συνδικάτα πρέπει να δρουν συνειδητά ως τέτοιες εστίες οργάνωσης του συνόλου της εργατικής τάξης.

ΙΙ

Αν θέλει κανείς να καταλάβει την μετέπειτα θέση του Μαρξ αναφορικά με την επαναστατική κομμούνα των Παρισινών εργατών και την πραγματική σημασία της θέσης αυτής, πρέπει να λάβει ως αφετηρία την αρχική του έννοια για την ιστορική σχέση μεταξύ των οργανωτικών μορφών του σύγχρονου προλεταριάτου και της πρώιμης αστικής ταξικής πάλης. Η κομμούνα εγέρθηκε απ’ την πάλη της παραγωγικής τάξης ενάντια στην εκμεταλλεύτρια τάξη, και κατέστρεψε με μια επαναστατική πράξη την επικρατούσα αστική κρατική μηχανή. Όταν ο Μαρξ ανακηρύττει αυτή τη νέα κομμούνα ως την επιτέλους ανακαλυφθείσα μορφή για την απελευθέρωση της εργασίας, η επιθυμία του δεν ήταν -όπως ισχυρίστηκαν αργότερα μερικοί απ’ τους ακολουθητές του, κι όπως μερικοί ισχυρίζονται μέχρι και σήμερα- να ορίσει ή να μαρκάρει μια οριστική μορφή πολιτικής οργάνωσης, είτε αυτή αποκαλλείται επαναστατική κομμούνα είτε επαναστατικό συμβουλιακό σύστημα, ως μια μοναδιαία κατάλληλη και δυνητική μορφή της επαναστατικής προλεταριακής ταξικής δικτατορίας. Στην αμέσως προηγούμενη πρόταση, αναφέρεται ρητά στην «ποικιλία των ερμηνειών που δόθηκαν στην Κομμούνα και την ποικιλία των συμφερόντων που εκφράζονταν μ’ αυτήν»[9], κι εξηγεί τον ήδη εδραιωμένο χαρακτήρα αυτής της νέας μορφής κυβέρνησης ως μια «πέρα για πέρα ευλύγιστη πολιτική μορφή»[10]. Είναι ακριβώς αυτή η απεριόριστη ικανότητα ανάπτυξης νέων μορφών πολιτικής εξουσίας, δημιουργημένων απ’ τους Παρισινούς κομμουνάρους στη φωτιά της μάχης, που τη διέκρινε απ’ την «κλασσική ανάπτυξη της αστικής κυβέρνησης», τη συγκεντρωτική κρατική εξουσία της νεωτερικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η ουσιαστική υπόθεση του Μαρξ είναι ότι στην ενεργητική επιδίωξη των πραγματικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, η μορφή αυτή μπορεί τελικά να χρησιμοποιηθεί ακόμη κι ως μοχλός ο οποίος θ’ ανατρέψει τις οικονομικές βάσεις που διαμορφώνουν την ύπαρξη των τάξεων, την ταξική κυριαρχία και το κράτος. Το επαναστατικό κοινοτικό σύνταγμα γίνεται, συνεπώς, υπό ορισμένες ιστορικές συνθήκες, η πολιτική μορφή μιας διαδικασίας ανάπτυξης ή, για να το θέσουμε σαφέστερα, μιας επαναστατικής πράξης βασικός ουσιαστικός στόχος της οποίας δεν είναι η συντήρηση κάποιας μορφής κρατικής κυριαρχίας, ή έστω η δημιουργία ενός νεώτερου «κράτους ανώτερου είδους», αλλά αντ’ αυτού η δημιουργία επιτέλους των υλικών όρων για την «απονέκρωση κάθε κράτους γενικά». «Χωρίς τον τελευταίο αυτό όρο, το καθεστώς της Κομμούνας θα ήταν κάτι το ακατόρθωτο και μια απάτη»[11], γράφει ο Μαρξ σ’ αυτό το πλαίσιο επιθυμώντας τη διαφοροποίηση.

Μολαταύτα, ακόμη παραμένει μια ασύμμετρη αντίφαση μεταξύ, αφενός, του χαρακτηρισμού της Παρισινής Κομμούνας απ’ τον Μαρξ ως την επιτέλους ανακαλυφθείσα «πολιτική μορφή» για την επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής αυτοχειραφέτησης της εργατικής τάξης και, αφετέρου, την ταυτόχρονη έμφασή του ότι η καταλληλότητα της κομμούνας για τον σκοπό αυτό κείτεται κυρίως στον αφορμαλισμό της· δηλαδή, στον ακαθόριστο χαρακτήρα της και την ανοικτότητά της σε πολλαπλές ερμηνείες. Φαίνεται ότι υπάρχει μόνο ένα σημείο στο οποίο η θέση του Μαρξ είναι πλήρως ξεκάθαρη και το οποίο υποδείκνυε εκείνη την περίοδο, επηρεασμένος από ορισμένες πολιτικές θεωρίες με τις οποίες είχε εν τω μεταξύ αναμετρηθεί κι οι οποίες ενσωματώνονταν σ’ αυτή την αρχική πολιτική έννοια – κι όχι μόνο υπό την πρακτική εντύπωση της τεράστιας εμπειρίας της ίδιας της Παρισινής Κομμούνας. Ενώ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1847-1848 και, παραμοίως, στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών το 1864, μιλούσε ακόμη μόνο για την αναγκαιότητα το «προλεταριάτο να κατακτήσει την πολιτική εξουσία», τώρα οι εμπειρίες της Παρισινής Κομμούνας του παρείχαν την απόδειξη ότι «η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς»[12] αλλά πρέπει «να τη τσακίσει»[13]. Η πρόταση αυτή έχει από τότε θεωρηθεί μια ουσιαστική κύρια πρόταση και πυρήνας του συνόλου της πολιτικής θεωρίας του μαρξισμού, ειδικά απ’ όταν το 1917 ο Λένιν ταυτοχρόνως αποκατέστησε θεωρητικά την αμιγή μαρξική θεωρία του κράτους στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση» και την πραγμάτωσε έμπρακτα φέρνοντας σε πέρας την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Όμως, προφανώς, τίποτα θετικό δεν έχει ακόμη λεχθεί αναφορικά με τον τυπικό χαρακτήρα της νέας επαναστατικής ανώτατης κρατικής εξουσίας του προλεταριάτου με τον απλώς αρνητικό καθορισμό ότι η κρατική αυτή εξουσία δεν μπορεί απλώς να «πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή» του παλιού αστικού κράτους «και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς». Πρέπει οπότε να διερωτηθούμε: για ποιους λόγους η «Κομμούνα» στη συγκεκριμένη, καθορισμένη μορφή της, αναπαριστά την επιτέλους ανακαλυφθείσα πολιτική μορφή της κυβέρνησης της εργατικής τάξης, όπως το θέτει ο Μαρξ στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία, κι όπως ο Ένγκελς την χαρακτηρίζει γι’ ακόμη μια φορά επί μακρόν στην εισαγωγή του στην τρίτη έκδοση, 20 χρόνια αργότερα, του Εμφυλίου Πολέμου στη Γαλλία; Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Μαρξ και τον Ένγκελς, αυτούς τους ένθερμους θαυμαστές του συγκεντρωτικού συστήματος της επαναστατικής αστικής δικτατορίας που πραγμάτωσε η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, να θεωρήσουν ακριβώς την «Κομμούνα» ως την «πολιτική μορφή» της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου, όταν εμφανίζεται να είναι το απολύτως αντίθετο του συστήματος που θαυμάζαν;

Στην πραγματικότητα, αν αναλύσουμε επακριβώς το πολιτικό πρόγραμμα και τους προς επίτευξη στόχους που προτείναν οι δύο ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, τα προγράμματα και τους στόχους που διατυπώσαν όχι μόνο πριν την εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας αλλά και μετά απ’ αυτή, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η μορφή της προλεταριακής δικτατορίας που πραγμάτωσε η Παρισινή Κομμούνα του 1871 βρίσκεται, υπό κάποια συγκεκριμένη έννοια, σ’ αρμονία με τις πολιτικές αυτές θεωρίες. Πράγματι, ο μεγάλος αντίπαλος του Μαρξ στην Α’ Διεθνή, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, είχε επ’ αυτού του ζητήματος την ιστορική αλήθεια με το μέρος του όταν σχολίασε σαρκαστικά ότι ο Μαρξ προσάρτησε αναδρομικά την Παρισινή Κομμούνα: «Ο αντίκτυπος της κομμουνιστικής εξέγερσης ήταν τόσο ισχυρός που ακόμη κι οι μαρξιστές, που η εξέγερση αυτή πέταξε όλες τις ιδέες τους απ’ το παράθυρο, αναγκάστηκαν να της βγάλουν το καπέλο. Και μάλιστα, έκαναν περισσότερα απ’ αυτό: πέρα από κάθε λογική και τα ενδόμυχά τους αισθήματα, υιοθέτησαν το πρόγραμμα και τους στόχους της Κομμούνας ως δικά τους. Ήταν μια κωμική μα αναγκαστική παρωδία. Έπρεπε να το κάνουν, διαφορετικά όλοι θα τους απέρριπταν και θα τους εγκατέλειπαν – τόσο ισχυρό ήταν το πάθος που έφερε η επανάσταση αυτή σ’ ολάκερο τον κόσμο»[14].

Οι επαναστατικές ιδέες των Παρισινών κομμουνάρων του 1871 προέρχονται εν μέρει απ’ το φεντεραλιστικό πρόγραμμα του Μπακούνιν και του Προυντόν, εν μέρει απ’ τον κύκλο ιδεών των επαναστατών γιακωβίνων που επιβιώναν στον μπλανκισμό, και μόνο σ’ έναν πολύ μικρό βαθμό απ’ τον μαρξισμό. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φρίντριχ Ένγκελς ισχυρίστηκε ότι οι μπλανκιστές, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία στην Παρισινή Κομμούνα, είχαν αναγκαστεί απ’ το απόλυτο βάρος των γεγονότων να διακηρύξουν την ελεύθερη ομοσπονδία όλων των γαλλικών κομμούνων με την Παρισινή Κομμούνα, το ακριβώς αντίθετο δηλαδή απ’ το δικό τους μπλανκιστικό πρόγραμμα για μια «αυστηρή δικτατορική συγκεντροποίηση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης». Επ’ αυτού του ζητήματος, εγείρεται η ίδια αντίφαση και μεταξύ της έως τότε πολιτικής θεωρίας των Μαρξ κι Ένγκελς και την τώρα επικρατούσα, άνευ όρων, αναγνώριση της κομμούνας ως την επιτέλους ανακαλυφθείσα «πολιτική μορφή» της κυβέρνησης της εργατικής τάξης. Είναι λαθεμένο όταν ο Λένιν το 1917, στο έργο του Κράτος και Επανάσταση, περιγράφει την εξέλιξη της μαρξικής θεωρίας του κράτους λες κι ο Μαρξ είχε ήδη, απ’ την μεταβατική του περίοδο μέχρι το 1852, ενορχηστρώσει την αφηρημένη διατύπωση του πολιτικού καθήκοντος του προλεταριάτου (όπως αυτό παρουσιάζεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1847-1848) σε τέτοιο βαθμό που να καταλήγει ότι το νικηφόρο προλεταριάτο πρέπει να «καταστρέψει» και να «τσακίσει» την υπάρχουσα αστική ανώτατη κρατική εξουσία. Ενάντια σ’ αυτή τη θέση του Λένιν καταθέτουν τα ίδια τα γραπτά του Μαρξ και του Ένγκελς, οι οποίοι διακηρύτταν επανειλημμένως ότι ήταν μόνο η εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας του 1871 που τους προσέφερε για πρώτη φόρα τη δραστική απόδειξη ότι «η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς». Ήταν ο ίδιος ο Λένιν που παρείχε σ’ αυτό το σημείο το λογικό χάσμα που εμφανίζεται στην παρουσίασή του της ανάπτυξης της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, απλώς πηδώντας μια περίοδο 20 ετών στην κατά τ’ άλλα ιστορικώς ορθή και φιλοσοφικώς ακριβή αναπαραγωγή των παρατηρήσεων του Μαρξ και του Ένγκελς για το κράτος. Ο Λένιν περνάει απ’ την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852) κατ’ ευθείαν στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (1871), και κάνοντας αυτό το άλμα προσπερνά μεταξύ άλλων το γεγονός ότι ο Μαρξ συνόψισε το όλο «πολιτικό πρόγραμμα» της εργατικής τάξης σε μια επακριβή πρόταση στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (1864): «Γι’ αυτό, το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης είναι σήμερα η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας»[15].

Όμως, ακόμη κι ύστερα απ’ το 1871, όταν ο Μαρξ, εξαιτίας της εμπειρίας της Παρισινής Κομμούνας, υποστήριξε μ’ έναν πολύ περισσότερο συγκεκριμένο κι αδιαμφισβήτητο τρόπο από παλιότερα την επιτακτική αναγκαιότητα της σύνθλιψης της αστικής κρατικής μηχανής και την οικοδόμηση της προλεταριακής ταξικής δικτατορίας, απείχε πολύ απ’ την αναπαραγωγή μιας μορφής κυβέρνησης βασισμένης στο μοντέλο της επαναστατικής Παρισινής Κομμούνας ως την πολιτική μορφή της προλεταριακής δικτατορίας. Απ’ ότι φαίνεται, μόνο γι’ αυτή την μία ιστορική στιγμή -στην οποία άνευ όρων και χωρίς ενδοιασμούς βγήκε μπροστά εκ μέρους των ηρωικών μαχητών της κομμούνας κι όσους θυσιάστηκαν γι’ αυτή απέναντι στη θριαμβευτική αντίδραση- υποστήριξε αυτή τη θέση – αναφέρομαι στη Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατων για τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία, γραμμένη μ’ αίμα και φωτιά εκ μέρους αυτής της πρώτης διεθνούς οργάνωσης του επαναστατικού προλεταριάτου. Για χάρη της επαναστατικής ουσίας της Παρισινής Κομμούνας, συγκράτησε την κριτική που, κατά την άποψή του, θα έπρεπε ν’ ασκηθεί σ’ αυτή την ειδική μορφή της ιστορικής της εκδήλωσης. Αν έκανε ένα βήμα παραπέρα κι ανακήρυξε την πολιτική μορφή του επαναστατικού κοινοτικού συντάγματος άμεσα ως την επιτέλους ανακαλυφθείσα μορφή της προλεταριακής δικτατορίας, τότε η ερμηνεία του γεγονότος αυτού δεν κείτεται πια απλώς στη φυσική αλληλεγγύη του με τους επαναστάτες εργάτες του Παρισίου, μα επίσης σ’ έναν δευτερεύον σκοπό. Έχοντας γράψει τη Διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατων για τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία αμέσως μετά την ένδοξη μάχη κι ήττα των Παρισινών κομμουνάρων, ο Μαρξ δεν ήθελε μόνο να προσαρτήσει τον μαρξισμό της Κομμούνας, μα επίσης, την ίδια στιγμή, να προσαρτήσει την Κομμούνα στον μαρξισμό. Είναι υπ’ αυτή την έννοια που πρέπει κανείς να ερμηνεύσει αυτό το αξιοσημείωτο κείμενο, αν επιθυμεί να συλλάβει ορθώς το νόημά του και το εύρος της σημασίας του, όχι μόνο ως ένα κλασσικό ιστορικό έγγραφο που πρέπει να το δούμε ως μια ηρωική εποποιία ή επιθανάτιο μοιρολόι. Αντ’ αυτού, πέρα απ’ όλα αυτά, πρέπει να το δούμε ως μια αποσπασματική πολεμική πραγματεία του Μαρξ ενάντια στους στενότερους αντιπάλους του, εντός του πλαισίου των πικρών αγώνων που είχαν ήδη ξεσπάσει και σύντομα στο εγγύς μέλλον θα οδηγούσαν στην κατάρρευση της Α’ Διεθνούς. Αυτός ο αποσπασματικός, δευτερεύον σκοπός εμπόδισε τον Μαρξ ν’ αξιολογήσει μ’ έναν ιστορικώς ορθό κι ολοκληρωμένο τρόπο αυτό το αλληλοσυνδεόμενο επαναστατικό κίνημα του γαλλικού προλεταριάτου που ξεκίνησε με τις εξεγέρσεις της Κομμούνας στη Λυών και τη Μασσαλία το 1870 και κλιμακώθηκε με την εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας το 1871. Τον ανάγκασε επίσης να εξηγήσει το επαναστατικό κοινοτικό σύνταγμα, το οποίο καλωσόρισε ως την επιτέλους ανακαλυφθείσα «πολιτική μορφή» της προλεταριακής ταξικής δικτατορίας, καθώς κι ως μια συγκεντρωτική κυβέρνηση – παρότι αυτό ερχόταν σ’ αντίθεση με το πραγματικό ουσιώδες είναι της Κομμούνας.

Ήδη οι ίδιοι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, κι ακόμη περισσότερο ο Λένιν, αρνούνται την κατηγορία ότι η Παρισινή Κομμούνα είχε έναν ουσιαστικά ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Παρότι ο Μαρξ δεν μπορούσε παρά να μιλήσει, στη σύντομη έκθεσή του του προσχεδίου του Πανγαλλικού Κοινοτικού Συντάγματος που επεξεργάστηκε η Παρασινή Κομμούνα, για τις αδιαμφισβήτητα ομοσπονδιακές πτυχές του συντάγματος αυτού, τόνισε σκοπίμως το γεγονός (κάτι που φυσικά δεν αρνούνταν φεντεραλιστές όπως ο Προυντόν κι ο Μπακούνιν) ότι «[η] ενότητα του έθνους δεν θα έσπαζε, μα αντίθετα θα οργανωνόταν»[16] μέσω αυτού του κοινοτικού συντάγματος. Υπογραμμίζει τις «λίγες μα σπουδαίες λειτουργίες»[17] που απομένουν ν’ αναληφθούν από μια «κεντρική κυβέρνηση»[18] στα πλαίσια αυτού του κοινοτικού συντάγματος. Σημειώνει ότι σύμφωνα με το πλάνο της Κομμούνας, οι λειτουργίες αυτές «δεν θα καταργούνταν, όπως σκόπιμα το παραποίησαν, αλλά θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους της Κομμούνας, δηλαδή σε αυστηρά υπεύθυνους υπαλλήλους»[19]. Σ’ αυτή τη βάση, ο Λένιν αργότερα ανακήρυξε ότι «δεν υπάρχει ούτε ίχνος ομοσπονδιακού συστήματος»[20] στα γραπτά του Μαρξ για το παράδειγμα της Κομμούνας. «Ο Μαρξ είναι υπέρ του συγκεντρωτισμού. Και στους συλλογισμούς του που αναφέραμε δεν υπάρχει καμία υποχώρηση απ’ τον συγκεντρωτισμό»[21]. Ο Λένιν έχει δίκιο, ξεχνά όμως ν’ αναφέρει ότι η παρουσίαση της Παρισινής Κομμούνας απ’ τον Μαρξ είναι τα πάντα πέρα από ένας ιστορικά ορθός χαρακτηρισμός του επαναστατικού κοινοτικού συντάγματος της Κομμούνας, ένα σύνταγμα για το οποίο παλέψαν οι Παρισινοί κομμουνάροι και πραγματώσαν στις αρχές της Κομμούνας.

Για ν’ αποφύγουν τον ομοσπονδιακό κι αντισυγκεντρωτικό χαρακτήρα της Παρισινής Κομμούνας όσο το δυνατόν περισσότερο, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, καθώς κι ο Λένιν, τονίσαν πάνω απ’ όλα την αρνητική πτυχή, ότι εκπροσωπεί ως τέτοια την καταστροφή της επικρατούσας αστικής κρατικής εξουσίας. Επ’ αυτού δεν υπάρχει καμία διαφωνία μεταξύ των επαναστατών. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς κι ο Λένιν δικαίως τονίσαν ότι το καθοριστικό θεμέλιο για τον προλεταριακό επαναστατικό χαρακτήρα της μορφής της πολιτικής ανώτατης εξουσίας όπως δηλώθηκε απ’ την Κομμούνα, πρέπει ν’ αναζητηθεί στο κοινωνικό είναι της ως μια πραγμάτωση της προλεταριακής ταξικής δικτατορίας. Υπέδειξαν στους «φεντεραλιστές» αντιπάλους τους με μεγάλη δριμύτητα ότι η αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή κρατική μορφή ως τέτοια είναι εξίσου αστική με τη συγκεντρωτική μορφή κυβέρνησης του νεωτερικού αστικού κράτους. Μολαταύτα, διαπράξαν το ίδιο λάθος για το οποίο κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους, όχι με το να συγκεντρωθούν στον «ομοσπονδιακό» χαρακτήρα του κοινοτικού συντάγματος, αλλά αντ’ αυτού στεκόμενοι υπερβολικά στις άλλες τυπικές διαφορές που διακρίναν την Παρισινή Κομμούνα απ’ τον κοινοβουλευτισμό κι άλλες ξεπερασμένες μορφές του αστικού κρατικού συντάγματος (για παράδειγμα, την αντικατάσταση του τακτικού στρατού από πολιτοφυλακές, την ενοποίηση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, και την υπευθυνότητα και το δικαίωμα ανάκλησης των «κοινοτικών» αξιωματούχων). Συνεπώς, ο Μαρξ, ο Ένγκελς κι ο Λένιν δημιουργήσαν μια μεγάλη σύγχυση εννοιών, μια σύγχυση απ’ την οποία αναδύθηκαν επιβλαβή αποτελέσματα όχι μόνο αναφορικά με τη τοποθέτηση των μαρξιστών σχετικά με την Παρισινή Κομμούνα, μα επίσης κι αναφορικά με την μετέπειτα διατύπωση της επαναστατικής μαρξιστικής κατεύθυνσης σχετικά με το νέο ιστορικό φαινόμενο του επαναστατικού συμβουλιακού συστήματος.

Όσο λαθεμένο θα ήταν να βλέπαμε μαζί με τον Προυντόν και τον Μπακούνιν ένα ξεπέρασμα του αστικού κράτους μέσω μιας «ομοσπονδιακής» μορφής, άλλο τόσο λαθεμένο είναι όταν σήμερα μερικοί μαρξιστές ακόλουθοι της επαναστατικής κομμούνας στο επαναστατικό συμβουλιακό σύστημα θεωρούν, στη βάση τέτοιων παρερμηνευμένων αναλύσεων του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, ότι μια κοινοβουλευτική εκπροσώπηση με βραχυπρόθεσμους, δεσμευμένους εντολοδόχους, ανακλητούς ανά πάσα στιγμή, ή ένας κυβερνητικός αξιωματούχος απασχολούμενος με ιδιωτική σύμβαση για κανονικούς «μισθούς», θα μπορούσε ν’ αποτελεί μια λιγότερο αστική διάταξη από έναν εκλεγμένο βουλευτή. Είναι απολύτως λαθεμένο όταν πιστεύουν ότι υπάρχουν κάποιες «κοινοτικές» ή «συμβουλιακού τύπου» μορφές συντάγματος, η εισαγωγή των οποίων ίσως τελικά επιφέρει στο κράτος, διοικούμενο απ’ το επαναστατικό προλεταριακό κόμμα, να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα του ως όργανο ταξικής καταπίεσης, έναν χαρακτήρα που έχει κάθε κράτος. Η όλη θεωρία της τελικής «απονέκρωσης του κράτους στην κομμουνιστική κοινωνία», την οποία υιοθετήσαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς απ’ την παράδοση του ουτοπικού σοσιαλισμού και την αναπτύξαν παραπέρα στη βάση των έμπρακτων εμπειριών της προλεταριακής ταξικής πάλης της εποχής τους, χάνει το επαναστατικό της νόημα όταν διακηρύττει κανείς μαζί με τον Λένιν ότι υπάρχει ένα κράτος όπου η μειοψηφία δεν καταπιέζει πια την πλειοψηφία, αλλά αντ’ αυτού «η ίδια η πλειοψηφία του λαού καταστέλλει τους καταπιεστές της»[22]· και ότι, τότε, ένα τέτοιο κράτος προλεταριακής δικτατορίας, όντας η «εκπλήρωση» της αληθινής ή προλεταριακής δημοκρατίας, «αποτελεί ήδη μια απονέκρωση του κράτους».

Ήρθε πια ο καιρός να ξαναθέσουμε με πλήρη σαφήνεια τις δύο βασικές θεωρίες της πραγματικής επαναστατικής προλεταριακής θεωρίας, οι οποίες με την προσωρινή προσαρμογή τους στις πρακτικές απαιτήσεις τέτοιων ορισμένων φάσεων της πάλης, όπως η εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας το 1871 κι η Ρώσικη Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917, τελικά διατρέχουν τον κίνδυνο ν’ ακυρωθούν. Ο ουσιώδης τελικός σκοπός της προλεταριακής ταξικής πάλης δεν είναι κανένα κράτος, όσο «δημοκρατικό», «κοινοτικό» ή ακόμη και «συμβουλιακού τύπου» κι αν είναι, αλλά αντ’ αυτού, σκοπός της είναι η αταξική κι ακρατική κομμουνιστική κοινωνία, η γενική μορφή της οποίας δεν είναι πια κάποιο είδος πολιτικής εξουσίας, αλλά είναι «μια ένωση όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων»[23].

Ανεξαρτήτως του αν η προλεταριακή τάξη μπορεί να «καταλάβει» έναν περισσότερο ή λιγότερο αναλλοίωτο ξεπερασμένο κρατικό μηχανισμό, ακολουθώντας την αυταπάτη των μαρξιστών ρεφορμιστών, ή αν μπορεί να το καταλάβει πραγματικά μόνο σύμφωνα με την επαναστατική μαρξιστική θεωρία «τσακίζοντας» ριζικά την ξεπερασμένη μορφή του κι «αντικαθιστώντας» την με μια νέα, εθελοντικά δημιουργημένη μορφήμέχρι τότε, εν πάση περιπτώσει, το κράτος αυτό θα διαφέρει απ’ το αστικό κράτος κατά την περίοδο του επαναστατικού μετασχηματισμού της καπιταλιστικής κοινωνίας σε κομμουνιστική, μόνο μέσω της ταξικής φύσης του και της κοινωνικής λειτουργίας του, όχι όμως στην πολιτική του μορφή. «Το αληθινό μυστικό» της επαναστατικής κομμούνας, του επαναστατικού συμβουλιακού συστήματος, και κάθε άλλης ιστορικής εκδήλωσης της κυβέρνησης της εργατικής τάξης υπάρχει σ’ αυτό το κοινωνικό περιεχόμενο, κι όχι σε κάποια τεχνητώς επινοημένη πολιτική μορφή ή σε κάποιους ειδικούς θεσμούς που ίσως κάποτε πραγματώθηκαν υπό κάποιες συγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις.

Σημειώσεις:
1. Καρλ Μαρξ, «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 624-625.
2. Φρίντριχ Ένγκελς, «Εισαγωγή στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία» στο Μαρξ & Ένγκελς, ό.π., σελ. 577.
3. Μαρξ, ό.π., σελ. 623.
4. Ό.π.
5. Μαρξ & Ένγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, σελ. 22.
6. Μαρξ, ό.π., σελ. 618.
7. Καρλ Μαρξ, Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, εκδόσεις Νέοι Στόχοι, σελ. 173.
8. Καρλ Μαρξ, «Instructions for the Delegates of the Provisional Council. The Different Questions» στο MECW 20, σελ. 191. [Σ.τ.Μ.]: Εδώ ως μεσαία τάξη εννοείται η αστική τάξη.
9. Μαρξ, «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία», ό.π., σελ. 624.
10. Ό.π.
11. Ό.π., σελ. 625.
12. Ό.π., σελ. 617.
13. Επιστολή του Καρλ Μαρξ στον Κούγκελμαν, 12 Απριλίου του 1871, στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος δεύτερος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 542.
14. Fritz Brupbacher, Marx und Bakunin: Ein Beitrag zur Geschichte der Internationalen Arbeiterassoziation, εκδόσεις DIE AKTION, 1922, σελ. 114-115.
15. Καρλ Μαρξ, «Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, σελ. 449-450.
16. Καρλ Μαρξ, «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία», ό.π., σελ. 622.
17. Ό.π.
18. Ό.π.
19. Ό.π.
20. Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση» στο Λένιν, Άπαντα, τόμος 33, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 53.
21. Ό.π.
22. Ό.π., σελ. 42.
23. Μαρξ & Ένγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικό Κόμματος», ό.π., σελ. 44.

Advertisements