Το παρακάτω κείμενο πάρθηκε απ’ το βιβλίο του Πωλ Μάτικ του νεώτερου, Theory as Critique: Essays on Capital, εκδόσεις Brill, 2018.

Ο Μαρξ γράφει ότι οι «κατηγορίες της αστικής οικονομίας» -κατ’ αρχάς, η αξία- είναι «μορφές νόησης οι οποίες είναι κοινωνικά έγκυρες, και συνεπώς αντικειμενικές, για τις σχέσεις παραγωγής αυτού του ιστορικά καθορισμένου κοινωνικού τρόπου παραγωγής, της εμπορευματικής παραγωγής»[1]. Οι αξιακές σχέσεις μεταξύ των εμπορευμάτων «δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την υλική τους φύση και με τις εμπράγματες σχέσεις που απορρέουν απ’ αυτή. Πρόκειται μόνο για την καθορισμένη κοινωνική σχέση των ίδιων των ανθρώπων που παίρνει εδώ τη φαντασμαγορική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα»[2]. Η εργασία λαμβάνει τον χαρακτήρα της «αξίας» στην πρακτική της ανταλλαγής στην αγορά, κατά την οποία «[ε]ξισώνοντας στην ανταλλαγή το ένα με τ’ άλλο τα διαφορετικά προϊόντα τους σαν αξίες», οι άνθρωποι «εξισώνουν μεταξύ τους τις διάφορες εργασίες τους σαν ανθρώπινη εργασία»[3].

Ακριβώς επειδή αποτελεί μια αναπαράσταση εργασίας (αντί μια ιδιότητα των εμπορευμάτων ως αντικείμενα κατανάλωσης) είναι που η αξία είναι ορατή, και συνεπώς μετρήσιμη, μόνο σε ποσότητες του χρηματικού εμπορεύματος. Η εργασία, μας διαβεβαιώνει ο Μαρξ, είναι εκ φύσεως μετρήσιμη μόνο σε μονάδες χρόνου[4]. Ενώ αυτό ισχύει επίσης για την «αφηρημένη εργασία», αυτή ως μια «κοινωνικά έγκυρη» ουσία μπορεί στην πράξη να μετρηθεί μόνο με όρους ενός κοινωνικού θεσμού, το χρήμα. Το να πούμε ότι ένα αγαθό έχει αξία -περιέχει κάποια ποσότητα αφηρημένης εργασίας- σημαίνει να πούμε ότι είναι ανταλλάξιμο με κάποια ποσότητα χρήματος. Αφετέρου, όπως ο Μαρξ επιμένει στην κριτική του στην πολεμική του Σάμουελ Μπαίηλυ στον Ρικάρντο, «[τ]ο χρήμα το ίδιο είναι κιόλας έκφραση της αξίας, την προϋποθέτει»[5]. Η ίδια η αξία είναι μια αναπαράσταση: ένας τρόπος «μεταχείρισης» (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Μαρξ) του χρόνου εργασίας. Η προϋπόθεση στην οποία αναφέρεται ο Μαρξ είναι επεξηγηματική: είναι η ανάλυση της πρακτικής της εμπορευματικής παραγωγής που εξηγεί ποια ιδιότητα των παρηγμένων αγαθών εκφράζεται απ’ την εξίσωση ενός εμπορεύματος μ’ ένα άλλο στην ανταλλαγή.

Η αρετή των κλασσικών οικονομολόγων, με τον Ρικάρντο επί κεφαλής τους, ήταν, σύμφωνα με τον Μαρξ, ότι αναγνώρισαν αυτή την ιδιότητα [που εκφράζεται κατά την ανταλλαγή] ως την ιδιότητα ότι τα εμπορεύματα αποτελούν προϊόντα της εργασίας· η βασική αποτυχία τους ήταν ότι δεν είδαν ότι πρέπει να συλλάβουμε αυτή την εργασία στην ιστορικά ειδική της μορφή της εμπορευματοπαραγωγικής εργασίας. Τι είδους εργασία είναι αυτή;

Πρώτα απ’ όλα, «τα αντικείμενα χρήσης γίνονται εμπορεύματα μόνο γιατί είναι προϊόντα ατομικών εργασιών που ασκούνται η μια ανεξάρτητα απ’ την άλλη» και τα προϊόντα των εργασιών αυτών πρέπει συνεπώς ν’ ανταλλαχθούν ώστε «τα ειδικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των ατομικών τους εργασιών φανερώνονται μονάχα μέσα στα πλαίσια αυτής της ανταλλαγής»[6]. Δεύτερον, η εργασία που λογαριάζεται στην εμπορευματική ανταλλαγή δεν είναι ο πραγματικός χρόνος εργασίας που πήρε σ’ εναν συγκεκριμένο παραγωγό να δημιουργήσει το αγαθό, μα ο χρόνος εργασίας «κοινωνικά αναγκαίος» για την παραγωγή του. «Κάθε ξεχωριστό εμπόρευμα λογαριάζεται εδώ απλώς σαν μέσο αντίτυπο του είδους του»[7]. Το περιεχόμενό του ως χρόνος εργασίας είναι «ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός καινούριου δείγματος του ίδιου εμπορεύματος κάτω από δεδομένες γενικές συνθήκες παραγωγής»[8].

Γιατί αυτό; Η εργασία θα μπορούσε, στη τελική, να λογαριαστεί ως κοινωνική εργασία χωρίς ν’ αναχθεί σ’ ένα πρότυπο καθορισμένο απ’ την παραγωγικότητα. Μπορούμε να σκεφτούμε, για παράδειγμα, την ιδιαίτερη αξία που ίσως έχει η παραγωγή ενός συγκεκριμένου ατόμου για κάποιο μέλος της οικογενείας του. Σε μια κοινωνία που λειτουργεί συλλογικά, μια επιπρόσθετη ώρα εργασίας πέρα απ’ τη τρέχουσα νόρμα της εργάσιμης ημέρας ίσως λογαριαστεί ως μια επιπλέον προσπάθεια.

Τέτοιες όμως καταστάσεις δεν περιλαμβάνουν «μεμονωμένα άτομα» που εργάζονται «ανεξάρτητα το ένα απ’ το άλλο». Όπως ανακοινώνει στην πρώτη πρόταση του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ερευνά «κοινωνίες όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής»· τα άτομα που ανταλλάσουν εδώ παρηγμένα εμπορεύματα στην πραγματικότητα είναι καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Η διανομή της κοινωνικής εργασίας, αντί να ρυθμίζεται απ’ την παράδοση, τη θέληση των κοινωνικά ανωτέρων ή από μια συλλογική λήψη απόφασης εκ μέρους των ίδιων των παραγωγών, αφήνεται στην αγορά, στο πεδίο του διακαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου ο Μαρξ ολοκληρώνει την κριτική του της αξιακής θεωρίας, εξηγεί ότι η κοινωνική εργασία συγκροτείται στην αγορά μόνο στον βαθμό που τ’ αγαθά που πωλούνται εκεί αποφέρουν στους καπιταλιστές κατόχους τους αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί «τιμές παραγωγής», τιμές που περιλαμβάνουν (ιδεατά) τουλάχιστον το μέσο ποσοστό κέρδους. Ενώ η δυνητική εξίσωση των ποσοστών κέρδους που προκαλείται απ’ τον ανταγωνισμό σημαίνει ότι τ’ αγαθά δεν θ’ ανταλλαχθούν σε αναλογίες ίσες με τις αξιακές τους αναλογίες, «για να παραχθεί και να μεταφερθεί το εμπόρευμα στην αγορά, πρέπει να δίνει στον πωλητή τουλάχιστον την αγοραία τιμή, τη τιμή κόστους [τιμή παραγωγής], αδιάφορο αν η δική του αξία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη απ’ αυτή τη τιμή κόστους [τιμής παραγωγής]»[9]. Για ν’ αποφέρει τουλάχιστον τα μέσα ποσοστά κέρδους, η εργασιακή δύναμη που προσλαμβάνεται απ’ τις εταιρείες σ’ έναν ανταγωνιστικό τομέα της οικονομίας δεν μπορεί να κοστίζει παραπάνω, σε σχέση με τα παραγόμενα προϊόντα, απ’ την μέση περίπτωση σ’ αυτόν τον τομέα. Αυτό σημαίνει ότι οι ανταγωνιστικές εταιρείες του ίδιου βιομηχανικού κλάδου θ’ αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν εργασιακή δύναμη τουλάχιστον μέσης παραγωγικότητας, παρότι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας που ενσωματώνεται στο προϊόν δεν θα αναπαρασταθεί μ’ ακρίβει στη τιμή του.

Οι πραγματικοί παραγωγοί των εμπορευμάτων εργάζονται ως μισθωτοί εργάτες για εργοδότες που αγοράζουν την εργασιακή τους δύναμη υπό τον όρο ότι η εργασιακή δύναμη αυτή είναι (τουλάχιστον) μέσης ποιότητας. Συνεπώς, ενώ «ο χρόνος εργασίας που παριστάνεται με την ανταλλακτική αξία είναι ο χρόνος εργασίας του ξεχωριστού ατόμου», το άτομο αυτό μεταχειρίζεται στην ανταλλακτική διαδιασίας ω «να μη διαφέρει απ’ το δίπλα άτομο, να μη διαφέρει απ’ όλα τ’ άλλα άτομα τα οποία εκτελούν την ίδια εργασία»[10]. Με άλλα λόγια, ο μεμονωμένος εργάτης είναι κατ’ αρχή αντικαταστάσιμος απ’ οποιονδήποτε άλλο εργάτη ικανό να κάνει την ίδια δουλειά. Ο εργάτης ή η εργάτρια αποτελούν απλώς μια ενσαρκωμένη μονάδα εργασιακής δύναμης, ένα τεμάχιο του εργατικού δυναμικού. Η εργασία του/της, θεωρούμενη με την μορφή της αναπαράστασής της ως αξία, είναι μια μονάδα μέσης εργασίας.

Συνεπώς, υπάρχει μια σχέση μεταξύ της ανταλλακτικής διαδικασίας και της παραγωγικής διαδικασίας: και στα δύο πεδίο η εργασία διαφορετικών ατόμων μεταχειρίζεται ως ποσότητες μιας ομοιόμορφης ουσίας. Απ’ τη σκοπιά του εργοδότη, «εργασία» είναι τ’ όνομα ενός πόρου ενσωματωμένου σ’ οποιονδήποτε αριθμό ανθρώπων. Στην ανταλλαγή εμπορευμάτων με το καθολικό ισοδύναμο, το χρήμα, «[ε]ίναι το ίδιο σαν να ανακάτευαν τα διάφορα άτομα» που παράξαν διαφορετικά προϊόντα, «τον χρόνο εργασίας τους και να παρίσταναν διαφορετικές ποσότητες αυτού του χρόνου εργασίας, που είχαν από κοινού στη διάθεση τους, σε διαφορετικές αξίες χρήσης. Ο χρόνος εργασίας του ξεχωριστού ατόμου είναι, λοιπόν, πραγματικά ο χρόνος εργασίας που απαιτεί η κοινωνία για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης αξίας χρήσης»[11]. Οι κλασσικοί οικονομολόγοι, θεωρώντας δεδομένη την εμπορευματική ανταλλαγή ως τον «φυσικό» τρόπο κοινωνικής εργασίας, δεν διερωτήθηκαν για τις περιστάσεις υπό τις οποίες η εργασία λαμβάνει μια αφηρημένη πτυχή εκφρασμένη απ’ την χρηματική της αναπαράσταση. Η κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ δείχνει ότι η γενικεύση της μισθωτής εργασίας αποτελεί τον ιστορικό όρο για τη γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής, και συνεπώς για την «κοινωνική εγκυρότητα» της αφηρημένης εργασίας, ή αξίας. Η αξία αποτελεί μια αναπαράσταση της εργασίας που εκτελεί η μισθωτή εργασία.

Σημειώσεις:
1. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, πρώτος τόμος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 89. Διορθωμένη μετάφραση βάσει της αγλλικής έκδοσης.
2. Ό.π., σελ. 86.
3. Ό.π., σελ. 87.
4. Αυτό, φυσικά, αποτελεί επίσης ένα ειδικό χαρακτηριστικό της εργασίας υπό τον καπιταλισμό, στον οποίο η ώθηση για κέρδος αναγκάζει τον εργοδότη να μεγιστοποιήσει τα παραγόμενα προϊόντα σε σχέση με την εργασία που πληρώνει, και στον οποίο [τον καπιταλισμό] οι εργασιακές διαδικασίες περιλαμβάνουν τον συντονισμό μεταξύ πολλών ανθρώπων.
5. Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 186.
6. Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 86.
7. Ό.π., σελ. 53-54.
8. Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2010, σελ. 37.
9. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, σελ. 93.
10. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, σελ. 37-38.
11. Ό.π., σελ. 38.

Advertisements