Απόσπασμα απ’ το Λέζεκ Κολακόφσκι, Main Currents of Marxism: Its Origin, Growth and Dissolution, vol. III: The Breakdown, εκδόσεις Clarendon Press, 1978, σελ. 310-314. Ο τίτλος για το απόσπασμα δικός μας.

Ο Κορς τόνισε επανειλημμένως ότι η ουσία του μαρξισμού ήταν η έμπρακτη ερμηνεία της ανθρώπινης συνείδησης· αυτό όμως είχε εξαληφθεί πλήρως απ’ τη θετικιστική εκδοχή του μαρξισμού που κυριαρχούσε στη Β’ Διεθνή.

Σίγουρα, όλοι οι μαρξιστές προσυπέγραφαν το δόγμα της «ενότητας θεωρίας και πρακτικής»· μ’ αυτό όμως συνήθως εννοούσαν -και τα γραπτά του Ένγκελς τείναν να επιβεβαιώνουν αυτή την ερμηνεία- ότι η πρακτική αποτελούσε «τη βάση της γνώσης και τη θεμέλια λίθο της αλήθειας». Αυτού έπεται, εκ πρώτης, ότι ήταν κατά κύριο λόγο τα πρακτικά ενδιαφέροντα που καθορίζαν το εύρος των νοητικών ενδιαφερόντων των ανθρώπινων όντων, ότι οι τεχνικές ανάγκες και τα υλικά συμφέροντα ήταν το ισχυρότερο κίνητρο για την πρόοδο της επιστήμης, και ότι οι άνθρωποι παραπλανούνταν αν υπέθεταν ότι μια δίψα για πληροφορίες, η οποία δεν αποφέρει κάποιο όφελος, έπαιζε κάποιον ρόλο στη διεύρυνση της γνώσης. (Το τελευταίο μπορεί να ερμηνευτεί τόσο ως ιστορική ερμηνεία όσο κι ως κανονιστική αρχή.) Κατά δεύτερον, η κυρίαρχη άποψη ήταν ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα ήταν η καλύτερη επιβεβαίωση των υποθέσεων επί των οποίων βασίζεται η πράξη. Οι δύο αυτές ερμηνείες, η οποίες είναι λογικά ανεξάρτητες η μία απ’ την άλλη, εφαρμόστηκαν τόσο στις φυσικές όσο και στις κοινωνικές επιστήμες. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ανεξαρτήτως του εάν η «ενότητα θεωρίας και πρακτικής», τοιουτοτρόπως ερμηνευμένη, υπήρξε πραγματικότητα, κι αν υπήρξε σε ποιο βαθμό, υπήρξε αρκετά συμβατή με την παραδοσιακή ή υπερβατική αντίληψη της αλήθειας ως να συνίσταται στη συμφωνία της κρίσης μας με μια κατάσταση πραγμάτων πλήρως ανεξάρτητη απ’ τη νοητική μας δραστηριότητα. Με άλλα λόγια, η ενότητα θεωρίας και πρακτικής, τοιουτοτρόπως ερμηνευμένη, δεν ερχόταν σε σύγκρουση μ’ αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε «στοχαστική» αντίληψη της γνώσης. Η νοητική πράξη -ανεξάρτητα απ’ το ερέθισμα που την προκάλεσε ή απ’ το πως καθορίζεται η ακρίβεια του περιεχομένου της- παρέμενε η «παθητική» αφομοίωση του ήδη υπάρχοντος σύμπαντος.

Ωστόσο, για τον Κορς, το όλο ζήτημα του μαρξισμού δεν ήταν να συμπληρώσει την παραδοσιακή ερμηνεία της νόησης με παρατηρήσεις αναφορικά με τα κίνητρα των νοητικών πράξεων και την επαλήθευση των νοητικών κρίσεων, μα να υποβάλει αυτή την ερμηνεία σε μια ριζική μεταβολή. Ο μαρξισμός ασχολούνταν ιδίως -αν και, όπως θα δούμε, όχι αποκλειστικά- με τη γνώση του κοινωνικού σύμπαντος. Η θεωρητική γνώση δεν αποτελούσε έναν απλό «αντικατοπτρισμό» της κοινωνικής κίνησης μα ένα κομμάτι του, μια πτυχή του ή μια έκφρασή του· η γνώση πρέπει να ερμηνευτεί ως ένα ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ίδιας της κοινωνικής κίνησης, και συνεπώς η γνώση είναι «καλή» ή «αληθινή» στον βαθμό που εκφράζει επαρκώς την κοινωνική κίνηση και έχει συνείδηση αυτού. Αυτό εφαρμαζόταν πάνω απ’ όλα στον ίδιο τον μαρξισμό, ο οποίος αποτελούσε μια «έκφραση» της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, και δεν ήταν μια «επιστήμη» όπως θεωρούσαν οι θετικιστές. Η ερμηνεία αυτή του Κορς προέρχεται από εγελιανές πηγές, επειδή δεν ήταν ο Χέγκελ που είχε πει ότι η φιλοσοφία πρέπει ν’ αποτελεί την πνευματική έκφραση της εποχής της;

Υπήρξε ουσία του μαρξισμού ν’ αντλήσει το μέγιστα δυνατά συμπεράσματα απ’ αυτή την οπτική. Όπως ισχυρίστηκε ο Κορς επί μακρόν στο Μαρξισμός και Φιλοσοφία, ο μαρξισμός δεν αποτελούσε ένα νέο φιλοσοφικό δόγμα μα πάνω απ’ όλα την κατάργηση της φιλοσοφίας. Ωστόσο, η κατάργηση της φιλοσοφίας δεν σημαίνει απλώς να την μισήσουμε, να την εγκαταλείψουμε ή να την παραμελήσουμε ως αυταπάτη, όπως θεώρησε ο Φραντς Μέρινγκ. Ακριβώς επειδή η φιλοσοφία αποτελεί μια «έκφραση» της ιστορικής διαδικασίας, δεν μπορούμε ν’ απαλλαχθούμε απ’ αυτή ούτε αγνοώντας την ούτε ασκώντας τη, αλλά μόνο μέσω μιας επαναστατικής κι έμπρακτης κριτικής της κοινωνίας, η υπάρχουσα φιλοσοφία της οποίας κατοικούσε σε μια «μυστικοποιημένη» συνείδηση. Η αστική κοινωνία αποτελεί μια άρρηκτη ολότητα, και μπορούσε να της επιτεθεί κανείς μόνο ως τέτοιας. Οι μορφές της συνείδησης της αστικής κοινωνίας «μπορούν να καταργηθούν μόνο με μια ταυτόχρονη πρακτική-αντικειμενική ανατροπή των ίδιων των υλικών σχέσεων παραγωγής, οι οποίες μέχρι τώρα κατανοούνται μόνο μέσω αυτών των μορφών» (Καρλ Κορς, Μαρξισμός και Φιλοσοφία, εκδόσεις Ύψιλον, 1981, σελ. 64). Το γεγονός ότι η κοινωνία αποτελεί μια ολότητα σημαίνει, συγκεκριμένα, ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είναι αυτό που είναι μόνο σε συνδυασμό με το ιδεολογικό τους εποικοδόμημα. Στον βαθμό που ο μαρξισμός αποτελεί μια θεωρητική και πρακτική επίθεση στην αστική κοινωνία, στον βαθμό που αποτελεί μια έκφραση του κινήματος που θα την καταστρέψει, αποτελεί επίσης μια φιλοσοφική κριτική. «Τελικά, στοχεύει στη συγκεκριμένη κατάργηση της φιλοσοφίας ως κομμάτι της κατάργησης του συνόλου της αστικής κοινωνικής πραγματικότητας, της οποίας η φιλοσοφία αποτελεί ένα ιδεατό συστατικό στοιχείο» (ό.π., σελ. 51, διορθωμένη μετάφραση). Αυτή είναι η ορθή κατανόηση της σημαντικής έννοιας του Μαρξ της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» – ο υπότιτλος του Κεφαλαίου: όχι απλώς μια ακαδημαϊκή κριτική των οικονομικών δογμάτων, μα μια έμπρακτη επίθεση στην κοινωνία μέσω ενών εκ των κυρίων συστατικών στοιχείων της, ονομαστικά οι οικονομικές ιδεολογίες οι οποίες υπηρετούν τη διαιώνιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Αν θεωρήσουμε τις κοινωνικές πραγματικότητες ως μια ολότητα, τότε αντιλαμβανόμαστε τη σύμπτωση της πραγματικότητας και των θεωρητικών μορφών που την εκφράζουν. Δεν μπορούν να υπάρξουν ξεχωριστά, παρότι η μυστικοποιημένη αστική συνείδηση φαντάζεται ψευδώς τον εαυτό της ως μια εξωτερική ανάλυση της κοινωνικής σκηνής κι όχι ένα τμήμα της. Ο μαρξισμός, αποκαλύπτοντας αυτή την αυταπάτη, βλέπει συγχρόνως τον εαυτό του ως ένα έμπρακτο φαινόμενο, ως έκφραση και συστατικό στοιχείο ενός κοινωνικού κινήματος που επαναστατικοποιεί το παρόν σύστημα.

Παρότι ο Κορς θεωρεί τις ιδεολογίες ως ένα αναγκαίο συστατικό στοιχείο του κοινωνικού συνόλου, τονίζει ότι με κανέναν τρόπο δεν βρίσκονται «στο ίδιο επίπεδο» με τα οικονομικά φαινόμενα. Αντιθέτως, λέει ότι υπάρχουν τρεις βαθμίδες πραγματικότητας: «1) η οικονομία, η οποία σε τελευταία ανάλυση, είναι η μόνη αντικειμενική και ολοκληρωτικά μη-ιδεολογική πραγματικότητα· 2) το δίκαιο και το κράτος, που ήδη είναι κάπως λιγότερο πραγματικά αντιπροσωπεύοντας ως ένα ορισμένο σημείο μια ιδεολογική άποψη· 3) η καθαρή ιδεολογία χωρίς κανένα αντικείμενο, τελείως μη-πραγματική (“καθαρή ανοησία”)» (ό.π., σελ. 56).

Στα κοινωνικά ζητήματα, η πράξη της έρευνας συμπίπτει με το αντικείμενό της – αυτή είναι η εγελιανή ερμηνεία που υιοθετείται απ’ τον μαρξισμό. Απ’ αυτή την άποψη, ο Κορς παρομοιάζει την μαρξιστική θεωρία της κοινωνίας με την άποψη του Κλαούζεβιτς (ο οποίος ήταν επίσης εγελιανός) ότι η θεωρία του πολέμου δεν αποτελεί ένα ζήτημα εξωτερικής παρατήρησης αλλά ένα τμήμα του ίδιου του πολέμου. Αν δεν δούμε αυτή τη ταυτότητα, δεν μπορούμε να συλλάβουμε την εγελιανή-μαρξιστική έννοια της διαλεκτικής. Η διαλεκτική δεν αποτελεί απλώς μια «μέθοδο» που μπορεί να εφαρμοστεί κατά βούληση σ’ οποιοδήποτε αντικείμενο. Φαίνεται ότι για τον Κορς είναι τελείως ανέφικτο να εκθέσουμε την υλιστική διαλεκτική ως ένα σύνολο ισχυρισμών ή κανόνων για τη διεξαγωγή της έρευνας. Η υλιστική διαλεκτική, ως μια έκφραση του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης, αποτελεί ένα κομμάτι αυτής της κίνησης και όχι μια απλή θεωρία ή ένα «σύστημα». «Η υλιστική διαλεκτική του προλεταριάτου δεν είναι δυνατόν να διδαχθεί με τρόπο αφηρημένο, και ούτε με τη βοήθεια υποτιθέμενων παραδειγμάτων, σαν μια ιδιαίτερη επιστήμη που έχει το δικό της αντικείμενο. Δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί με τρόπο συγκεκριμένο παρά στην Πράξη της προλεταριακής επανάστασης και σε μια θεωρία που αποτελεί συστατικό, ενυπάρχον και πραγματικό τμήμα της» (ό.π., σελ. 148).

Μπορούμε να σημειώσουμε ότι η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει έναν ριζικό επιστημολογικό σχετικισμό. Αν η φιλοσοφία κι οι θεωρίες της κοινωνίας «δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από» την πνευματική έκφραση των έμπρακτων κοινωνικών κινημάτων και συμφερόντων, συνεπάγεται άμεσα ότι η θεωρία δεν μπορεί να αξιολογηθεί παρά μόνο απ’ τη σκοπιά του εάν αντικατοπτρίζει τα κινήματα αυτά επαρκώς, και από το εάν τα ίδια αυτά τα κινήματα είναι «προοδευτικά» ή όχι. Με άλλα λόγια, καμιά θεωρία δεν είναι καθεαυτή αληθινή, με την έννοια του να μας δίνει μια ορθή περιγραφή του κόσμου, δηλαδή να τον «αντικατοπτρίζει» με ακρίβεια· το ζήτημα της «αλήθειας» με τη συνηθισμένη έννοια του όρου είναι ανούσιο, και μια θεωρία είναι «καλή» ή «έγκυρη» στον βαθμό που είναι «προοδευτική» και έχει συνείδηση της καταβολής της. Αυτού έπεται ότι ο μαρξισμός είναι «αληθινός» μόνο με την έννοια ότι στο παρόν στάδιο της ιστορίας διατυπώνει τη συνείδηση του «προοδευτικού» κινήματος και έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος. Επιπλέον, μια θεωρία η οποία είναι αληθινή μια περίοδο μπορεί σε μια άλλη περίοδο να είναι ψευδής, λόγω μιας αλλαγής στην κοινωνική της λειτουργία. Για παράδειγμα, τα δόγματα της «προοδευτικής αστικής τάξης» ήταν αληθινά όσο η αστική τάξη ήταν «προοδευτική» [αστικές επαναστάσεις], όμως μετέπειτα έγινε αντιδραστική και συνεπώς ψευδής· και το ίδιο κάποια ημέρα ίσως συμβεί και με τον μαρξισμό. Ο Κορς στην πραγματικότητα αποδέχεται όλα αυτά τα συμπεράσματα, παρότι δεν τα διατυπώνει αρκετά καθαρά. Ισχυρίζεται ότι αποτελεί ουσία του διαλεκτικού υλισμού να θεωρεί όλες τις θεωρητικές αλήθειες ως αυστηρά «αυτού-του-κόσμου», ένας όρος που πρέπει να κατανοηθεί ως το αντίθετο του «υπερβατικού». «Όλες οι αλήθειες με τις οποίες εμείς, οι άνθρωποι της γης, είχαμε ποτέ και θα έχουμε πάντα να κάνουμε, έχουν αυτόν τον ίδιο επίγειο χαρακτήρα· είναι συνεπώς υποκείμενες, χωρίς κανένα προνόμιο, στο “γήρας” καθώς και σε όλες τις άλλες λεγόμενες “ατέλειες” των επίγειων φαινομένω» (ό.π., σελ. 121). Καμία αλήθεια δεν είναι καθεαυτή αμετάβλητη· αυτά που αποκαλούμε αλήθειες είναι τα όργανα της πρακτικής δράσης των κοινωνικών τάξεων. Η θεωρία του Κορς συνεπώς αποτελεί ένα είδος συλλογικού πραγματισμού που μεταβάλλει τελείως τη φύση του μαρξισμού ως «επιστήμη». Σε πολλά σημεία έρχεται σε ρήξη με τον Χίλφερντινγκ και τον Κάουτσκι, οι οποίοι διαβεβαιώναν ότι ο μαρξισμός αποτελούσε μόνο μια θεωρία των νόμων της κοινωνικής ανάπτυξης και, ως μια τέτοια θεωρία, δεν συμπεριλάμβανε καμία κοινωνική δέσμευση ή αξιακές επικρίσεις, αλλά μπορούσε αντ’ αυτού να υιοθετηθεί ακόμη κι απ’ αυτούς που δεν μοιράζονταν τους σκοπούς του σοσιαλιστικού κινήματος. Για τον Κορς, αυτός ο διαχωρισμός της θεωρίας απ’ την πράξη, της δογματικής αλήθειας[1] απ’ το επαναστατικό κίνημα, αποτελούσε μια πλήρη διαστρέβλωση του μαρξισμού. Απ’ τη στιγμή που ο μαρξισμός αποτελεί απλώς τη ταξική συνείδηση του επαναστατικού προλεταριάτου, μπορεί ν’ αναγνωριστεί μόνο στην πράξη της έμπρακτης δέσμευσης σ’ αυτό το κίνημα· δεν μπορεί οπότε κατ’ αρχήν να υπάρξει ένας «καθαρά θεωρητικός» μαρξισμός.

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Μ.]: Για τον Κορς, η αλήθεια έγινε δόγμα, δογματική αλήθεια, ακριβώς επειδή αποχωρίστηκε απ’ την πράξη, μετατρεπόμενη σε κάτι υπερβατικό, σ’ έναν αιώνιο νόμο. Πρόκειται για έναν σαφή υπαινιγμό του Κορς ότι ο διαχωρισμός της θεωρίας απ’ την πράξη, η μετατροπή της αλήθειας σε δόγμα, μετατρέπει τη θεωρία σ’ ένα είδος θρησκείας.

Advertisements