Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται απ’ τη διδακτορική διατριβή του Chris O’Kane, Fetishism and Social Domination in Marx, Lukács, Adorno and Lefebvre, πανεπιστήμιο του Σάσσεξ, 2013.

Μια απ’ τις σημαντικές συνέπειες του γεγονότος ότι ο Μαρξ αντιλαμβάνεται την πολιτική οικονομία ως συγκροτητική της κοινωνικής κυριαρχίας, είναι ότι τον οδηγεί ν’ αποδώσει προτεραιότητα στην παραγωγική δραστηριότητα. Ο Chris Arthur υποδεικνύει ότι η αντίληψη της παραγωγικής δραστηριότητας που αναπτύσσει ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844 είναι περισσότερο σύνθετη απ’ ότι συνήθως θεωρείται[1]. Ο λόγος είναι η σημαντική διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ της οντολογίας της παραγωγικής δραστηριότητας και της κοινωνικά ειδικής μορφής που αυτή η δραστηριότητα λαμβάνει στην «εργασία». Για τον Μαρξ, η παραγωγική δραστηριότητα συνίσταται στην διαδικασία αντικειμενοποίησης που συμβαίνει στην αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπινων όντων και του φυσικού κόσμου[2]. Η αντίληψη αυτή της οντολογίας αποδίδει συνεπώς έναν κεντρικό ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις με τα πράγματα, και αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως ν’ αποτελείται από σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων. Η «εργασία» συνεπώς συνίσταται στον κοινωνικά ειδικό τρόπο με τον οποία διεξάγεται η παραγωγική δραστηριότητα στην καπιταλιστική κοινωνία[3].

Σ’ αυτό το σημείο της ανάλυσής του, η εξήγηση του Μαρξ για τη γένεση αυτών των μορφών σημαδεύεται απ’ την εγελιανή αντίληψή του για την αφηρημένη εργασία, την σμιθιανή αντίληψή του για το κεφάλαιο, και την απουσία μιας χρηματικής θεωρίας της αξίας[4]. Μολαταύτα, ο Μαρξ αντιλαμβάνεται αυτή την κοινωνικά ειδική δραστηριότητα -«εργασία»- ως συγκροτητική των πολιτικοοικονομικών μορφών της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτές οι καινοτομίες είναι καίριες για τον τρόπο που ο Μαρξ συλλαμβάνει την «εργασία» ως συγκροτητική ενός τρόπου κοινωνικής κυριαρχίας στην οποία οι μορφές της πολιτικής οικονομίας αναλύονται ως εξωτερικά και ξένα πράγματα: σαν μορφές που λειτουργούν ως αυτόνομοι, αντεστραμμένοι μηχανισμοί κυριαρχίας που λειτουργούν συγκεντρώνοντας την κοινωνική εργασία κατά μήκος ταξικών-ανταγωνιστικών γραμμών. Η ανάδυση αυτών των καινοτομιών μπορεί να ειδωθεί στη θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση, όπου αυτή η εκκολαπτόμενη θεωρία της κυριαρχίας είναι ακόμα συνυφασμένη με την ιδέα του Μαρξ για την ανθρώπινη φύση και των ανθρώπινη αποξένωση.

Η διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης στη θεωρία της αλλοτρίωσης συχνά περνά απαρατήρητη απ’ τους σχολιαστές[5]. Ωστόσο, η διάκριση αυτή είναι σημαντική επειδή δείχνει ότι ο Μαρξ ορίζει την αλλοτρίωση με τους όρους της συγκρότησης της κοινωνικής κυριαρχίας μέσω της αλλοτριωμένης εργασίας, και την αποξένωση ως στην αποανθρωποιημένη κατάσταση στην οποία υποβαθμίζονται οι άνθρωποι στον βαθμό που αυτή η αλλοτριωμένη μορφή της κοινωνικής συγκρότησης τους αποξενώνει απ’ την ανθρώπινη ουσία τους[6].

Η αλλοτριωμένη εργασία είναι οπότε το αποτέλεσμα της κοινωνικά ειδικής δραστηριότητας της «εργασίας». Συνίσταται από εργάτες που δημιουργούν κι αλλοτριώνουν τα προϊόντα που παράγουν σε ιδιοκτήτες μ’ αντάλλαγμα έναν μισθό. Αυτό αλλοτριώνει το προϊόν των εργατών το οποίο, ως αλλοτριωμένη εργασία, αντιμετωπίζει τον εργάτη «ως κάτι ξένο, ως δύναμη ανεξάρτητη απ’ τον παραγωγό»[7].

Αυτή η ξένη δύναμη συνίσταται στις αυτόνομες μορφές της πολιτικής οικονομίας. Για τον Μαρξ, «[η] ατομική ιδιοκτησία είναι […] το προϊόν, το αποτέλεσμα, η αναγκαία συνέπεια της αλλοτριωμένης εργασίας»[8]. Η ατομική ιδιοκτησία λειτουργεί συνεπώς ως «το μέσο»[9] με το οποίο «αλλοτριώνεται η εργασία» ως «η πραγμάτωση αυτής της αλλοτρίωσης»[10]. Αυτή η διαδικασία είναι συνεπώς συγκροτητική της κοινωνικής αναπαραγωγής (δηλαδή της αναπαραγωγής στην οποία «[η] εργασία δεν παράγει μόνο εμπορεύματα: παράγει επίσης τον εαυτό της και τους εργάτες ως εμπόρευμα – και αυτό στην ίδια αναλογία που παράγει εμπορεύματα γενικά»)[11] και διαμορφώνει μια δυναμική στην οποία «[η] υποτίμηση του κόσμου των ανθρώπων αυξάνεται ευθέως ανάλογα προς την αυξανόμενη αξία του κόσμου των πραγμάτων»[12]. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η αλλοτριωμένη εργασία να γίνει μια αυτόνομη, ξένη κι αντεστραμμένη μορφή κοινωνικής κυριαρχίας:

Η αλλοτρίωση του εργάτη στο προϊόν του δεν σημαίνει μόνο ότι η εργασία του γίνεται αντικείμενο, ύπαρξη εξωτερική, αλλά ότι υπάρχει έξω απ’ αυτόν, ανεξάρτητα, ως κάτι ξένο προς αυτόν, και ότι αρχίζει να γίνεται δύναμη αυτόνομη, αντιμέτωπή του. Σημαίνει ότι η ζωή που έχει μεταφέρει στο αντικείμενο, βρίσκεται αντιμέτωπή του ως κάτι εχθρικό και ξένο[13].

Η αλλοτριωμένη εργασία συνιστά επίσης τρία είδη απoανθρωποποίησης στην οποία η ανθρωπότητα αποξενώνεται απ’ την ουσία της. Τα είδη αυτά της απoανθρωποποίησης στηρίζονται στην κατοπτρική εικόνα της ανθρώπινης φύσης ως «ον είδους» που αναπτύσσει ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844[14]. Αυτά τα είδη αποξένωσης αποτελούν «συνέπειες» που έπονται του γεγονότος ότι «ο εργάτης σχετίζεται με το προϊόν της εργασίας του όπως (θα σχετιζόταν) μ’ ένα ξένο αντικείμενο»[15]. Τα πρώτα δύο είδη αποξένωσης συμβαίνουν συνεπώς στη συνθήκη της αλλοτριωμένης εργασίας, όπου οι εργάτες αποξενώνονται απ’ το προϊόν τους κι απ’ την ίδια τους την ειδολογική δραστηριότητα παραγωγής. Αυτές οι δύο πρωταρχικές μορφές, ωστόσο, οδηγούν σε δύο ευρύτερα είδη αποξένωσης: απ’ τη στιγμή που οι εργάτες αλλοτριώνονται απ’ την ίδια τους τη δραστηριότητα, αποξενώνονται απ’ την ίδια την ουσία τους· κι ως αποτέλεσμα, η ανθρωπότητα αποξενώνεται απ’ την ίδια της τη φύση[16].

Όπως έχω δείξει, τα Χειρόγραφα του 1844 περιέχουν μια σειρά από πλούσια κι ενδιαφέροντα σχόλια που εκπροσωπούν τις πρώτες σκέψεις του Μαρξ για την κοινωνική παραγωγή και την πολιτική οικονομία. Σ’ αυτά τα σχόλια, ο Μαρξ μεταφράζει τα στοιχεία της δομικής του αντίληψης για την κοινωνική κυριαρχία απ’ την πολιτική μορφή του κράτους στις μορφές της πολιτικής οικονομίας. Συνεπώς, η ατομική ιδιοκτήσια ερμηνεύεται ως η μορφή στην οποία η ουσία της αλλοτριωμένης εργασίας εμφανίζεται ως μια εξωτερική, ξένη, αυτόνομη κι αντεστραμμένη μορφή κυριαρχίας. Αυτή η πτυχή της θεωρίας του Μαρξ για την αλλοτρίωση αναπτύσσεται στην κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ. Υπάρχουν όμως δύο σημαντικά σημεία που διαφοροποιούν την κριτική της πολιτικής οικονομίας απ’ τα Χειρόγραφα του 1844. Πρώτον, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις που να υποδεικνύουν ότι ο Μαρξ διατήρησε τ’ ανθρωπολογικά στοιχεία της θεωρίας του για την αλλοτρίωση ως τη βάση της θεωρίας του για τα συστατικά στοιχεία της κοινωνικής κυριαρχίας[17]. Δεύτερον, συγκριτικά με τα Χειρόγραφα του 1844, το Κεφάλαιο προσφέρει μια πιο εκλεπτυσμένη ερμηνεία της συγκρότησης του κεφαλαίου -και των συστατικών στοιχείων του- ως μια μορφή κοινωνικής κυριαρχίας.

Σημειώσεις:
1. Chris J. Arthur, Dialectics of Labour: Marx and His Relation to Hegel, εκδόσεις Wiley-Blackwell, 1986.
2. Στο επόμενο κεφάλαιο [δεν το έχουμε μεταφράσει, βλέπε το αγγλικό πρωτότυπο] θα δείξω ότι αυτή η αντίληψη της αντικειμενοποίησης διαφέρει από εκείνη του Χέγκελ και του Ζίμελ, με τη τελευταία να είναι καίρια για τη θεωρία της πραγμοποίησης του Λούκατς.
3. Για μια λεπτομερέστερη ανάλυση αυτής της διάκρισης βλέπε Arthur, ό.π. Αυτή η εννοιολογική διάκριση μεταξύ κοινωνικής δραστηριότητας κι εργασίας θα χρησιμοποιηθεί επίσης και στο Κεφάλαιο στη διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ της διιστορικής δραστηριότητας της εργασίας και του ειδικού κοινωνικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εργασίας.
4. Βλέπε Andrew Chitty, «Recognition and Social Relations of Production», Historical Materialism, vol. 2, issue 1, 1998.
5. Η διάκριση αυτή συχνά παραμελείται επειδή η δύο ξεχωριστές λέξεις που χρησιμοποιεί ο Μαρξ –Entäusserung και Entfremdung– συνήθως μεταφράζονται κι οι δύο είτε ως αλλοτρίωση είτε ως αποξένωση. Ο Chris Arthur ισχυρίζεται πειστικά ότι είναι διαφορετικές έννοιες. Μεταφράζει την Entäusserung ως «αλλοτρίωση» και την Entfremdung ως «αποξένωση». Βλέπε το παράρτημα στο Arthur, ό.π.
6. Αυτός ο συγκερασμός είναι ιδιαίτερα αληθής στους σχολιαστές που ενοποιούν τον φετιχισμό με την αλλοτρίωση. Οι σχολιαστές αυτές συχνά περιγράφουν τον φετιχισμός ως κομμάτι της θεωρίας του Μαρξ για την αλλοτρίωση ή αποξένωση, χωρίς ν’ αναλύουν ιδιαίτερα τον λόγο που επέλεξαν τον ένα απ’ τους δύο όρους κι όχι τον άλλον ή αν βρίσκουν κάποια σχέση μεταξύ της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης.
7. Καρλ Μαρξ, Οικονονικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012, σελ. 86.
8. Ό.π., σελ. 97.
9. Ό.π., σελ. 98.
10. Ό.π.
11. Ό.π., σελ. 85-86.
12. Ό.π., σελ. 85.
13. Ό.π., σελ. 87.
14. Τον όρο «κατοπτρική εικόνα» τον παίρνω απ’ το Helmut Reichelt, «Social Reality as Appearance: Some Notes on Marx’s Conception of Reality» στο Bonefeld & Ψυχοπαίδης, eds, Human Dignity: Social Autonomy and the Critique of Capitalism, εκδόσεις Ashgate, 2005. Ο Reichelt συμπεριλαμβάνει την κατοπτρική εικόνα ως ένα ακόμη στοιχείο της θεωρία του Μαρξ για την κοινωνική πραγματικότητα. Για οπτικές που προσφέρουν μια βαθύτερη διερεύνηση του ον είδους και την εκλαμβάνουν ως κανονιστική βάση, βλέπε Nick Dyer-Witheford, «1844/2004/2044: The Return of Species-Being», Historical Materialism, vol. 12, issue 4, 2004 και Andrew Chitty, «The Early Marx on Needs», Radical Philosophy 64, 1993.
15. Μαρξ, ό.π., σελ. 86.
16. Ό.π., σελ. 94-95.
17. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ απέφυγε να περιγράψει την κοινωνική κυριαρχία με παρόμοια συστατικά στοιχεία. Υπάρχουν πολλά αποσπάσματα στα ώριμα γραπτά του που εστιάζει στο πως η καπιταλιστική εργασία παραμορφώνει τους ανθρώπους· υπάρχουν επίσης αποσπάσματα που αναλύουν τη σημασία της αδιαφορία μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο, τ’ αποσπάσματα αυτά δεν βασίζονται σε μια ρητή θεωρία της ανθρώπινης φύσης, ούτε προβάλλονται ως απεικόνιση μιας αποξενωμένης ανθρώπινης ουσίας.

Advertisements