Το παρακάτω κείμενο του Ζιλ Ντωβέ δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2016 στο ddt21. Αποτελεί το 5ο μέρος (απ’ τα συνολικά 12) της σειράς κειμένων του με τον τίτλο «Homo», η οποία καταπιάνεται με τη γενεαλογία της κατηγορίας της ομοφυλοφιλίας απ’ τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Καθώς τα γαλλικά μας δεν είναι και τόσο καλά, επιφυλασσόμαστε για πιθανά μικρολάθη στην μετάφρασή μας, έχοντας όμως αποδώσει πιστά το πνεύμα του κειμένου.

Έχουμε μια σεξουαλικότητα βασισμένη στη διάκριση ετεροφυλοφιλίας/ομοφυλοφιλίας.

Αυτή είναι η κυρίαρχη ιδέα στις δυτικές κοινωνίες απ’ τα τέλη του 20ού αιώνα κι ύστερα. Η πρόσθεση σ’ αυτόν τον πίνακα μια παλέτα με περισσότερες και πιο εκλεπτυσμένες αποχρώσεις (bi, queer, trans, κλπ) δεν αλλάζει τον κεντρικό άξονα της σεξουαλικότητας: είναι κανείς ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος; Ότι κι αν πιστεύει κανείς για την ομοφυλοφιλία, αν είναι καλή ή κακή, αν είναι επιλογή ή περιορισμός, η ομοφυλοφιλία θεωρείται πλέον ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους που για πολύ καιρό αρνήθηκε, περιθωριοποιήθηκε και καταστάλθηκε, και τελικά επιτέλους έγινε αποδεκτή στον κόσμο στις περισσότερες «πολιτισμένες» χώρες.

Αυτό που σήμερα φαντάζει μια πραγματικότητα (όχι «μπανάλ», καθώς υπήρξαν αναγκαίοι αγώνες για την επιβολή της πραγματικότητας αυτής) έχει «κατασκευαστεί» ιστορικά: για να την κατανοήσουμε καλύτερα, μπορούμε να δούμε πως ήταν τα πράγματα στις ΗΠΑ στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ειδικά στη Νέα Υόρκη, και λίγο στις νότιες ΗΠΑ.

Οι εργατικές τάξεις[1]

Στη Νέα Υόρκη, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, το να κάνουν άντρες σεξ με άντρες δεν ήταν μια πρακτική που λάμβανε χώρα εκτός της κοινωνίας. Ήταν ένα ειδικό μέρος μιας «κουλτούρας του δρόμου» κυρίως των εργατών, που απαντώταν συχνά στις γειτονιές των μαύρων, μα επίσης και στις γειτονιές Ιρλανδών, Ιταλών κι Εβραίων μεταναστών που απασχολούνταν σε βιομηχανικές κι εμπορικές δραστηριότητες, ιδίως γύρω απ’ το λιμάνι. Πολλοί απ’ αυτούς τους προλετάριους, μετανάστες εργάτες, ξεριζωμένους, άστεγους και πρώην κατάδικους δεν ήταν παντρεμένοι και δεν είχαν οικογένεια. Η βιομηχανική μητρόπολη, η Νέα Υόρκη, ήταν εν μέρει μια πόλη αντρών.

Η κοινωνική ζωή των εργατικών τάξεων λαμβάνε χώρο πολύ περισσότερο στους δημόσιους χώρους παρά στα στριμωγμένα κι άβολα σπίτια τους, και οι ηθικολόγοι κι οι αστυνομία το έβλεπαν αυτό ως μια απειλή της ηθικής κι έννομης τάξης.

Οι ομοφυλόφιλοι χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δημόσιο χώρο. Ζούσαν σ’ ένα λαϊκό περιβάλλον κι η κοινωνικοποίησή τους γινόταν στο περιβάλλον αυτό: τα σαλούν εξυπηρετούσαν ως κοινωνικά κέντρα ή τόποι πληροφόρησης, διασκέδασης, ευρέσεως εργασίας, πιθανώς ευρέσεως ερωτικού συντρόφου, εκπληρώνοντας μια τέτοια λειτουργία για όλους τους κατοικούς της γειτονιάς. Τόσο οι ομοφυλόφιλοι όσο κι οι μη-ομοφυλόφιλοι συνήθως συχνάζαν στα ίδια σαλούν.

Σ’ αυτή τη λαϊκή ζωής της πόλης της εργατικής τάξης, ο ομοφυλόφιλος είχε μια θέση: αποτελούσε ένα απ’ τα στοιχεία που έδιναν νόημα σε συναισθηματικές και σεξουαλικές σχέσεις.

Δεν είναι ότι η νεοϋορκέζικη εργατική τάξη του 1900 ήταν ιδιαίτερα ανεκτική και σεξουαλικά απελευθερωμένη. Όμως, ιδίως λόγων των υλικών όρων της ύπαρξής της, ο τρόπος «ρύθμισης των ηθών» που υιοθετήθηκε απ’ τους προλετάριους διέφερε από εκείνον των αστών σε πολλά σημεία: οικογενειακή ζωή, στέγαση, ο ρόλος του δρόμου κι ο διαχωρισμός μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας.

Μια ιδιαιτερότητα των λαϊκών γειτονιών ήταν η δημοσία ορατότητα των fairies [νεράιδες, αδερφές]. Η λέξη αρχικά όριζε τις νεράιδες (αυτές των παραμυθιών), μα χρησιμοποιήθηκε επίσης για άντρες που ήταν ελκυστικοί ή ήταν «θηλυπρεπείς»: αν δεν είναι αδιάφορο ότι ένας fairy έκανε σεξ με άντρες, ήταν τουλάχιστον δευτερεύον.

Άντρες με γυναικεία ρούχα ή/και που συμπεριφερόνταν όπως θεωρείται πως πρέπει να συμπεριφέρονται οι γυναίκες ήταν συνηθισμένες φιγούρες σ’ αυτές τις γειτονιές και σχετικά αποδεκτές, στο σημείο που γίνονταν αποδεκτοί στις «κανονικές» χοροεσπερίδες, μα κι ως σταρ σε χορούς μασκέ και drag shows, όπου οι fairies αποτελούσαν την κύρια ατραξιόν.

Απ’ το 1926 στο Χάρλεμ, ο χορός μασκέ στο Hamilton Lodge αποτελεί την μεγαλύτερη συνάντηση γκέι και λεσβιών της Νέας Υόρκης, προσελκύωντας χιλιάδες τραβεστί, στην πλειοψηφία τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, ειδικά τη δεκαετία του 1930, με την παρουσία των ομοφυλόφιλων να γίνεται όλο και περισσότερο σημαντική. Το 1929, υπήρχαν 2.000 χορευτές και χορεύτριες και 3.000 θεατές, κυρίως νεαροί μαύροι εργάτες. Το 1937 οι συμμετέχοντες ήταν 8.000, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου αριθμού αντρών ντυμένοι γυναίκες, μα επίσης και γυναίκες ντυμένες άντρες. Ομοφυλόφιλοι και των δύο φύλων εκτρέψαν μια πρακτική της «κανονικής» κοινωνίας: βρήκαν εκεί αρχικά μια θέση, και τελικά κατέληξαν να το οργανώνουν οι ίδιες κι οι ίδιοι.

Ένα περιθώριο της «καλή κοινωνίας», σελέμπριτις και καλλιτέχνες, παρεβρίσκονταν σ’ αυτό το μεγάλο γεγονός αναπόφευκτα μ’ έναν αντιφατικό τρόπο. Επειδή το παράδοξο αυτής της εκδήλωσης είναι ότι η μεταμφίεση γελοιοποιούσε την ιδέα ότι ο ομοφυλόφιλος άντρας πρέπει αναγκαία να είναι και «θηλυπρεπής», παράλληλα όμως αναπαρήγαγε αυτή την ιδέα με μορφή καρικατούρας. Το καρναβάλι είναι ένα μείγμα φύλων, καθώς και τάξεων, μια καθαρτική διακοπή, η αντιστροφή μιας νύχτας. Το σόου της αντιστροφής συνυπάρχει με τη νόρμα και την ενισχύει. Ενώ κάνει την πλαστότητα των σεξουαλικών ρόλων περισσότερο ορατή, η υπερβολική «θηλυκότητα» των fairies υποστήριζε το στερεότυπο για το πως φέρονται οι γυναίκες.

«Δεν είμαι γυναίκα»

Οι fairies συμπεριφέρονταν όπως κανένας άντρας δεν θα έπρεπε να συμπεριφέρεται, συμπεριφέρονταν όμως ακριβώς όπως οποιοσδήποτε αληθινά «αρρενωπός» άντρας πιθανόν θα ήθελε να συμπεριφέρεται μια γυναίκα.

Οι λαϊκές συνοικίες αποδέχονταν τις fairies ως μια ανωμαλία που ήταν περισσότερο διασκεδαστική παρά αποκρουστική: οι fairies δεν απειλούν την ιεράρχηση των φύλων, δεν είναι γυναίκες, είναι «ατελείς» άντρας. Ή, στην χειρότερη, η θηλυκότητα που προέβαλαν κι η περιφρόνηση για τα «παραδοσιακά» γυναικεία χαρακτηριστικά της ευπρέπειας και της συγκράτησης τις έκαναν ν’ αντιμετωπίζονται ως ιερόδουλες.

Από τα ρούχα ως την συμπεριφορά στον δρόμο, η «θηλυκότητα» αποτελεί το ουσιαστικό κριτήριο. Η «αφυσικότητα» συνίστανταν πρώτα απ’ όλα στην εγκατάλειψη των προνομίων και των υποχρεώσεων που χαρακτηρίζουν το στάτους του άντρα. Το ότι έψαχνα άντρες ερωτικούς και σεξουαλικούς παρτενέρ ήταν δευτερεύον. Απ’ την πλευρά του, ο άντρας που ανταποκρίνονταν στο φλερτ των fairies δεν θεωρούνταν «αφύσικος» όσο παρέμενε πιστός σ’ αυτά που υποτίθεται ότι ορίζουν την «αρρενωπότητα». Αυτό επέτρεπε τους άντρες, είτε ήταν παντρεμένοι είτε ανύπαντροι, που ζούσαν στις μεταναστευτικές κοινότητες με υψηλό βαθμό έμφυλου καταμερισμού [γυναίκες και άντρες μετανάστες ζούσαν σε μεγάλο βαθμό σε διαφορετικές γειτονιές, ανάλογα με τις δουλειές που υπήρχαν γύρω απ’ την καθεμιά] να έρχονται σε τακτική σεξουαλική επαφή μ’ άλλους άντρες χωρίς να ρισκάρουν να χάσουν το στάτους τους ως «άντρες».

Μια διάσημη δίκη της εποχής τ’ απεικονίζει αυτό καλά. Το 1919, το αμερικανικό ναυτικό ήθελε να εξαλείψει τον σοδομισμό [παρά φύσιν συνουσία] στη βάση του στο Newport. Το ναυτικό μάζεψε μια ντουζίνα φαντάρων που επιλέχτηκαν για το νεαρό της ηλικίας τους και την ομορφιά τους και τους έθεσε την αποστολή ν’ αποπλανήσουν ομοφυλόφιλους ώστε να παραπεμφθούν σε δίκη. Η υπόθεση οδήγησε σε 17 καταδίκες. Απ’ όσο γνωρίζουμε απ’ τις λεπτομερείς καταθέσεις, οι ναύτες που λειτούργησαν ως «δόλωμα» δεν είχαν πρόβλημα να έρθουν σε σεξουαλική επαφή με άντρες, καθώς για τους ναύτες οι fairies δεν ήταν πραγματικά άντρες μα θηλυκές υπάρξεις προς τις οποίες εκείνοι είχαν τον «αρσενικό» ρόλο.

Το φύλο των σεξουαλικών παρτενέρ δεν ήταν ακόμη εκείνη την περίοδο ένα κριτήριο διακρίσεων. Έγινε αργότερα, με τον διαχωρισμό μεταξύ fairies και «κανονικών» αντρών να δίνει τη θέση του στον διαχωρισμό μεταξύ ομοφυλόφιλων κι ετεροφυλόφιλων. Η διαφοροποίηση αυτή εμφανίστηκε στις μεσαίες και τις ανώτερες τάξεις πριν εμφανιστεί μεταξύ των προλετάριων.

Ταξική διάκριση

Στις ΗΠΑ, η αποκλειστική ετεροφυλοφιλία είχε πράγματι γίνει ένας αναγκαίος όρος «κανονικότητας» στις πλούσιες κοινωνικές τάξεις δυο γενιές πριν φτάσει στα μαύρα και λευκά λαϊκά στρώματα.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η κατάσταση και το εισόδημα των μεσαίων τάξεων έδωσε στους άντρες των μεσαίων τάξεων μια ευρύτερη ιδιωτική σφαίρα απ’ αυτή των προλετάριων. Ο «καθωσπρέπει» άντρας μπορεί να προσαρμοστεί στις νόρμες διακριτικότητας κι αυτοέλεγχου που κυριαρχούν στο περιβάλλον του ή, για τους πιο προνομιούχους, μπορούσε να υιοθετήσει τη στάση του τζέντλεμαν και των καλλιτεχνών. Ο άντρας που προτιμάει τους άντρες δεν πρέπει να το δείχνει, αποσυνδέοντας έτσι τη σεξουαλική του προτίμηση απ’ την εικόνα του «στην κοινωνία». Οι ενδείξεις της σεξουαλικότητας υποδεικνύουν επίσης μια κοινωνική διάκριση.

Οι fairies επιδεικνύουν χυδαία (για τους τρόπους των «κανονικών» ανθρώπων) στα βλέμματα του κόσμου μια σεξουαλική διαφορά. Ο ομοφυλόφιλος των «καλών» τρόπων (ο queer με την έννοια που είχε ο όρος εκείνη την εποχή) αποκρύπτει αυτή τη διαφορά με κομψότητα και την αποκαλύπτει μόνο στους «μυημένους».

Η εμφάνιση κι η σεβασμιότητα αποτελούν μέρος των όρων ύπαρξης και δουλειάς των μεσαίων τάξεων: τα ρούχα, η γλώσσα, η σοβαρότητα, ο τρόπος που στέκονται, τόσα πολλά σημάδια ανωτερότητας που επιβεβαιώνουν την λειτουργία τους του ελέγχου. Κι αν πολλοί εργάτες φιλοδοξούν σεβασμιότητα, λίγοι κατέχουν τα υλικά μέσα. Ένας άντρας που έχει χρήματα να νοικιάσει μια γκαρσονιέρα ή να επισκέπτεται ξενοδοχεία μπορεί να διατηρήσει καλύτερα την εικόνα του αποκρύπτωντας την μοιχεία ή την ομοφυλοφιλία.

Επιλογή αντικειμένου

Ο εργάτης αποδείκνυε την αρσενικότητά του παίζοντας τον «αντρικό ρόλο» όταν βρισκόταν στο κρεβάτι μ’ έναν άντρα, όπως άμα κοιμόταν και με μια γυναίκα. Ο άντρας της μεσαίας τάξη όλο και περισσότερο παρουσίαζε την αρσενικότητά του ως να ελκύεται αποκλειστικά από γυναίκες. Μπορεί να θεωρηθεί ως μια πτυχή της ηθικολόγησης των εργατικών τάξεων που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα.

Ακόμη, ήταν απαραίτητο το όραμα αυτό να υπάρξει κοινωνικά αναγκαίο.

Πρώτον, σύμφωνα με κοινωνιολογικές έρευνες, οι εξωγαμιαίες σχέσεις (είτε ομοφυλόφιλες είτε ετεροφυλόφιλες) ήταν πολύ περισσότερο συνηθισμένες μεταξύ των εργατών απ’ ότι στις μεσαίες τάξεις.

Απ’ την άλλη, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η ιατρική άλλαξε τον ορισμό της για τους έμφυλους ρόλους. Μέχρι τότε, η σεξουαλική επιθυμία θεωρούνταν λιγότερο σημαντική απ’ τον τρόπο (συγκεκριμένα, ενεργητικό ή παθητικό) που ικανοποιούνταν: η «αντιστροφή» ήταν ο άντρας που συμπεριφερόταν σαν γυναίκα, και για να διαφύγει κανείς αυτή την αντιστροφή αρκούσε να κατέχει τον «κυρίαρχο» [ενεργητικό] ρόλο [καθώς ο παθητικός ήταν ο «γυναικείος» ρόλος].

Όμως, εφεξής, το να είναι κανείς «άντρας» δεν σημαίνει μόνο να συμπεριφέρεται σαν «άντρας» (δηλαδή, να μην συμπεριφέρεται σαν «γυναίκα»), μα πάνω απ’ όλα να κάνει σεξ αποκλειστικά με γυναίκες. Ο Φρόυντ θεωρητικοποίησε αυτή την εξέλιξη διακρίνοντας μεταξύ σκοπού (εκείνο που επιδιώκει η σεξουαλική ορμή, όχι αναγκαία μόνο μια σεξουαλική πράξη με τη συνηθισμένη έννοια, πχ «διείσδυση») κι αντικειμένου (τα μέσα για την απόκτηση ευχαρίστησης, στα οποία περιλαμβάνεται η επιλογή του συντρόφου). Η ψυχιατρική δεν θεωρητικοποιεί πλέον την αντιστροφή μα την ομοφυλοφιλία, η οποία ορίζεται απ’ την έλξη απ’ το ίδιο φύλο, μια αντίληψη που ερχόταν σ’ αντίθεση με τις τότε λαϊκές αντιλήψεις και βιώματα.

Αν οι ακαδημαϊκές συζητήσεις επιδράσαν στη συμπεριφορά των ανθρώπων, είναι επειδή η «βιοπολιτική» δεν είναι ένα ζήτημα λέξεων. Ήταν μόνο ύστερα απ’ το 1945 που σταδιακά επικράτησε μια νέα αντίληψη για τη σεξουαλικότητα, χάρη στη διάχυσή της απ’ το σύνολο των θεσμών της κοινωνικής ασφάλισης και της δημόσιας υγείας, καθώς και στην ηθική και την κοινή γνώμη.

Όμως, δεν θα υπήρχε κανένας μετασχηματισμός των σεξουαλικών πρακτικών χωρίς μια ριζική αλλαγή στη θέση, και συνεπώς την εικόνα, των γυναικών, λόγω της τάσης εξίσωσης -μερική κι αντιφατική- της αντρικής και γυναικείας συνθήκης. Ουσιαστικά όλες οι προκαπιταλιστικές κοινωνίες επιβάλαν συγκεκριμένες λειτουργίες στις γυναίκες, οι οποίες λειτουργίες τοποθετούν τις γυναίκες σ’ ένα ξεχωριστό, δευτερεύον και κατώτερο στάτους. Όταν στη νεωτερική εποχή οι γυναίκες αναγκάστηκαν να δουλεύουν εκτός του σπιτιού και όλο και περισσότερο σ’ επαγγέλματα και θέσεις που θεωρούντα «αντρικές», ο μισθός δεν καταπνίγει μεν την ιεράρχηση των φύλων, όμως την αμβλύνει. Στην κυρίαρχη δυτική αναπαράσταση, η γυναίκα έχει πάψει να είναι αφοσιωμένη στο σπίτι, μια παθητική κι αιώνια ελάσσονα ενώπιον του «αληθινού» εργαζόμενου κι ενεργού άντρα. Ως αποτέλεσμα, αν η γυναίκα δεν καθυποτάσσεται πλέον συστηματικά, το να συμπεριφέρεται κανείς όπως υποτίθεται ότι συμπεριφέρονται οι γυναίκες έγινε λιγότερο σύμβολο και συνώνυμο της κατωτερότητας. Εδώ το «ζήτημα της ομοφυλοφιλίας» συναντά το γενικότερο ζήτημα της σχέσης άντρων/γυναικών[2].

Η εξέλιξη αυτή υπήρξε αναγκαία ώστε να γεννηθεί μια ιστορική πραγματικότητα με τ’ όνομα ετεροφυλοφιλία ενώπιον μιας άλλης με τ’ όνομα ομοφυλοφιλία. Το 1948, ο καθηγητής Άλφρεντ Κίνσεϊ επιβεβαίωσε στους έκπληκτους συμπατριώτες του ότι περισσότερο απ’ το 1/3 των Αμερικανών αντρών είχε τουλάχιστον μια εμπειριά στη ζωή του που αναγνωρίζεται ως ομοφυλοφιλική. Αποκηρυγμένο για τις μεθόδους καθώς και για τις καλές ή κακές προθέσεις της, το βιβλίο του Sexual Behavior in the Human Male είχε μεγάλη επιτυχία στις πωλήσεις, είχε επίσης μια επίπτωση: πλέον, οι «κανονικοί» άντρες που περιστασιακά κάνουν σεξ μ’ άλλους άντρες, μπορούσαν να ζουν (και να θεωρούνται κοινωνικά) ως «στρέιτ».

Στο βάθος του Νότου

Τα πάντα φαίνονται στο Μισισίπι να ‘ναι αντίθετα απ’ την Νέα Υόρκη. Το Μισισίπι είναι μια απ’ τις περισσότερο θρησκευόμενες και ρατσιστικές πολιτείες των ΗΠΑ, κάτι που το 1955 αντικατοπτριζόταν μέχρι και στις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις, με τη νομοθεσία ενάντια στον σοδομισμό του 1839 να ισχύει ακόμη και μεταξύ ετεροφυλόφιλων ζευγαριών[3]. Μολαταύτα, υπήρχαν κοινά σημεία μεταξύ της μητρόπολης, σύμβολο του εκσυγχρονισμού, και της αντιδραστικής πολιτείας.

Αν οι άντρες που ελκύονταν από άλλους άντρες δεν είχαν μόνιμους χώρους στο Μισισίπι όπως στη Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο δεν σημαίνει και πως δεν υπήρχαν. Είχαν σχηματίσει άτυπα δίκτυα, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τα σύγχρονα μέσα μεταφοράς, ιδίως το αυτοκίνητο.

Ήταν ευρεία αποδεκτό ότι τ’ αγόρια περνάνε από μια φάση αμφιφυλοφιλίας μέχρι να επικρατήσει στα περισσότερα απ’ αυτά το ενδιαφέρον τους για τις κοπέλες. Η σεξουαλικότητα αυτή ήταν αποδεκτή στον βαθμό που μπορούσε να πλασαριστεί ως παιχνίδι και δεν συμπεριλάμβανε ενήλικες.

Τη δεκαετία του 1930, ένας έφηβος που κυκλοφορούσε στην πόλη με τον φίλο του (που θα μπορούσε επίσης να είναι εραστής του), φορώντας κορσέ και φούστα, προκαλούσε τα γέλια των περαστικών. Η εκκεντρικότητα γινόταν ανεκτή όσο δεν αμφισβητούσε την οικογένεια και την κοινωνική τάξη. Η μεταμφίεση γινόταν αποδεκτή ως παιχνίδι, απαγορευόταν όμως ως αδίκημα στην περίπτωση που επιδείκνυε σεξουαλικότητα.

Την ίδια στιγμή, οι drag εκκλησίες, παρωδίες γαμήλιων τελετών στην εκκλησία με κάποιον άντρα ντυμένο νύφη, ήταν ένας τρόπος διασκέδασης για πολλούς ενορίτες. Μας φέρνει στον νου τους χορούς μασκέ στο Χάρλεμ, ή τις τραβεστί στα σόου του στρατού το 1914-1918 και το 1939-1945. Στα σχολεία γίνονταν διαγωνισμοί ομορφιάς για τ’ αγοριά, ξανά με παρωδίες γάμου με τ’ αγόρια ντυμένα νύφες. Υπήρχαν αρκετοί χώροι και περιστάσεις πρόσχημα για τον χλευασμό της ετεροφυλοφιλίας.

Τουλάχιστον όσο «δεν το παρακάνεις». Αν κάποιος φορούσε αρκετά συχνά φορέματα, αν ήταν πολύ συναινετικός σε σεξουαλικά παιχνίδια, αν είχε συχνά παθητικό ρόλο στο κρεβάτι, τότε αντιμετωπίζονταν ως queer, μια λέξη που σημαίνει πολύ περισσότερα από απλά ομοφυλόφιλος, επειδή δήλωσε επίσης πολλές εκφράσεις και στάσεις που δεν συμμορφώνονταν (ή που αντιτίθονταν ευθείως) στις έμφυλες νόρμες. Συγκεκριμένα, δεν θα έπρεπε ποτέ κανείς να παραβεί «τον εννοούμενο κανόνα ότι ο άντρας δεν έχει παθητικό ρόλο στο σεξ» (John Howard): το να είσαι «άντρας» σήμαινε να είσαι ενεργητικός, οπότε να είσαι αυτός που διεισδύει στον ή την σύντροφό σου.

Στο τέλος μιας μακράς και δύσκολης εξέλιξης που δεν μπορούμε να συνοψίσουμε εδώ, τελικά το Μισισίπι σταμάτησε να ποινικοποιεί την ομοφυλοφιλία. Ενώ οι κάτοικοι του Μισισίπι του 1950 δεν σκέφτονταν με όρους «ομοφυλοφιλίας κι ετεροφυλοφιλίας» μα με τον όρο της «αμαρτίας», στο Μισισίπι του 21ου αιώνα οι άνθρωποι αναγνωριζούν (κάτι που δεν σημαίνει αναγκαία κι αποδοχή) ένα κοινωνικό γεγονός, την ομοφυλοφιλία, βασισμένο σ’ έναν προσανατολισμό προς το ίδιο φύλο. Η δυαδικότητα ομοφυλόφιλος/ετεροφυλόφιλος επικρατεί εξίσου στο Τζάκσον [πρωτεύουσα του Μισισίπι] και τη Νέα Υόρκη: η ομοφυλοφιλία δεν γίνεται πλέον αντιληπτή ως ένα σύνολο σεξουαλικών δραστηριοτήτων μεταξύ αντρών, αλλά ως ένα τρόπος ύπαρξης, πιθανώς συνδεδεμένος μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Το ίδιο κι η ετεροφυλοφιλία.

Ζήτημα λέξεων

Κανένα λεξιλόγιο δεν είναι ουδέτερο. Οι αναγνώστες ίσως να νιώσαν έκπληξη με τη χρήση του τάδε ή δείνα όρου στις παραπάνω γραμμές, βρίσκοντάς τους μερικές φορές αναχρονιστικούς. Ο George Chauncey στην αρχή του βιβλίου του, Gay New York: 1890-1940, προειδοποιεί ότι θα χρησιμοποιήσει όρους που «σήμερα έχουν υποτιμητική σημασία κι εκ πρώτης όψεως ίσως σοκάρουν τον αναγνώστη». Μεταξύ του κινδύνου του αναχρονισμού (να μιλήσω για ομοφυλόφιλους ή γκέι τόσο για το 1870 όσο και για το 1910) και της ασάφειας (να χρησιμοιώ για κάθε χρονική περίοδο μόνο τους όρους της εποχής εκεινής), προτίμησα να παραμείνω όσο σαφέστερος μπορούσα, και συχνά επέλεξα να χρησιμοποιήσων τη λέξη «ομοφυλόφιλος», μερικές φορές και το συντετμημένο «homo», το οποίο είναι κι ο τίτλος αυτής της σειράς κειμένων.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι όροι fairy και queer χρησιμοποιούνταν κυρίως απ’ τους νεοϋορκέζους ομοφυλόφιλους για τους νεοϋορκέζους  ομοφυλόφιλους. Οι άντρες που ελκύονταν από ένα άτομο του ίδιου φύλου, κι όχι από έναν θυληκοποιημένο άντρα (η fairy), λέγονταν queer, χωρίς να συνυποδηλώνεται κάτι αρνητικό μ’ αυτή τη λέξη (που σημαίνει περίεργος, παράξενος), χωρίς να σημαίνει ότι βρίσκονταν εκτός της στατιστικής κανονικότητας των αντρών που ελκύονται από γυναίκες. Επιπλέον, αμφιφυλόφυλος δεν ήταν εκείνου που γούσταρε κι άντρες κι γυναίκες, μα εκείνος που ήταν και «αρρενωπός» και «θηλυπρεπής».

Την ίδια στιγμή, ο Αμερικάνος που ήθελε να είναι «κανονικός» απαρνιόταν τα αισθήματα και τις συμπεριφορές που θα τον κάναν να θεωρηθεί ομοφυλόφιλος… και να τον αποκαλούνε queer.

Ο όρος queer σιγά-σιγά υποχώρησε, ειδικά μεταξύ των νεαρών γκέι αντρών, ενώ ο όρος γκέι, ο οποίος άρχισε να χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα απ’ τα μήντια τη δεκαετία του 1960, έγινε, αν όχι ο επιβεβλημένος, ο σύνηθης όρος, και η κυριαρχία του προϋπόθετε τη νέα πνευματική εικόνα που διαφοροποιεί τον ομοφυλόφιλο απ’ τον ετεροφυλόφιλο. Καθώς η ομοφυλοφιλία έπαψε να είναι «αφύσικη», έχασε τον ιδιόρρυθμο, queer χαρακτήρα της, εξού κι η εγκατάλλειψη του όρου, και την μετέπειτα επανυιοθέτησή του απ’ τους περισσότερο ριζοσπάστες όταν το γκέι είχει γίνει μια νέα νόρμα. Θα μιλήσουμε επ’ αυτού σε κάποιο μελλοντικό κείμενο.

Ζήτημα ύπαρξης

Για τη νεοϋορκέζικη εργατική τάξη των αρχών του 20ού αιώνα, η ετεροφυλοφιλία δεν ήταν ένα απ’ τα αναγκαία κριτήρια κι όρους για να «είναι κάποιος άντρας». Η επιθυμία ενός άντρα για έναν άλλον άντρα αποκάλυπτε τόσα λίγα για τη σεξουαλική του προσωπικότητα όσο κι η προτίμησή του για γυναίκες με καστανά ή ξανθά μαλλιά.

Ο άντρας που συμπεριφέρονταν όπως θεωρούνταν ότι πρέπει να συμπεριφέρονται οι γύναικες ήταν ομοφυλόφιλος. Όμως, ακριβώς, κανείς δεν μιλούσε για «ομοφυλόφιλο». Ήταν μια λέξη που δεν υπήρξε διαδεδομένη πριν το ακριβές νόημά της, το αν κάποιος έλκεται απ’ το ίδιο φύλο ή απ’ το άλλο, να γίνει το κριτήριο για τον ορισμό του «άντρα». Σήμερα, ομοφυλόφιλος άντρας είναι ο άντρας που κάνει έρωτα μ’ έναν άντρα και -ακόμη περισσότερο- που ζει μαζί μ’ έναν άντρα μια ζωή συγκρίσιμη με τη ζωή ενός ετεροφυλόφιλου ζευγαριού, σαν οικογένεια. Ενώ οι fairies ενίσχυαν μέσω της αντίθεσης ένα οικογενειακό μοντέλο που γενικότερα δεν εξασκούσαν, ο σύγχρονος ομοφυλόφιλος διάγει μια «κανονική» οικογενειακή ζωή όπως όλοι οι άλλοι.

Μέχρι αρκετά πρόσφατα, το στερεότυπο κι η καρικατούρα του ομοφυλόφιλου ήταν η «θηλυκότητα» των fairies. Με την κουλτούρα, ακόμη και την αίρεση, του σώματος, είναι η εικόνα του προμελετημένα «αρρενωπού» άντρα εκείνη πλέον κυριαρχεί. H «τρελή», η drag, η προκλητική υπερβολή θεωρούνται καλά για το Gay Pride, για το σόου και τα πάρτυ, όμως όλοι γνωρίζουν ότι είναι είδη δευτερεύουσας επίδειξης συγκριτικά με τη συχνή παρουσία στα γυμναστήρια όπου οι γκέι, όπως κι οι στρέιτ, συντηρούν το κεφάλαιο-σώμα τους.

Σήμερα, η σεξουαλικότα διαιρείται βάσει του άξονα ομοφυλοφιλίας/ετεροφυλοφιλίας, με τον καθένα να είναι το ένα ή το άλλο ή, ακόμη περισσότερο, με τους αμφιφυλόφιλους να πηγαίνουν απ’ τον έναν πόλο στον άλλο, τους queer να συνδυάζουν αυτοσχέδια τις επιτεύξιμες διακυμάνσεις, τους τρανς να υπερβαίνουν τα βιολογικά όρια μεταξύ των δύο πόλων. Μένει να καταλάβουμε τον αδιάκοπο πολλαπλασιασμό αυτών των (υπο)κατηγοριών ως, απ’ τη στιγμή που επικράτησε στα μυαλά και τους τρόπους των ανθρώπων στο τέλος του 20ού αιώνα, η δυαδικότητα ομοφυλόφιλος/ετεροφυλόφιλος να μπορούσε να επιβληθεί μόνο υποδιαιρόμενη ως το άπειρο. Μπορούμε εδώ να δούμε μια πρόοδο. Μπορούμε επίσης να δούμε μια ταυτότητα σε κρίση – μια κρίση στην καρδιά του ζητήματός μας, με την οποία θα καταπιαστούμε στο τέλος αυτής της σειράς κειμένων.

Σημειώσεις:
1. Η εργατική τάξη για την οποία μιλούν οι αγγλόφωνοι ιστορικοί είναι ευρύτερη απ’ την «εργατική τάξη»: πέρα απ’ τους εργάτες (εργοστάσιο, οικοδομή, επισκευές, κλπ) περιλαμβάνει όλους τους χειρωνάκτες εργάτες, ανειδίκευτους ή χαμηλής ειδίκευσης, συμπεριλαμβανομένων οδηγών λεωφορειών, υπαλλήλους καταστημάτων, νοσοκόμες, κλπ. Οι κάτοικοι των γαλλικών «εργατικών προαστείων» επίσης δεν ήταν όλοι τους εργάτες. Πέρα απ’ την εργατική τάξη, έχουμε οπότε καταφύγει στη χρήση των όρων «λαϊκές τάξεις», «λαϊκών κύκλων» κι «εργατική τάξη», όροι που σήμερα είναι ξεπερασμένοι μα ταιριαστοί στη Νέα Υόρκη του 1910.
2. Επ’ αυτού, βλέπε το κείμενο «Για το “Γυναικείο Ζήτημα”».
3. [Σ.τ.Μ.]: Τελικά, μόνο το 2006 ο νόμος του Μισισίπι ενάντια στον σοδομισμό κρίθηκε αντισυνταγματικός, ενώ παρόμοια νομοθεσία ίσχυε μέχρι το 2003 και στο Τέξας και τη Τζόρτζια.
4. [Σ.τ.Μ.]: Κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων, κάποιοι στρατοί οργανώναν διάφορα σόου για τους στρατιώτες στο μέτωπο για να τους ενισχύσουν το ηθικό. Στις παραστάσεις συνήθως συμμετείχαν στρατιώτες. Μια σύνηθης ατραξιόν ήταν κάποιοι στρατιώτες να ντύνονται γυναίκες και να κάνουν ένα είδος drag show.

Βιβλιογραφία:

George Chauncey, Gay New York: 1890-1940, εκδόσεις Fayard, 2003.

Hidden From History. Reclaiming the Gay & Lesbian Past, συλλογικό έργο, εκδόσεις Penguin, 1991.

John Howard, Men Like That: A Southern Queer History, εκδόσεις University of Chicago Press, 2000. Το βιβλίο καλύπτει την περίοδο 1945-1985, οπότε είναι χρήσιμο για τη σχέση τάξης/φύλου/φυλής, όμως εδώ δεν επαρκεί ο χώρος γι’ αυτή τη συζήτηση.

Neil Miller, Out of the Past. Gay & Lesbian History from 1869 to the Present, εκδόσεις Vintage, 1995.

Φρόυντ, Trois essais sur la théorie sexuelle, 1905.

Advertisements