Σήμερα, έναν αιώνα απ’ τη λήξη του Α’ ΠΠ και τη Γερμανική Επανάσταση, μια σχεδόν απόλυτη σιωπή επικρατεί στην Ελλάδα γι’ αυτά τα γεγονότα, σ’ αντίθεση με την περσινή πλημμύρα αφιερωμάτων στην Οκτωβριανή Επανάσταση (που επί της ουσίας η πλειοψηφία τους δεν ήταν παρά αφιερώματα αποκλειστικά στον Λένιν και τους μπολσεβίκους). Όμως, τα γεγονότα αυτά ήταν κεντρικά στην ιστορία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ο Α’ ΠΠ έφερε την κατάρρευση της Β’ Διεθνούς και την επικράτηση του εθνικισμού στο μεγαλύτερο μέρος του κινήματος. Οδήγησε σε σημαντικά ντιμπέιτ και συγκρούσεις στο εσωτερικό του κινήματος αναφορικά με τον εθνικισμό, τον πόλεμο, την μορφή οργάνωσης του κινήματος, το κράτος. Όλα αυτά ήταν ντιμπέιτ αναφορικά με τι στο διάολο σημαίνει τελικά επανάσταση. Η γερμανική πολεμική οικονομία και πειθαρχία ενέπνευσε ακόμα και μέρος των «ριζοσπαστών» του κινήματος όπως ο Λένιν, οδηγώντας στην πλήρη ταύτιση του σοσιαλισμού με την κρατικά σχεδιασμένη οικονομία και την εργατική πειθαρχία. Περιττό να πούμε ότι οι δυνάμεις εκείνες που επικράτησαν ήταν εκείνες που η «επανάστασή» τους δεν ήταν παρά η εσωτερική αντεπανάσταση…
Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε απ’ τον Γερμανό συμβουλιακό κομμουνιστή Willy Huhn τον Αύγουστο του 1953. Μεταφράστηκε στ’ αγγλικά απ’ τη Rida Vaquas για το 3ο τεύχος του περιοδικού Intransigence, απ’ όπου και κάναμε την μετάφραση. Η «Εισαγωγή» γράφτηκε απ’ την μεταφράστρια. Στην φωτογραφία, το εξώφυλλο της εφημερίδας Vorwärts, επίσημο όργανο του SPD, στις 4 Αυγούστου 1914, με την τοποθέτηση του SPD στο Ράιχσταγκ για την υπερψήφιση των πολεμικών χρηματοδοτήσεων.

Ένας αιώνας απ’ τον Α’ ΠΠ: Εισαγωγή στις «Ιδέες του 1914»

Έναν αιώνα ύστερα απ’ την Ανακωχή [τη λήξη του Α’ ΠΠ], είναι δύσκολο να φανταστούμε το ωστικό κύμα που χτύπησε την ευρωπαϊκή αριστερά με τη ψήφιση των πολεμικών χρηματοδοτήσεων απ’ το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) στις 4 Αυγούστου του 1914. Οι Ρουμάνοι σοσιαλδημοκρατές μέχρι και τα τέλη του Αυγούστου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν και θεωρούσαν ότι η δημοσιευμένη ομιλία του Hugo Haase του SPD στο Ράιχσταγκ ήταν ένα «απίστευτο ψέμα», προϊόν της κυβερνητικής λογοκρισίας. Λίγο πριν την μοιραία συνάντηση της κοινοβουλευτικής φραξιάς του SPD στην οποία πάρθηκε η τελική απόφαση για την υπερψήφιση των πολεμικών χρηματοδοτήσεων, ο Καρλ Λίμπκνεχτ έλειπε σε διακοπές, μη βλέποντας κάποια ανάγκη για προετοιμασίες. Όπως έγραψε στο Klassenkampf gegen den Krieg πολύ πριν τις 3 Αυγούστου, θεωρούσε ότι «η άρνηση των πολεμικών χρηματοδοτήσεων είναι αυτονόητη για την πλειοψηφία της κοινουβελευτικής φραξιάς και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί».

Μέχρι το 1914, ακόμη κι η ριζοσπαστική αριστερά της Β’ Διεθνούς πίστευε ότι ο διεθνισμός της δεν περιοριζόταν σ’ εύθραυστες ανακοινώσεις, και θα εμφανιζόταν εμπράκτως την κρίσιμη στιγμή. Μας έρχεται κατά νου η περιγραφή του Κάφκα για τον δάσκαλο του χωριού: «Οι περισσότεροι γέροι έχουν κάτι παραπλανητικό ή ανειλικρινές στις σχέσεις τους με τους νεώτερους. Δηλαδή, μπορεί να ζεις μαζί τους με αρκετή ευκολία, να νομίζεις ότι τα πάτε καλά, ότι γνωρίζεις τις απόψεις τους, να λαμβάνεις τακτικές διαβεβαιώσεις καλής πίστεως, νομίζεις ότι τα πάντα είναι όπως φαίνονται. Και τότε ξαφνικά, όταν κάτι δραματικό συμβεί κι η μακροχρόνια ειρήνη υποτίθεται ότι θα γίνει πράξη, αυτοί οι γέροι παρουσιάζονται ως ξένοι κι αποκαλύπτεται ότι κατέχουν βαθύτερες κι ισχυρότερες απόψεις απ’ ότι νόμιζες. Ξεδιπλώνουν το λάβαρό τους, και μόνο τότε διαβάζει γεμάτος ανησυχία τι αναγράφεται πραγματικά».

Όμως, έναν αιώνα αργότερα, οι ιδέες του 1914 δεν μας φαίνονται πια ξένες μα ως καταθλιπτικά οικείοι γνωστοί μας, αυτούς που προσπαθούμε ν’ αποφύγουμε μα διαρκώς πέφτουμε πάνω τους. Θεωρούμε δεδομένο ότι τα κόμματα της αριστεράς θα είναι εθνικιστικά, ότι η ιδέα τους για τον σοσιαλισμό θα βασίζεται στην κρατική κι όχι τη ταξική εξουσία, ότι θα μιλούν για τον «λαό» κι όχι για το προλεταριάτο. Ο πανηγυρισμός για το κόμμα La France Insoumise [Ανυπότακτη Γαλλία] και τον ηγέτη του Μελανσόν επιδεικνύουν τη συλλογική εξοικείωση της αριστεράς με τον εθνικισμό, και η αντικατάσταση της κόκκινης σημαίας και του ύμνου της Διεθνούς με τη τρικολόρε και την Μασσαλιώτιδα [η σημαία κι ο εθνικός ύμνος της Γαλλίας, αντίστοιχα] δεν προκαλούν παρά μερικά μουρμουρητά κριτικής, και αν… Αυτά που απ’ την αντιπολεμική αριστερά θεωρήθηκαν ως προσωρινά «λάθη και παρεννοήσεις» έχουν τώρα γίνει κυριάρχα πνεύματα στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, και όχι μόνο. Έχουν καταστεί τόσο κυρίαρχα που περιορίζουν τη φαντασία μας για το πως θα μπορούσε να είναι ένα χειραφετικό πολιτικό εγχείρημα, ενώ το αμερικανικό στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα μπορεί να παρουσιάζεται ως παράδειγμα σοσιαλισμού, σε υπεράσπιση του σοσιαλισμού!

Πως να ξεφύγουμε απ’ τη θηλιά αυτών των ιδεών; Χρειάζεται να τις κάνουμε να φαίνονται ξανά περίεργες, τόσο περίεργες όσο φαίνονταν στον Λίμπκνεχτ ή τη Λούξεμπουργκ ή τον Μέρινγκ, να οικοδομήσουμε ένα κίνημα ικανό να δώσει τις δικές του μάχες, οργανωμένου στη βάση που έθεσε ο Φραντς Μέρινγκ: «Μαζί με τους ηγέτες αν είναι μαζί μας· χωρίς τους ηγέτες αν αποτύχουν να δράσουν· ενάντια στους ηγέτες αν σταθούν απέναντί μας». Η απόσταση μεταξύ των ιδεών του σοσιαλισμού και των ιδεών του 1914 δεν είναι απλώς ένα ζήτημα στρατηγικής ή τακτικής, είναι μια απόσταση ποτισμένη στο αίμα των μιλιτάντηδων της εργατικής τάξης εδώ κι έναν αιώνα.

… και οι συνέπειές τους

Η ταύτιση του μιλιταρισμού με τον κρατικό σοσιαλισμό δεν αναδύθηκε στα ξαφνικά στον Α’ ΠΠ. Δεν ήταν καινούρια. Το καινούριο ήταν ότι, απ’ το 1914 και μετά, έγινε αποδεκτή απ’ το SPD. Ήταν το 1887 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το έργο του Gustav Tuch. Για τον Tuch, με τα λόγια του Καρλ Κάουτσκι, «ο μιλιταρισμός ήταν ο ένας και μοναδικός εθνικός και πολιτισμένος σοσιαλισμός, ενάντια στον μη-πατριωτικό και βαρβαρικό σοσιαλισμό της σοσιαλδημοκρατίας» – ο Κάουτσκι φυσικά απέρριψε ενεργά αυτή την άποψη του Tuch.

Μια ολόκληρη γενιά πριν απ’ το 1914, ο Tuch ανακήρυξε τον πρωσικό μιλιταρισμό μια τέτοια μεγάλη ευλογία που χρειαζόταν κανείς μόνο να τον εφαρμόσει «πλήρως» ώστε να λυθεί το κοινωνικό ζήτημα. Θεωρώντας φυσικά, όπως υπέδειξε ο Κάουτσκι, ότι για να γίνει αυτό δεν θα έπρεπε κανείς να φοβάται να μετατρέψει όλη την Ευρώπη σ’ ένα σύστημα χαρακωμάτων!

Ωστόσο, με το ξέσπασμα του Α’ ΠΠ, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία εκπλήρωσε τις προβλέψεις που έκανε ο Έντουαρντ Μπέρνσταϊν το 1899 στο βιβλίο του Evolutionary Socialism, επικαλούμενη το 1915: «Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η εθνική δράση δεν είναι λιγότερο σοσιαλιστική απ’ τη τοπική δράση. Ακόμη και σήμερα, οι σοσιαλιστές στα δημοκρατικά κράτη συχνά αρέσκονται ν’ αυτοαποκαλούνται εθνικιστές».

Έτσι, το Γερμανικό Πλειοψηφικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (MSPD)[1], το οποίο εδραιώθηκε στη βάση της υπεράσπισης της πατρίδος και της ψήφισης υπέρ του πολέμου, και πάνω απ’ όλα ο «πολεμικός σοσιαλισμός», έγινε το πρώτο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα στην παγκόσμια ιστορία! Δεν ήταν τυχαίο που ο Anton Fendrich βρισκόταν μεταξύ των συνιδρυτών του πλειοψηφικού σοσιαλδημοκρατικού εθνικοσοσιαλισμού:

Για να επιβιώσει απ’ τη δυσκολότερη δοκιμασία που έχει περάσει το έθνος μας, ο σοσιαλισμός πρέπει να μάθει να δρα εθνικά. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του έθνους θα πρέπει να μάθει να δρα σοσιαλιστικά. Ωστόσο, μια απ’ τις μεγαλύτερες αρτηρίες του νέου σώματος του λαού θα είναι ο σοσιαλισμός, ο οποίος ήδη ορθώς βλέπει μια γερμανική συνδικαλιστική εφημερίδα μεταξύ των κρατικών μετρών κατά τη διάρκεια του πολέμου. […] Ως ισχυρό μεταρρυθμιστικό κόμμα στο εσωτερικό του κρατικού οργανισμού, η σοσιαλδημοκρατία θα ηγηθεί των εθνικών εργασιακών πολιτικών τα επόμενα χρόνια.

Στις 15 Απριλίου 1915, εμφανίστηκε το πρώτο -και μοναδικό- τεύχος της Die Internationale, περιοδικού της Ένωσης Σπάρτακος, έχοντας στην κορυφή ένα άρθρο της Ρόζας Λούξεμπουργκ και μερικές άλλες συνεισφορές απ’ τους Φραντς Μέρινγκ, August Thalheimer και Κλάρα Τσέτκιν. Σε μια αναφορά απ’ την κοινοβουλευτική φραξιά του SPD τον Μάρτιο του 1915, ο Heinrich Ströbel γράφει:

Είναι πολύ ευχάριστο που τα πνεύματα διαχωρίζονται […] και ότι το νεό πνεύμα του «εθνικοσοσιαλισμού» (μπορείς απλώς να πεις εθνικοσοσιαλισμός επειδή ο Pastor Naumann ποτέ δεν εκπροσώπησε άλλο πρόγραμμα, και ακόμη κι ο Paul Lensch έχει ξεκάθαρα εκχυδαΐσει τον πρώην εθνικοσοσιαλιστή Paul Rohrbach) το δήλωσε αυτό ξεδιάντροπα.

Οπότε, μόλις επιστρέψουμε στην κανονικότητα, το κόμμα σίγουρα θ’ απαλλαγεί απ’ όλα αυτά τα λάθη και τις παρεννοήσεις.

Οι τελικές συνέπειες αυτής της εθνικοσοσιαλιστικής τάσης στο εσωτερικό του MSPD συμπυκνώνονται, μεταξύ άλλων, στον August Winnig, ο οποίος αργότερα προσχώρησε στο ναζιστικό κόμμα. Ήταν ωστόσο το 1914 σε μια τακτική επετηρίδα ενός ελεύθερου συνδικάτου, το Γερμανικό Συνδικάτο Οικοδόμων, που εξέδωσε τις απόψεις του. Η εκτελεστική επιτροπή του συνδικάτου όχι μόνο ταυτίστηκε με τις ιδέες αυτές «που βασίζονται στη θέση μας στον πόλεμο και το εμπόριο όπλων», μα επανέκδοσε κιόλας την επετηρίδα επειδή αρχικά είχε κυκλοφορήσε σε λίγα αντίτυπα και δεν κατέληξε σε πολλά χέρια. Ο August Winnig υπερασπίστηκε επίσης την άνοιξη του 1915 τις εξής ιδέες για τον Α’ ΠΠ: απ’ τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος, κρατικά σοσιαλιστικά μέτρα όπως η εθνικοποίηση μεγάλων κλάδων της παραγωγής δεν ανήκουν πια στο πεδίο του αδιανόητου και του ανέφικτου, καθώς το κράτος ξεκίνησε να κατασχέτει προμήθειες σιτηρών, να ρυθμίζει την κατανάλωση του ψωμιού, να εδραιώνει ένα μονοπώλιο αζώτου, κλπ. Οι ανάγκες του πολέμου αναγκάσαν τους πολιτικούς να παρέμβουν «προς την κατεύθυνση της κοινωνικοποίησης της οικονομικής ζωής». Κανένας πόλεμος δεν μπορεί να οργανωθεί σήμερα χωρίς τις μάζες του προλεταριάτου. Ως εκ τούτου, οι κρατικές πολιτικές δεν θα είναι πλέον εχθρικές προς το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο θα πρέπει να συμμετάσχει στην καθοδήγηση και τη διοίκηση της δημόσιας ζωής μέσω των οργανώσεών του: «Είναι χάρη στα συστατικά κομμάτια του γερμανικού εργατικού κινήματος, τα οποία δημιούργησαν τα στοιχεία μιας νέας Γερμανίας μέσω της πολιτικής κι οικονομικής τους δραστηριότητας, που οι μάζες τώρα τα βλέπουν αυτά ως μια φευγαλέα εικόνα του γερμανικού μέλλοντος που τους δίνει τη δύναμη κι ελπίδα να συνεχίσουν».

Έτσι, οι εργατικές αυτές οργανώσεις οι οποίες αναδύθηκαν διαμέσου της προλεταριακής ταξικής πάλης, δεν ανακηρύχθηκαν μόνο συνέταιροι του γουλιελμικού κράτους μα έως και σημαντικοί πυλώνες της πολεμικής οικονομίας. Αυτό προοικονομεί το μετέπειτα γερμανικό «Εργατικό Μέτωπο»[2] του «Τρίτου Ράιχ». Ο Winnig εξήγησε επίσης ότι δεν μπορούσε να υπάρχει καμία «διττότητα» – δηλαδή, κανένας διαχωρισμός μεταξύ του προλεταριάτου και του λαού σε σχέση με το κράτος: «Η μοίρα της Γερμανίας είναι επίσης η μοίρα της γερμανικής εργατικής τάξης». Στον Α’ ΠΠ, αποδείχτηκε ήδη ότι «όπου διακυβεύονται η εθνική ανεξαρτησία και τα οικονομικά συμφέροντα του εθνούς, η εθνική αλληλεγγύη προέχει της διεθνούς αλληλεγγύης». Όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα του έθνους, ο Winnig φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει την ιμπεριαλιστική πολιτική: οι εργάτες δεν μπορούν ούτε ν’ αρνηθούν ούτε να «αντιπαλέψουν» τον ιμπεριαλισμό, επειδή αποτελεί ένα αναπόφευκτο στάδιο της ιστορικής εξέλιξης και συνεπώς μια αναγκαία ιστορική προϋπόθεση του σοσιαλισμού.

Χρειάζεται να περάσουμε απ’ το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, να περάσουμε ακόμη κι απ’ τον ιμπεριαλισμό, είναι αναγκαστικό να περάσουμε απ’ όλο τον καπιταλισμό. Ν’ αντιπαλέψουμε τον ιμπεριαλισμό με στόχο να τον καταστήσουμε ανέφικτο: με μια τέτοια πάλη η πολιτική της εργατικής τάξης δεν θα επιτύχει ποτέ […] Η εργατική τάξη βασικά δεν μπορεί να σταθεί στον δρόμο της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης, επειδή αυτή στηρίζεται από ισχυρές, πράγματι, ακόμη κι επιτακτικές, οικονομικές ανάγκες.

Είναι ευρέως γνωστό ότι τους πρώτους μήνες του 1933 υπήρχε η πιθανότητα μιας νέας διάσπασης στο SPD, μετά την οποία θα μπορούσαν ν’ απορροφηθούν τάσεις που ήθελαν ν’ αποβάλλουν τα εναπομείναντα κομμουνιστικά και μαρξιστικά στοιχεία απ’ το κόμμα, ν’ ανασυγκροτηθεί το SPD ως MSPD και, μαζί με το Harzburger Front[3] να τεθούν στη διαθεσιμότητα του NSDAP [το ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ] (υποτίθεται «για ν’ αποτρέψουν τα χειρότερα»). Την ίδια στιγμή, μέλη της εκτελεστικής επιτροπής του SPD αποδεχτήκαν ακόμη και μια ταξιδιωτική πρόσκληση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, ελπίζοντας ν’ αντιπαλέψουν την έκδοση των ναζιστικών θηριωδιών στον μη-γερμανικό τύπο. Το δέχτηκαν από μόνοι τους, ούτε καν τους εξαναγκάσαν. Επιπλέον, δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί ότι η κοινοβουλευτική φραξιά του SPD ψήφισε τη ναζιστική διακήρυξη εξωτερικής πολιτικής στις 17 Μαΐου του 1933, αντί να την ξεσκεπάσουν ως μια απλή προπαγανδιστική μανούβρα.

Είναι πιθανό ο Paul Löbe να γινόταν ο ηγέτης αυτού του νέου MSPD, όπως ο Ebert ήταν ο παλιός ηγέτης, μέχρι το 1921. Η Anderson συνεπώς γράφει το 1945 στο βιβλίο της:

Ο τομέας της κοινουβουλευτικής φραξιάς του κόμματος, ηγούμενος απ’ τον Paul Löbe, πρόεδρος του Ράιχσταγκ, έκανε την μία παραχώρηση μετά την άλλη προς το νέο καθεστώς με την μάταιη ελπίδα ότι ο Χίτλερ θα επιβράβευε την υποταγή τους κάνοντας μια διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» σοσιαλδημοκρατών.

Το γεγονός ότι αυτοί οι «πλειοψηφικοί σοσιαλδημοκράτες» του 1933 δεν κατέληξαν να επαναλάβουν τον ρόλο των ιστορικών προκάτοχών τους δεν ήταν λόγω κάποιας δικής τους αρετής. Οι συνέπειες της ναζιστικής κυριαρχίας ανέτρεψε όλες τους πονηρούς, πολιτικάντικους υπολογισμούς τους. Όμως, αν οι ναζί είχαν τελικά «ανεχτεί» αυτούς τους «καλούς» σοσιαλδημοκράτες, τότε απλώς θα είχαν ακολουθήσει τον Χίτλερ στον Β’ ΠΠ με τον ίδιο τρόπο που οι προκάτοχοί τους ακολούθησαν πιστά τον βασιλιά στον Α’ ΠΠ. Όπως ο Winnig, θα ισχυρίζονταν ότι συμμετέχουν στον πόλεμο μόνο για να σώσουν τη Γερμανία απ’ τις ακόλουθες απειλές: στα δυτικά, τον Ρήνο ως γαλλογερμανικό σύνορο, στ’ ανατολικά, την απώλεια των επαρχιών της Πρωσίας, του Πόζναν και της Σιλεσίας απ’ τη Ρωσία. Αυτά θα σήμαιναν την εξόντωση του γερμανικού έθνους. Η Γερμανία θα εξαλείφονταν ως πολιτική δύναμη και θα στραγγαλίζονταν οικονομικά.

Το ζήτημα της «ενοχής του πολέμου», μαζί με το ζήτημα των «επιτιθέμενων», θ’ αντιμετωπίζονταν το 1939 όπως αντιμετωπίστηκαν και το 1914, με το επιχειρήμα που μπορεί να βρεθεί στα φυλλάδια του SPD στις αρχές του Α’ ΠΠ: ονομαστικά, ότι το ζήτημα της ενοχής του πολέμου μπορεί πάντα να διερευνηθεί μετά τον πόλεμο. Όταν καίγεται το σπίτι σου, πρώτα πρέπει να το σώσεις βοηθώντας να σβηστεί η φωτιά. Μόνο ύστερα απ’ αυτό μπορείς ν’ αναζητήσεις τον εμπρηστή. Μολαταύτα, όπως και στην περίπτωση του ξεσπάσματος του Α’ ΠΠ, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είχε ήδη κατονομάσει τον εμπρηστή λίγο πριν την αρχή του πολέμου, αποκηρύσσοντας την «αυστριακή επίθεση ενάντια στην ευρωπαϊκή ειρήνη». Τότε, η εκτελεστική επιτροπή του κόμματος αποφάσισε ότι ένας «επιπόλαιος πόλεμος προκλήθηκε απ’ την κυβέρνηση της Αυστροουγγαρίας». Κατ’ αρχήν, πρόκειται για την ίδια εκτίμηση μ’ αυτή της μετέπειτα ιστορικής έρευνας των σοσιαλδημοκρατών.

Ωστόσο, όταν τελικά ξέσπασε η σύγκρουση, η εκτελεστική επιτροπή του κόμματος ξέχασε τις εκτιμήσεις της αναφορικά με το ποιος ήταν ο ένοχος στη σέρβικη σύγκρουση κι επανέλαβε τους ισχυρισμούς της επίσημης πολεμικής προπαγάνδας σε βαθμό εξάντλησης, κηρύσσοντας την «υπεράσπιση της πατρίδος» για λογαριασμό του «δίκαιου σκοπού» της Γερμανίας. Παρομοίως, η κομματική εκτελεστική επιτροπή στις 23 Ιουνίου του 2015 θ’ απαιτούσε «ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις». Συνεπώς, δεν ακολούθησε με κανέναν τρόπο την προτεινόμενη στήριξη του Winnig προς την ιμπεριαλιστική πολιτική. Ωστόσο, όλα αυτά σύντομα θ’ άλλαζαν. Το 1916, ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Max Cohen-Reuss συμπέρανε ότι αν ο καγκελάριος παρείχε εγγυήσεις «οι οποίες θα μας προσταστεύαν τώρα και στο μέλλον από νέες επιθέσεις», τότε θα συμφωνούσε με το σύνολο του γερμανικού λαού. Έτσι, οι «προσπάθειες προσαρτήσεων» βρήκαν τη στήριξη και του MSPD. Οπότε, τα πλάνα για προσαρτήσεις δεν απορρίπτονταν πλέον κατ’ αρχήν, ήταν μόνο βάσει στην εκτίμηση των δεδομένων περιστάσεων που θα έπρεπε ν’ αποφασιστεί η στήριξη ή απόρριψη των προσαρτήσεων. Όπως είχε πει ο Cohen-Reuss:

Επειδή οι προσαρτήσεις άλλων εδαφών κι η απορρόφηση ξένων λαών μπορεί να υπάρξει ένα ιστορικό κι οικονομικό βήμα προς τα εμπρός υπό ορισμένες περιστάσεις, θα ήταν σίγουρα άδικο ν’ απορρίψουμε εξ αρχής τις προσαρτήσεις στη βάση σοσιαλιστικών αρχών.

Μ’ αυτή κι άλλες επιβεβαιώσεις της πολιτικής των προσαρτήσεων, υπήρξε επίσης μια αλλαγή στην πολεμική προπαγάνδα της πλειοψηφικής σοσιαλδημοκρατίας: αρχικά δίναν έμφαση μόνο στην «υπεράσπιση της πατρίδος» ενάντια, πάνω απ’ όλα, στον «αιματοβαμμένο τσαρισμό». Στον βαθμό όμως που δώθηκαν εγγυήσεις κι υπερασπίστηκε τις προσαρτήσεις, το MSPD δεν έβλεπε πια ως κύριο εχθρό τη Ρωσία, μα την Αγγλία. Βλέπουμε εδώ ξανά τον «Γερμανό σοσιαλδημοκράτη» Fendrich, ο οποίος όχι μόνο έγραψε ένα σχετικό βιβλίο, μα επίσης «την ημέρα που ο Χίντενμπουργκ τέθηκε επικεφαλής του στρατού» (29 Αυγούστου 1916) έγραψε κι ένα προπαγανδιστικό φυλλάδιο ενάντια στην Αγγλία. «Η Αγγλία ηγείται των Συμμάχων με τη ψυχρή ανωτερότητα ενός εξημερωτή των άπληστων και βάρβαρων οργάνων της Ρωσίας και της Γαλλίας, έχει τυφλωθεί απ’ την εκδικητικότητα και την ανεκπλήρωτη έπαρση. Η Αγγλία τους συντηρεί χρηματικά και τους κυριαρχεί πνευματικά. Συνεπώς, η Αγγλία είναι ο βασικότερος εχθρός».

Ο Winnig είχε ήδη απευθυνθεί στον Paul Lensch απ’ το 1915. Ο Lensch ανήκει στους λίγους εκλεκτούς που παρατίθονται επιδοκιμαστικά από έναν μετέπειτα προκάτοχο του ναζισμού, τον Oswald Spengler, στο τέλος του 1919: ο γερμανικός καπιταλισμός θα γίνει τώρα σοσιαλιστικός. Όπως κι ο Johann Plenge εκτός της σοσιαλδημοκρατίας, μολονότι στο πνεύμα της, ο Paul Lensch έγινε ο εξοχότερος ιδεολόγος του «πολεμικού σοσιαλισμού» της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Lensch τόνισε -αρκετά σωστά- ότι αν κανείς εμμείνει στον λασσαλισμό (ο οποίος ποτέ δεν αποκηρύχτηκε επισήμως ή ξεπεράστηκε απ’ το κόμμα), τότε η ψήφος για τις πολεμικές χρηματοδοτήσεις δεν αντιφασκεί σε τίποτα με την προηγούμενη στάση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, αναφερόμενος στα γραπτά του συναδέλφου του απ’ τη κοινοβουλευτική φραξιά του SPD, Eduard David. Τότε, ωστόσο, ο Lensch ήταν αρχικά ένας εκ των 14 βουλευτών του SPD [απ’ τους συνολικά 92], μαζί με τον Ρύλε και τον Λίμπκνεχτ, οι οποίοι θέλαν να ψηφίσουν ενάντια στις πολεμικές χρηματοδοτήσεις, όπως δηλώσαν στη συζήτηση της κοινοβουλευτικής φραξιάς του SPD που έγινε στις 3 Αυγούστου 1914, μια ημέρα πριν τη ψηφοφορία. Υπέδειξε προς τη σύχρονη ανάπτυξη της οικονομίας, η οποία οδηγούσε στον μετασχηματισμό των κοινοπραξιών και των καρτέλ ως συνέπεια «να κυριαρχήσουν στην αγορά ως μονοπώλια, μέσω της οργάνωσης». Όμως, η αρχή της οργάνωσης ήταν η πηγή ζωτικότητας του παλιού πρωσικού κράτους. Μόνο αργότερα αυτή η αρχή διευρύνθηκε στο σύνολο της γερμανικής οικονομίας.

Η άνοδος της γερμανικής εργατικής τάξης επίσης συνέβη σύμφωνα με την αρχή της οργάνωσης, «χωρίς την αστραπή ενός επαναστατικού εμφυλίου πολέμου» μα «με τον κεραυνό ενός επαναστατικού εμφύλιου πολέμου». Η σοσιαλδημοκρατία κατάλαβε ότι «η ίδια αιτία που έκανε την Πρωσία στρατιωτικό κράτος» το είχε παρομοίως «μεταστρέψει σε “κράτος της οργάνωσης”». Απ’ αυτή την άποψη, η σύγκλιση κράτους κι εργατικής οργάνωσης ήταν αναπόφευκτη. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, και υπό πολεμικές πιέσεις, «μια νέα εποχή κι ένα νέο κοινωνικό ιδανικό» εγέρθηκε στη γερμανική αυτοκρατορία: «μια κοινωνικοποιημένη κοινωνία· το ξίφος της είναι η Γερμανία».

Η Γερμανία θα εξανάγκαζε την επανάσταση στους Ευρωπαίους με την καταιγίδα του παγκόσμιου πολέμου, όπως η Γαλλία με τη Γαλλική Επανάσταση. Το MSPD παρέμενε συνεπώς ένα επαναστατικό κόμμα, ακόμη κι αν άφησε ως ηγέτη της παγκόσμιας επανάστασης τον αρχιστράτηγο της Γερμανίας! Κι αυτό παρά το γεγονός ότι το αυτοκρατορικό κράτος βασιζόταν στη σοσιαλδημοκρατία κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου εθνικού κινδύνου του: «Αυτό ήταν, με τη σειρά του, χαρακτηριστικό της βαθιάς ειρωνείας την οποία συναντάμε παντού στην παγκόσμια ιστορία: ο σοσιαλισμός ως ο σωτήρας του εθνικισμού!».

Προφανώς, ο Lensch ανακήρυττε συνθήματα όπως «καμία προσάρτηση», «δικαίωμα των λαών στον αυτοπροσδιορισμό» και «γενικός αφοπλισμός» ως αφηρημένες κι ανιστορικές απαιτήσεις. Πιο ενδιαφέρουσες είναι οι πιο ευθείς δηλώσεις του: οι ατομικιστικές ιδέες του 1789 [Γαλλική Επανάσταση] απορριπτόνται, όχι μόνο επειδή «οι σοσιαλιστικές ιδέες της ελευθερίας» διαφέρουν θεμελιωδώς από εκείνες του ατομικισμού, μα κι επειδή οι «οι σοσιαλιστικές ιδέες», σ’ αντίθεση μ’ αυτές του «ατομικισμού», έχουν την «πειθαρχία και την οργάνωση ως προϋποθέσεις τους». Κανένα άλλο κόμμα δεν τόνισε περισσότερο την αξία της πειθαρχίας, κανένα άλλο κόμμα δεν υπέφερε τόσο βαθιά για τη χαλαρότητά του, όσο το SPD: «Στηρίζεται σε μια ακλόνητη στάση πειθαρχίας όπως κι ο στρατός, και συνεπώς δεν μπορεί να προωθήσει έναν στρατό η οργάνωση του οποίου θα οδηγούσε στη χαλάρωσή του».

Ναι, είναι κυριολεκτικά «το ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης να ηγηθεί της πάλης για την κοινωνική αναδιοργάνωση του στρατού». Υπό το λάβαρο του ανερχόμενου σοσιαλισμού, η σοσιαλδημοκρατία ήταν ο ιστορικός φορέας της μεταρρύθμισης, ακόμη και της στρατιωτικής μεταρρύθμισης, επειδή μέχρι τον Αύγουστο του 1914 είχε γίνει το «Γερμανικό Κεντρώο Κόμμα». Μόνο με την αφύπνιση της «κρατικής συνείδησής» του μετατράπηκε από ομάδα αγκιτάτσιας σε πολιτικό κόμμα. Συνεπώς, είναι «το κόμμα των διαννοούμενων, καθώς και το κόμμα των αξιωματούχων και των αξιωματικών», και δεν μπορεί να είναι πλέον αποκλειστικά το κόμμα του βιομηχανικού προλεταριάτου, ακόμα κι αν αυτή η τάξη συνέχιζε να είναι ο «πυρήνας» του όπως και πριν. Στις 4 Αυγούστου του 1914, η «ταυτότητα της σοσιαλιστικής και της εθνικιστικής εργασίας» απέκτησε για πρώτη φορά πλήρη έκφραση. Δεν ερχόμαστε εδώ αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερα καθαρή έκφραση του εθνικοσοσιαλισμού του MSPD;

«Το 1914», λέει ο Plenge, ήταν το «σημείο καμπής» για την «ιδέα της οργάνωσης γενικά», επειδή ήταν η χρονιά που έλαβε χώρα με παραδειγματικό τρόπο «η οικειοθελής ενσωμάτωση στο κράτος όλων των μείζονων οικονομικών οργάνων». Μολαταύτα, αυτή η εξέλιξη δεν φαίνεται να ήταν και τόσο εθελοντική. Όπως έγραψε ο Plenge αργότερα, ήταν μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου που «η σοσιαλιστική ιδέα υιοθετήθηκε στη γερμανική οικονομική ζωή».

Οι ιδέες του 1914 συνεπώς αναδύθηκαν απ’ την ορμή του γερμανικού έθνους για αυτοεπιβεβαίωση. Στην ουσία, αποτελούνται απ’ την ιδέα της «γερμανικής οργάνωσης» και την «λαϊκής κοινότητας του εθνικοσοσιαλισμού». Οι ιδέες του 1914 δεν είναι τόσο ακραίες, ακολουθούν πιστά μια χρυσή τομή: «Δεν είναι ούτε καθαρά κρατικοσοσιαλιστικές ούτε καθαρά δημοκρατικές, βρίσκονται στην ένταση μεταξύ της οργάνωσης και του ατομικισμού, της γραφειοκρατίας και της λαϊκής ελευθερίας, ενός συστήματος ανθρώπινων καθηκόντων κι ενός συστήματος ανθρώπινων δικαιωμάτων, πάντα στο ιστορικό μονοπάτι μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης».

Οι ιδέες του 1914 για τη γερμανική οργάνωση εκκινούν από μια εξίσου μακρόχρονη θριαμβευτική πορεία με τις ιδέες του 1789 [δηλαδή, ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα] τις οποίες αντικαθιστούν, μάλιστα διόλου ειρηνικά. Μέχρι το 1915, ο Plenge είχε ήδη αναφερθεί στον Ναπολέωντα Α’, γράφοντας: «Για δεύτερη φορά, ένας αυτοκράτορας διασχίζει τον κόσμο ως ηγέτης ενός λαού με τη τρομερή, σεισμική αίσθηση δύναμης μιας ανώτερης ενότητας». Η ιδέα της οργάνωσης ίσως να μην αυτοπεριορίζεται στο έθνος, πρέπει όμως επίσης να κυριαρχήσει στην κατασκευή ενός συστήματος κρατών και μιας ευρωπαϊκής ισορροπίας, γινόμενη η αρχή [principle] μιας νέας τάξης πραγμάτων: «Τώρα όλα εξαρτώνται απ’ το αν θα πάρουμε τα ηνία εμείς ή αν θ’ αφήσουμε την κληρονομιά του πνεύματός μας σ’ ένα άλλο έθνος».

Ο Plenge οραματίστηκε τη Γερμανία ν’ αναδύεται από μια «διαλυμένη Ευρώπη» φέρνοντας νέες ιδέες και νέα ιστορικά καθήκοντα, δρώντας ως ένας «ισχυρός πυλώνας στήριξης σε μια ήπειρο που έχει έρθει τα πάνω-κάτω». Είναι κρίμα που η νέα ιδέα του 1914 δεν ήταν στην ουσία καθόλου καινούρια, επειδή το καθήκον του Plenge, όπως εξομολογείται κι ο ίδιος, ανερχόταν μόνο «στην έγερση της ιδέας ενός ενωμένου λαού την ώρα μιας ιστορικής ανάγκης, με πλήρη δέσμευση».

Ο Plenge έγραφε επίσης στο περιοδικό Die Glocke που εκδιδόταν από τους Parvus και Haenisch. Οι δύο αυτοί τελευταίοι, αναγνωρίζαν την αναγκαιότητα της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού στη βάση του έθνους-κράτους. Ήταν εκεί που ο Plenge δημοσίευσε για πρώτη φορά τη σειρά κειμένων με τίτλο «Επαναστατικοποιώντας του Επαναστάτες». Παρομοίως, η στενή επαφή πολλών «νεολασσαλικών» αντιπροσώπων του MSPD (κι ύστερα προγραμματιστών της δεξιάς του πτέρυγας στο Görlitz το 1921) με τον Plenge είναι βέβαιη. Στην πραγματικότητα, μπορεί κανείς μ’ ευκολία να παρατηρήσει πως οι ιδέες του Plenge και του Lensch χοροπηδούσαν απ’ τον έναν στον άλλον, και αργότερα υιοθετήθηκαν απ’ τα κατώτερα πνεύματα των προναζιστικών συμβούλων.

Ο Plenge σχολίασε επίσης τα προβλήματα που εγέρθηκαν απ’ την Επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918. Αρχικά, αμφισβήτησε ότι το κίνημα του Νοεμβρίου του 1918 εκπροσωπούσε μια γνήσια οικονομική επανάσταση, επειδή δεν κατευθύνθηκε ενάντια στην οικονομική τάξη πραγμάτων του καπιταλισμού. Ερχόμενος σ’ αντίφαση με την προηγούμενή του δήλωση, ο Plenge ύστερα έκανε έκκληση για μια «εξωτερική αποκατάσταση του καπιταλισμού». Το κύριο μέλημα της σοσιαλιστικής επανάστασης που ξέσπασε στο τέλος του παγκόσμιου πόλεμου δεν ήταν άλλο από την αποκατάσταση του καπιταλισμού! Αποκαθιστώντας τον, «θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν όλα τα μαθήματα που πήραμε απ’ την οργάνωση του πολέμου». Οι δυνάμεις πρέπει να εκταθούν στο έπακρον «ώστε να διατηρηθεί η οργάνωση της πολεμικής μας οικονομίας». Κατά την άποψη του Plenge, ευτυχώς «η οργάνωση της πολεμικής περιόδου ήταν ήδη καλά εδραιωμένη, οπότε ουσιαστικά χρειάζεται μόνο να διατηρηθεί. Αντιθέτως, η ίδια η επανάσταση -ονομαστικά, το κίνημα των ναυτικών και των στρατιωτών- δεν είχε στόχους κι εν πάση περιπτώσει αντικαθιστούσε το μεγάλο, μορφωμένο εργατικό κίνημα των συνδικάτων και του SPD».

Συνεπώς, όπως και πριν, ο Plenge βλέπει τα συνδικάτα και το MSPD ως τους υποστηρικτές του «πολεμικού σοσιαλισμού», ο οποίος είναι ο πραγματικός σοσιαλισμός, ο οποίος βασικά ανέρχεται μόνο στην «οργάνωση και τη συγκεντροποίηση των [παραγωγικών] δυνάμεων». Αυτό το ξαναείδαμε απ’ τη διατήρηση της αυστηρής τάξης και πειθαρχίας του γερμανικού λαού και των γερμανικών εργαζόμενων μαζών. Το MSPD θα έπρεπε «ουσιαστικά ν’ απορροφήσει την επανάσταση με τις τακτικές του μάζες», καθώς είναι ακριβώς «η σοσιαλδημοκρατία, εκπαιδευμένη στις στρατιωτικές μας παραδόσεις, εκείνη η οποία μπορεί να παρατάξει τα στρατεύματά της με ορθολογικό τρόπο». Μολαταύτα, ο τελικός σκοπός της πλειοψηφικής σοσιαλδημοκρατίας είχε ξεπεράσει τον παλιό ρεβιζιονισμό προς έναν «οργανωτικό σοσιαλισμό».

Ο πυρήνας αυτού του σοσιαλισμού είναι η τάξη [order] και το καθήκον. Ο Plenge αναφέρεται στον Λένιν. Οι ανάγκες των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας για αυστηρή ομοιομορφία ήταν ακριβώς οι ανάγκες που αναγνώρισε ο Λένιν στη διαχείριση μεγάλων οικονομικών λειτουργιών. Ναι, ο Plenge αποδέχεται μέχρι και το σύνθημα του Τρότσκι: «Η εργασία, η πειθαρχία κι η τάξη [order] μπορούν να σώσουν τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία!». Είναι αρκετά προφανές ότι ο οργανωτικός σοσιαλισμός θ’ «απαιτούσε ένα ισχυρό κράτος».

Τότε, ύστερα απ’ το πρώτο σοκ της επανάστασης, αυτό το κράτος υπήρχε αρχικά στον «πλήρη μη-δημοκρατικό δεσποτισμό των δικών μας σοσιαλδημοκρατών». Ένα δεύτερο κύμα θα ερχόταν με την επαναφορά των στρατιωτών στο μέτωπο, επειδή το μέτωπο ήταν το αθώο θύμα της επανάστασης. Εδώ βρίσκουμε μια κάπως ηπιότερη εκδοχή του κακόφημου μύθου του πισώπλατου μαχαιρώματος. Όμως, αυτό το δεύτερο σοκ θα μετασχηματιζόταν σ’ ένα κίνημα το οποίο ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό την «επιστροφή στην κανονικότητα». Το τρίτο σοκ ήταν αποτέλεσμα των δυσκολιών της κινητοποίησης. Λόγω έλλειψης πόρων, θα υπήρχε μια δυσκολία στην επανενσωμάτωση του στρατού στο εργατικό δυναμικό, η οποία θα ενισχύοταν μόνο απ’ τις επιταχυνόμενες απολύσεις των εργατριών.

Ο Plenge συνεπώς υποστήριξε ότι πρέπει να συγκαλεστεί το συντομότερο δυνατόν μια εθνοσυνέλευση. Μέχρι τότε, ωστόσο, το υπάρχον κοινοβούλιο θα διόριζε μια «μεταβατική επιτροπή στο στυλ του πολεμικού συμβουλίου», η οποία θα στεκόταν στην κεφαλή της γερμανικής αυτοκρατορίας μέχρι να συναντηθεί το κοινοβούλιο. Ο λόγος γι’ αυτό; «Σ’ αυτή τη δύσκολη μεταβατική περίοδο, χρειαζόμαστε την εξουσία της δικτατορίας σε μια μορφή αναγνωρισμένη ως νόμιμη απ’ το σύνολο του λαού». Αυτή η οργανωμένη αρχή [authority] έπρεπε να υπάρχει πριν την εθνοσυνέλευση και να θέσει διατάξεις για την οικονομία και την εργασία.

Έτσι, ο Plenge ανακήρυξε τον κοινοβουλευτισμό στη Γερμανία «εξ αρχής πρακτικά ανέφικτο». Συνεπώς, ένα νεοεκλεγμένο κοινοβούλιο θα έπρεπε να δώσει όλα τα κύρια καθήκοντα της διοίκησης σε μια «κοινοβουλευτική επιτροπή», η οποία εκπροσωπεί, κατά μία έννοια, το «διοικητικό συμβούλιο» της σοσιαλδημοκρατίας. Οι υπουργοί δεν θα διορίζονταν απ’ το κοινοβούλιο, αλλά από αναγνωρισμένους κύκλους, «διαχειριστές της δημοκρατίας» σαν να λέμε. Ο καγκελάριος ουσιαστικά ενσαρκώνει τον Γενικό Διευθυντή κι οι υπουργοί τους υποδιευθυντές του.

Μα αυτή δεν είναι η κεφαλή του κράτους! Ο Plenge πρότεινε, με πλήρη σοβαρότητα, το επερχόμενο σύνταγμα της Βαϊμάρης να «περιλαμβάνει και το στέμμα». Η κοινοβουλευτική επιτροπή απαιτεί έναν πρόεδρο, ένα είδος διοικητικού βασιλιά, μια ενσάρκωση της βασιλείας, η οποία θα μπορούσε επίσης να νοηθεί ως μια «εκλογική μοναρχία» που θα εισαγόταν διστακτικά μέσω μιας «βασιλείας».

Η ιδέα του Plenge κι άλλων κρατικών σοσιαλιστών εντός κι εκτός του MSPD όχι μόνο αποτέλεσαν ισχυρή επιρροή στους προηγούμενους ηθικούς υποστηρικτές της σχεδιασμένης οικονομίας, μα ασκήσαν επίσης επιρροή και σε ορισμένους κρατικούς κύκλους, λόγω των πολεμικών οικονομικών μέτρων της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Ναι, μερικές μορφές της πολεμικής οικονομίας μέχρι που έγιναν και μοντέλα για τα προγράμματα της Επιτροπής Κοινωνικοποίησης μεταξύ του 1918 και 1919. Δεν αποτέλεσε λοιπόν καθόλου σύμπτωση που ο Rudolf Wissel έθεσε τον Wichard von Möllendorff, πρώην εκκινητή της Οργάνωσης Πολεμικών Πόρων, ως συνεργάτη του για τη συγγραφή νέων προτάσεων.

Τ’ αποτελέσματα των ιδεών του «πολεμικού σοσιαλισμού» του 1914 είναι επίσης εμφανή στα ντιμπέιτ στο κομματικό συνέδριο του MSPD στο Görlitz το 1921. Οι πλειοψηφικοί σοσιαλδημοκράτες κηρύξαν επισήμως ότι θέλουν να φτάσουν στον σοσιαλισμό μέσω του αναγνωρισμένου κράτους τους, με τα νόμιμα μέσα του κοινοβουλευτικού-δημοκρατικού κράτους, κάτι που είχε αποκηρυχθεί απ’ την μπεμπελιανή σοσιαλδημοκρατία ύστερα απ’ τη θεμελιώδη απόρριψη του αστικού κράτους και της «αστικής οδού προς τον σοσιαλισμό» το 1891.

Μ’ αυτό τον τρόπο οι ηγετικοί ιδεολόγοι της πλειοψηφικής σοσιαλδημοκρατίας ξεκαθαρίζαν πλήρως ότι ο Α’ ΠΠ είχε διαταράξει την ιδέα του κράτους «στις ρίζες του». Για παράδειγμα, ο Friedrich Stampfer είπε: «Ο Α’ ΠΠ σήμαινε την παντοδυναμία, την απόλυτη εξουσία του κράτους σ’ όλες των χώρες. Το άτομο δεν ανερχόταν σε τίποτα – το κράτος ήταν τα πάντα. Το κράτος έπαιρνε τους ανθρώπους με τα χέρια του και τους πετούσε σ’ εχθρικά τανκς και πολυβόλα. Έδινε διαταγές, πλήρωνε τα πάντα, ρύθμιζε την πολεμική οικονομία. Έκοβε σε φέτες το ψωμί, έλεγχε την κοινή γνώμη. Αυτή την υπερεπέκταση του κράτους αναγκαία ακολούθησε μια άστατη χαλάρωση».

Συνεπώς, ο κίνδυνος ήταν ότι με την κατάρρευση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας ίσως αποσυντεθεί το ίδιο το κράτος. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβει, ότι το κράτος μπόρεσε να επιβιώσει με μια νέα μορφή, αυτή του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού κράτους, οφείλεται στο MSPD: «Μέσω της δημοκρατίας, η σοσιαλδημοκρατία έσωσε το μεγαλύτερο απόκτημα του λαού: το κράτος. Όπου δεν υπάρχει κράτος, υπάρχει αναρχία. Όπου υπάρχει αναρχία ο καπιταλισμός μπορεί με σιγουριά να θριαμβεύσει, όμως δεν μπορεί να θριαμβεύσει κανένα είδος σοσιαλισμού. Όταν λέω ότι η δημοκρατία κι ο σοσιαλισμός, ή η δημοκρατία κι η σοσιαλδημοκρατία πηγαίνουν μαζί, τότε, εφαρμοσμένο στις σημερινές συνθήκες, αυτό σημαίνει ακριβώς το ίδιο με το να πούμε ότι το κράτος κι ο σοσιαλισμός, το κράτος κι η σοσιαλδημοκρατία, πηγαίνουν μαζί».

Αυτή ήταν η νίκη του Φερντινάντ Λασσάλ επί του Μαρξ και του Ένγκελς! Κι αν ο Ζινόβιεφ δεν είχε διασπάσει το USPD, ώστε η αριστερή πτέρυγα να δημιουργήσει το KPD (Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα) κι η δεξιά να επιστρέψει στο SPD[4], η πλειοψηφική σοσιαλδημοκρατία πιθανότητα θα είχε συνεχίσει προς ένα πολιτικό μονοπάτι το οποίο με δυσκολία θ’ άφηνε κάτι στον ναζισμό. Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός λοιπόν αναδύθηκε απ’ το 1914, σε μεγάλο βαθμό στο εσωτερικό της δεξιάς πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας, με την ανάπτυξή του να τελειώνει σύντομα ύστερα απ’ το πρόγραμμα του Görlitz το 1921, ώστε ν’ αναπτυχθεί περαιτέρω σε μια διαφορετική βάση, εν μέρει περισσότερο συνεκτική, κι εν μέρει περισσότερο αλλαγμένη. Δεν χρειάζεται εδώ ν’ ακολουθήσουμε την μετέπειτα εξέλιξή του [τον ναζισμό].

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Μ.]: To 1917 το SPD διασπάστηκε στο Γερμανικό Πλειοψηφικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (MSPD) και το Γερμανικό Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD). Το USPD δημιουργήθηκε απ’ την αριστερά πτέρυγα του SPD.
2. [Σ.τ.Μ.]: Το ναζιστικό συνδικάτο.
3. [Σ.τ.Μ.]: Πολιτική συμμαχία μεταξύ των ακροδεξιών DNVP (Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα) και NSDAP (Γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, το ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ).
4. [Σ.τ.Μ.]: Όπως αναφέραμε σε προηγούμενη σημείωση, η αριστερή πτέρυγα δημιούργησε το USPD (με τη συμμετοχή και των Σπαρτακιστών) με τη διάσπαση του SPD. Όμως, το USPD δεν ήταν μόνο η αριστερή πτέρυγα του πρώην ενιαίου SPD. Κατά τη γερμανική επανάσταση, το USPD μαζί με το MSPD σχηματίσαν κυβέρνηση. Όμως, λόγω της καταστολής της ανταρσίας των στρατιωτών στα τέλη του Νοεμβρίου του 1918 απ’ τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, η αριστερή πτέρυγα αποχώρησε απ’ το USPD και σχημάτισε το KPD. Tελικά, το USPD να έχει μείνει αποδεκατισμένο μετά την αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας και συγκλίνοντας όλο και περισσότερο πολιτικά με το MSPD, κατέληξε να ενωθεί ξανά με το τελευταίο σ’ ένα ενιαίο SPD.

Advertisements