Τον παρακάτω κείμενο του Πωλ Μάτικ του νεώτερου (γιου του γνωστού συμβουλιακού κομμουνιστή Πωλ Μάτικ) μεταφράστηκε απ’ την ανθολογία Fred Moseley, ed, Marx’s Method in Capital: A Reexamination, εκδόσεις Humanities Press, 1993. Στην εικόνα, η διαλεκτική στον Χέγκελ που βρίσκεται με το κεφάλι κάτω.

Ο Μαρξ, στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου, απαντώντας στην κατηγορία του εγελιανισμού που του έγινε από επικριτές του βιβλίου του, επέμεινε ότι «[η] διαλεκτική μου μέθοδος στη βάση της δεν είναι μόνο διαφορετική απ’ την εγελιανή, μα είναι το κατευθείαν αντίθετό της» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 25). Την ίδια στιγμή, παραδέχτηκε ότι είναι «μαθητής εκείνου του μεγάλου στοχαστή» (ό.π., σελ. 26), αναγνωρίζοντας ότι «στο κεφάλαιο για τη θεωρία της αξίας, ερωτοτρόπησα μάλιστα που και που με τον τρόπο έκφρασης που τον χαρακτηρίζει» (ό.π.). Είναι προφανές ότι αυτή η φρασεολογική ερωτοτρόπηση δεν μπορεί ν’ αποτελεί το μέτρο της μαθητείας του Μαρξ. Κατ’ αρχάς, τα πρώιμα γραπτά του Μαρξ κυριαρχούνται σε μεγάλο βαθμό από μια καθορισμένη πάλη με τον εγελιανό ιδεαλισμό. Και, πιο κοντά στο ζήτημά μας, η αφοσίωσή του στο εγχείρημα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας το 1857 περιελάμβανε μια δεύτερη φάση προσοχής στον Χέγκελ, με μια νέα εκτίμηση του «μεγάλου στοχαστή».

Οι παρατηρήσεις του Μαρξ σε μια επιστολή στον Ένγκελς στις 14 Ιανουαρίου 1858 είναι καλά γνωστές:

Στη μέθοδο επεξεργασίας αυτού του θέματος, κάτι μου πρόσφερε μια μεγάλη υπηρεσία: από μια καθαρή τύχη, ξαναφυλλομέτρησα τη Λογική του Χέγκελ. […] Αν καμιά μέρα έχω ξανά καιρό για ένα τέτοιο είδος εργασίας, πολύ θα το επιθυμούσα, σε δύο ή τρία τυπογραφικά φύλλα, να καταστήσω προσιτό, με τη  λογική στους ανθρώπους, το έλλογο βάθος της μεθόδου που ο Χέγκελ ανακάλυψε και σύγρονα μυστικοποίησε. (Μαρξ & Ένγκελς, Αλληλογραφία 1844-1860, εκδόσεις Μπάυρον, 1986, σελ. 167)

Η υπηρεσία που αποδόθηκε στον Μαρξ απ’ την ανάγνωση της Λογικής είναι εμφανής στο πρόχειρο προσχέδιο της κριτικής του της πολιτικής οικονομίας το οποίο σήμερα είναι γενικά γνωστό ως Grundrisse, ιδίως στο κεφαλαίο του χρήματος[1]. Το γεγονός ότι αυτή η επιρροή κράτησε, τουλάχιστον σ’ έναν βαθμό, ως τη συγγραφή του Κεφαλαίου φαίνεται απ’ το αντίστοιχο τμήμα του βιβλίου, στην ανάλυση του χρήματος ως μορφή της αξίας στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου, όπου η φρασεολογική ερωτοτρόπηση μ’ εγελιανές κατηγορίες είναι, όπως είπε ο Μαρξ, εμφανής. Επιπροσθέτως, η προσφυγή του στον Χέγκελ για έμπνευση στην αντιμετώπιση της μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο είναι εμφανής τόσο στα Grundrisse όσο και στις σημειώσεις του Μαρξ στη «Διδασκαλία του Είναι» του Χέγκελ μεταξύ του 1860-1863, δηλαδή, την περιόδο μεταξύ της έκδοσης της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας και του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου[2].

Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα της σημασίας που πρέπει ν’ αποδοθεί σ’ αυτό. Η επανανακάλυψη των Grundrisse έχει οδηγήσει σ’ έναν κατακλυσμό ερμηνειών του έργου του Μαρξ ως μια υλιστική χρήση της διαλεκτικής λογικής του Χέγκελ, με τρανό παράδειγμα τη διακήρυξη του Hans Jürgen Krahl: «Η βασική έννοια της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, η εμπορευματική μορφή του προϊόντος στη γενική της εγκυρότητα για τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, δεν μπορεί να ερμηνευτεί χωρίς τη διαλεκτική του Ουσίας και της Εμφάνισης του Χέγκελ» (Krahl 1970, 113-145). Ο Roman Rosdolsky στο βιβλίο του The Making of Marx’s “Capital”, ισχυρίζεται παρομοίως ισχυρίστηκε παρομοίως ότι τα Grundrisse, ένα κλειδί για την κατανόηση του Κεφαλαίου, αποτελούν μια «μαζική αναφορά» στη Λογική του Χέγκελ, ώστε οι «ακαδημαϊκοί επικριτές του Μαρξ θα στέκονται πια ανίκανοι να γράψουν οτιδήποτε προτού μελετήσουν την μέθοδό του και τη σχέσης της με τον Χέγκελ» (Roman Rosdolsky, The Making of Marx’s “Capital”, εκδόσεις Pluto Press, 1977, σελ. xiii).

Η θεώρηση ότι η άρτια εκμάθηση της Λογικής του Χέγκελ, με τον Λένιν έναν εκ των πρώτων που το ισχυρίστηκαν αυτό, αποτελεί έναν εκ των ουκ άνευ όρο για την κατανόηση του Κεφαλαίου είναι ανησυχητική, δεδομένων των ασαφειών του Χέγκελ. Πιθανότατα έρχεται ακόμη και σε σύγκρουση με την ίδια την αντίληψη του Χέγκελ ότι η διαλεκτική «δεν είναι μια εξωτερική μορφή, αλλά η ψυχή και η έννοια του περιεχομένου» (Γκέοργκ Χέγκελ, Η Επιστήμη της Λογικής [Μικρή Λογική], εκδόσεις Δωδώνη, 1991, σελ. 481), επειδή «[δ]ύναται να είναι η φύση του περιεχομένου, που κινείται στο πεδίο της επιστημονικής γνώσης, μόνο αν ο ίδιος ο λογισμός του περιεχομένου καταρτίζει και παράγει αυτόματα τον καθορισμό του» (Χέγκελ, Η Επιστήμη της Λογικής [Μεγάλη Λογική], εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 5) – μια άποψη που σίγουρα την μοιραζόταν κι ο Μαρξ, αν και μ’ ένα κάπως διαφορετικό νόημα. Ακόμη κι αν η ανάλυση του κεφαλαίου του Μαρξ έχει, όπως δηλώνει ο Μαρξ, την μορφή μιας αντιστροφής της εγελιανής διαλεκτικής, τα μέσα της κι η μέθοδός της μπορούν ν’ ανακαλυφθούν στην ίδια αυτή την ανάλυση. Μολαταύτα, είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε την αντίληψη του Μαρξ για τη διαλεκτική στο Κεφάλαιο, με το ένα μάτι μας στο ζήτημα της ιστορίας των ιδεών για τη χρήση της εγελιανής λογικής απ’ τον Μαρξ, και το άλλο μάτι σε μια αποσαφήνιση της μεθοδολογικής διαδικασίας του Μαρξ για χάρη της.

Σχολιάζοντας στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου την επίκριση ότι το βιβλίο του ήταν υπερβολικά «γερμανοδιαλεκτικό», ο Μαρξ διάκρινε την «μέθοδο έκθεσης» του θεωρητικού υλικού απ’ την «μέθοδο έρευνας». Η τελευταία «πρέπει ν’ αφομοιώσει την ύλη στις λεπτομέρειες, ν’ αναλύσει τις διάφορες μορφές εξέλιξής της και ν’ ανακαλύψει τον εσωτερικό τους δεσμό. Μόνο όταν θα έχει τελειώσει αυτή η δουλειά, μπορεί να παρασταθεί όπως πρέπει να η πραγματική κίνηση» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 25). Εξηγεί αμέσως μετά ότι είναι η επιτυχία της έκθεσης που δίνει στους αναγνώστες την εντύπωση ενός «εκ των προτέρων οιδομήματος» με τον εγελιανό τρόπο, ενώ στην πραγματικότητα η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε είναι η «ακριβώς αντίθετη» από μια τέτοια διαδικασία (ό.π.)[3]. Στα Grundrisse, ο Μαρξ είχε ήδη ο ίδιος σημειώσει ότι συνειδητοποιούσε αυτό το πρόβλημα, γράφοντας (στο κεφάλαιο του χρήματος) ότι «[θ]α χρειαστεί αργότερα […] να διορθώσουμε τον ιδεαλιστικό τρόπο παρουσίασης, που δημιουργεί την επίφαση πως τάχα πρόκειται μόνο για εννοιολογικούς προσδιορισμούς και για τη διαλεκτική αυτών των εννοιών» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμος Α, εκδόσεις Στοχαστής, 1989, σελ. 105)[4]. Μπορούμε να διερωτηθούμε τόσο τι διακυβεύοταν για τον Μαρξ μ’ αυτή τη διαφοροποίηση της μεθόδους από εκείνη του Χέγκελ, όσο και εάν τελικά, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές ενός νεοεγελιανού Μαρξ, αυτή η σύγχυση των δύο μεθόδων δεν υπήρξε τόσο εύκολο ν’ αποφευχθεί, λόγω της λογικής δομής που χαρακτηρίζει τις αξιακές κατηγορίες.

Στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ξεχώρισε τη βιβλιοκριτική του I. I. Kaufmann για την ακριβή απεικόνισή του της διαλεκτικής μεθόδου. Η απεικόνιση αυτή έχει δύο κύριες πτυχές. Πρώτον, ο Μαρξ επιδίωξε να κατασκευάσει μια κοινωνική θεωρία με το μοντέλο των φυσικών επιστημών, νοημένη ως προσπάθεια ανακάλυψης των νόμων που κυβερνούν ένα πεδίο φαινομένων στη βάση εμπειρικής έρευνας. Στην κοινωνική όπως και τη φυσική επιστήμη, τα γεγονότα που υπηρετούν ως υλικό θεωρητικής γενίκευσης καθορίζονται απ’ τον ερευνητή, ανεξαρτήτως (στο πρώτο πεδίο) των αντιλήψεων που οι υπό μελέτη άνθρωποι έχουν για τις κοινωνικές περιστάσεις μέσα στις οποίες βρίσκονται. Ότι κι αν φαντάζονται οι άνθρωποι για τον χαρακτήρα της κοινωνικής τους ζωής, «[γ]ι’ αυτή [την κριτική έρευνα] σημασία έχει μόνο να ‘χουν εξερευνηθεί με όχι μικρότερη ακρίβεια, η σειρά, η διαδοχή και η σχέση, με τις οποίες εμφανίζονται αυτές οι βαθμίδες ανάπτυξης» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 24). Δεύτερον, τ’ αντικείμενα στο συγκεκριμένο υπό εξέταση πεδίο γνώσης -η κοινωνία- διαφέρουν από εκείνα που μελετάει η φυσική κι η χημεία, μοιάζουν όμως με τ’ αντικείμενα που μελετάει η βιολογία, δηλαδή, χαρακτηρίζονται απ’ τους νόμους εξέλιξής τους «από τη μια μορφή στην άλλη, από μια κατηγορία αλληλοσχέσης σε μιαν άλλη» (ό.π., σελ. 23). Δηλαδή, δεν υπάρχουν γενικοί νόμοι της κοινωνικής ζωής· «[α]ντίθετα, κατά τη γνώμη του [Μαρξ], κάθε μεγάλη ιστορική περίοδος έχει τους νόμους της» (ό.π., σελ. 24).

Είναι αυτή τη δεύτερη πτυχή της θεωρίας του που ο Μαρξ αναγνωρίζει ως την ειδικά διαλεκτική πτυχή της. Η πρώτη πτυχή συνιστά τον πυρήνα της αναγκαίας «αντιστροφής» για τον μετασχηματισμό της διαλεκτικής απ’ αυτό που αποκαλεί την «μυστικιστική μορφή» της στα χέρια του Χέγκελ σε μια «ορθολογική μορφή» στην οποία «αντιλαμβάνεται κάθε συντελεσμένη μορφή [της κοινωνίας] μέσα στη ροή της κίνησης, επομένως την αντιλαμβάνεται και από την παροδική της πλευρά» (ό.π., σελ. 26). Η διαλεκτική, δηλαδή, δεν ταυτίζετια με μια λογική για την κατασκευή θεωρίας, μα με την ιδέα του ουσιαστικά ιστορικού χαρακτήρα των κοινωνικών σχηματισμών, και συνεπώς (στην «ορθολογική μορφή» της) με την αρχή της μη-ύπαρξης διιστορικών νόμων της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο Μαρξ επανέλαβε αυτή την αρχή τον Νοέμβριο του 1877 στην αλληλογραφία του μ’ έναν Ρώσο ακολουθητή του έργου του, τον Mikhail Yevgrafovich Saltykov-Shchedrin, απαντώντας τις επικρίσεις του Nikolay Konstantinovich Mikhaylovsky, ο οποίος αμφισβήτησε, έχοντας παρεννοήσει τον Μαρξ, την ύπαρξη μιας γενικής θεωρίας της ιστορίας η οποία απαιτεί το πέρασμα όλων των κοινωνικών συστημάτων από μια σειρά απαραίτητων σταδίων. Αντιθέτως, απαντάει ο Μαρξ, δεν ήταν ο ίδιος αλλά μόνο ο επικριτής του που

νιώθει υποχρεωμένος να μεταμορφώσει την ιστορική περιγραφή μου για τη γένεση του καπιταλισμού στη δυτική Ευρώπη σε μια ιστορικοφιλοσοφική θεωρία της γενικής πορείας που επιβάλλεται απ’ την μοίρα σε κάθε λάο, όποιες κι αν είναι οι ιστορικές περιστάσεις στις οποίες βρίσκεται ο λαός, ώστε τελικά ίσως φτάσει στην μορφή της οικονομίας η οποία θα εξασφαλίσει, μαζί με την μεγαλύτερη διεύρυνση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας, την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του ανθρώπου. Εδώ θα του ζητήσω συγγνώμη. Μου κάνει μεγάλη τιμή να μου αποδίδει μια τόσο μεγάλη θεωρία, ντροπιάζοντάς με όμως ταυτόχρονα που ερμηνεύει έτσι το περιεχόμενο της θεωρίας μου. (MECW 24, σελ. 200)

Μπορεί κανείς φυσικά να καταλήξει σε περισσότερο ή λιγότερο γενικά συμπεράσματα, έγραψε ο Μαρξ, συγκρίνοντας τ’ αποτελέσματα των λεπτομερών μελετών διαφορετικών περιοχών κι εποχών. Όμως, μια επιστημονική κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων δεν θα επιτευχθεί ποτέ «χρησιμοποιώντας την πάσης χρήσεως φόρμουλα μιας γενικής ιστορικοφιλοσοφικής θεωρίας που η ύψιστή της αρετή είναι η διιστορικότητά της» (ό.π., σελ. 201)[5].

Η απόρριψη μιας τέτοιας «ιστορικοφιλοσοφικής θεωρίας» βρισκόταν στην καρδιά της κριτικής του εγελιανισμού απ’ τον νεαρό Μαρξ – όπως η θεωρία αυτή παρουσιαζόταν στο έργο του Χέγκελ και στην ανεπαρκή για τον Μαρξ κριτική του έργου αυτού απ’ τους Νεαρούς Εγελιανούς. Η κριτική αυτή ολοκληρώθηκε στη συνεργασία του Μαρξ με τον Ένγκελς για τη συγγραφή της Γερμανικής Ιδεολογίας. Εκεί, ο Μαρξ έγραψε ότι:

Όπου σταματούν οι εικασίες, όπου ξεκινά η πραγματική ζωή, εκεί επακόλουθα αρχίζει η πραγματική, θετική επιστήμη: η έκθεση της πρακτικής δραστηριότητας, της πρακτικής διαδικασίας ανάπτυξης των ανθρώπων. Τα κούφια λόγια για συνείδηση σταματάνε, και η πραγματική γνώση πρέπει να πάρει τη θέση τους. Όταν απεικονίζεται η πραγματικότητα, τότε η φιλοσοφία σαν ανεξάρτητος κλάδος της γνώσης χάνει το μέσο ύπαρξής της. Στην καλύτερη περίπτωση τη θέση της μπορεί να την πάρει μια συνόψιση των πιο γενικών αποτελεσμάτων κι αφαιρέσεων που προκύπτουν απ’ την παρατήρηση της ιστορικής εξέλιξης των ανθρώπων. Όταν τις δούμε αποσπασμένες από την πραγματική ιστορία, οι αφαιρέσεις αυτές δεν έχουν αυτές καθεαυτές οποιαδήποτε αξία. Μπορούν μονάχα να χρησιμέψουν για να διευκολύνουν τη τακτοποίηση του ιστορικού υλικού. (Μαρξ & Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, εκδόσεις Gutenberg, 1997, σελ. 68)[6]

Αυτό, φυσικά, καθιστά θεμελιώδους σημασίας την επιλογή των αφαιρέσεων· σ’ ένα παράθεμα που προεικονίζει τις παρατηρήσεις για τις δύο μεθόδους (έρευνας και έκθεσης) στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ περιγράφει ότι οι δυσκολίες κατανόησης της ιστορίας αρχίζουν «μονάχα όταν αρχίζουμε να παρατηρούμε και να τακτοποιούμε για την πραγματική του απεικόνιση το ιστορικό μας υλικό, είτε αυτό αφορά περασμένη εποχή είτε το παρόν» (ό.π., σελ. 69).

Είναι αυτή τη δυσκολία που βρίσκουμε τον Μαρξ ν’ αντιμετωπίζει άμεσα όταν το 1857-1858 ξεκίνησε το έργο του της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Συνοψίζοντας την κριτική του για τη θεώρησης των οικονομολόγων για την ύπαρξη γενικών νόμων της παραγωγής, ο Μαρξ επιμένει ότι παρότι «υπάρχουν προσδιορισμοί κοινοί σε όλες τις βαθμίδες παραγωγής, που η σκέψη τους αντιμετωπίζει σαν γενικούς, […] οι λεγόμενοι γενικοί όροι κάθε παραγωγής δεν είναι παρά τα αφηρημένα αυτά συνθετικά στοιχεία, που μ’ αυτά δεν μπορεί να κατανοηθεί καμιά πραγματική ιστορική βαθμίδα της παραγωγής» (Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 57). Εν απουσία μιας γενικής θεωρίας της κοινωνικής ζωής, πως μπορεί η επιστημονική μελέτη ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού να διαμορφώσεις τον βασικό της εννοιολογική μηχανισμό; Στη Γερμανική Ιδεολογία, ο Μαρξ είχε εξηγήσει ότι τέτοιες «προϋποθέσεις» πρέπει ν’ ανακαλυφθούν μελετώντας «τους πραγματικούς, δραστήριους ανθρώπους […] πάνω στη βάση της πραγματικής διαδικασίας της ζωής τους» (Μαρξ & Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, σελ. 67).

Η μελέτη της «πραγματικής διαδικασίας της ζωής», γράφει ο Μαρξ στην Εισαγωγή των Grundrisse, ίσως φαίνεται να ξεκινά αναγκαία με την μελέτη ενός δεδομένου πληθυσμού, το υποκείμενο της οικονομικής δραστηριότητας. Όμως αυτό είναι λάθος, επειδή «ο πληθυσμός είναι μια αφαίρεση αν παραλείψω, για παράδειγμα, τις τάξεις που τον αποτελούν. Αυτές οι τάξεις είναι πάλι λόγος κενός αν δεν γνωρίζω τα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζονται, πχ μισθωτή εργασία, κεφάλαιο, κλπ. Αυτά προϋποθέτουν ανταλλαγή, καταμερισμό της εργασίας, τιμές, κλπ» (Μαρξ, Grundrisse, σελ. 66). Δηλαδή, η έννοια του πληθυσμού, στον βαθμό που εφαρμόζεται αδιακρίτως σ’ όλους τους αναγνωρίσιμους πληθυσμούς, δεν εξυπηρετεί στην αναγνώριση του ιδιαίτερου χαρακτήρα ενός συγκεκριμένου πληθυσμού. Για να γίνει αυτό χρειάζεται αναγκαία να προσθέσουμε περαιτέρω προσδιορισμούς σ’ αυτό το υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, μέχρι η ανάλυση ν’ αποδεσμεύσει τους απλούστερους προσδιορισμούς της ύπαρξης του πληθυσμού, δηλαδή, εκείνους βάσει των οποίων μπορεί να οικοδομηθεί μια ερμηνευτική θεωρία των ειδικών χαρακτηριστικών της κοινωνικής του τάξης πραγμάτων.

Αυτοί οι προσδιορισμοί είναι, φυσικά, κι οι ίδιοι αφαιρέσεις. «Για παράδειγμα, η πιο απλή οικονομική κατηγορία, ας πούμε πχ η ανταλλακτική αξία, προϋποθέτει πληθυσμό, πληθυσμό που να παράγει μέσα σε καθορισμένες σχέσεις […] Δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σαν αφηρημένη, μονόπλευρη σχέση ενός ήδη δοσμένου συγκεκριμένου, ζωντανού όλου» (ό.π., σελ. 67). Η απλότητά της δεν είναι οντολογική μα θεωρητική: δηλαδή, είναι απλή σε σχέση με το συγκεκριμένο ερμηνευτικό εγχείρημα στο οποίο παίζει έναν ρόλο, χρησιμοποιούμενη για την αναγνώριση του συστήματος των υπό εξέταση κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, ο Μαρξ επαινεί τον Χέγκελ ο οποίος ξεκίνησε τη Φιλοσοφία του Δικαίου με την έννοια της κατοχής, επειδή, παρότι κατοχή «δεν υπάρχει πριν την οικογένεια ή πριν απ’ τις σχέσεις κυριαρχίας κι υποταγής», αποτελεί «την απλούστατη έννομη σχέση του υποκειμένου» (ό.π.).

Μπορούμε ν’ απομονώσουμε δύο πτυχές αυτής της αντίληψης για την κατασκευή θεωρίας, με την μία ν’ αφορά την μεθόδο έρευνας και την άλλη την μέθοδο έκθεσης, έτσι όπως παρουσιάστηκαν στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου. Στην μέθοδο έρευνας, οι «απλές» ή «στοιχειώδεις» αφαιρέσεις ανακαλύπτοντα μέσω της ανάλυσης, βασισμένης στην παρατήρηση του υπό εξέταση αντικειμένου. Η «παρατήρηση», φυσικά, από μόνο της μαρτυρά μια σύνθετη διαδικασία, η οποία χρησιμοποιεί τις έννοιες που υπάρχουν ήδη μέσα στον υπάρχον διάλογο [discourse] (στην περίπτωσή μας, οι έννοιες της πολιτικής οικονομίας) – έννοιες οι οποίες, κατά την άποψη του Μαρξ, πρέπει κι οι ίδιες να επανεξεταστούν κριτικά, με τους όρους της σχέσης τους με την ειδική ιστορική περίοδο της οποίας αποτελούν προϊόντα και στην περιγραφή της οποίας μπορούν να εφαρμοστούν[7]. Στην μέθοδο έκθεσης αντιστοιχεί η επακόλουθη κατασκευή ενός θεωρητικού συστήματος απ’ τις στοιχειώδεις έννοιες. Η βάση αυτή της κατασκευής είναι η συστηματική σχέση μεταξύ των στοιχειώδων εννοιών που ανακαλύφθηκαν στη διαδικασία της ανάλυσης. «Το κεφάλαιο, για παράδειγμα, δεν είναι τίποτα χωρίς την μισθωτή εργασία, χωρίς την αξία, το χρήμα, τη τιμή, κλπ» (ό.π., σελ. 66).

Υπάρχει σ’ αυτή την μεθοδολογική αντίληψη κάποιος απόηχος της Διδασκαλίας του Είναι απ’ τη Λογική του Χέγκελ; Ο πληθυσμός, παρότι φαίνεται να υποδηλώνει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο οικονομικής ανάλυσης, στην πραγματικότητα είναι, μας λέει ο Μαρξ, ένας πολύ αφηρημένος όρος, καθώς μπορεί να εφαρμοστεί σ’ όλους τους πληθυσμούς παντού στον πλανήτη υπό οποιουσδήποτε κοινωνικοϊστορικούς όρους. Αν είναι να χρησιμοποιηθεί για ερμηνευτικούς σκοπούς, πρέπει να σχετιστεί με περισσότερο συγκεκριμένους καθορισμούς. Παρομοίως, το «Είναι», σύμφωνα με τον Χέγκελ, φαίνεται η «αμεσότερη» κι απλούστερη έννοια για την περιγραφή μιας πραγματικότητας, επειδή μπορεί να εφαρμοστεί στα πάντα· όμως, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι ανεπαρκής για μια τέτοια περιγραφή. Αποτελεί μια κενή αφαίρεση: «Το ακαθόριστα άμεσο Είναι ισούται στην πραγματικότητα με το μηδέν, δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από το μηδέν» (Χέγκελ, Η Μεγάλη Λογική, σελ. 44). Τα πράγματα που περιγράφονται ως είναι, για ν’ αποκτήσουν εννοιολογικό περιεχόμενο, πρέπει να διακριθούν απ’ τα άλλα πράγματα μέσω κάποιων χαρακτηριστικών, γινόμενα συνεπώς «καθορισμένα είναι». Παρομοίως, η αντίληψη του Χέγκελ ότι η περαταίτερω πρόοδος της λογικής περιλαμβάνει την έκθεση της συστηματικής αλληλοσύνδεσης των στοιχειωδών κατηγοριών της σκέψης παραλληλίζεται με το «ταξίδι επιστροφής» του Μαρξ απ’ τους «απλούστερους καθορισμούς» σε μια σύνθετη «πλούσια ολότητα πολλών προσδιορισμών και σχέσεων» (Μαρξ, ό.π.).

Ωστόσο, όσο εκπληκτικός κι αν είναι αυτός ο παραλληλισμός, το κοινό μεταξύ του Χέγκελ και του Μαρξ εδώ είναι μόνο η ιδέα ότι η πιο αφηρημένη έννοια που υιοθετείται στην έρευνα, για να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί χρήσιμα στην ανάλυση συγκεκριμένων αντικειμένων, απαιτεί αναλυτικό προσδιορισμό. Παρότι η Λογική βρισκόταν αναμφίβολα στο μυαλό του Μαρξ όταν έγραφε την Εισαγωγή των Grundrisse (την οποία, ούτως ή άλλως, προσπέρασε ως επουσιώδη όταν εξέδωσε τ’ αποτελέσματα του έργου του), στο κείμενό του δεν υιοθετεί μια λογική του είναι ή έστω μια λογική των εννοιών, αλλά μια εικόνα της θεωρητικής ανάλυσης και σύνθεσης εμπειρικών δεδομένων.

Ο Μαρξ επιδεικνύει ότι δεν απαιτείται να γνωρίζει κανείς Χέγκελ γι’ αυτή τη θεωρητική πρακτική, παρατηρώντας ότι η ορθή μέθοδος έρευνας υπήρξε στην πραγματικότητα ο δρόμος «που η πολιτική οικονομία ακολούθησε ιστορικά στη γένεσή της» (ό.π.). Οι θεμελιωτές της πολιτικής οικονομίας του 17ου αιώνα «αρχίζουν πάντοτε με το ζωντανό όλο – με τον πληθυσμό, το έθνος, το κράτος, τα περισσότερα κράτη, κλπ· πάντα όμως καταλήγουν να βρίσκουν με την ανάλυση μερικές καθοριστικές, αφηρημένες, γενικές σχέσεις , όπως καταμερισμός της εργασίας, χρήμα, αξία, κλπ» (ό.π.)[8]. Σ’ αντίθεση με τον πληθυσμό, οι αφαιρέσεις αυτές ταυτοποιούν θεμελιώδα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος -πρώιμος καπιταλισμός- που οι οικονομολόγοι προσπαθούσαν ν’ αναλύσουν (παρότι θεωρούσαν λαθεμένα ότι ανακαλύπταν κοινωνικοϊστορικές καθολικότητες). Συνεπακόλουθα, η αρχή της σύνθεσης έγινε το πρότυπο απ’ τα «οικονομικά συστήματα» που ακολουθήσαν αυτές τις απαρχές των οικονομικών και «που από το απλό […] υψώνονταν ως το κράτος, τη διεθνή ανταλλαγή και την παγκόσμια αγορά» (ό.π.).

Επιπλέον, ο Μαρξ πασχίζε να τονίσει ότι σε κάθε σημείο της διαδικασίας της εμπειρικής ανάλυσης και της επακόλουθης σύνθεσης, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα προϊόν «της επεξεργασίας της αντίληψης και παράστασης σε έννοιες», δηλαδή, «είναι προϊόν του σκεπτόμενου νου, που οικειοποιείται τον κόσμο με τον μόνο τρόπο που μπορεί» (ό.π., σελ. 67). Ένας φιλόσοφος όπως ο Χέγκελ, για τον οποίο (ως αποτέλεσμα της θέσης του στον καταμερισμό της εργασίας) «ο νοημένος κόσμος σαν τέτοιος είναι ο πραγματικός [κόσμος]», και για τον οποίο «η κίνηση των κατηγοριών εμφανίζεται λοιπόν σαν η πραγματική παραγωγική πράξη», ίσως πέσει στην αυταπάτη να θεωρήσει λαθεμένα το συνεπαγόμενο σύστημα των κατηγοριών ως ένα προϊόν «της Έννοιας που γεννά τον εαυτό της και σκέπτεται» (ό.π.). Ήταν αυτή την αυταπάτη που ο Μαρξ ήθελε ν’ αποτρέψει διορθώνοντας «τον ιδεαλιστικό τρόπο έκθεσης».

Παρότι ο Μαρξ μιλά για τη «συγκεκριμένη» πραγματικότητα, δηλαδή το αντικείμενο της ανάλυσης ως «η συνόψιση πολλών προσδιορισμών» (ό.π., σελ. 66), οι προσδιορισμοί αυτοί είναι οι ίδιοι κατηγορίες, καμία εκ των οποίων «[δ]εν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο αφηρημένη, μονόπλευρη σχέση ενός δοσμένου συγκεκριμένου, ζωντανού όλου» (ό.π., σελ. 67). Η «συγκεκριμένη πραγματικότητα» που επιτεύχθηκε μέσω θεωρητικής σύνθεσης ως επακόλουθο της διαδικασίας της ανάλυσης αποτελεί μια «ολότητα σκέψεων, σαν ένα συγκεκριμένο από σκέψεις, είναι πραγματικά προϊόν της σκέψης, της νόησης» (ό.π.)[10]. Εδώ η υιοθέτηση ενός εγελιανού τρόπου έκφρασης ίσως προκαλεί σύγχυση. Η χρήση του «αφηρημένου» και του «συγκεκριμένου» ως όρους για την ανάλυση θεωριών είναι ξεκάθαρη μόνο σ’ ένα σύστημα όπως αυτό του Χέγκελ, στο οποίοι κι οι δύο όροι αναφέρονται σε νοητικά στοιχεία, καθώς η σύνθεση ενός νοητικού «συγκεκριμένου» από (σχετικά) «αφηρημένες» έννοιες αντιμετωπίζεται ως τελικά να είναι ταυτόσημη με την πραγματικά εξελισσόμενη δομή του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου. Είναι επειδή ως «παραστάσεις» οι αφαιρέσεις δεν αποτελούν πτυχές της πραγματικότητας μα πτυχές της νοητικής οικειοποίησης της πραγματικότητας, που οι έννοιες δεν μπορούν, σύμφωνα με τον Μαρξ, να έχουν μια δική τους ζωή, που δεν μπορούν να εκτεθούν εν λειτουργία είτε στη διαδικασία της ιστορίας είτε στη διάταξη των κατηγοριών σε μια θεωρητική κατασκευή. Δηλαδή, δεν μπορούμε να πούμε ότι η παρουσίαση των κατηγοριών ακολουθεί μια «εμμενή λογική». Αντ’ αυτού, πρέπει να συλλάβουμε την παρουσίαση των κατηγοριών ως να κυριαρχείται απ’ την προσπάθεια ερμηνείας των θεμελιωδών χαρακτηριστικών του υπό εξέταση κοινωνικού συστήματος.

Πρέπει τότε, ωστόσο, να διερωτηθούμε ποιες αρχές, αν όχι αυτές μιας υποτιθέμενης διαλεκτικής μεθοδικής παραγωγής, καθοδηγούν την ακολουθία των κατηγοριών στην κατασκευή της μαρξικής θεωρίας. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, μπορούμε ταυτοχρόνως να ρίξουμε φως στο γιατί ο Μαρξ βρήκε τις κατηγορίες της Λογικής έναν τόσο ταιριαστό τρόπο έκφρασης για την εξήγηση της φύσης του χρήματος απ’ την επεξεργασία της αξιακής μορφής. Υπάρχουν δύο κεντρικά ζητήματα να συζητηθούν. Το πρώτο ζήτημα είναι εκείνο της επιλογής των στοιχειωδών εννοιών ως σημείο αφετηρίας· το δεύτερο είναι το ζήτημα της μεθόδου με την οποία αποκαλύπτεται η εννοιολογική δομή της αξίας του εμπορεύματος.

Το σημείο αφετηρίας καθορίζεται απ’ τον χαρακτήρα του εγχειρήματος: όπως ο Μαρξ εξήγησε σε μια επιστολή στον Λασσάλ στις 22 Φεβρουαρίου 1858, μια «κριτική των οικονομικών κατηγοριών ή ακόμα αν αγαπάς, το σύστημα της αστικής οικονομίας που παρουσιάζεται κριτικά. Είναι σύγχρονα μια εικόνα αυτού του συστήματος, και κριτική αυτού του συστήματος με την ίδια την έκθεσή του» (Μαρξ & Ένγκελς, Αλληλογραφία 1844-1860, εκδόσεις Μπάυρον, 1986, σελ. 171). Το Κεφάλαιο, οπότε, αποτελεί ταυτόχρονα μια προσπάθεια «ν’ αποκαλύψει τον οικονομικό νόμο κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 16) και, όπως μας υπενθυμίζει ο υπότιτλός του, μια «κριτική της πολιτικής οικονομίας». Το εγχείρημα του Μαρξ, όπως ο ίδιος το συνέλλαβε, συνιστούσε μια απάντηση σε μια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη. Οι θεμελιωτές της πολιτικής οικονομίας, όπως είδαμε, στην αρχή επεξεργάστηκαν τις στοιχειώδεις κατηγορίες· αυτές αργότερα χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή θεωρητικών συστημάτων. Όμως, η πολιτική οικονομία «μπορεί να παραμείνει επιστήμη μόνο όσο η ταξική πάλη βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση, ή όταν εκδηλώνεται μόνο με μεμονωμένα φαινόμενα» (ό.π., σελ. 20). Με την ανάπτυξη της ταξικής πάλη μετά απ’ το 1830 «[σ]ήμανε η νεκρώσιμη καμπάνα της επιστημονικής αστικής πολιτικής οικονομίας» (ό.π., σελ. 21)· συνεπώς, η επιστημονική πρόοδος μπορούσε να λάβει μόνο την μορφή της κριτικής αυτής της επιστήμης.

Προσδιορίζοντας τα γραπτά του για τα οικονομικά με τη λέξη Kritik [κριτική], ο Μαρξ συνέχισε την καντιανή χρήση του όρου για να περιγράψει μια έρευνα των ορίων της εφαρμογής ενός συνόλου εννοιών σε ορισμένες σφαίρας έρευνας. Το ζήτημα των ορίων εγείρεται όταν η εφαρμογή ενός συστήματος εννοιών σ’ ένα πεδίο οδηγεί σε μη-επιλύσιμα προβλήματα με τη χρήση αυτού του συστήματος[11]. Μια κριτική μ’ αυτή την έννοια, αντιστοιχεί σ’ αυτό που ο Χέγκελ ονόμασε Aufhebung – που μεταφράζεται απέλπιδα, μα παραδοσιακά, ως «υπέρβαση» ή «αναίρεση». Το Aufheben, όπως εξηγεί ο Χέγκελ, έχει μια διπλή σημασία: «από τη μία σημαίνει “συντηρώ”, “διατηρώ”, από την άλλη “δίδω τέλος”, “περατώνω”» (Χέγκελ, Η Μεγάλη Λογική, σελ. 62). Αναφορικά με την κριτική ενός εννοιολογικού συστήματος (ή θεωρίας), η ιδέα του Aufhebung περιλαμβάνει ένα νέο σύστημα που αντικαθιστά το προηγούμενο μα συγχρόνως το «διατηρεί», με την έννοια ότι ερμηνεύει τόσο τα φαινόμενα που συνιστούν το αντικείμενο της προηγούμενης θεωρίας όσο και τα όρια της προηγούμενης θεωρίας.

Όμως, στο έργο του Μαρξ διακυβεύονται περισσότερα από μια σχέση μεταξύ δύο θεωριών, ακόμη κι αν σήμερα το έργο του συνήθως περιγράφεται ως μια επιστημονική επανάσταση. Απ’ τη στιγμή που κατά τον Μαρξ οι θεωρίες πρέπει να κατανοηθούν ως αναπαραστάσεις της κοινωνικής ρυθμισμένης εμπειρίας, η θεωρητική κριτική εδώ αντηχεί την παρατήρηση του Χέγκελ ότι η διαλεκτική συνείδηση δεν «περιορίζεται περιέργως στον φιλόσοφο», οπότε «θα ήταν αληθινότερο να πούμε ότι η διαλεκτική δίνει έκφραση σ’ έναν νόμο ο οποίος γίνεται αισθητός σ’ όλες τις βαθμίδες συνείδησης και στη γενική εμπειρία» (Χέγκελ, Η Μικρή Λογική, πρώτη παρατήρηση στην §81, η οποία, όπως κι αρκετές ακόμα παρατηρήσεις, απουσιάζουν απ’ την ελληνική μετάφραση του κειμένου). Εδώ, η διατύπωση της διαλεκτικής απ’ τον Χέγκελ πηγαίνει πολύ πέρα απ’ τη διατύπωση του Καντ. Ο Μαρξ εκπροσωπεί μια περαιτέρω, και διακριτή, ανάπτυξη της ιδέας, καθώς θεωρεί τη θεωρητική του Aufhebung, την κριτική της πολιτικής οικονομίας, μια απάντηση όχι σε μια εγγενή αναγκαιότητα λόγω της ανεπάρκειας της εννοιολογικής δομής των κλασσικών οικονομικών, μα ως μια απάντηση που καλείται και καθίσταται εφικτή απ’ τη βιωμένη κρισιακή τάση του καπιταλισμού και του εργατικού κινήματος που αποκρίνεται σ’ αυτή. Ήταν η εμπειρία των ορίων του κεφαλαίου που υπέδειξε τα όρια της πολιτικής οικονομίας.

Η θεωρία του Μαρξ για την καπιταλιστική κοινωνίας δεν σκοπεύει ν’ αντικαταστήσει την πολιτική οικονομία. Δεν στοχεύει απλώς να επιδείξει τ’ αναλυτικά όρια της οικονομικής θεωρίας, μα επίσης να εξηγήσει τη λαβή αυτής της θεωρίας επί των κατοίκων αυτού του συστήματος. Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου κλείνει με μια ανάλυση που φέρει τον τίτλο «ο φετιχικός χαρακτήρας του εμπορεύματος», κλείνει με τον τρόπο που η χρηματική μορφή αποκρύπτει τη λειτουργία του συστήματος αποκρύπτωντας «τον κοινωνικό χαρακτήρα των ατομικών εργασιών, επομένως και τις κοινωνικές σχέσεις των ατομικών παραγωγών» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 89). Η ανάλυση του «τριαδικού τύπου» στην κατακλείδα του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου στοχεύει να επιδείξει πως όχι μόνο οι «χυδαίοι οικονομολόγοι» μα ακόμη κι οι «καλύτεροι εκπρόσωποι» της κλασσικής οικονομικής θεωρίας, αποδεχόμενοι ως θεμελιώδεις κατηγορίες της κοινωνικής ανάλυσης της αναπαραστάσεις των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν εντός του ίδιου του συστήματος, αναπόφευκτα «πέφτουν λίγο-πολύ όλοι τους σε ασυνέπειες, σε μισολύσεις και σε άλυτες αντιφάσεις» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 1019).

Το 1859, στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τον πρώτο καρπό των εργασιών που έκανε στα Grundrisse που εκδόθηκε, ο Μαρξ περιέγραψε την κρίση στην οικονομική θεωρία της εποχής ως εξής:

Ο Ρικάρντο διατύπωσε και ανέπτυξε όσο γίνεται πιο καθαρά τον καθορισμό της ανταλλακτικής αξίας από το χρόνο εργασίας, ολοκληρώνοντας έτσι την κλασική πολιτική οικονομία. Γι’ αυτό το λόγο όλη η πολεμική που έγινε από οικονομική πλευρά συγκεντρώνει τα πυρά της επάνω του. (Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2010, σελ. 87)

Συνεχίζει με μια λίστα τεσσάρων σημείων στα οποία μπορούν ν’ αναχθούν οι διαφωνίες των μεταρικαρδιανών οικονομολόγων με τον Ρικάρντο:

  1. Πως μπορεί να εξηγηθεί ο εργατικός μισθός, αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι ο χρόνος εργασίας αποτελεί το εσωτερικό μέτρο της ανταλλακτικής αξίας;
  2. Πως μπορεί η παραγωγή της ανταλλακτικής αξίας, η οποία καθορίζεται αποκλειστικά από το χρόνο εργασίας, να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι η ανταλλακτική αξία της εργασίας είναι μικρότερη από την ανταλλακτική αξία του προϊόντος της;
  3. Η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από τη σχέση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση και όχι από το χρόνο εργασίας που περιέχεται σ’ αυτά. Στην ουσία το παράξενο αυτό συμπέρασμα εγείρει απλώς το εξής ερώτημα: Πως αναπτύσσεται, στη βάση της ανταλλακτικής αξίας, μια τιμή στην αγορά διαφορετική από την ανταλλακτική αξία;
  4. Από που προέρχεται η ανταλλακτική αξία που έχουν διάφορες απλές φυσικές δυνάμεις;

Το εκπληκτικό αυτής της λίστα προβλημάτων είναι ότι αποτελεί μια σύνοψη των κύριων ερωτημάτων τα οποία η ίδια η κλασσική πολιτική οικονομία είχε απαντήσει: μια εξήγηση της διανομής του κοινωνικού προϊόντος μεταξύ των τριών μεγάλων τάξεων των εργατών, των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων, που να πηγάζει από μια εξήγηση του συστήματος των τιμών της αγοράς ως ρυθμιστής της κοινωνικής παραγωγής.

Συνεπώς, οι θεωρητικές δυσκολίες που παρήγαγαν την «διάλυση της σχολής του Ρικάρντο» (Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 76) και καλούσαν για μια επιστημονική επανάσταση, κείτονταν στην καρδιά της κλασσικής θεωρίας καθεαυτής, και πράγματι (όπως έδειξε ο Μαρξ) στην ίδια την έννοια της εργασίας που χρησιμοποιείται για να οριστεί η βασική έννοια της αξίας. Η κριτική του Μαρξ -η «επιστημονική επανάστασή» του- συνεπώς δεν περιλάμβανε απλώς μια επανεπεξεργασία των οικονομικών κατηγοριών, μα την κατασκευή ενός άλλου συνόλου εννοιών, ρητά κοινωνικών κι ιστορικών. Όπως εξήγησε ο Ένγκελς, η ρήξη επηρέασε τη θεωρία της καπιλιστικής κοινωνίας μέσω της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, το πεδίο εκείνο που

αρχίζει με το εμπόρευμα, απ’ τη στιγμή που ανταλλάσονται μεταξύ τους προϊόντα […] Το προϊόν […] είναι όμως εμπόρευμα, μόνο και μόνο γιατί με το πράγμα, με το προϊόν, συνάπτεται μια σχέση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή κοινότητες. (Φρίντριχ Ένγκελς, «Η “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας” του Καρλ Μαρξ» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 437-438)

Συνεπώς, το σημείο αφετηρίας της κριτικής του Μαρξ πρέπει να είναι η κατηγορία που είναι η περισσότερο στοιχειώδης αναφορικά με την καπιταλιστική κοινωνία όπως αυτή θεωρητικοποιήθηκε απ’ την κλασσική θεωρία: το εμπόρευμα. Το συμπέρασμά της θα είναι η αντικατάσταση αυτής της κατηγορίας ως θεμελιώδης μ’ εκείνη της ταξικής σχέσης μεταξύ των εργατών και των καπιταλιστών.

Εξού οι πρώτες γραμμές του Κεφαλαίου: «Ο πλούτος των κοινωνιών όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται σαν ένας “τεράστιος σωρός από εμπορεύματα”, και το ξεχωριστό εμπόρευμα σαν η στοιχειώδικη μορφή του» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 49). Η λέξη «εμφανίζεται» (erscheint) είναι το πρώτο σημείο στο οποίο μπορούμε, αν το επιθυμούμε, ν’ ανιχνεύσουμε την επιρροή της Λογικής του Χέγκελ στο βιβλίο του Μαρξ, επειδή η χρήση της λέξης αυτής απ’ τον Χέγκελ υποδηλώνει μια διάκριση μεταξύ του ορατού φαινομένου και της υποβόσκουσας ουσίας (βλέπε Χέγκελ, Η Μικρή Λογική, §131 και κάτω). Εδώ υποδεικνύει το σημείο στο οποίο η κριτική του Μαρξ θα μετασχηματίσει την κλασσική θεωρία, επιδεικνύοντας την ανεπάρκεια της έννοιας του «εμπορεύματος» για την ανάλυση του καπιταλισμού ως έναν τρόπο συσσώρευσης πλούτου.

Ο Μαρξ, οπότε, εκκινεί με την ανάλυση του εμπορεύματος. Καθιστά σαφές ότι εκείνο που αναλύεται είναι το εμπόρευμα όπως θεωρητικοποιήθηκε απ’ την κλασσική παράδοση, βάζοντας σημειώσεις που συσχετίζουν βασικές δηλώσεις στο κείμενό του με τα κλασσικά έργα. Το αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης είναι η περιγραφή του εμπορεύματος ως ένα αντικείμενο που έχει και αξία χρήσης κι ανταλλακτική αξία, «η ποσοτική σχέση […] με την οποία οι αξίες χρήσης ενός είδους ανταλλάσονται με τις αξίες χρήσης ενός άλλου είδους» (Μαρξ, ό.π., σελ. 50). Η μορφή της αξίας χρήσης, το σχήμα με το οποίο πρέπει ν’ αναγνωριστεί, είναι το ίδιο μ’ εκείνο του εμπορεύματος ως ένα καθεαυτό είδος πράγματος· για να είναι η ανταλλακτική αξία αναγνωρίσιμη πρέπει επίσης να έχει κάποια «μορφή εμφάνισης». Όπως πάντα, η «εμφάνιση» υποδηλώνει ότι η ανταλλακτική αξία αναπαριστά μια πιο θεμελιώδης ιδιότητα ενός εμπορεύματος, την αξία του. Στην τρίτη ενότητα αυτού του πρώτου κεφαλαίου, ο Μαρξ αναλογίζεται λεπτομερώς την ανταλλακτική αξία ως την μορφή εμφάνισης της αξίας. Είναι εδώ που η ερωτοτροπία του με το εγελιανό λεξιλόγιο είναι περισσότερο ορατή, όταν Μαρξ θέλει «να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της έκφρασης της αξίας που περιέχεται μέσα στην αξιακή σχέση των εμπορευμάτων από την πιο απλή και πιο αφανή μορφή της ως την εκθαμβωτική χρηματική μορφή» (ό.π., σελ. 62). Αν είναι να βρούμε κάπου μια διαλεκτική λογική, θα είναι εδώ. Επιτρέψτε μας οπότε να δούμε τον τρόπο αυτής της ανάπτυξης.

Η διαλεκτική που στοχεύει ο Χέγκελ ν’ ακολουθήσει στην επιχειρηματολογία της Λογικής μπορεί να περιγραφτεί (μ’ όλες τις διαστρεβλώσεις που προξενεί η λακωνικότητα) ως εξής: μια κατηγορία, που αρχικά τη βρίσκουμε να λειτουργεί στην καθημερινή γλώσσα, αποδεικνύεται να είναι αναγκαία για την περιγραφή της πραγματικότητας, μα τη βρίσκουμε επίσης να οδηγεί σ’ έναν ασυνεπή, ή «αντιφατικό», χαρακτηρισμό της πραγματικότητας. Αυτό προσφέρει την επίδειξη της αναγκαιότητας μιας περαιτέρω κατηγορίας, η οποία καθιστά εφικτή την επίλυση της αντίφασης που ανακαλύφθηκε στην εφαρμογή της προηγούμενης κατηγορίας. Η αλυσίδα των κατηγοριών που κατασκευάζεται μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται για να επιδείξει (για να παραθέσουμε τον διαυγή σχολιασμό του Charles Taylor) «ότι η κατηγορικές έννοιες μας όπως τις κατανοούμε συνήθως, ανεξαρτήτως ριζικής αναγκαιότητας, είναι κατά κάποιον τρόπο αντιφατικές· και ότι αυτή η αντίφαση μπορεί να επιλυθεί (ή, στην πραγματικότητα, να συμφιλιωθεί) μόνο βλέποντάς τες ως συνδεδεμένες σε μια ορθολογική δομή» (Charles Taylor, Hegel, εκδόσεις Cambridge University Press, 1975, σελ. 227). Στην πραγματικότητα, όπως έχουν υποδείξει ο Taylor κι άλλοι ακόλουθοι του Χέγκελ, η πραγματική ακολουθία των εννοιών στη Λογική του Χέγκελ δεν ακολουθεί αυστηρά αυτό το σχήμα, ούτε οι μεταβάσεις απ’ την μια κατηγορία στην επόμενη δεν επιδεικνύονται πειστικά συχνά ως αναγκαίες. Ακόμη και στις καλύτερες περιστάσεις, πρέπει να πούμε, η αναγκαιότητα, σ’ αντίθεση με τον πιθανολογικό ή διαφωτιστικό χαρακτήρα, της μετάβασης μεταξύ των κατηγοριών στην εγελιανή διαλεκτική -και συνεπώς στο είναι της ως λογική– δεν έχει γίνει πειστικά. Ο Χέγκελ, σε κάθε περίπτωση, απλώς την αξιώνει. Μολαταύτα, το μοτίβο αυτής της «διαλεκτικής λογικής» πράγματι μοιάζει με το μοντέλο της ανάλυσης του Μαρξ για την αξιακή μορφή στο Κεφάλαιο.

Συνεπώς, ξεκινά την τρίτη ενότητα του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου με τ’ αποτελέσματα όπως επιδείχτηκαν (στην πρώτη ενότητα) ότι τα εμπορεύματα έχουν μια διττή φύση, είναι τόσο αξίες χρήσεις όσο κι ανταλλακτικές αξίες, ώστε να μπορούν να «εμφανίζονται σαν εμπορεύματα […] εφόσον έχουν αυτή τη διπλή μορφή. Τη φυσική μορφή και την μορφή της αξίας» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 61). Η απαιτούμενη αξιακή μορφή είναι γνωστή σε όλους στο χρήμα, το οποίο αναπαριστά τις αξίες των εμπορευμάτων σ’ αντίθεση «με τις ποικίλες φυσικές μορφές τους» (ό.π., σελ. 62). Η αξία, μια ιδιότητα όλων των εμπορευμάτων, αναπαρίσταται μόνο στην μορφή ενός ιδιαίτερου εμπορεύματος, του χρηματικού εμπορεύματος[12]. Πως γίνεται όμως αυτό; Πως το χρήμα αναπαριστά την αξία των εμπορευμάτων; Η δεύτερη ενότητα επέδειξε ότι ως αξίες, τα εμπορεύματα αποτελούν εκφράσεις μιας «κοινωνικής ουσίας», της αφηρημένης εργασίας, ώστε ο χαρακτήρας τους ως αξίες «καθαρά κοινωνική» και «μπορεί να εκδηλώνεται μονάχα στην κοινωνική σχέση του ενός εμπορεύματος μ’ ένα άλλο εμπόρευμα» (ό.π.), δηλαδή, στην ανταλλακτική αξία. Αυτό παράγει την ακόλουθη προφανή αντίφαση: η αξία, μια ιδιότητα των εμπορευμάτων, γίνεται ορατή μόνο στην ανταλλαγή μεταξύ εμπορευμάτων. Δηλαδή, η αξία φαίνεται να είναι ταυτόχρονα μια ατομική και μια σχεσιακή ιδιότητα. Είναι με την επίλυση αυτής της αντίφασης που ο Μαρξ προσπαθεί να εξηγήσει την μορφή της αξίας, το χρήμα, στη βάση της κατηγορίας της ανταλλακτικής αξίας

Πως εκδηλώνεται η αξία ενός εμπορεύματος; Ακολουθώντας την μεθοδολογική του συνταγή, ο Μαρξ ξεκινά με την «πιο απλή αξιακή σχέση» (ό.π.), τη σχέση ενός εμπορεύματος μ’ ένα άλλο διαφορετικό εμπόρευμα. Βασική σ’ αυτή τη σχέση ως «την πιο απλή έκφραση της αξίας ενός εμπορεύματος» (ό.π.) είναι η διαφορά μεταξύ των ρόλων που παίζουν τα δύο εμπλεκόμενα εμπορεύματα. Αν ψ ποσότητα του εμπορεύματος Β αποτελεί την ανταλλακτική αξία χ ποσότητας του εμπορεύματος Α, τότε η φυσική μορφή του Α αναπαριστά την αξία χρήσης του Α, και η φυσική μορφή του Β αναπαριστά την αξία του Α: το ψ είναι, με τους όρους του Β, αυτό που αξίζει η χ ποσότητα Α. Η εξίσωση του Α και του Β ως ανταλλάξιμα αναπαριστά τον χαρακτήρα τους ως αξίες σ’ αντίθεση με τον χαρακτήρα τους ως αξίες χρήσης, σύμφωνα με τις οποίες τα δύο εμπορεύματα είναι διαφορετικά και μη-ανταλλάξιμα. Όμως, ο αξιακός χαρακτήρας του καθενός γίνεται συνεπώς ορατός μόνο στο σώμα της αξία χρήσης του άλλου.

Η ανάλυση της αξίας ως εργασία απ’ τους κλασσικούς οικονομολόγους εξηγεί γιατί τα εμπορεύματα έχουν αξία, όμως δεν εξηγεί γιατί βρίσκουμε τι είναι αυτή η αξία μόνο στην πράξη της ανταλλαγής. Όμως, μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πράξη, ως μια εξίσωση δύο εμπορευμάτων, αποτελεί συνεπώς μια εξίσωση των ειδών της εργασίας που τα παρήγαγε, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο γενικός χαρακτήρας του ν’ αποτελούν προϊόντα εργασίας αναπαρίσταται στην ανταλλαξιμότητά τους. «Τον ειδικό χαρακτήρα της εργασίας που δημιουργεί αξία τον βγάζει στο φως μονάχα η ισοδύναμη έκφραση διαφορετικών στο είδος τους εμπορευμάτων ανάγοντας πραγματικά τις διαφορετικές στο είδος τους εργασίες που περιέχονται στα διαφορετικά εμπορεύματα στο κοινό που υπάρχει μέσα τους, σε ανθρώπινη εργασία γενικά» (ό.π., σελ. 63). Αυτό έπεται του συμπεράσματος του Μαρξ στη δεύτερη ενότητα ότι «[μ]ονάχα τα προϊόντα αυτοτελών κι ανεξάρτητων της μιας από την άλλη ατομικών εργασιών αντιπαραθέτονται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα» (ό.π., σελ. 56). Υπό τέτοιους όρους παραγωγής δεν υπάρχει καμία αναπαράσταση της κοινωνικής εργασίας σε αφαίρεση απ’ τα ιδιαίτερα είδη που την συνιστούν εκτός της ανταλλαγής.

Δηλαδή: η αξία μπορεί να εκφραστεί μόνο στη σχέση μεταξύ δύο διαφορετικών πραγμάτων που εξισώνονται μέσω της πράξης της ανταλλαγής· το Α, στην αξιακή του σχέση με το Β, «έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι έξω απ’ αυτή τη σχέση, όπως πολλοί άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη σημασία όταν φορούν ένα σακάκι με χρυσά γαλόνια παρά όταν δεν φορούν» (ό.π., σελ. 65). Η αναλογία αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ευφυολόγημα. Όπως η χρήση χρυσών γαλονιών που σηματοδοτεί την εξουσία, έτσι κι η χρήση της εμπορευματικής ανταλλαγής που σηματοδοτεί τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας αποτελεί έναν κοινωνικοϊστορικό θεσμό, όχι ένα γεγονός της φύσης. Αυτό φαίνεται, σύμφωνα με τον Μαρξ, από το γεγονός ότι η εμπορευματική ανταλλαγή δεν μπορούσε να κατανοηθεί πλήρως, ακόμη κι από έναν λαμπρό θεωρητικό όπως ο Αριστοτέλης, μέχρι την έλευση μιας μορφής κοινωνίας στην οποία μια γενικά αποδεκτή αντίληψη της ισότητας των ανθρώπων κατέστησε εφικτή την ιδέα της εξίσωσης όλων των μορφών εργασίας – μια αντίληψη που έγινε εφικτή «μόνο σε μια κοινωνία όπου η μορφή του εμπορεύματος είναι η γενική μορφή του προϊόντος της εργασίας, επομένως και η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους σαν κατόχων εμπορευμάτων είναι η κυρίαρχη κοινωνική σχέση» (ό.π., σελ. 74). Συνεπώς, «μόνο μια ιστορικά καθορισμένη εποχή [κοινωνικής] ανάπτυξης μετατρέπει το προϊόν της εργασίας σε εμπόρευμα, η εποχή που παρασταίνει την εργασία που ξοδεύτηκε για την παραγωγή ενός εμπορεύματος σαν “αντικειμενοποιημένη” ιδιότητά του, δηλαδή σαν αξία του» (ό.π., σελ. 75).

Μέχρι στιγμής, αυτό που ισχυρίζεται ο Μαρξ πως έχει επιδείξει είναι ότι υπό ορισμένους ιστορικούς όρους -συγκεκριμένα, αυτούς του καπιταλισμού- η εργασία που δαπανάται σε μεμονωμένες μονάδες παραγωγής μετατρέπεται σε κοινωνική εργασία (μόνο) όταν τα προϊόντα των μονάδων αυτών ανταλλάσονται, ώστε ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας που δαπανήθηκε στην παραγωγή οποιουδήποτε εμπορεύματος αναπαρίστατε (μόνο) μέσω της ανταλλαξιμότητάς του, και η ποσότητα αυτής της κοινωνικής εργασίας αναπαρίστατε (μόνο) απ’ την ποσότητα αγαθών για την οποία μπορεί ν’ ανταλλαχθεί. Στο λεξιλόγια των οικονομικών, η αξία αναπαρίστατε (μόνο) στην ανταλλακτική αξία. Ο Μαρξ ισχυρίζεται περαίτερω ότι εξηγώντας αυτό σημαίνει ήδη να έχει κατ’ αρχήν εξηγηθεί το αίνιγμα του χρήματος. Εισάγει την αιτιολόγηση του ισχυρισμού του αυτού μ’ ένα εγελιανό σύνολο φράσεων:

Με την πρώτη κιόλας ματιά βλέπουμε την ανεπάρκεια της απλής μορφής της αξίας, αυτής της εμβρυωδικής μορφής, που μόνο ύστερα από μια σειρά μεταμορφώσεις ωριμάζει και γίνεται μορφή της τιμής [στην οποία η αξία αναπαρίστατε σε μια ποσότητα χρήματος]. (ό.π., σελ. 75)

Βρίσκουμε εδώ μια απ’ τις αγαπημένες μεταφορές του Χέγκελ για την εννοιολογική ανάπτυξη, εκείνη την οργανικής ανάπτυξης, και θεμελιακότερα την πρόταση ότι η «ανεπάρκεια» της απλής μορφής που απαιτεί την εμφάνιση της μορφής της τιμής – του χρήματος. Όμως, το παρουσιαστικό της «διαλεκτικής λογικής» εδώ είναι παραπλανητικό. Η ανεπάρκεια της απλής μορφής δεν είναι λογική μα πρακτική κι υλική: δεν επαρκεί ως ένας τρόπος αναπαράστασης της αξίας σ’ ένα σύστημα στο οποίο όλα τ’ αγαθά γίνεται αντιληπτά ως προϊόντα ομογενούς (κοινωνικής) εργασίας. Για να επιτευχθεί αυτό, η αξία πρέπει ν’ αναπαρίστατε στην μορφή ενός εμπορεύματος με το οποίο μπορούν ταυτοχρόνως να εξισωθούν μέσω ανταλλαγής όλα τ’ άλλα εμπορεύματα.

Όπως γράφει ο Μαρξ μερικές παραγράφους παρακάτω, «η μεμονωμένη μορφή της αξίας περνά από μόνη της σε μια πιο πλέρια μορφή» (ό.π., σελ. 76). Παρότι αυτή η φρασεολογία («περνά») κατάγεται επίσης απ’ τον Χέγκελ, ο Μαρξ έχει πάλι κάτι πολύ σαφές κατά νου. Δεδομένου ότι η αξία ενός εμπορεύματος αναπαρίστατε στην μορφή ενός άλλου εμπορεύματος, η φυσική μορφή αυτού του άλλου εμπορεύματος δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κάποιο μοναδιαίο εμπόρευμα πρέπει να παίξει αυτόν τον ρόλο σε σχέση μ’ όλα τ’ άλλα εμπορεύματα, επειδή μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί η αξία ως τέτοια, σ’ αντίθεση με την αξία του τάδε ή δείνα συγκεκριμένου εμπορεύματος, ν’ αναπαρασταθεί. Η αξιακή μορφή, δηλαδή, δεν είναι μια μορφή που «λαμβάνει η αξία» (όπως η εμμφάνιση της ουσίας στον Χέγκελ) μα μια μορφή στην οποία οι άνθρωποι αναπαριστούν κάτι, τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας τους. Το επιχείρημα αυτό δεν βασίζεται σε μια υποτιθέμενη λογική αντίφασης κι επίλυσης, μα στη σταδιακή έκθεση των (πρακτικών) απαιτήσεων της κοινωνικής πρακτικής.

Για να το θέσουμε με τους όρους των δύο μεθόδων του Μαρξ, η ανάλυση του χρήματος ξεκινά με την εννοιολογική απομόνωση της στοχειώδους μορφής της σχέσης μεταξύ ενός εμπορεύματος και μιας ποσότητας χρήματος, ονομαστικά, μια σχέση ανταλλαγής μεταξύ εμπορευμάτων. Σε συνδυασμό με την περαιτέρω βασική αντίληψη ότι η ανταλλαγή λειτουργεί σε μια καπιταλιστική οικονομίας ως μέσο για την κοινωνικοποίηση της ατομικής εργασίας, επιδεικνύεται η αναγκαιότητα μιας μορφής, βασισμένης στην ανταλλακτική σχέση, για την αναπαράσταση της αξίας ως μια ιδιότητα που μοιράζονται όλα τα εμπορεύματα (ως συνεισφορές στο κοινωνικό προϊόν). Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μαρξ εξηγεί το γεγονός ότι η αξία του εμπορεύματος είναι αναπαραστάσιμη (μ’ εγελιανούς όρους, «εμφανίζεται») μόνο στην μορφή του χρηματικού ισοδύναμου.

Είναι αλήθεια ότι το λεξιλόγιο της Λογικής δίνει το παρόν σ’ αυτόν τον ισχυρισμό με μορφές που δεν καταπιάστηκα εδώ· έτσι, μεγάλο μέρος της ανάλυσης στην τρίτη ενότητα ανακαλεί τη διαλεκτική της ποσότητας και του μέτρου, η οποία συνδέεται με τη Διδασκαλία του Είναι και τη Διδασκαλία της Ουσίας. Όμως, κι εδώ επίσης η εμφάνιση «μιας εκ των προτέρων κατασκευής» λόγω του τρόπου έκφρασης διαψευδέται απ’ το πραγματικό ζήτημα του ισχυρισμού. Έτσι, για παράδειγμα, ο σημαντικός ισχυρισμός ότι «τα μεγέθη διαφορετικών πραγμάτων γίνονται ποσοτικά συγκρίσιμα μεταξύ τους μόνο ύστερα από την αναγωγή τους στην ίδια μονάδα» (ό.π., σελ. 63-64) δεν προέρχεται από μια «υλιστική αντιστροφή» της μεταχείρισης της ποσότητας απ’ τον Χέγκελ, μα κατάγεται ευθέως απ’ την ανάλυση του Σισμοντί για την αξία στο Etudes sur l’economie politique το οποίο μελετούσε ο Μαρξ και παράθεσε στις προκαταρτικές του μελέτες για τα Grundrisse (βλέπε F. E. Schrader, Restauration und Revolution, εκδόσεις Gerstenberg, 1980, σελ. 128 και μετά). Εν ολίγοις, δεν υπάρχει λόγος να μην δεχτούμε, όπως προτείνει κι ο Fred Schrader, την εξήγηση του ίδιου του Μαρξ για τη θέση της λογικής του Χέγκελ στο έργο του απ’ τα Grundrisse κι ύστερα: «Δεν υπάρχει καμία δυσοίωνη υποδοχή στον Χέγκελ, κανένα Παγκόσμιο Πνεύμα που αποκαλύπτεται να είναι το Κεφάλαιο, και καμία ανάγκη να αποκωδικοποιήσουμε μια ταυτότητα μεταξύ των κινήσεων του Είναι και της Αξίας» (ό.π., σελ. 136). Αντ’ αυτού, υπάρχει η πραγματίστικη χρησιμοποίηση του εγελιανού τρόπου έκφρασης της συστηματικής αλληλοσύνδεσης των κατηγοριών «για να έρθουν οι προτάσεις της θεωρίας του χρήματος, ήδη επεξεργασμένες στην ουσία τους» στη βάση των ιδεών του Storch και του Σισμοντί, «σε μια συστηματική αλληλοσύνδεση» (ό.π.).

Αυτό μας αφήνει με τα ερωτήματα του γιατί ο Μαρξ βρήκε τον εγελιανό τρόπο έκφρασης τόσο οικείο και τι, τελικά, μπορεί να σημαίνει να μιλάμε για μια μαρξική διαλεκτική.

Τα Grundrisse, όπως έχει επιδείξει ο Schrader, προσφέρουν το κλειδί στην απάντηση του πρώτου απ’ αυτά τα ερωτήματα. Είναι σημαντικό να θυμηθούμε ότι ο Μαρξ ανέλαβε την κριτική του έρευνα της πολιτικής οικονομίας όχι με στόχο να επεξεργαστεί μαι λογική των οικονομικών κατηγοριών, μα απ’ την επιθυμία του να καταλάβει τη φύση της κρισιακής τάσης της καπιταλιστικής οικονομίας (τον «νόμο κίνησής της»). Αυτό τον έφερε, μέσω της βιβλιογραφίας για το χρήμα και τις τράπεζες, ταυτοχρόνως σ’ αντιπαράθεση τόσο με την αστική οικονομική θεωρία όσο και με τις προυντονικές (και αγγλικές ουτοπικές-σοσιαλιστικές) απόπειρες για την ανάπτυξη μιας σοσιαλιστικής νομισματικής πολιτικής, η οποία θα επαναστατικοποιούσε τις σχέσεις παραγωγής και διανομής «μεταβάλλοντας το όργανο όργανο της κυκλοφορίας – την οργάνωση της κυκλοφορίας» (Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 83). Σ’ αντίθεση με τις αντιλήψεις αυτές, ο Μαρξ ισχυρίστηκε ότι καμία μορφή χρήματος «δεν μπορεί να άρει τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν στη χρηματική σχέση» και ότι τα εγχειρήματα αυτά δεν μπορούν «παρά μόνο να τις παραστήσουν με τη μια ή την άλλη μορφή» (ό.π.). Συνεπώς, ήταν εξ αρχής ένα συγκεκριμένο πολιτικό ζήτημα που οδήγησε τον Μαρξ να επικεντρωθεί στα ερωτήματα: «Το ίδιο το αστικό σύστημα ανταλλαγής δεν δημιουργεί την ανάγκη ενός ειδικού ανταλλακτικού οργάνου; Δεν δημιουργεί αναγκαστικά ένα ιδιαίτερο ισοδύναμο για όλες τις αξίες;» (ό.π., σελ. 86).

Αυτό το ισχυρίζεται ο Μαρξ επιδεικνύοντας ότι στο εμπορεματικό σύστημα/σύστημα της αγοράς, ο κοινωνικός χρόνος εργασίας δεν μπορεί ν’ αναπαρασταθεί άμεσα, αλλά μόνο με την μορφή της ανταλλακτικής αξίας, συγκεκριμένα με την μορφή της τιμής, ώστε κάθε προσπάθεια αναπαράστασης της αφηρημένης εργασίας, ας πούμε με «ωριαία κουπόνια», θα είχαν μόνο ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας μορφής χρήματος. Καθώς ο Μαρξ επεξεργάζεται αυτή την παρουσίαση, ο Μαρξ ξαφνικά συνειδητοποίησε κάτι που του παρείχε το κλεδί στην θεωρία του για το χρήμα: «Επειδή ο χρόνος εργασίας σαν μέτρο αξίας υπάρχει μόνο ιδεατά, δεν μπορεί να χρησιμεύει σαν το υλικό όπου συγκρίνονται οι τιμές. (Εδώ φωτίζεται ταυτόχρονα το πως και γιατί η αξιακή σχέση αποκτά στο χρήμα μια υλική και ξεχωριστή ύπαρξη. Αυτό ν’ αναλυθεί παραπέρα.)» (ό.π., σελ. 96)[13]. Τη σύλληψη της αξίας ως μια αφηρημένη ιδέα την ανακάλυψε ο Μαρξ στον Σισμοντί, και τη σύλληψη του χρήματος ως «κοινού όρου σύγκρισης» μεταξύ όλων των εμπορευμάτων τη βρήκε στο Cours d’economie politique του Storch (Schrader, ό.π., σελ. 126 και μετά). Η διορατικότητα του ίδιου του Μαρξ ήταν η ιδέα ότι η αφηρημένη σχέση μεταξύ των εμπορευμάτων ως προϊόντα της κοινωνικής εργασίας έπρεπε ν’ αναπαρασταθεί σε κάτι διακριτό απ’ τα ίδια τα εμπορεύματα. Το χρήμα ως αξιακή μορφή συνεπώς προσφέρει ένα μέσο για την αναπαράσταση του αφηρημένου χρόνους εργασίας. Το χρήμα είναι η υλική ενσάρκωση μιας ιδέας: «Ένα τέτοιο σύμβολο προϋποθέτει τη γενική αναγνώριση· δεν μπορεί να είναι παρά μόνο κοινωνικό σύμβολο· δεν εκφράζει, πραγματικά, παρά μια κοινωνική σχέση» (Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 99).

Η ιδέα αυτή αναδύθηκε, στην πραγματικότητα, ως μια αναπαράσταση των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως σύστημα. Παρότι «τα άτομα κυριαρχούνται τώρα από αφαιρέσεις», οι αφαιρέσεις αυτές, ή ιδέες, «δεν είναι παρά οι θεωρητικές εκφράσεις εκείνων των υλικών σχέσεων που κυριαρχούν πάνω στα άτομα» (ό.π., σελ. 115). Οι σχέσεις αυτές τελικά -στην ανάπτυξη της θεωρία στο Κεφάλαιο (όπως και πριν απ’ αυτό στα Grundrisse)- πρέπει να περιγραφτούν με τους όρους της σχέσης μεταξύ αυτών που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής κι αυτών που δεν κατέχουν τίποτα πέρα απ’ την ικανότητά τους να εργαστούν. Για να το θέσουμε χυδαία, η εργασία μπορεί να κοινωνικοποιείται ως εμπορευματοπαραγωγική εργασία μόνο όταν η ικανότητα για εργασία έχει γίνει η ίδια εμπορεύμα. Για να έχει το προϊόν της εργασίας τον χαρακτήρα της αξίας που αναπαρίστατε στην ανταλλαξιμότητά του με χρήμα, η εργασία αυτή πρέπει να είναι μισθωτή εργασία. Για να το θέσουμε διαφορετικά, η μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο δεν αποτελούν μόνο είδη εμπορεύματος μα τα θεμελιακά είδη που μόνο η ύπαρξή τους καθιστά εφικτή την ύπαρξη ενός κοινωνικού συστήματος κυβερνούμενου από αξιακές σχέσεις (βλέπε ό.π., σελ. 159-161).

Η αποκάλυψη αυτής της αλήθειας αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Η κριτική αυτή στοχεύει να επιδείξει πως οι κατηγορίες της οικονομικής θεωρίας αναπαριστούν μια συστηματικοποίηση, στην καθημερινή γλώσσα και σκέψη, των αναπαραστάσεων των κοινωνικών σχέσεων που ορίζουν την καπιταλιστική κοινωνία. Οι αναπαραστάσεις αυτές περνιούνται για λογικά τελικές περιγραφές των δομών και των δυνάμεων -«η οικονομία»- που ρυθμίζουν την κοινωνική εμπειρία απλώς επειδή, στον καπιταλισμό, οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής δεν έχουν άλλη μορφή αναπαράστασης πέρα απ’ αυτές του χρήματος και της αξίας του εμπορεύματος. Όπως εξήγησε ο Μαρξ στη τελευταία ενότητα του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου:

Το μυαλό των ατομικών παραγωγών αντανακλάει αυτόν τον διπλό κοινωνικό χαρακτήρα των ατομικών τους εργασιών μόνο με τις μορφές που εμφανίζονται στην πρακτική κυκλοφορία, στην ανταλλαγή των προϊόντων […] Πραγματικά, ο αξιακός χαρακτήρας των προϊόντων της εργασίας παγιώνεται μόνο με την πραγματοποίησή τους σαν αξιακά μεγέθη. Τα τελευταία μεταβάλλονται διαρκώς, ανεξάρτητα από τη θέληση, την πρόγνωση και τις πράξεις των προσώπων που ανταλλάσουν. (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 87 & 88)

Συνεπώς, παρότι μόνο μορφές σκέψης, οι κατηγορίες των αστικών οικονομικών είναι «κοινωνικά ισχύουσες και επομένες αντικειμενικές» (ό.π., σελ. 89). Έχουν, δηλαδή, τον χαρακτήρα ενός αυτόνομου συστήματος, παρότι «ο καθορισμός των αντικειμένων χρήσης σαν αξίες είναι δικό τους κοινωνικό προϊόν, όπως πχ και η γλώσσα» (ό.π., σελ. 87).

Γι’ αυτό τον λόγο, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η διαλεκτική λογική του Χέγκελ προσέφερε στον Μαρξ μια ακαταμάχητα ελκυστική ρητορική για την απεικόνιση του συστήματος των οικονομικών κατηγοριών που δομούν την κοινωνική πράξη στην καπιταλιστική κοινωνία. Η αυταπάτη του Χέγκελ ότι οι έννοιες του δημιουργούν οι ίδιες την κίνηση της συστηματικής του μεταχείρισης της νόησης αντακλά την αυταπάτη του ανθρώπινου είδους υπό τον καπιταλισμό ότι οι κοινωνικές σχέσεις που αποτελούν δικό τους ιστορικό προϊόν έχουν μια αναπόφευκτη δική τους ζωή[14]. Την ίδια στιγμή, παρότι όχι αυστηρά μιλώντας για λογική, το εγελιανό σύστημα περιελάμβανε μια υψηλά εκλεπτυσμένη περιγραφή κατασκευσής θεωριών, συγκεκριμένα για τις κοινωνικές επιστήμες, τονίζοντας την αλληλοσύνδεση των θεωρητικών κατηγοριών.

Όμως, το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της εγελιανής οπτικής για τον οποίο ο Μαρξ επαίνεσε τον Χέγκελ ως «μεγάλο στοχαστή», ήταν η ιδέα της διαλεκτικής όπως πραγματώνεται στην κοινωνική ιστορία, ως η αρχή (όπως το έθεσε ο Μαρξ στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου) σύμφωνα με την οποία «κάθε [ιστορικά] συντελεσμένη μορφή» γίνεται αντιληπτή μέσα στην ροή της κίνησης, και συνεπώς ως «παροδική». Η έκφραση αυτής της ιδέας απ’ τον Χέγκελ πράγματι αναπαριστούσε μια «μυστικοποίηση» λόγω, όπως εξήγησε ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, της τάσης των φιλοσόφων (μιλά για την παράδοση που ξεκίνησε με τον Διαφωτισμό κι έλαβε νέες μορφές στους Γερμανούς φιλοσόφους στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα) να βλέπουν τις ιδέες, το αντικείμενο του επαγγέλματός τους, ως τους καθοριστικούς παράγοντες της ιστορίας. Είναι οπότε πολύ εύκολο για κάποιον σαν το Χέγκελ να «βάλει μια τάξη σ’ αυτή την κυριαρχία των ιδεών, ν’ αποδείξει μια μυστικιστική σύνδεση ανάμεσα στις διαδοχικές κυρίαρχες ιδέες [σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους], που την κατορθώνει όταν τις καταλάβει σαν “αυτοπροσδιορισμούς της έννοιας”. (Αυτό είναι δυνατό, διότι εξ αίτιας της εμπειρικής τους βάσης αυτές οι ιδέες συνδέονται πραγματικά ανάμεσά τους και διότι, νοούμενες απλώς σαν ιδέες, γίνονται αυτοδιακρίσεις, διακρίσεις καμωμένες από τη σκέψη)» (Μαρξ & Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, σελ. 97).

Αντιθέτως, η μαρξική διαλεκτική δεν είναι ούτε μια θεωρία της ιστορίας ούτε μια ειδική «μέθοδος» κατασκευής θεωριών, μα η αρχή [principle] της κριτικής της ιδεολογίας. Η κριτική αυτή δεν είναι πρωτίστως λογική μα ανθρωπολογική και ιστορική, επειδή στοχεύει να επιδείξει ότι οι ανεπάρκειες της οικονομικής θεωρίας για την κατανόηση της καπιταλιστικής πραγματικότητας οφείλονται στην πρακτική της να θεωρεί τις μορφές των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων -στην πραγματικότητα προϊόντα της ανθρώπινης ιστορίας- ως αναπόφευκτες δομές. Ως αποτέλεσμα, «[α]υτό λοιπόν που ισχύει μόνο γι’ αυτή την ιδιαίτερη μορφή παραγωγής […] ότι δηλαδή ο ειδικός κοινωνικός χαρακτήρας των ανεξάρτητων της μιας από την άλλη ατομικών εργασιών συνίσταται στο ότι είναι ίσες σαν ανθρώπινη εργασία και ότι παίρνει τη μορφή του αξιακού χαρακτήρα των προϊόντων της εργασίας, φαίνεται […] στους ανθρώπους που επηρεάζονται από τις σχέσεις της εμπορευματικής παραγωγής εξίσου οριστική όπως και η μορφή του αέρα σαν φυσικού σώματος έμεινε η ίδια ύστερα απ’ την επιστημονική ανάλυσή του στα στοιχεία του» (Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 88)[15]. Η κριτική αυτής της αντίληψης αποτελεί οπότε μια προσπάθεια όχι έκθεσης της «αυτοανάπτυξης των εννοιών» μα ερμηνείας της ανάπτυξης των εννοιών απ’ τα «πραγματικά άτομα» (όπως το θέτει ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία) η δραστηριότητα των οποίων συγκροτεί την ιστορία της κοινωνίας.

Σημειώσεις:
1. Για μια λεπτομερή ανάλυση των εγελιανών κατηγοριών στα Grundrisse, βλέπε Fred E. Schrader, Restauration und Revolution, εκδόσεις Gerstenberg, 1980, σελ. 113-145.
2. Βλέπε O’Malley & Schrader, «Marx’s Précis of Hegel’s Doctrine of Being in the Minor Logic», International Review of Social History 22, 1977.
3. Πρβλ τη κριτική του Μαρξ για την προσπάθεια του Λασσάλ να εγελιοποιήσει την πολιτική οικονομία: «Σύμφωνα μ’ αυτή τη σημείωση, διακρίνω ότι στο δεύτερο μεγάλο του έργο λογαριάζει να εκθέσει την πολιτική οικονομία κατά τον τρόπο του Χέγκελ. Εκεί όμως θα έχει τη θλίψη να διαπιστώσει ότι άλλο πράγμα είναι να επαναφέρεις με την κριτική μιαν επιστήμη σ’ ένα επίπεδο που να επιτρέπει να την εκθέτεις διαλεκτικά, κι άλλο, εντελώς άλλο, πράγμα να εφαρμόζεις ένα αφηρημένο λογικό σύστημα, πανέτοιμο, σε αόριστες έννοιες αυτού του ίδιου του συστήματος» (Επιστολή του Μαρξ στον Ένγκελς, 1 Φεβρουαρίου 1858 στο Μαρξ & Ένγκελς, Αλληλογραφία 1844-1860, εκδόσεις Μπάυρον, 1986, σελ. 170).
4. Όπως έχει παρατηρήσει ο John Mepham, η μεταχείριση του χρήματος στο Κεφάλαιο είναι αρκετά διαφορετική απ’ αυτή στα Grundrisse, στα οποία ο Μαρξ πράγματι αναλαμβάνει «μια πλήρως εγελιανή ανάλυση της “μετάβασης απ’ την αξία στο χρήμα” – μια ανάλυση που αντικαταστάθηκε στο Κεφάλαιο απ’ την ανάλυση εκείνου που ο Μαρξ αποκαλούσε “πραγματικές σχέσεις” της κοινωνίας» (βλέπε John Mepham, «From the Grundrisse to Capital: The Making of Marx’s Method» στο Ruben & Mepham, eds, Issues in Marxist Philosophy, vol. 1, εκδόσεις Humanities Press, 1979, σελ. 161).
5. Για περαιτέρω ανάλυση της άρνησης του Μαρξ ότι είχε μια θεωρία της ιστορίας, στο πλαίσιο της απόρριψής του της δυνατότητας ύπαρξης μια γενικής θεωρίας της κοινωνίας γενικά, βλέπε Πωλ Μάτικ ο νεώτερος, Social Knowledge: An Essay on the Nature and Limits of Social Science, εκδόσεις Hutchinson, 1986, κεφάλαιο 6.
6. Η μετάφραση διορθώθηκε. [Σ.τ.Μ.: αναφέρεται σε διόρθωση της αγγλικής έκδοσης βάσει του γερμανικού πρωτότυπου. Κάναμε μια μικρή διόρθωση στην πρώτη φράση της ελληνικής μετάφρασης].
7. Έτσι, ο Μαρξ έγραψε το 1880 ότι στο Κεφάλαιο: «δεν εκκινώ από “έννοιες”, άρα ούτε από την “έννοια της αξίας”» μα απ’ την «απλούστερη κοινωνική μορφή στην οποία παρουσιάζεται το προϊόν της εργασίας στην τωρινή κοινωνία, κι αυτό είναι το “εμπόρευμα”» (Καρλ Μαρξ, Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας» του Adolph Wagner, εκδόσεις Κριτική, 1993, σελ. 29-30, διορθωμένη μετάφραση βάσει του γερμανικού πρωτότυπου). Παρομοίως, ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι «η αναλυτική μέθοδός μου […] δεν έχει τίποτε κοινό με τη καθηγητικογερμανική μέθοδο της σύνδεσης εννοιών» (ό.π., σελ. 34).
8. Μερικές σελίδες πίσω βρίσκουμε την παραγωγή, τη διανομή, την ανταλλαγή και την κατανάλωση να σχηματίζουν έναν «κανονικό συλλογισμό» ως υποδείγματα της τριάδας της γενικότητας, της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας απ’ τη Διδασκαλία της Ουσίας στη Λογική. «Αυτή είναι βέβαια μια συνάρτηση», γράφει ο Μαρξ, «αλλά επιφανειακή» (Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 58). Το ίδιο μοντέλο ακολουθείται στη διάταξη του υλικού σ’ ένα απ’ τα πλάνα για την ανάλυση του κεφαλαίου που περιγράφεται στα Grundrisse (ό.π., τόμος Β, σελ. 203), μόνο για να αφεθεί χωρίς περαιτέρω ανάλυση.
9. Ο Μαρξ, φυσικά, δεν αρνούνταν ότι τα φαινόμενα που εννοιολογούνται απ’ τις απλούστερες κατηγορίες ίσως «έχουν και κάποια ανεξάρτητη ιστορική ή φυσική ύπαρξη πριν» (Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 67) απ’ τις πιο σύνθετες. Συνεπώς, το χρήμα, βασικό για το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, υπήρχε πριν γεννηθεί το κεφάλαιο. Όμως, δεν είναι γενικά η περίπτωση που «η πορεία της αφηρημένης σκέψης, που υψώνεται από το απλούστατο στο σύνθετο, θα ανταποκρινόταν στην πραγματική ιστορική διαδικασία» (ό.π., σελ. 68). Συνεπώς, η επεξηγηματική αλληλουχία των εννοιών σχετικών με την ανάλυση του τάδε ή δείνα κοινωνικού συστήματος ούτε αντανακλά ούτε ερμηνεύει την ιστορική αλληλουχία των κοινωνικών θεσμών, όμως αποτελεί πλήρως μια λειτουργία της φύσης του συγκεκριμένου υπό εξέταση συστήματος.
10. Αντιπαρέβαλε την περιγραφή του Χέγκελ για τη διαλεκτική πρόοδο της νόησης ως να «καθορίζεται από το ότι εκκινεί από απλές καθοριστικότητες και ότι οι επόμενες γίνονται πάντοτε πιο πλούσιες και πιο συγκεκριμένες» (Χέγκελ, Η Μεγάλη Λογική, σελ. 647).
11. Βλέπε την ενδιαφέρουσα ανάλυση στο Witt-Hansen, Historical Materialism. The Method. The Theories, vol. 1, εκδόσεις Munksgaard, 1960, σελ. 9 και μετά.
12. Παρέβαλε την επιστολή του Μαρξ στον Ένγκελς, 2 Απριλίου 1858: «Απ’ αυτή την αντίθεση που αντιπαρατάσει τα γενικά χαρακτηριστικά της αξίας στην υλική της ύπαρξη στο εσωτερικό ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος […] πηγάζει η κατηγορία του χρήματος» (Μαρξ & Ένγκελς, Αλληλογραφία 1844-1860, σελ. 175).
13. Βλέπε την ανάλυση στο Schrader, ό.π., σελ. 113 και μετά.
14. Πράγματι, έχει προταθεί απ’ τον Herbert Schnadelbach, σε μια πολύ συναρπαστική εργασία, ότι «η εγελιανή μορφή της λογικής καθεαυτή δεν αποτελεί ένα σύστημα ανεξάρτητο απ’ την κοσμοαντίληψη με την οποία η αστική τάξη φαντάζεται τις ίδιες τις κοινωνικές της σχέσεις» (Herbert Schnadelbach, «Zum Verhaltnis von Logik und Gesellschaftstheorie bei Hegel» στο Negt, ed, Aktualitat und Folgen der Philosophie Hegels, εκδόσεις Suhrkamp, 1970, σελ. 59).
15. Περαιτέρω ανάλυση αυτής της αρχής [principle] θα οδηγήσει στην αντίληψη του Μαρξ για τη σχέση μεταξύ αυτών που αποκαλούσε «υλική βάση» και «ιδεολογικό εποικοδόμημα» της κοινωνικής πραγματικότητας· βλέπε Πωλ Μάτικ ο νεώτερος, Social Knowledge: An Essay on the Nature and Limits of Social Science, εκδόσεις M. E. Sharpe, 1986, ιδίως το κεφάλαιο 5.

Advertisements