Το παρακάτω κείμενο αποτελεί εισήγησή μας για τον κύκλο αυτομόρφωσης πάνω στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου στην Εργατική Λέσχη Ν. Ιωνίας. Καταπιάνεται με την τρίτη ενότητα («Η μορφή της αξίας ή η ανταλλακτική αξία») του πρώτου κεφαλαίου («Το Εμπόρευμα») του Κεφαλαίου. Αποτελεί άμεση συνέχεια της προηγούμενης εισήγησης για την εμπορευματική μορφή.

Όταν δύο εμπορεύματα είναι ισοδύναμα -ή είναι ισοδύναμα σε μια καθορισμένη αναλογία ή, πράγμα που είναι το ίδιο, είναι άνισα σε μέγεθος ανάλογα με την ποσότητα της «εργασίας» που περιέχουν- τότε είναι επίσης σαφές, ότι είναι ίσα στην ουσία, εφόσον είναι ανταλλακτικές αξίες. Η ουσία τους είναι εργασία. Γι’ αυτό είναι «αξία». Το μέγεθός τους είναι διαφορετικό, ανάλογα με το αν περιέχουν περισσότερη ή λιγότερη από αυτή την ουσία. Ο Ρικάρντο λοιπόν δεν εξετάζει την μορφή -τον ιδιαίτερο καθορισμό της εργασίας σαν δημιουργού ανταλλακτικής αξίας ή σαν κάτι που παρασταίνεται με ανταλλακτικές αξίες- τον χαρακτήρα αυτής της εργασίας. Γι’ αυτό δεν κατανοεί τη συνάφεια αυτής της εργασίας με το χρήμα ή ότι αυτή η εργασία οφείλει να παρασταίνεται σαν χρήμα. Γι’ αυτό δεν καταλαβαίνει καθόλου τη συνάφεια ανάμεσα στον καθορισμό της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος από τον χρόνο εργασίας και στην ανάγκη για τα εμπορεύματα να συνεχίσουν την πορεία τους ως την μετατροπή τους σε χρήμα. Εξού η λαθεμένη θεωρία του για το χρήμα. Εξ αρχής ενδιαφέρεται μόνο για το μέγεθος της αξίας. Ότι δηλαδή τα μεγέθη των αξιών των εμπορευμάτων σχετίζονται μεταξύ τους, όπως οι ποσότητες εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή τους[1].

Ο Ρικάρντο ενδιαφέροταν μόνο για τα αξιακά μεγέθη των εμπορευμάτων, γι’ αυτό δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί τον διφυή χαρακτήρα της καπιταλιστικής εργασίας. Είδαμε ότι η συγκεκριμένη εργασία κι η «έμπρακτα αφηρημένη» εργασία δεν αποτελούν δύο ξεχωριστές εργασίες αλλά αντιφατικούς καθορισμούς της ίδιας εργασίας. Το ίδιο ισχύει και για τον διφυή χαρακτήρα του εμπορεύματος: η αξία κι η αξία χρήσης του αποτελούν αντιφατικούς καθορισμούς του ίδιου εμπορεύματος. «[Η] αξία ενός εμπορεύματος είναι κάτι με το οποίο δεν διαφέρει απλώς από άλλα εμπορεύματα ή που συνδέεται μαζί τους, αλλά είναι μια ιδιότητα με την οποία διαφέρει από τη δική του ύπαρξη σαν ένα πράγμα, σαν μια αξία χρήσης»[2]. Ο Ρικάρντο, απασχολημένος καθώς ήταν με την μέτρηση των αξιακών μεγεθών, δεν αναρωτήθηκε ποτέ γιατί ένα αντικείμενο αποκτά αξία, το θεώρησε ως φυσικό δεδομένο, ως μια εγγενή ιδιότητα των προϊόντων της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όμως, «[σ]αν αξίες τα εμπορεύματα είναι κοινωνικά μεγέθη, δηλαδή κάτι το απόλυτα διαφορετικό από τις “ιδιότητές” τους σαν “πράγματα”. Σαν αξίες παρασταίνουν μόνο σχέσεις των ανθρώπων στην παραγωγική δραστηριότητά τους. Στην πραγματικότητα η αξία περιλαβαίνει “ανταλλαγές”, οι ανταλλαγές όμως είναι ανταλλαγές πραγμάτων ανάμεσα σε ανθρώπους, οι οποίες δεν αφορούν καθόλου τα πράγματα σαν τέτοια. Το πράγμα διατηρεί τις ίδιες “ιδιότητες”, αδιάφορο αν βρίσκεται στα χέρια του Α ή του Β [ατόμου]. […] Η ανταλλαγή προϊόντων σαν εμπορευμάτων είναι μια καθορισμένη μέθοδος ανταλλαγής εργασίας, και εξάρτησης της εργασίας του καθενός από την εργασία του άλλου, ένα καθορισμένο είδος κοινωνικής εργασίας ή κοινωνικής παραγωγής»[3]. Η αξία οπότε αφορά την «κοινωνική εργασία που βασίζεται στην ατομική ανταλλαγή»[4].

Η «έμπρακτα αφηρημένη» εργασία, η εργασία που αντιμετωπίζεται στην κοινωνική πρακτική ως αφηρημένη, είναι αξιοπαραγωγός εργασία. Η «έμπρακτα αφηρημένη» εργασία «δεν αφορά την μεμονωμένη διαδικασία παραγωγής αλλά την κοινωνική συσχέτιση όλων των θεσμικά ανεξάρτητων μεταξύ τους επιμέρους καπιταλιστικών διαδικασιών παραγωγής, η οποία εκδηλώνεται στην αγορά»[5]. Είδαμε ότι το εμμενές μέτρο της αξίας είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή ενός είδους εμπορεύματος. Η αξία όμως είναι κάτι με το οποίο δεν ερχόμαστε ποτέ σ’ επαφή εμπειρικά. Εκείνο που συναντάμε όταν αγοράζουμε ή πουλάμε ένα εμπόρευμα είναι η τιμή, δηλαδή μια ποσότητα χρήματος. Η ουσία της αξίας, ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος «έμπρακτα αφηρημένης» εργασίας για την παραγωγή ενός είδους εμπορεύματος, όντας ακριβώς μια κοινωνική αφαίρεση, είναι κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί στην πράξη. Το εμμενές μέτρο της είναι ο χρόνος, είναι ο χρόνος όμως μιας διαδικασίας που δεν μπορεί να μετρηθεί επειδή δεν είναι εμπειρική. Εκείνο που συναντάμε εμπειρικά είναι η τιμή, μια συγκεκριμένη ποσότητα χρήματος. Η τιμή αποτελεί εκδήλωση της αξίας, είναι όμως διαφορετική τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά απ’ την αξία, όμως περισσότερα επ’ αυτού αφορούν τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Θ’ αρκεστούμε να σημειώσουμε ότι «[ό]λη η δυσκολία προέρχεται απ’ το γεγονός ότι τα εμπορεύματα δεν ανταλλάσονται απλώς σαν εμπορεύματα, αλλά σαν προϊόντα κεφαλαίων που, ανάλογα με το μέγεθός τους, ή όταν είναι ίσου μεγέθους, απαιτούν ίσα μερίδια από τη συνολική μάζα της υπεραξίας. Η δε συνολική τιμή των εμπορευμάτων που παράγονται από ένα δοσμένο κεφάλαιο σ’ ένα δοσμένο χρονικό διάστημα πρέπει να ικανοποιεί αυτή την απαίτηση»[6].

Η θεώρηση που βρίσκουμε στους δύο πρώτους τόμους του Κεφαλαίου ότι τα εμπορεύματα πωλούνται στις αξίες τους είναι κάτι που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Η θεώρηση αυτή γίνεται για δύο λόγους: α) για την απλούστευση της ανάλυσης μέχρι να φτάσουμε σε πιο σύνθετα ζητήματα και πιο κοντά στην περιγραφή του πραγματικού τρόπου λειτουργίας της οικονομίας και β) για ν’ αποδειχθεί ότι ακόμη κι αν τα εμπορεύματα πωλούνταν στην αξία τους, η εκμετάλλευση συνεχίζει να υπάρχει επειδή εντοπίζεται στην παραγωγή κι όχι στην αγορά. Η θεώρηση αυτή όμως έχει ως παρενέργεια τη ταύτιση της αξίας και της τιμής των εμπορευμάτων στους δύο πρώτους τόμους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε λαθεμένα βιαστικά συμπεράσματα απ’ την πλευρά του αναγνώστη, οδηγώντας τον να παραβλέψει τη σημασία του χρήματος και να το δει όπως κι οι κλασσικοί οικονομολόγοι ως ένα απλό όργανο για τη διευκόλυνση της εμπορευματικής ανταλλαγής. Στην πραγματικότητα όμως, ακριβώς επειδή το εμμενές μέτρο της αξίας, ο χρόνος εργασίας, είναι κάτι αφηρημένο που δεν μπορούμε να μετρήσουμε, το χρήμα λειτουργεί ως το εξωτερικό μέτρο της αξίας επειδή αναγκαία, λόγω της εξίσωσης των ποσοστών κέρδους, η αξία εκδηλώνεται διαστρεβλωμένα ως τιμή. «Η εμφάνιση του κεφαλαίου απ’ την πλευρά της προϋποθέτει ήδη την πλήρη ανάπτυξη της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος και, επομένως, την αυτοτελή ύπαρξή της στο χρήμα»[7]. Έτσι, ο Μαρξ βρήκε την απάντηση στον Μπαίηλυ: «Μια μόνο θετική υπηρεσία προσφέρει το σύγγραμμά του – ότι πρώτος έχει καθορίσει πιο σωστά το μέτρο της αξίας, δηλαδή στην πράξη μια απ’ τις λειτουργίες του χρήματος ή το χρήμα σ’ έναν ιδιαίτερο καθορισμό μορφής»[8].

Να σημειώσουμε επίσης πριν προχωρήσουμε παρακάτω, ότι η σταδιακή ανάπτυξη που ακουλουθεί και μας οδηγεί απ’ την ανταλλαγή δύο τυχαίων μεμονωμένων εμπορευμάτων στο χρήμα δεν έχει να κάνει με ιστορικά στάδια. Ο Άνταμ Σμιθ για να καταλήξει στην εμφάνιση του χρήματος έπεσε στην παγίδα να θεωρήσει ότι τα στάδια αυτά αποτελούν υπαρκτά ιστορικά στάδια στην ανθρώπινη εξέλιξη και μίλησε για το σύστημα μπάρτερ (απλή εμπορευματική ανταλλαγή) στην αρχαιότητα. Στην ίδια παγίδα έπεσε κι ο Ένγκελς μιλώντας για την απλή εμπορευματική παραγωγή, η οποία δεν διαφέρει σε τίποτα απ’ τη θεώρηση του Σμιθ. Κανένας ιστορικός και κανένας εθνογράφος δεν έχει βρει αποδείξεις για την ύπαρξη κοινωνιών που λειτουργούσαν μ’ αυτό το σύστημα. Όπου υπήρχε συστηματική εμπορευματική ανταλλαγή υπήρχε και χρήμα. Ιστορικά, τον ρόλο του χρήματος τον έχουν παίξει από αγελάδες ως δέρμα ελαφιού κι από όστρακα ως τεράστιοι πέτρινοι δακτύλιοι (βέβαια, η κοινωνική λειτουργία του καπιταλιστικού χρήματος διαφέρει απ’ αυτές του προκαπιταλιστικού). Ο Σμιθ κι ο Ένγκελς έκαναν απλώς το λάθος να περάσουν τα λογικά στάδια μιας θεωρητικής ανάπτυξης μιας κατηγορίας, αυτής του χρήματος, για πραγματικά ιστορικά στάδια της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την ιστορική ανάδυση του χρήματος. Παρακάτω, ο Μαρξ περιγράφει το χρήμα ως κατηγορία του κεφαλαίου. Η εμπορευματική μορφή, η αξιακή μορφή κι η χρηματική μορφή είναι κοινωνικές μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η σχέση του κεφαλαίου. Ο Μαρξ δεν μιλάει για το εμπόρευμα γενικά, για την αξία γενικά, για το χρήμα γενικά. Μιλάει γι’ αυτά μόνο στον βαθμό που αποτελούν ειδικά καπιταλιστικές μορφές.

Απλή, μεμονωμένη ή τυχαία μορφή της αξίας

Κατά την ανταλλαγή, η αξία εκφράζεται ως ανταλλακτική αξία. Η αξία αποκτά τη δική της μορφή μέσα από τη σχέση μεταξύ διαφορετικών εμπορευμάτων. Η απλούστερη τέτοια σχέση είναι αυτή μεταξύ δύο οποιωνδήποτε εμπορευμάτων. Αυτή η πιο απλή μορφή «περικλείνει ολόκληρο το μυστικό της μορφής χρήμα, και από εκεί, σε σπέρμα το μυστικό όλων των αστικών μορφών του προϊόντος της εργασίας»[9].

Έχουμε λοιπόν μια x ποσότητα του εμπορεύματος Α η οποία αξίζει y ποσότητα του εμπορεύματος Β. Δηλαδή:

xA = yB

Αυτό, πχ, μπορεί να είναι 3 φρατζόλες ψωμί αξίζουν 1 μπύρα, ή 3 αναπτήρες αξίζουν 2 σακούλες πατατάκια, κλπ. Σ’ αυτή την «ισοδυναμία» οι δύο όροι παίζουν διακριτούς ρόλους[10]. Το ένα εμπόρευμα, το Α, παίζει έναν ενεργητικό ρόλο και το άλλο εμπόρευμα, το Β, παίζει έναν παθητικό ρόλο. Μέσω της ανταλλαγής αυτής, η αξία του εμπορεύματος Α βρίσκει μια ανεξάρτητη έκφραση και συγκεκριμένη εκδήλωση στο εμπόρευμα Β. Δηλαδή, το εμπόρευμα Β εκφράζει την αξία του Α. Το εμπόρευμα Α αποτελεί τη σχετική μορφή της αξίας, επειδή η αξία του εκφράζεται σε σχέση με το εμπόρευμα Β. Το εμπόρευμα Β αποτελεί την ισοδύναμη μορφή της αξίας, επειδή στη σωματική αξία χρήσης του εμπορεύματος Β εκφράζεται η αξία του Α, δηλαδή, το εμπόρευμα Β παρέχει τη φαινομενική μορφή εμφάνισης της αξίας του Α. «Η σχετική μορφή της αξίας και η ισοδύναμη μορφή είναι δύο στοιχεία αχώριστα το ένα από το άλλο, που ανήκουν το ένα στο άλλο και που καθορίζουν το ένα το άλλο, μα ταυτόχρονα είναι δύο αλληλοαποκλειόμενα ή αντίθετα άκρα, δηλαδή δύο πόλοι της ίδιας έκφρασης της αξίας»[11]. Σ’ αυτή τη σχέση ανταλλαγής, το εμπόρευμα Β «ισχύει σαν μορφή ύπαρξης της αξίας, σαν πράγμα αξίας»[12] γιατί μόνο σαν τέτοιο είναι ίδιο με το εμπόρευμα Α.

Όταν λέμε: σαν αξίες τα εμπορεύματα είναι απλώς πήγματα ανθρώπινης εργασίας, η ανάλυσή μας τα ανάγει στην αφηρημένη αξία, δεν τους προσδίδει όμως μια μορφή αξίας που να διαφέρει από τη φυσική τους μορφή. Διαφορετικά έχει το ζήτημα στην αξιακή σχέση ενός εμπορεύματος μ’ ένα άλλο. Ο αξιακός χαρακτήρας του προβάλλει εδώ στη σχέση του με τ’ άλλα εμπορεύματα. Όταν πχ το σακάκι σαν πράγμα αξίας εξισώνεται με το πανί, η εργασία που περιέχεται μέσα στο σακάκι εξισώνεται με την εργασία που περιέχεται μέσα στο πανί. Φυσικά, η ραπτική που φτιάχνει το σακάκι είναι συγκεκριμένη εργασία διαφορετικού είδους απ’ την υφαντική που φτιάχνει το πανί. Όταν όμως η ραφτική εξισώνεται με την υφαντική, ανάγεται ουσιαστικά σ’ αυτό που είναι πραγματικά ίδιο και στις δύο εργασίες, στο κοινό χαρακτηριστικό τους ότι είναι ανθρώπινη εργασία. Μ’ αυτόν τον έμμεσο τρόπο λέγεται παραπέρα ότι κι η υφαντική, εφόσον υφαίνει αξία, δεν έχει γνωρίσματα που να τη διακρίνουν απ’ τη ραπτική, ότι επομένως είναι αφηρημένη ανθρώπινη εργασία. Τον ειδικό χαρακτήρα της εργασίας που δημιουργεί αξία τον βγάζει στο φως μονάχα η ισοδύναμη έκφραση διαφορετικών στο είδος τους εμπορευμάτων ανάγοντας πραγματικά τις διαφορετικές στο είδος τους εργασίες που περιέχονται στα διαφορετικά εμπορεύματα στο κοινό που υπάρχει μέσα τους, σε ανθρώπινη εργασία γενικά. […] Για να εκφράσουμε την αξία του πανιού […] πρέπει να την εκφράσουμε σαν μια «αντικειμενικότητα» που διαφέρει σαν πράγμα από το ίδιο το πανί και που ταυτόχρονα είναι κοινό στο πανί και σ’ ένα άλλο εμπόρευμα. Το πρόβλημα λύθηκε κιόλας. […] Το σακάκι όμως δεν μπορεί να παρασταίνει την αξία στα μάτια του πανιού, χωρίς ταυτόχρονα η αξία να παίρνει για το πανί την μορφή του σακακιού. […] Μέσα στη σχέση αξίας στην οποία το σακάκι αποτελεί το ισοδύναμο του πανιού, η μορφή του σακακιού ισχύει λοιπόν σαν μορφή της αξίας. Γι’ αυτό, η αξία του εμπορεύματος πανί εκφράζεται με το σώμα του εμπορεύματος σακάκι, δηλαδή η αξία ενός εμπορεύματος εκφράζεται με την αξία χρήσης ενός άλλου εμπορεύματος. […] Έτσι, το πανί αποκτά μια μορφή αξίας που διαφέρει απ’ τη φυσική του μορφή. […] Έτσι, μέσω της αξιακής σχέσης η φυσική μορφή του εμπορεύματος Β γίνεται η μορφή αξίας του εμπορεύματος Α, ή το σώμα του εμπορεύματος Β γίνεται ο καθρέπτης της αξίας του εμπορεύματος Α[13].

Έχουμε οπότε να κάνουμε με μια μεσολάβηση. Ένα εμπόρευμα είναι αδύνατο να εκφράσει την αξία του βρισκόμενο σε άμεση σχέση με τον εαυτό του. Μπορεί να εκφράσει την αξία του μόνο ερχόμενο σε σχέση μ’ ένα άλλο εμπόρευμα. Έτσι, το εμπόρευμα Α εκφράζει την αξία του ερχόμενο σε μια σχέση με το εμπόρευμα Β. Η σχέση του εμπορεύματος Α με τον εαυτό του μεσολαβείται από το εμπόρευμα Β. Συναντάμε εδώ αυτό που ο Χέγκελ ονόμασε ανακλαστικό καθορισμό[14]. Σύμφωνα με τον Χέγκελ:

Ο αντικατοπτρισμός είναι καθορισμένος αντικατοπτρισμός· αντίστοιχα, η ουσία είναι καθορισμένη ουσία, ή είναι ουσιαστικότητα. Ο αντικατοπτρισμός είναι το επιφαίνεσθαι της ουσίας εντός του εαυτού της. Η ουσία, ως άπειρη εμμενής επιστροφή δεν αποτελεί άμεση απλότητα, μα αρνητική απλότητα· είναι μια κίνηση που διασχίζει διακριτές στιγμές, είναι απόλυτη μεσολάβηση με τον εαυτό της. Είναι όμως σ’ αυτές τις στιγμές που επιφαίνεται· κι οι ίδιες οι στιγμές είναι, συνεπώς, καθορισμοί που ανακλώνται στον εαυτό τους. Πρώτον, η ουσία είναι απλή αυτοαναφορά, καθαρή ταυτότητα. Αυτός είναι ο καθορισμός της, ένας καθορισμός όμως ο οποίος αποτελεί αντ’ αυτού την απουσία καθορισμού. Δεύτερον, ο ειδοποιός καθορισμός αποτελεί διαφορά – διαφορά η οποία είναι είτε εξωτερική είτε απροσδιόριστη, διαφορετικότητα γενικά, ή αντιτιθέμενη διαφορετικότητα ή αντίθεση. Τρίτον, ως αντίφαση, η αντίθεση αυτή αντικατοπτρίζεται στον εαυτό της κι επιστρέφει στο θεμέλιό της[15].

Η ουσία βρισκόμενη σ’ άμεση σχέση με τον εαυτό της παρουσιάζει μια έλλειψη καθορισμών. Η σχέση της με τον εαυτό της χρειάζεται να μεσολαβηθεί από κάτι έξω απ’ αυτή, διαφορετικό απ’ αυτή, το οποίο θα λειτουργήσει ως καθρέπτης της. Μέσω αυτού του αντικατοπρισμού της μπορούμε να την προσδιορίσουμε, αποκτά έναν ανακλαστικό καθορισμό. Αυτός όμως ο συσχετισμός της ουσίας με κάτι έξω απ’ αυτή δεν είναι κάτι προαιρετικό που έρχεται σε δεύτερο χρόνο, αποτελεί προϋπόθεση της ίδιας της ουσίας. Δεν δύναται ουσία κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς δηλαδή κάποια μορφή εμφάνισης. Η εμφάνιση αποτελεί προϋπόθεση και κομμάτι της ίδιας της ουσίας:

Αυτή η ταυτότητα, επειδή προέρχεται από το Είναι, εμφανίζεται κατ’ αρχήν ως συνοδευόμενη μόνο από τα χαρακτηριστικά του Είναι κι ως σχετιζόμενη με το Είναι ως προς κάτι εξωτερικό. Εάν αυτό το εξωτερικό ληφθεί ξέχωρα από την ουσία, ονομάζεται επουσιώδες. Αλλ’ αυτό είναι λάθος, γιατί η ουσία είναι εντός-αυτού-Είναι, είναι ουσιώδης μόνο καθόσον έχει μέσα της το αρνητικό της, δηλαδή τον σχετισμό-με-κάτι-άλλο, την μεσολάβηση. Άρα έχει το επουσιώδες ως δική της εμφάνιση μέσα στον εαυτό της. Αλλά εφόσον μέσα στην εμφάνιση ή μεσολάβηση περιέχεται η διάκριση, και όσα διαφέρουν (ως διαφέροντα από εκείνη τη ταυτότητα, από την οποία προκύπτουν και μέσα στην οποία δεν υπάρχουν ή υπάρχουν ως εμφάνιση) αποκτούν την μορφή της ταυτότητας, η εμφάνιση πραγματώνεται κατά τον τρόπο του Είναι, δηλαδή της αυτοσχετιζόμενης αμεσότητας. Έτσι, η σφαίρα της ουσίας μεταβάλλεται σε μια ακόμη ατελή σύνδεση της αμεσότητας και της μεσολάβησης. Μέσα της το κάθε τι έχει τεθεί έτσι ώστε να σχετίζεται με τον εαυτό του και ταυτόχρονα να τον έχει υπερβεί – ως ένα Είναι της ανασκόπησης, ένα Είναι μέσα στο οποίο εμφανίζεται κάτι άλλο και το οποίο εμφανίζεται μέσα σε κάτι άλλο. […] Η ουσία είναι καθαρή ταυτότητα κι εμφάνιση μέσα στον εαυτό της, μόνο καθόσον είναι αυτοσχετιζόμενη αρνητικότητα και άρα αυτοαπώθηση του εαυτού της. Περιέχει λοιπόν ουσιαστικά το χαρακτηριστικό της διαφοράς. Η ετερότητα δεν είναι πια εδώ ποιοτική, ένας προσδιορισμός, ένα όριο. Η ετερότητα είναι τώρα μέσα στην ουσία, η οποία σχετίζεται με τον εαυτό της, άρα η άρνηση είναι ταυτόχρονα μια σχέση – είναι διαφορά, τεθειμένο-Είναι, μεσολαβημένο-Είναι[16].

Η αξία του εμπορεύματος Α λοιπόν δεν μπορεί να εκφραστεί από μόνη της. Χρειάζεται να μεσολαβηθεί απ’ το εμπόρευμα Β, ν’ αντικατοπτριστεί στην αξία χρήσης του Β. Αυτή η σχέση μεταξύ των δύο εμπορευμάτων είναι η απλή μορφή της ανταλλακτικής αξίας ως εμφάνιση της αξίας. Η ανταλλακτική αξία (εδώ ακόμα στην απλή μορφή της, παρακάτω στην ανεπτυγμένη, χρηματική μορφή της) ως μορφή εμφάνισης της αξίας δεν είναι δευτερογενής. Αποτελεί προϋπόθεση και στιγμή της αξίας. Η ανταλλακτική αξία (και πολύ περισσότερο το χρήμα, η αυτονομημένη της μορφή) αποτελεί την μορφή με την οποία εκδηλώνεται, εμφανίζεται η αξία. Η ανταλλακτική αξία (το χρήμα) είναι η μορφή με την οποία η αξία αυτοϋπερβαίνεται και μετατρέπεται σε αμεσότητα:

Η ουσία οφείλει να φαίνεται. Η εμφάνισή της εντός εαυτής είναι η αναίρεσή της και μεταποίησή της σε αμεσότητα, η οποία ενώ ως ανασκόπηση-εντός-εαυτού είναι υπόσταση (ύλη) ως ανασκόπηση-εντός-άλλου είναι μορφή, αυτοαναιρούμενη υπόσταση. Το ότι εμφανίζεται είναι εκείνο το χαρακτηριστικό μέσω του οποίου η ουσία διαφέρει από το Είναι – μέσω του οποίου είναι ουσία· και η ανεπτυγμένη εμφάνιση είναι το φαινόμενο. Άρα η ουσία δεν βρίσκεται πίσω απ’ το φαινόμενο ούτε εκείθεν του φαινομένου, αλλά -ακριβώς επειδή η ουσία είναι αυτό που υπάρχει- η ύπαρξη είναι φαινόμενο[17].

Αρχίζουμε έτσι σιγά-σιγά να λύνουμε το μυστήριο του χρήματος. Το εμπόρευμα Α εκφράζει την αξία του στο σώμα, την αξία χρήσης του εμπορεύματος Β. Έτσι, το εμπόρευμα Β φαίνεται σαν να κατέχει στις σωματικές, φυσικές του ιδιοτήτες την ιδιότητα του να εκφράζει αξία, φαίνεται σαν να έχει απ’ τη φύση του την ιδιότητα του να είναι ανταλλάξιμο με το τυχαίο αυτό εμπόρευμα Α. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η αξία χρήσης κι η αξία, οι δύο αντιφατικοί καθορισμοί κάθε εμπορεύματος, από μια εσωτερική αντίφαση του κάθε εμπορεύματος παρουσιάζεται σαν μια εξωτερική αντίθεση μεταξύ των δύο εμπορευμάτων που ανταλλάσονται, με το ένα εμπόρευμα να παρουσιάζεται μόνο σαν αξία χρήσης και το άλλο μόνο σαν ανταλλακτική αξία. Ενώ στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο ανταλλακτικές αξίες, φαίνεται σαν να υπάρχει μόνο μία ανταλλακτική αξία η οποία παρουσιάζεται ν’ αυτονομείται σ’ έναν μόνο απ’ τους δύο πόλους της ανταλλαγής:

Η πιο εμπεριστατωμένη εξέταση της έκφρασης της αξίας του εμπορεύματος Α που περιέχεται στην αξιακή σχέση του με το εμπόρευμα Β έδειξε ότι μέσα σ’ αυτή τη σχέση η φυσική μορφή του εμπορεύματος Α χρησιμεύει μόνο σαν μορφή της αξίας χρήσης, ενώ η φυσική μορφή του εμπορεύματος Β χρησιμεύει μόνο σαν μορφή της αξίας ή εμφάνιση της αξίας. Έτσι, η κρυμμένη μέσα στο εμπόρευμα εσωτερική αντίθεση ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην αξία, παρασταίνεται με μια εξωτερική αντίθεση, δηλαδή με τη σχέση ανάμεσα σε δύο εμπορεύματα μέσα στην οποία το ένα εμπόρευμα, που πρόκειται να εκφραστεί η αξία του, παίζει άμεσα μόνο τον ρόλο της αξίας χρήσης, ενώ αντίθετα το άλλο, που μ’ αυτό εκφράζεται η αξία, παίζει άμεσα μόνο τον ρόλο της ανταλλακτικής αξίας[18].

Βγάλαμε όσα συμπεράσματα μπορούσαμε να βγάλουμε απ’ αυτό το παράδειγμα ανταλλαγής μεταξύ δύο εμπορεύματων. Προφανώς όμως η καπιταλιστική αγορά δεν λειτουργεί τόσο απλοποιημένα. Δεν έχουμε μεμονωμένες ανταλλαγές τυχαίων προϊόντων. Όλα τα προϊόντα είναι εμπορεύματα, όλα είναι ανταλλάξιμα. «Η έκφραση της αξίας του εμπορεύματος Α με κάποιο εμπόρευμα Β ξεχωρίζει την αξία του εμπορεύματος Α μόνο απ’ τη δική του αξία χρήσης και γι’ αυτό τη φέρνει μόνο σε μια ανταλλακτική σχέση με κάποιο μεμονωμένο, διαφορετικό απ’ αυτό το ίδιο είδος εμπορεύματος, αντί να παραστήσει την ποιοτική του ομοιότητα και την ποσοτική του αναλογική σχέση μ’ όλα τ’ άλλα εμπορεύματα»[19]. Χρειάζεται να προσθέσουμε περισσότερους καθορισμούς στην πρακτική της ανταλλαγής, να την κάνουμε πιο συγκεκριμένη, να την φέρουμε πιο κοντά στην καπιταλιστική πραγματικότητα.

Ολική ή ανεπτυγμένη μορφή της αξίας

Έχουμε τώρα x ποσότητα εμπορεύματος Α που αξίζει y ποσότητα εμπορεύματος Β. Επίσης, x ποσότητα εμπορεύματος Α αξίζει z ποσότητα εμπορεύματος Γ. Επίσης, x ποσότητα εμπορεύματος Α αξίζει w ποσότητα εμπορεύματος Δ, κλπ. Δηλαδή:

xA = yB και xA = zΓ και xA = wΔ, κλπ

Εδώ τώρα συσχετίζουμε x ποσότητα του εμπόρευματος A με μια άπειρη ακολουθία άλλων εμπορευμάτων. Η αξία του εμπορεύματος Α εκφράζεται τώρα στα άπειρα άλλα εμπορεύματα. Το σώμα κάθε άλλου εμπορεύματος εκφράζει την αξία του εμπορεύματος Α. Στην απλή μορφή της αξίας, η αξία του εμπορεύματος Α εκφραζόταν σ’ ένα μόνο τυχαίο εμπόρευμα, το Β. Τώρα, η αξία του εμπορεύματος Α εκφράζεται σ’ όλα τ’ άλλα εμπορεύματα. Το εμπόρευμα Α εισέρχεται τώρα σε σχέση μ’ όλα τ’ άλλα εμπορεύματα, και η αξία του μπορεί να εκφραστεί σε οποιαδήποτε διαφορετική αξία χρήσης.

Στην πρώτη [την απλή] μορφή: 20 πήχες πανί = 1 σακάκι, μπορεί ν’ αποτελεί τυχαίο γεγονός ότι αυτά τα δύο εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα το ένα με το άλλο σε μια καθορισμένη ποσοτική αναλογία. Αντίθετα, στην περίπτωση της δεύτερης [ολικής] μορφής διαφαίνεται αμέσως ένα καθοριστικό γι’ αυτή φόντο που διαφέρει ουσιαστικά από το τυχαίο φαινόμενο. Το μέγεθος της αξίας του πανιού μένει το ίδιο, αδιάφορο αν παρασταίνεται με σακάκι ή καφέ ή σίδερο, κλπ, δηλαδή με αναρίθμητα διαφορετικά εμπορεύματα που ανήκουν στους πιο διαφορετικούς κατόχους. Εκλείπει η τυχαία σχέση δύο ατομικών κατόχων εμπορευμάτων. Γίνεται κατάδηλο ότι δεν ρυθμίζει η ανταλλαγή το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος, αλλά αντίστροφα το μέγεθος της αξίας του εμπορεύματος ρυθμίζει τις ανταλλακτικές σχέσεις[20].

Η αξία του εμπορεύματος Α δύναται εδώ να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Έχουμε βρεθεί ένα βήμα πιο κοντά στην αυτονόμηση της μορφής της ανταλλακτικής αξίας, όμως δεν τη φτάσαμε ακόμα. Πλέον, η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος Α μπορεί να εκφραστεί σε οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, έχουμε δηλαδή άπειρες ισοδύναμες μορφές και μία σχετική. Έχουμε να κάνουμε μ’ αυτό που ο Χέγκελ ονόμασε κακό άπειρο, ένα άπειρο που συνίσταται από ένα μωσαϊκό μεμονωμένων προσδιορισμών χωρίς καμία εσωτερική συνοχή το οποίο τελικά δεν καταλήγει πουθενά πέρα απ’ τη διαιώνισή του μέσω της συνεχούς επέκτασής του[21]. Για την αυτονόμηση της αξίας χρειαζόμαστε το αντίθετο, μία ισοδύναμη μορφή που να εκφράζει άπειρες σχετικές μορφές, ένα καλό άπειρο. Δεν θέλουμε η αξία του εμπορεύματος Α να μπορεί να εκφραστεί σε όλα τ’ άλλα εμπορεύματα, αλλά το εμπόρευμα Α να εκφράζει την αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων.

Γενική μορφή της αξίας

Συνεπώς, έχουμε τώρα y ποσότητα εμπορεύματος Β που αξίζει x ποσότητα εμπορεύματος Α. Επίσης, z ποσότητα εμπορεύματος Γ αξίζει x ποσότητα εμπορεύματος Α. Επίσης, w ποσότητα εμπορεύματος Δ αξίζει x ποσότητα εμπορεύματος Α, κλπ. Δηλαδή:

yB = xA και zΓ = xA και wΔ = xA, κλπ

Τώρα, όλα τα εμπορεύματα εκφράζουν τις αξίες τους στο ίδιο εμπόρευμα, το εμπόρευμα Α. Το εμπόρευμα Α παριστάνει την αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων. Η ανταλλακτική αξία απέκτησε επιτέλους μια πραγματικά αυτόνομη ύπαρξη. Το εμπόρευμα Α αποτελεί τώρα το γενικό ισοδύναμο, τη γενική ισοδύναμη μορφή της αξίας απέναντι στην οποία όλα τ’ άλλα εμπορεύματα λαμβάνουν τη σχετική μορφή της αξίας. Η αξία όλων των εμπορευμάτων τώρα μεσολαβείται απ’ το εμπόρευμα Α. Το εμπόρευμα Α είναι ικανό τώρα να μεσολαβήσει οποιαδήποτε εμπορευματική ανταλλαγή. Η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται τώρα αντικατοπτριζόμενη στο εμπόρευμα Α.

Η καινούρια, η γενική μορφή, εκφράζει τις αξίες του κόσμου των εμπορευμάτων μ’ ένα και το αυτό είδος εμπορεύματος που αποχωρίστηκε απ’ αυτόν, πχ με πανί, και παρασταίνει έτσι τις αξίες όλων των εμπορευμάτων εξομοιώνοντάς τα με πανί. Η αξία κάθε εμπορεύματος σαν κάτι που μοιάζει με πανί δεν διαφέρει τώρα μόνο απ’ τη δική του αξία χρήσης μα απ’ όλες τις αξίες χρήσης, και ακριβώς έτσι εκφράζεται σαν κάτι που το έχει κοινό μαζί με όλα τ’ άλλα εμπορεύματα. Επομένως, μόνο αυτή η μορφή σχετίζει πραγματικά τα εμπορεύματα μεταξύ τους σαν αξίες ή τα κάνει να εμφανίζονται σαν ανταλλακτικές αξίες το ένα απέναντι στο άλλο. […] Η γενική μορφή της αξίας γεννιέται μόνο σαν κοινό έργο του κόσμου των εμπορευμάτων. Ένα εμπόρευμα γίνεται γενική έκφραση της αξίας γιατί όλα τ’ άλλα εμπορεύματα εκφράζουν ταυτόχρονα την αξία τους με το ίδιο ισοδύναμο, και κάθε νεοεμφανιζόμενο είδος εμπορεύματος είναι υποχρεωμένο να τα μιμηθεί. Έτσι, αποκαλύπτεται ότι η αξιακή αντικειμενικότητα των εμπορευμάτων, επειδή αποτελεί απλούστατα την «κοινωνική ύπαρξη» αυτών των πραγμάτων, μπορεί να εκφραστεί μόνο με την ολόπλευρη κοινωνική τους σχέση, και ότι η μορφή της αξίας τους πρέπει γι’ αυτό να είναι μορφή με κοινωνική ισχύ. Με την μορφή ενός πράγματος που μοιάζει με πανί, εμφανίζονται τώρα όλα τα εμπορεύματα όχι μονάχα σαν ποιοτικά ίδια, δηλαδή σαν αξίες γενικά, μα ταυτόχρονα και σαν ποσοτικά συγκρίσιμα αξιακά μεγέθη[22].

Το εμπόρευμα Α, ως γενικό ισοδύναμο, λειτουργεί τώρα ως το εξωτερικό μέτρο της αξίας. Τώρα όλες οι εργασίες εξισώνονται με την εργασία που παρήγαγε το εμπόρευμα Α. Η εργασία έχει γίνει κοινωνική σε καθολικό επίπεδο. Με την ύπαρξη ενός γενικού ισοδύναμου με το οποίο μετρούνται οι αξίες όλων των εμπορευμάτων, η εργασία μετατράπηκε σε «έμπρακτα αφηρημένη» εργασία.

Οι αμέτρητες εξισώσεις που αποτελούν τη γενική μορφή της αξίας εξισώνουν η μια ύστερα απ’ την άλλη την εργασία που είναι πραγματοποιημένη στο πανί με κάθε εργασία που περιέχεται σε άλλο εμπόρευμα και μετατρέπουν έτσι την υφαντική στη γενική μορφή εμφάνισης της ανθρώπινης εργασίας γενικά. Έτσι, η εργασία που είναι αντικειμενοποιημένη στην αξία του εμπορεύματος δεν παρασταίνεται μόνο αρνητικά σαν εργασία απ’ την οποία γίνεται αφαίρεση κάθε συγκεκριμένης μορφής και κάθε ωφέλιμης ιδιότητας των πραγματικών εργασιών, μα προβάλλει ρητά και η δική της θετική φύση. Είναι η αναγωγή όλων των πραγματικών εργασιών στο κοινό για όλες χαρακτήρα της ανθρώπινης εργασίας, στο ξόδεμα ανθρώπινης εργασιακής δύναμης[23].

Χρηματική μορφή

Με τη γενική μορφή της αξίας επί της ουσίας καταλήξαμε στη χρηματική μορφή. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βρεθεί ποιο θα είναι αυτό το εμπόρευμα Α που θα λειτουργεί ως γενικό ισοδύναμο. Για ιστορικούς λόγους, ο ρόλος αυτός έπεσε στο χρυσό. Όντας ένα σπάνιο μέταλλο, λαμπερό, που δύσκολα φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου, είχε κατακτήσει μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των υπόλοιπων εμπορευμάτων. Ήταν λοιπόν ένα εμπόρευμα το οποίο όλοι ήθελαν ν’ αποκτήσουν. Έτσι, ο χρυσός έγινε γενικά αποδεκτός μέσω της κοινωνικής πρακτικής ως το εμπόρευμα εκείνο που μπορούσε να παίξει τον ρόλο του γενικού ισοδύναμου.

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι σήμερα το χρήμα δεν είναι πλέον εμπορευματικό χρήμα, ότι το χρήμα έχει γίνει απλώς ένα σύμβολο. Πρόκειται για ένα ντιμπέιτ το οποίο ξεπερνά τους σκοπούς των παρόντων εισηγήσεων. Όμως, ακόμη κι αν ο ισχυρισμός αυτός αληθεύει, η όλη παρουσιάση του Μαρξ για τον ρόλο του χρήματος παραμένει αληθής. Το χρήμα είναι το εξωτερικό μέτρο των αξιών. Το μόνο που χρειάζεται για να στέκει η γενικότερη θεωρία του Μαρξ για το χρήμα είναι «να υπάρχει κάποιο αντικειμενικό μέτρο των ποσοτήτων αφηρημένης εργασίας που να είναι κοινωνικά αποδεκτό απ’ όλους τους εμπορευματοκατόχους ως γενικό ισοδύναμο»[24].

Σημειώσεις:
1. Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος δεύτερο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1982, σελ. 191-192.
2. Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχονη Εποχή, 2008, σελ. 147-148.
3. Ό.π., σελ. 149.
4. Ό.π.
5. Γιάννης Μηλιός, «Πρόλογος: Η μαρξική χρηματική θεωρία της αξίας και ο Ισαάκ Ιλίτς Ρούμπιν (1886-1937)» στο Ισαάκ Ι. Ρούμπιν, Μελέτες για τη Θεωρία του Χρήματος στον Μαρξ, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, 2015, σελ. 19.
6. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 221.
7. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, σελ. 151.
8. Ό.π., σελ. 153.
9. Επιστολή Μαρξ στον Ένγκελς, 22 Ιουνίου 1867 στο Μαρξ & Ένγκελς, Αλληλογραφία 1861-1869, εκδόσεις Μπάυρον, 1975, σελ. 133.
10. Να σημειώσουμε εδώ ότι η «μαθηματική» διατύπωση αυτής της «ισοδυναμίας» χρησιμοποιείται απ’ τον Μαρξ για λόγους συντομίας. Ο τελεστής «=» δεν παίζει τον ρόλο που γνωρίζουμε απ’ τα μαθηματικά: η σχέση xA = yB δεν χαρακτηρίζειται απ’ τη συμμετρική ιδιότητα. Δηλαδή, το xA = yB δεν συνεπάγεται ότι yB = xA. Ο τελεστής «=» χρησιμοποιείται απλώς ως υποκατάστατο της έννοιας «αξίζει». Η «ισοδυναμία» xA = yB σημαίνει x ποσότητα εμπορεύματος Α αξίζει y ποσότητα εμπορεύματος Β και τίποτα παραπάνω. Αν, όπως ο Ρικάρντο, κοιτούσαμε μόνο τ’ αξιακά μεγέθη των εμπορευμάτων, η «ισοδυναμία» αυτή θα λειτουργούσε με την τυπική μαθηματική της έννοια. Επειδή όμως ο Μαρξ εδώ δεν συγκρίνει απλώς αξιακά μεγέθη, ποσότητες αξίας, αλλά εξετάζει την μορφή έκφρασης της αξίας, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ποσότητες, αλλά με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δεν έχουμε να κάνουμε απλά με την «εξίσωση» ποσοτήτων αξίας, αλλά με την μορφή που λαμβάνουν συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις.
11. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 62-63.
12. Ό.π., σελ. 64.
13. Ό.π., σελ. 64-65 & 66.
14. Ο εγελιανός όρος Reflexionsbestimmungen που χρησιμοποιεί ο Μαρξ έχει αποδοθεί απ’ την έκδοση του Κεφαλαίου της Σύγχρονης Εποχής ως αλληλοκαθορισμός, απ’ το ΚΨΜ ως αναστοχαστικός προσδιορισμός και στην παλαιότερη έκδοση του Γιάννη Σκουριώτη ως αντανακλαστικός ορισμός. Στην έκδοση της Επιστήμης της Λογικής απ’ τη Νομική Βιβλιοθήκη ο όρος έχει αποδοθεί ως καθορισμός αντανάκλασης, κατηγορία αντανάκλασης και αναστοχαστικός καθορισμός. Επειδή καμιά απ’ τις αποδόσεις αυτές δεν μας ικανοποιεί, μεταφράσαμε εδώ τον όρο ως ανακλαστικός καθορισμός.
15. Γκέορκ Χέγκελ, The Science of Logic, εκδόσεις Cambridge University Press, 2010, σελ. 354.
16. Γκέοργκ Χέγκελ, Η Επιστήμη της Λογικής [Μικρή Λογική], εκδόσεις Δωδώνη, 1991, σελ. 253-254 & 259-260.
17. Ό.π., σελ. 284-285. Να παραθέσουμε εδώ κι ένα απόσπασμα της σημείωσης του Γιάννη Τζαβάρα, του μεταφραστή του βιβλίου, στο συγκεκριμένο παράθεμα: «[Ο] Χέγκελ ορθώνει μια εντελώς δική του άποψη περί φαινομένου, με ρητή αντιπαράθεση στην μεταφυσική παράδοση: Η ουσία δεν είναι μια ιδέα που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, όπως ήθελε ο Πλάτωνας και η σχολή του που εγκαθιστούσε την αλήθεια εκείθεν των φαινομένων, σ’ ένα ουράνιο τόπο. Το φαινόμενο δεν είναι ούτε εκείνο το καντιανό κατασκεύασμα που φανερώνεται μόνο υποκειμενικά, στην κατ’ αίσθηση αντίληψή μας, ενώ το πράγμα καθεαυτό παραμένει τάχα απρόσιτο και άγνωστο. Το φαινόμενο κατά τον Χέγκελ είναι η ίδια η ύπαρξη, και δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο απ’ την ουσία, “ακριβώς επειδή η ουσία είναι αυτό που υπάρχει”» (Ό.π., σελ. 285).
18. Μαρξ, ό.π., σελ. 75.
19. Ό.π., σελ. 75-76.
20. Ό.π., σελ. 77.
21. «Αυτό το άπειρο, το οποίο εμμένει στον καθορισμό του επέκεινα του πεπερασμένου, πρέπει να χαρακτηριστεί ως το κακό ποσοτικό άπειρο. Όπως και το ποιοτικά κακό άπειρο, αποτελεί την αέναη κίνηση μπρος-πίσω απ’ την μια μεριά της επίμονης αντίφασης στην άλλη, απ’ το όριο στο μη-είναι κι απ’ το μη-είναι πίσω στο όριο. […] Το κακό άπειρο, ειδικά με την μορφή της ποσοτικής προόδου προς το άπειρο -αυτό το αδιάκοπο πήγαινε-έλα μεταξύ των ορίων το οποίο αδυνατεί να υπερβεί τα όρια κι εγκλωβίζεται αιώνια μεταξύ τους- συχνά θεωρείται ως κάτι μεγαλείωδες, ένα είδος Θείας Κοινωνίας […] Ωστόσο, στην πραγματικότητα αυτό το νεωτερικό μεγαλείο δεν επαυξάνει το αντικείμενο […] αλλά αντ’ αυτού φουσκώνει το υποκείμενο που προσλαμβάνει τέτοιες αχανείς ποσότητες. Η φτώχεια μιας τέτοιας υποκειμενικής βήμα-βήμα ανόδου στην κλίμακα του ποσοτικού προδίδεται απ’ την παραδοχή ότι μ’ αυτή την μάταιη εργασία δεν πλησιάζουμε ποτέ τον άπειρο στόχο – για την επίτευξή του, είναι βέβαιο, απαιτείται ένας αρκετά διαφορετικός τρόπος προσέγγισης» (Γκέοργκ Χέγκελ, The Science of Logic, σελ. 192-193).
22. Μαρξ, ό.π., σελ. 79-80.
23. Ό.π., σελ. 80-81.
24. Βλέπε Fred Moseley, «Non-Commodity Money and the Transformation Problem» στο Money and Totality: A Macro-Monetary Interpretation of Marx’s Logic in Capital and the End of the “Transformation Problem”, εκδόσεις Brill, 2016.

Advertisements