Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε απ’ τον Walt Auerbach και δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Intransigence τον Ιούλιο του 2018. Η φωτογραφία είναι απ’ την Πρωτομαγιά του 1947 στο Τελ Αβίβ.

Λίγα ζητήματα προκαλούν τόση αντιπαράθεση όσο το σύγχρονο Ισραήλ. Καμία άλλη εθνοθρησκευτική σύγκρουση δεν πολώνει την πολιτική γνώμη τόσο απόλυτα, ούτε προκαλεί το ίδιο επίπεδο διεθνούς ενδιαφέροντος, όσο εκείνη μεταξύ του λεγόμενου Εβραϊκού κράτους και του μεγάλου πληθυσμού των δίχως κράτος Αράβων που συνεχίζει να εκτοπίζει. Τα τελευταία χρόνια, αναταραχές σ’ άλλα σημεία της Μέσης Ανατολής σχεδόν επισκιάσαν τη διάμαχη αυτή που τραβάει δεκαετίες. Όμως, η σφαγή άμαχων διαδηλωτών[1] από ελεύθερους σκοπευτές των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF, οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ) κατά μήκος του σύνορου της Γάζας στη διάρκεια των τελευταίων μερικών μηνών, σκληρά αποκαλούμενες στον δυτικό τύπο με τον ευφημισμό «συγκρούσεις» κι «αντιπαραθέσεις»[2], έχει πυροδοτήσει οργή σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.

Όμως, η οργή σπάνια οδηγεί σε διορατικότητα, πολλώ δε μάλλον σε αποτελεσματική δράση. Μ’ αυτό, φυσικά, δεν αρνούμαστε ότι οι πολιτικές του Ισραήλ είναι εξοργιστικές, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Αντ’ αυτού, σημαίνει απλώς ν’ αναγνωρίσουμε ότι η αγανάκτηση δεν αρκεί για την επαρκή κατανόηση ενός προβλήματος – πόσο μάλλον για να φτάσουμε σε μια ικανοποιητική λύση. Χρειάζεται συνεπώς μια λιγότερο παθιασμένη προσέγγιση. Ο Λέων Τρότσκι αρεσκόταν να επικαλείται μια ρήση του Σπινόζα, εξηγώντας ότι ο σκοπός του δεν ήταν «να χλευάσει, να μοιρολογεί ή να αποστραφεί τις ανθρώπινες πράξεις, αλλά αντ’ αυτού να τις κατανοήσει»[3]. Εδώ η υλιστική μέθοδος του Μαρξ αποδεικνύεται αρμόζουσα στο καθήκον, στον βαθμό που μας επιτρέπει να δούμε τις ανθρώπινες πράξεις στη συγκεκριμένη τους ιστορική εξέλιξη, χωρίς να καλύπτονται απ’ τα σύννεφα της ηθικής προκατάληψης ή της μεμψίμοιρης συναισθηματολογίας.

Ενώ δεν είναι η αρκετά ουδέτερη, η βεμπεριανή Wertfreiheit [η επιστημονική απαίτηση ότι μια πρόταση πρέπει να κρίνεται ανεξάρτητα απ’ το κανονιστικό της περιοχόμενο], τουλάχιστον θα μας αποτρέψει από γρήγορες επικρίσεις και μονόπλευρες αποκηρύξεις. Ο σιωνισμός είναι ένα ιδιαίτερα συναφές αντικείμενο ανάλυσης, επιπλέον επειδή από μόνος του ανακουφίζει ένα ζεύγος ζητημάτων τα οποία έχουν καιρό απασχολήσει τους μαρξιστές: 1) το «εβραϊκό ζήτημα» και 2) το «εθνικό ζήτημα». Ο εβραϊκός εθνικισμός, όχι μόνο ο σιωνισμός μα επίσης κι μπουντιστική του νέμεσις, μπορούν οπότε να συσχετιστούν με τη τάση του μαρξικού διεθνισμού στο εργατικό κίνημα της ανατολικής Ευρώπης. Από εκεί, η ιστορία της παρούσας διαμάχης μεταξύ Εβραίων κι Αράβων στην Μέση Ανατολή μπορεί να χωριστεί σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Εκκινώντας απ’ τον Yishuv ή αλλιώς εβραϊκό εποικισμό στην μεταοθωμανική Παλαιστίνη υπό βρετανική αποκιοκρατία, μέσω της ίδρυσης του σύγχρονου Ισραήλ το 1948, έως τη τελική ανάδυσή του σε μια περιφερειακή υπερδύναμη του 1967. Το άρθρο θ’ ακολουθήσει τη χρονολογική αυτή σειρά.

Οπότε, σ’ όσα ακολουθούν, το επιχείρημα χωρίζεται σε δύο κύριες ενότητες, με την κάθε μία να χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποενότητες, καταλήγωντας στο τέλος σ’ ένα συμπέρασμα.

Ι. ΕΒΡΑΪΚΟ ΚΙ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Α. Ο μαρξισμός και το εβραϊκό ζήτημα

Το 1492 σηματοδοτεί ένα ορόσημο στην προϊστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας, και σχετίζεται με την παρούσα διερεύνηση για μερικούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, επειδή ήταν το έτος που ο Κολόμβος έπεσε πάνω στην Αμερική προσπαθώντας να βρει μια συντομότερη θαλάσσια διαδρομή προς την Ινδία. Δεύτερον, επειδή οι ηνωμένοι μονάρχες Φερδινάνδος Β’ της Αραγωνίας και Ισαβέλλα Α’ της Καστίλης εκδόσαν στις 31 Μαρτίου του ίδιου έτους το Διάταγμα της Γρανάδας, το οποίο προσέταζε την εκδίωξη των Εβραίων απ’ την Ισπανία. Εκείνο που ο Μαρξ αποκάλεσε στο Κεφάλαιο «πρωταρχική συσσώρευση» δεν περιλάμβανε μόνο τη φυλετικοποιημένη δουλεία σ’ όλο τον Ατλαντικό και την αδιάκριτη σφαγή των αυτόχθονων λαών, μα επίσης την μαζική έξοδο των Ισπανών Εβραίων[4]. Ο Λόρεν Γκόλντνερ έχει υπογραμμίσει τη σημασία των νόμων περί της «καθαρότητας του αίματος» που διαμόρφωσαν έκτοτε τις μετέπειτα ιδέες αναφορικά με τη φυλή, μολονότι για την εποχή αυτές «παρέμενουν μπλεγμένες με μεσαιωνικές αντιλήψεις»[5]. Παρότι δεν ταυτίζεται με τον κατ’ εξοχήν καπιταλισμό -οι ειδικές σχέσεις του οποίου ριζώσαν στο έδαφος της βρετανικής γεωργίας- η πρωταρχική συσσώρευση μολαταύτα αναπαριστούσε μια αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίησή του.

Το λεγόμενο «εβραϊκό ζήτημα» ξεκίνησε αρχικά να διαμορφώνεται κατά την περίοδο της αστικής επανάστασης. Οι Εβραίοι συνέρρεαν στο Άμστερνταμ μετά την Ολλανδική Επανάσταση του 1572-1585, όπου επιτέλους τους επιτράπηκε να εξασκούν τη θρησκεία τους απ’ το 1622 κι ύστερα. Πολλοί μετακινήθηκαν εκ νέου στην Αγγλία ύστερα απ’ την πρόσκληση του Όλιβερ Κρόμγουελ περί του 1653. Τέλος, μέσω επίσημου διατάγματος στις 27 Σεπτεμβρίου του 1791, δώθηκε στους Γάλλους Εβραίους πολιτειότητα και πλήρης ισότητα ενώπιον του νόμου. Ο Stanislas Marie Adélaïde, κόμης του Clermont-Tonnerre, προσέφερε ένα δόγμα οικουμενισμού: «Τα πάντα για τους Εβραίους ως πολίτες, τίποτα όμως για τους Εβραίους ως έθνος!»[6]. (Λιγότερο από τρία χρόνια αργότερα, στις 4 Φεβρουαρίου του 1794, η Γαλλία θα επέκτεινε παρόμοια δικαιώματα και στον μαύρο πληθυσμό της καταργώντας «τη δουλεία των νέγρων σ’ όλες τις αποικίες μας»)[7]. Ορισμένες διατάξεις αναιρέθηκαν απ’ τον Ναπολέωντα, όμως κατά κύριο λόγο οι Εβραίοι ωφελήθηκαν πολύ απ’ τις κατακτήσεις του. Η Παλινόρθωση [της Δυναστείας των Βουρβόνων] το 1815 σήμαινε την επιστροφή στις προ-1789 απαγορεύσεις για όλους τους Εβραίους που δεν μεταστράφηκαν στον χριστιανισμό, όμως η νομική χειραφέτηση σταδιακά διαδώθηκε σ’ όλα τα κράτη στην πορεία του 19ου και 20ού αιώνα. Όπου κατέρρεε το Παλαιό Καθεστώς, οι εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης αποκτούσαν δικαιώματα που ήταν ανήκουστα μέχρι τότε στη διασπορά.

Μολαταύτα, μέχρι το 1848 η θρησκρευτική μεταστροφή ήταν απαραίτητη για όποιον Εβραίο ήθελε να συμμετάσχει στη νεωτερική πολιτική ζωή[8]. (Ένας φίλος του Μαρξ, ο ποιητής Χάινριχ Χάινε, διατύπωσε τη διάσημη φράση ότι η βάπτιση υπήρξε το «εισιτήριο εισόδου» του στην ευρωπαϊκή κουλτούρα)[9]. Ωστόσο, ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1840, οξυδερκείς σχολιαστές παρατήρησαν ότι το εβραϊκό ζήτημα δεν ήταν θρησκευτικό μα κοσμικό στην ουσία του[10]. Για τον Μαρξ, ήταν απλώς ένα σύμπτωμα ενός πολύ ευρύτερου ζητήματος: ονομαστικά, του «κοινωνικού ζητήματος» που τίθεται απ’ τον βιομηχανικό καπιταλισμό και την συνακόλουθή του προλεταριοποίηση της κοινωνίας. Είδε τον Εβραίο σαν ένα κρυπτογράφημα για το κεφάλαιο, εκπρόσωπο της κατ’ εξοχήν χρηματικής οικονομίας, αδέσμευτης από οποιαδήποτε γη[11]. Αυτό οφειλώταν περισσότερο στην «πραγματική θέση του ζητήματος των Εβραίων στη σημερινή αστική κοινωνία» παρά σε πολιτιστικές διαφορές θρησκείας, εθίμων ή ομολόγησης πίστης[12]. Απ’ τη στιγμή που οι Εβραίοι βρέθηκαν σ’ αυτή τη δυσχερή θέση όπου επικράτησαν αυτές οι παραγωγικές σχέσεις, η μόνη απάντηση ήταν η ανατροπή του συνόλου της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Ή, όπως το έθεσε ο Μαρξ, «η χειραφέτηση του Εβραίου σε άνθρωπο ή η ανθρώπινη χειραφέτηση από τον εβραϊσμό εννοήθηκε όχι […] σαν ειδικό καθήκον του Εβραίου, παρά σαν γενικό πρακτικό καθήκον του σημερινού κόσμου […] να καταργηθεί […] η απανθρωπιά της σημερινής πρακτικής της ζωής»[13].

Ωστόσο, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μαζί με πολυάριθμες βελτιώσεις για τον εβραϊκό πληθυσμό, η λαϊκή απέχθεια σταθερά ενισχύονταν στη δυτική Ευρώπη[14]. Ακόμη και φιλόσοφοι του Διαφωτισμού όπως ο Καντ κι ο Φίχτε, κι οι δυο τους ένθερμοι υποστηρικτές της Γαλλικής Επανάστασης, περιέγραφαν τους Εβραίους ως τα «βαμπίρ της κοινωνίας» ή ως ένα είδος «κράτους εν κράτει»[15]. Με την ενοποίηση της Γερμανίας το 1871, και με την έλευση της Τρίτης Δημοκρατίας στη Γαλλία λίγο αργότερα, ο πολιτικός κι ο ρομαντικός εθνικισμός έδωσαν τη θέση τους στον «βιολογικό» ρατσισμό εμπνευσμένο απ’ τον Αρτύρ ντε Γκομπινώ κι ομάδες όπως η Αντισημιτική Λίγκα του Wilhelm Marr[16]. Οι Γερμανοί κι οι Γάλλοι Εβραίοι, που έως τότε είχαν ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό, αναστατώθηκαν απ’ αυτό βλέποντάς το ως ένα πισωγύρισμα στον Μεσαίωνα ή μια ξαφνική υποτροπή περασμένου μίσους[17]. Για να το θέσουμε διαφορετικά, απέτυχαν ν’ αναγνωρίσουν των αληθινά πρωτοφανή χαρακτήρα του. Όταν ο Ένγκελς προσπάθησε ν’ απευθυνθεί στο πρόβλημα του αναπτυσσόμενου αντισημιτισμού το 1890, παρομοίως τον απέρριψε ως την «αντίδραση των παρακμαζόντων μεσαιωνικών κοινωνικών στρωμάτων εναντίον μιας σύγχρονης κοινωνίας». Η ύπαρξη του αντισημιτισμού σε μια περιοχή, πρόσθεσε, «είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχει ακόμη αρκετό κεφάλαιο εκεί»[18].

Απ’ αυτή την άποψη, ο Λένιν ακολούθησε στενά τον Ένγκελς[19], επιμένοντας ότι ο αντισημιτισμός ήταν αναχρονιστικός (ένα «υπόλειμμα» της φεουδαρχίας) ή ήταν καταδικασμένος να εξαφανιστεί σύντομα («Το παλιό αυτό σκοτάδι της δουλοπαροικίας σκορπάει. Ο λαός αρχίζει να βλέπει»)[20]. Ο Τρότσκι ήταν πεποισμένος ότι οι Εβραίοι αργά ή γρήγορα θ’ αφομοιώνονταν απ’ τα αντίστοιχα έθνη στα οποία βρίσκονταν, ότι θα ενσωματώνονταν απρόσκοπτα στον ευρύτερο πληθυσμό. Όμως, μέχρι τη δεκαετία του 1930, αυτό δεν έμοιαζε πλέον μια πιθανή προοπτική. «Νωρίτερα στη ζωή μου», παραδέχθηκε σε μια συνέντευξη το 1937 στη Jewish Daily Forward, «έκλινα προς την άποψη ότι οι Εβραίοι σ’ όλο τον πλανήτη θα ενσωματώνονταν στις κουλτούρες στις οποίες ζούνε, και το εβραϊκό ζήτημα συνεπώς θα εξαφανίζονταν μ’ έναν οιονεί αυτόματο τρόπο. Η ιστορική εξέλιξη τα τελευταία 25 χρόνια δεν επιβεβαίωσε αυτή την άποψη. Ο σε αποσύνθεση καπιταλισμός έχει παντού επιδεινώσει τον εθνικισμό, ένα τμήμα του οποίου είναι αντισημίτικο, ώστε το ζήτημα δεσπόζει περισσότερο στο πιο ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κράτος της Ευρώπης, τη Γερμανία»[21]. Ένας απ’ τους ακόλουθους του Τρότσκι, ο Άμπραχαμ Λεόν, ισχυρίστηκε ότι «η αποσύνθεση του καπιταλισμού καθιστά το εβραϊκό ζήτημα μη-επιλύσιμο εντός του πλαισίου του»[22]. Μόλις δύο χρόνια αφότου έγραψε αυτές τις γραμμές, ο Λεόν στάλθηκε στους φούρνους του Άουσβιτς.

Ακολουθώντας τις αποκαλύψεις της ιουδαιοκτονίας, οι διανοούμενοι επανήλθαν στο ζήτημα[23]. Πέρα απ’ τον Τρότσκι, κανείς τους δεν είχε προβλέψει «τη φυσική εξόντωση των Εβραίων»[24]. Πολλοί μαρξιστές βρήκαν δύσκολο να εξηγήσουν εντός του πλαισίου του παραδοσιακού ιστορικού υλισμού την καταστροφή που χτύπησε τους Ευρωπαίους Εβραίους. Μερικοί, όπως οι κριτικοί θεωρητικοί Μαξ Χορκχάιμερ κι ο Τέοντορ Αντόρνο, κατέληξαν τότε να δουν τον αντισημιτισμό ως ένα αποτέλεσμα των νεωτερικών αστικών σχέσεων αντί ως ένα προκαπιταλιστικό κατάλοιπο: «Εισήγαγαν καπιταλιστικούς τρόπους ζωής στους διάφορους τόπους και επέσυραν το μίσος εκείνων που υπέφεραν κάτω από αυτές τις νέες συνθήκες»[25]. Ο εκλιπών Moishe Postone εξήγησε σε μια συζήτηση το 2010 ότι στην αντισημιτική κοσμοθεωρία, «η αφηρημένη κυριαρχία του κεφαλαίου προσωποποιείται στους Εβραίους»[26]. Σ’ ένα λιγότερο ακαδημαϊκό ύφος, άλλοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, σημειώνοντας τη διαδεδομένη τάση της «προσωποίησης του κεφαλαίου» σ’ όλο το πολιτικό φάσμα[27]. Άλλοι υποδεικνείουν ότι η επίλυση του εβραϊκού ζητήματος συνδέεται συνεπώς με το κοινωνικό ζήτημα ως όλον, καθώς «η διαιώνιση του αντισημιτισμού πηγαίνει “χέρι-χέρι” με τη συνέχιση των καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής»[28].

Ο σιωνισμός υποσχόταν μια ανάπαυλα στους Εβραίους, μια επιστροφή στην προγονική πατρίδα, κάπου όπου θα μπορούσαν επιτέλους να ζήσουν χωρίς τον φόβο διώξεων[29]. Όμως, το έθνος δεν μπορεί να εκπληρώσει αυτή την υπόσχεση: στην καλύτερη, απλώς την αναβάλλει διαρκώς· στη χειρότερη, περιπλέκει περαιτέρω τα δεινά τους[30]. «Σε συνθήκες παρακμής του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, η άρχουσα τάξη ίσως χρησιμοποιήσει τον αντισημιτισμό για να σωθεί, εκπληρώνοντας έτσι την προφητεία της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι ο σιωνισμός παρέχει μόνο την ευκαιρεία για ένα συγκεντρωμένο πογκρόμ», προειδοποιεί ο Hillel Ticktin[31]. Εδώ εισέρχεται το εθνικό ζήτημα. Όμως, το εθνικό ζήτημα δεν είναι αυστηρά συνεκτεινόμενο με το εβραϊκό ζήτημα, παρά το κοινό τους χρονικό πλαίσιο, και πρέπει συνεπώς να εξετασθεί χωριστά.

Α. Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα

Οι Γερμανοί δημαγωγοί στο παρελθόν διαχωρίζονταν από τα μικροσκοπικά κράτη στα οποία ζούσαν. Στους συνωμότες ήταν σαφές ότι δεν μπορούσε υπ’ αυτές τις συνθήκες να δωθεί ένα αποτελεσματικό χτύπημα […] Τώρα κάποιοι αντλούν το ορθό συμπέρασμα, από μια επαναστατική σκοπιά, και στρέφουν το βλέμμα τους στην ένωση της Γερμανίας. Αυτή η σατανική ιδέα πρέπει να ηττηθεί.
– Κλέμενς φον Μέττερνιχ, 1819

Έχουν προταθεί διάφορες ημερομηνίες για την καταγωγή της «εθνικής μορφής», για την εμφάνισή της ως μια διακριτή μονάδα εθνοτικών, γλωσσικών και πολιτιστικών δεσμών[32]. Ο Μπορντίγκα, αντλώντας απ’ την Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους (1884) του Ένγκελς, θέτει ως αφετηρία τις ελληνικές πόλεις-κράτη, την Μακεδονική Αυτοκρατορία και την Αυτοκρατορική Ρώμη, αν κι αδιαμφισβήτητα υπάρχουν όρια σ’ αυτή την αναλογία. Τα βασίλεια και τα πριγκηπάτα της Ευρώπης στη φεουδαρχία ήταν αντιθέτως υποεθνικά, βασισμένα σε προσωπικούς δεσμούς κυριαρχίας, υποτέλειας κι ιδιοκτησίας. Αυτά συγκρατούνταν από όρκους υποτέλειας, ιεραρχικές υποχρεώσεις σ’ όσους βρίσκονταν υψηλότερα στην αλυσίδα. Η χριστιανοσύνη εκείνη την περίοδο ήταν υπερεθνική, συνδεδεμένη από μια κοινή ιεροτελεστία που εκτείνονταν σε πολλές περιοχές της λατινικής γλώσσας[33]. Ήταν η παρακμή των δυναστικών βασίλειων και των συγκεντρωτικών θρησκευτικών αρχών [authorities], μαζί με την άνοδο των έντυπων μήντια, που έδωσε στον εθνικισμό τέτοια απήχηση ως μια εναλλακτική πηγή αλληλεγγύης. Οι παλαιότερες αφοσιώσεις συνεπώς σιγά-σιγά παραγκωνίστηκαν απ’ αυτές τις νεώτερες «φαντασιακές κοινότητες»[34].

Τα έθνη, με τη στενή έννοια της λέξης, συνεπάγονται ενιαίες εγχώριες αγορές, απομάκρυνση των φεουδαρχικών προνομίων και τυποποίηση των γραμματικών συμβάσεων – εν ολίγοις, την εδραίωση της αστικής κυριαρχίας. Σύμφωνα τουλάχιστον με το χρονολόγιο του Μπορντίγκα, αυτό συνέβη κάπου κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα[35]. Ο Eric Hobsbawm, ο μαρξιστής ιστορικός, πρότεινε το 1780 ως το καθοριστικό σημείο καμπής, περίπου την περίοδο που οι Γάλλοι ρεπουμπλικάνοι απέρριψαν την États généraux (η οποία ευνοούσε τον κλήρο και τους ευγενείς) για χάρη της Εθνοσυνέλευσης (η οποία εκπροσωπούσε «το σύνολο του λαού»)[36]. Τα πατριωτικά σύμβολά κατέληξαν να κυριαρχούν, καθώς οι εθνικές σημαίες αντικατέστησαν τα παπικά εμβλήματα και τα οικόσημα. Ο Hobsbawm υπογράμμισε τη ριζοσπαστική καινοτομία της εθνικιστικής ιδέας, ανιχνεύοντας την επακάλουθη πορεία της κατά τον 19ο αιώνα. Το 1848 ίσως έμοιαζε στους Μαρξ κι Ένγκελς ως η αυγή μιας διεθνούς επανάστασης, όμως σήμερα ονομάζεται κυρίως η «Άνοιξη των Εθνών» ή η αφύπνιση των «μικρότερων εθνών». Σαράντα χρόνια αργότερα, με την ίδρυση της Β’ Διεθνούς, τα ντιμπέιτ αναφορικά με το εθνικό ζήτημα απέκτησαν μια ειδική σημασία μεταξύ των σοσιαλιστικών κομμάτων[37].

Δυστυχώς για τους άμεσους ακόλουθούς τους, ούτε ο Μαρξ ούτε ο Ένγκελς ανέπτυξαν ποτέ μια συστηματική απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα. Ο Μαρξ είχε κυρίως υπογραμμίσει των εγγενή διεθνισμό του προλεταριάτου. «[Ε]νώ η αστική τάξη κάθε έθνους διατηρούσε ξεχωριστά εθνικά συμφέροντα, η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε μια τάξη, που σε όλα τα έθνη έχει τα ίδια συμφέροντα και που γι’ αυτήν η εθνικότητα έχει ήδη πεθάνει», σημείωσε σ’ ένα χειρόγραφο του 1845[38]. Ο Ένγκελς επιχειρηματολογούσε παρόμοια σ’ ένα άρθρο του έναν χρόνο νωρίτερα: «Οι προλετάριοι κάθε χώρας έχουν ένα και κοινό συμφέρον, έναν και κοινό εχθρό, μία και κοινή πάλη. Απ’ τη φύση τους, είναι ελεύθεροι απ’ την εθνική στενότητα· η κλίση τους είναι ουσιαστικά ανθρωπιστική, αντιεθνικιστική […] Μόνο οι προλετάριοι μπορούν να καταστρέψουν την εθνικότητα»[39]. Το 1847, στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς επανέλαβαν γι’ άλλη μια φορά ότι η «σύγχρονη βιομηχανική εργασία, η σύγχρονη υποδούλωση στο κεφάλαιο, που είναι ίδια στην Αγγλία και στη Γαλλία, στην Αμερική και στη Γερμανία, αφαίρεσε από τον προλετάριο κάθε εθνικό χαρακτήρα»[40]. Μερικές σελίδες παρακάτω, η εύστοχη απάντησή τους: «Ακόμα κατηγόρησαν τους κομμουνιστές ότι θέλουν τάχα να καταργήσουν την πατρίδα, την εθνότητα. Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα. Δεν μπορεί να τους πάρεις αυτό που δεν έχουν»[41].

Η Πολωνία κι η Ιρλανδία θα φαίνονταν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα, βλέποντας ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς έδωσαν πρωτεραιότητα στους εθνικούς αγώνες στις χώρες αυτές. Όμως, το σκεπτικό τους ήταν πολύ συγκεκριμένο για κάθε περίπτωση: στην περίπτωση της πολωνικής ανεξαρτησίας[42], είχε σκοπό να διαταράξει το αντιδραστικό μπλοκ της Πρωσίας, της Αυστρίας και, πάνω απ’ όλα, της Ρωσίας· στην περίπτωση της ιρλανδικής ανεξαρτησίας, σκόπευε να χαλαρώσει την αγγλική θηλιά προς τον υπόλοιπο κόσμο. Η Ρωσία κι η Αγγλία είχαν υπάρξει τα προπύργια της αντεπανάστασης καθόλο τον 19ο αιώνα, προφύλακες της σταθερότητας ενώ άλλες περιοχές της Ευρώπης κατέρχονταν στο χάος. Ο Φραντς Μέρινγκ, ένας απ’ τους πρώτους βιογράφους του Μαρξ, έγραψε: «Ακριβώς όπως ο Μαρξ θεωρούσε το πολωνικό ζήτημα ως έναν μοχλό για την ανατροπή της ρωσικής κυριαρχίας, έτσι θεωρούσε το ιρλανδικό ζήτημα ως έναν μοχλό για την ανατροπή της αγγλικής παγκόσμιας κυριαρχίας»[43]. Συνεπώς, για τους Μαρξ κι Ένγκελς, το σύνθημα «Ζήτω η Πολωνία!» δεν σήμαινει τίποτα περισσότερο από «Θάνατο στην Ιερά Συμμαχία!»[44]. Παρομοίως, πίστευαν ότι η απελεθέρωση της Ιρλανδίας θ’ άνοιγε το φράγμα της λαϊκής αναταραχής στην Αγγλία[45]. Παντού η στάση τους σε συγκεκριμένα εθνικά ζητήματα προσδιοριζόταν απ’ το ζήτημα της διεθνούς επανάστασης.

Όμως, είναι ζόρικο να κάνεις γενικεύσεις απ’ αυτά τα παραδείγματα, ιδίως δεδομένης της επικριτικής στάσης του Μαρξ και του Ένγκελς προς τις επιδιώξεις των νότιων Σλάβων[46], των «μη-ιστορικών λαών»[47], η ανεξαρτησία των οποίων υποτίθεται θα ενίσχυε τη τσαρική Ρωσία[48]. Μολαταύτα, οι μαρξιστές της Β’ Διεθνούς ανέλαβαν να αναδιατάξουν αυτές τις σκόρπιες αναφορές, απονέμοντάς τους μεγαλύτερη συνεκτικότητα απ’ αυτή που αρχικά κατείχαν. Καθώς αναπτυσσόταν το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, άρχισαν να εγείρονται εντάσεις μεταξύ εργατών διαφορετικών εθνοτικών και θρησκευτικών καταβολών. Δεν πρέπει οπότε να μας εκπλήσσει που το εθνικό ζήτημα τέθηκε περισσότερο έντονα σε τεράστια πολυεθνικά κράτη όπως η Ρωσική, η Οθωμανική κι η Αυστροουγγαρική Αυτοκρατορία. Οι θεωρίες που προέκυψαν απ’ αυτά τα ντιμπέιτ κατά την αλλαγή του αιώνα ήταν άνισης ποιότητας, μπορούν όμως να διαχωριστούν σε τρεις κύριες κατηγορίες: 1) εκείνες του Renner, του Μπάουερ και των αυστρομαρξιστών· 2) εκείνες της Λούξεμπουργκ, του Πάνεκουκ και του Τρότσκι πριν τον Οκτώβριο του 1917· και 3) εκείνες του Λένιν, του Στάλιν και των μπολσεβίκων[49]. Οι επικρίσεις της Ρόζα Λούξεμπουργκ στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό θα σημειωθούν παρακάτω.

Το μπροσουράκι State and Nation [Κράτος και Έθνος] του Karl Renner το 1899 απεικόνιζε το ζήτημα των πολλαπλών εθνικοτήτων που συνυπήρχαν εντός του ίδιου κράτους ως ένα καθαρά διοικητικό ζήτημα, που θα αντιμετωπιστεί από τα «συμβούλια των επαρχιών», κυβερνητικά σώματα που θα διαχειρίζονταν την εκπαίδευση και τα πολιτιστικά ζητήματα[50]. Η πραγματεία του Όττο Μπάουερ The Question of Nationalities and Social Democracy [Το Ζήτημα των Εθνικοτήτων και της Σοσιαλδημοκρατίας] του 1908 περιλάμβανε έναν πολύ περισσότερο εντυπωσιακό θεωρητικό μηχανισμό, νεοκαντιανού είδους, παρέχοντας πλουσιότερες περιγραφές του εθνικού χαρακτήρα και των σχετικών φαινομένων. Όμως, οι περιγραφές ήταν πρακτικά ίδιες κι απαράλλεκτες με του Renner. «Κάθε έθνος πρέπει να ικανοποιεί ανεξάρτητα τις δικές του πολιτιστικές ανάγκες», ισχυριζόταν, «ενώ το κράτος περιορίζεται στην προστασία των συμφερόντων εκείνων που αποτελούν αδιάφορα θέματα»[51]. Τέτοιες προτάσεις όμως χαίραν μικρής εφαρμογής εκτός της Αυστροουγγαρίας, παρατηρεί ο Πάνεκουκ[52]. Ο Πάνεκουκ κατηγορεί τον Μπάουερ ότι ικανοποιεί φτηνά πατριωτικά αισθήματα, ότι προσπαθεί να «τραβήξει την εργατική τάξη προς τον σοσιαλισμό δρώντας περισσότερο εθνικιστικά απ’ τους καπιταλιστές». Ο Πάνεκουκ, οι απόψεις του οποίου παραλληλίζονταν περισσότερο ή λιγότερο μ’ εκείνες της Λούξεμπουργκ, λοιδορούσαν αυτή τη τακτική ως «εθνικό οπορτουνισμό»[53]. Ο Λένιν, εμφανώς εντυπωσιασμένος απ’ αυτή τη διατύπωση, την παραθέτει σε μια ομιλία του το 1914 δίπλα στο υπογραμμισμένο σχόλιο: «Το ριζικό λάθος του Μπάουερ είναι ο εκλεπτυσμένος εθνικισμός»[54].

Όσον αφορά τη θεωρητικοποίηση των εθνικών ζητημάτων απ’ τον Λένιν, παρουσίασε την ίδια βασική αμφιθυμία με τον Μαρξ: αφενός, ακλόνητος διεθνισμός· αφετέρου, πιστοποιημένη έγκριση εθνοαπελευθερωτικών κινημάτων. «Ο μαρξισμός είναι ανειρήνευτος απέναντι στον εθνικισμό», διακήρυξε το 1913, «ακόμη και στον πιο “δίκαιο”, “καθαρούτσικο”, ραφιναρισμένο και πολιτισμένο. Ο μαρξισμός προβάλλει στη θέση του κάθε εθνικισμού τον διεθνισμό, τη συγχώνευση όλων των εθνών σε μια ανώτερη ενότητα»[55]. Και ξανά μερικούς μήνες αργότερα: «Οι συνειδητοί εργάτες καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να αποκρούσουν κάθε εθνικισμό, τόσο τον ωμό, τον βίαιο, τον μαυροεκατονταρχίτικο, όσο και τον πιο εκλεπτυσμένο, που κηρύσσει την ισοτιμία των εθνών μαζί… με τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης, των εργατικών οργανώσεων, του εργατικού κινήματος κατά εθνότητες»[56]. Όμως, ο Λένιν υποστήριξε το δικαίωμα στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό στον βαθμό που ίσως αποσταθεροποιήσει τη διεθνή καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, με εξεγέρσεις στην αποικιακή περιφέρεια που θα πυροδοτήσουν μια επανάσταση στο μητροπολιτικό κέντρο. Υποστήριξε ότι «[η] διαλεκτική της ιστορίας είναι τέτοια που τα μικρά έθνη, ανίσχυρα σαν αυτοτελής παράγοντας στην παγκόσμια πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, παίζουν τον ρόλο φυραμάτων, τον ρόλο βακτηριδίων που βοηθούν να εμφανιστεί στη σκηνή η πραγματική αντιιμπεριαλιστική δύναμη, και συγκεκριμένα: το σοσιαλιστικό προλεταριάτο»[57].

Η Λούξεμπουργκ διαφώνησε μ’ αυτό το τζογάρισμα, το οποίο ένιωσε ότι δημιουργεί παράξενους συμμάχους -«συμμαχία με τον κάθε τυχόντα»[58]- και το οποίο υποψιάστηκε πως δεν θα οδηγήσει στον κομμουνισμό. Για καλό ή για κακό, η ποταπή ιστορία των εθνοαπελευθερωτικών μετώπων του 20ού αιώνα φαίνεται να έχει δικαιώσει τη Λούξεμπουργκ σ’ αυτό. Όμως, το επιχείρημα του Λένιν δεν φαινόταν τόσο τραβηγμένο εκείνη την εποχή. Ο Πωλ Μάτικ αργότερα θα σημείωνε το 1959 ότι η μεταπολεμική «”αναγέννηση” του εθνικισμού αντιφάσκει με τις θέσεις τόσο της Λούξεμπουργκ όσο και του Λένιν για το “εθνικό ζήτημα”. Απ’ ότι φαίνεατι, η εποχή της εθνικής χειραφέτησης δεν έχει φτάσει στο τέλος της και, προφανώς, η εγειρόμενη παλίρροια του αντιιμπεριαλισμού δεν υπηρετεί τους παγκόσμιους επαναστατικούς σοσιαλιστικούς σκοπούς»[59]. Όπως και να ‘χει, το εθνικό ζήτημα συγκλίνει σ’ αυτό το σημείο με το εβραϊκό ζήτημα στο ζήτημα του εβραϊκού εθνικισμού.

Γ. Εβραϊκός εθνικισμός κι ευρωπαϊκός σοσιαλισμός

Μεταξύ περίπου του 1881 και του 1945, το πνεύμα του εθνικισμού κέρδιζε έδαφος μεταξύ των Εβραίων που ζούσαν στην ανατολική Ευρώπη. Σ’ αντίθεση με τους Εβραίους της δυτικής Ευρώπης, οι οποίοι ήταν αρκετά καλά ενσωματωμένοι αλλά αριθμητικά λιγότεροι, είχαν περιφραχτεί σ’ ένα συνεχόμενο αστικό γκέτο γνωστό ως Οριοθετική Γραμμή Εποικισμού [Pale of Settlement]. Σχεδόν ένας κόσμος από μόνη της, περιλάμβανε όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώμματα που βρίσκονται στα πιο ανεπτυγμένα έθνη: «μια χρηματοοικονομική αστική τάξη όπως αλλού, αλλά χωρίς πολύ επιρροή· από κάτω μια μεσαία αστική τάξη, διανοούμενοι κι έμποροι· και τέλος, το αχανές εβραϊκό προλεταριάτο»[60]. Η εθνικιστική ιδεολογία, η οποία ακολούθησε τον Βοναπάρτη στην άλλη πλευρά του Έλβα το 1812, ξεκίνησε να καταλαμβάνει τη συνείδηση των 5 εκατομμυρίων κατοίκων της Γραμμής που μιλούσαν Γίντις, καθώς η Ρωσία προσέγγιζε την αλλαγή του αιώνα. Η άμεση αιτία αυτής της νεοανακαλυφθήσας αίσθησης εθνοτικής αλληλεγγύης ήταν το κύμα των πογκρόμ που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου Β'[61]. Οι αντιεβραϊκές εξεγέρσεις θα συνεχίζαν κατά διαστήματα για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, φτάνοντας σ’ ένα κρεσέντο περί του 1902-1903. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η κυβερνητική απάντηση στα πογκρόμ θα κυμαίνονταν από παθητική αδιαφορία έως ενεργή υποκίνησή τους[62].

Οι Εβραίοι της ανατολικής Ευρώπης εκείνη την περίοδο ήταν επίσης φίλα προσκείμενοι σε σοσιαλιστικές ιδέες. Φυσικά, το σημαντικότερο τμήμα αυτού του πληθυσμού ήταν η ταραγμένη μάζα των εργατών που κλίναν στον σοσιαλισμό. Συνεπώς, υπήρχε ένας μεγάλος βαθμός αλληλεπικάλυψης μεταξύ εβραϊκού εθνικισμού και μαρξικού διεθνισμού στην περιοχή. Οι ιστορικοί θεωρούν ότι αυτές οι ιδεολογικές τάσεις, οι οποίες τραβούν σ’ αντίθετες κατευθύνσεις αλλά μολαταύτα τις κατείχαν ταυτόχρονα πολλοί προλετάριοι Εβραίοι, προέρχονταν απ’ την ίδια πηγή: τον ιλιγγιώδη ρυθμό του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού[63]. Η νεωτερική καπιταλιστική παραγωγή διέβρωσε τα θεμέλια της παραδοσιακής ζωής στη Γραμμή, κάτι που άνοιξε τον δρόμο σε μια πολιτιστική ανανέωση[64]. Σύντομα εμφανιστήκαν τα πρώτα στοιχεία της οργανωμένης εργασίας, ή εισείχθησαν απ’ τη Δύση, καθώς αναπτύσσονταν επαφή με την mainstream σοσιαλδημοκρατία. Οι Εβραίοι προλετάριοι υιοθέτησαν το κόμμα της και τη συνδικαλιστική δομή, μαθαίνοντας τα νεώτερα συνθήματα και τη ρητορική απ’ τους δυτικούς συντρόφους τους. Ωστόσο, όταν ξεκίνησαν να εισχωρούν σ’ αυτούς τους χώρους οι εθνικιστικές ιδέες κατά τη δεκαετία του 1890, δέχθηκαν σκληρή επίπληξη απ’ τους διεθνιστές στο σοσιαλιστικό κίνημα (πολλοί εκ των οποίων Εβραίοι), οι οποίοι είδαν αυτές τις ιδέες ως διαιρετικές[65].

Παρά το σταθερό μπαράζ επίκρισης, αντίπαλες εκδοχές εθνικισμού συνέχισαν να αναζητούν Εβραίους εργάτες, με την μία να στρατολογεί απ’ τις γραμμές της άλλης. Δύο εκδοχές ξεχώρισαν: ο μπουντισμός κι ο σοσιαλιστικός σιωνισμός[66]. Ο μπουντισμός υπήρξε η κοσμοθεωρία της Γενικής Ένωσης Γίντις Εργατών σε Λιθουανία, Πολωνία και Ρωσία, γνωστή κι ως Μπουντ [εξού κι ο όρος μπουντισμός]. Αρχικά, προωθούσε τη νομική ισότητα των Εβραίων, αλλά αργότερα υποστήριξε την «εθνική-πολιτιστική αυτονομία» α λα Μπάουερ. Εξ αρχής, οι μπουντιστές θεωρούσαν εαυτούς μέρος του ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, η σχέση τους όμως υπήρξε πάντα θορυβώδης[67]. Ο εργατικός σιωνισμός υπήρξε η κοσμοθεωρία των «Εργατών της Σιών» (Poale Zion). Οι Εργάτες της Σιών υποστηρίζαν σταθερά πλήρη πολιτική κυριαρχία για τους Εβραίους εντός σταθερών γεωγραφικών συνόρων. Παρότι εργάζονταν στο πλάι άλλων σοσιαλιστών, οι Εργάτες της Σιών ήταν ξεχωριστό κόμμα[68].

Ο σιωνισμός ξεκίνησε με τον Τέοντορ Χερτσλ ως μια πρωτοβουλία εθνικής ανοικοδόμησης το 1896, όμως η ιστορία του ξεκινάει παλαιότερα. Ο Moses Hess, ευρέα αναγνωρισμένος ως πρόδρομος του Χερτσλ, ανακήρυξε τη «λύση για το εβραϊκό ζήτημα» ήδη απ’ το 1863, σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι θα επαναπατρίζονταν στην Παλαιστίνη[69]. Ο Hess υπήρξε μέντορας του Μαρξ, του Ένγκελς κι άλλων Νεαρών Εγελιανών δύο δεκαετίες νωρίτερα· ο Alexander Ruge του έδωσε το προσωνύμιο «ο κομμουνιστής ραββίνος»[70]. Ο Ένγκελς πηδήχτηκε με τη σύζυγο του Hess τον Σεπτέμβριο του 1846, κάτι που τους οδήγησε σε ρήξη[71]. Ο Jean Longuet, ο Γάλλος εγγονός του Μαρξ, εξέφρασε τη στήριξή του στο σιωνιστικό εγχείρημα το 1918[72], εξυμνώντας τη σθεναρή υπερασπίση απ’ τους Λένιν και Γούντροου Ουίλσον του «δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού» των εθνών[73]. Ο Borochov, πρόγονος του μαρξιστικού σιωνισμού, παρακολούθησε μια απ’ τις βέλγικες διαλέξεις του Λένιν λίγο πριν τον Α’ ΠΠ, προσπαθώντας έπειτα να βρει μια απάντηση στο εβραϊκό και το εθνικό ζήτημα[74]. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο μπολσεβίκος ηγέτης θεώρησε πως ο Borochov μπερδεύτηκε. Ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ο οποίος ανέλαβε την φραξιά του κέντρου των Εργατών της Σιών ύστερα απ’ τον θάνατο του Borochov έως και τη θητεία του ως πρωθυπουργός του Ισραήλ, λέγεται πως είπε στον Isaac Deutscher το 1958 ότι «υπήρξε ένας άνθρωπος ο οποίος θα μπορούσε να έχει σώσει όλο τον πλανήτη, όμως, φευ, έχασε την ευκαιρία: ο Λένιν»[75]. (Φημολογείται ότι ο Μπεν Γκουριόν καυχιόταν πως είχε διαβάσει και τους σαράντα ρώσικους τόμους με τα άπαντα του Λένιν)[76].

Τουλάχιστον στην ανατολική Ευρώπη, οι επίσημες μπουντιστικές οργανώσεις προηγούνταν των σιωνιστικών ομολόγων τους τουλάχιστον μια δεκαετία[77]. Ενώ η Μπουντ σχηματίστηκε τον Οκτώβριο του 1897, μερικούς μήνες ύστερα απ’ το ιδρυτικό Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο που συγκαλέστηκε στη Βασιλεία, οι Εργάτες της Σιών σχηματίστηκαν μόλις τον Μάρτιο του 1906. Ο Vladimir Medem, ένας διακεκριμένος ομιλητής της Μπουντ, ισχυρίστηκε ότι οι Εβραίοι αποτελούσαν ένα έθνος από μόνοι τους, αλλά προτιμούσε τη θεσμική απ’ την εδαφική αυτονομία[78]. Αντιμέτωπος με τον Τρότσκι σ’ ένα συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος το 1903, ο Medem τον ρώτησε αν ήταν Εβραίος ή Ρώσος [ο Τρότσκι ήταν Εβραίος Ρώσος, οπότε ο Medem τον ρωτούσε σε ποια απ’ τις δύο ταυτότητες θέτει προτεραιότητα]. «Είμαι μαρξιστής», ανταπάντησε αμέσως ο Τρότσκι[79]. Ο Medem ήταν φιλικός με πολλούς σιωνιστές στην ελβετική εξορία, δεν εμπιστευόνταν όμως τον Χερτσλ κι ήταν απογοητευμένος με τις ρητορικές ικανότητες του Weizmann[80]. Όμως, τα πήγαινε μ’ αυτούς πολύ καλύτερα απ’ ότι με τους άλλους σύγχρονούς του σοσιαλιστές. Για παράδειγμα, ο Medem περιφρονούσε τον Λένιν, αποκαλώντας τον ως «γεννημένο για δικτατόρα», ενώ γι’ αυτόν ο Τρότσκι ήταν «το ρόπαλο του Λένιν» κι η Λούξεμπουργκ μια μοχθηρή σκύλα[81]. Οπώς κι οι Εργάτες της Σιών, η Μπουντ ήταν αναποφάσιστη μετά το 1918 για το αν θα έπρεπε να ευθυγραμμιστεί με τη Β’ Διεθνή ή να ενταχθεί στη Γ’ Διεθνή. Η πλειοψηφία των μπουντιστών επιλέξαν την πρώτη επιλογή, βαδίζοντας κοπιαστικά προς τον ρεφορμισμό της περιόδου του μεσοπολέμου[82]. Παραδόξως, οι προλετάριοι Σιωνιστές αποδείχτηκαν πολύ περισσότερο ριζοσπάστες εκείνη την περίοδο.

Η θυελλώδης ανάπτυξη των Εργατών της Σιών μετά την επανάσταση του 1905 έπιασε σχεδόν τους πάντες εξαπίνης, επίσης και τους μπουντιστές[83]. Σ’ αντίθεση με τους ανταγωνιστές τους, οι ακολουθητές του Borochov ήταν αμετακίνητοι στην επιμονή τους στην «εδαφικότητα» – η ιδέα ότι οι Εβραίοι απαιτούσαν μια φυσική πατρίδα στην οποία θα μπορούσαν να είναι κυρίαρχοι. Σ’ ένα πρώιμο προγραμματικό κείμενο, «The National Question and Class Struggle» [Το Εθνικό Ζήτημα και η Ταξική Πάλη], ο Borochov τόνισε ότι «η θεμελιώδης προϋπόθεση της παραγωγής είναι η εδαφικότητα»[84]. Για τα μέλη των Εργατών της Σιών, ο μόνος λόγος που η Παλαιστίνη εμφανιζόταν ως μια εφικτή τοποθεσία ήταν η αυθόρμητη εβραϊκή μετανάστευση προς τα εκεί απ’ το 1896 ως το 1906. «Ο παλαιστινισμός μας δεν είναι ένα ζήτημα αρχής», έγραφε το καταστατικό τους, «επειδή δεν έχει τίποτα να κάνει με παλαιές παραδόσεις»[85]. Η Γη του Ισραήλ τελικά έγινε περισσότερα στην πλατφόρμα τους[86]. Ο Γιόζεφ Ροτ, Αυστροεβραίος συγγραφέας, έγραψε σ’ ένα απ’ τα δημοσιογραφικά του άρθρα:

Ο μόνος συνειδητά προλετάριος ανατολικοευρωπαίος Εβραίος είναι ο Εβραίος εργάτης. Τείνει να ασπάζεται τον σοσιαλισμό διάφορων αποχρώσεων,  και είναι συνεπώς λιγότερο Εβραίος απ’ τους αστούς ή ημιπρολετάριους ομόθρησκούς του. Είναι λιγότερο Εβραίος, ακόμη κι αν είναι Εβραίος εθνικιστής ή σιωνιστής. Όμως, ο περισσότερο εθνικιστής Εβραίος σοσιαλιστής είναι ο Εργάτης της Σιών, ο οποίος αγώνιζεται για ένα σοσιαλιστικό κράτος στην Παλαιστίνη. Πολλοί Εβραίοι εργάτες ανήκουν στα σοσιαλιστικά ή κομμουνιστικά κόμματα των χωρών όπου ζουν, κάνοντάς τους Πολωνούς, Ρώσους ή Ρουμάνους σοσιαλιστές. Τα κοινωνικά ζητήματα σταθερά έχουν προτεραιότητα επί των εθνικών ζητημάτων. Ο «εθνικός αυτοπροσδιορισμός» αποτελεί μια διανοητική πολυτέλεια για μια ομάδα που δεν έχει τίποτα σοβαρότερο ν’ ασχοληθεί […] Όμως, αν υπάρχει ένα έθνος που δικαιολογείται να δει το «εθνικό ζήτημα» ως ουσιαστικό για την επιβίωσή του, αυτό σίγουρα είναι οι Εβραίοι […] που εξαναγκάστηκαν να γίνουν «έθνος» απ’ τον εθνικισμό των άλλων[87].

Ο σιωνισμός δεν διέφερε ιδιαίτερα απ’ αυτή την άποψη απ’ τους άλλους εθνικισμούς της διασποράς εκείνης της εποχής. Ο Γουίλιαμ Έντουαρντ Μπέργκχαρντ ντι Μπουά, ο πατέρας του παναφρικανισμού, υπέθεσε ότι «το αφρικανικό κίνημα σημαίνει για τους μαύρους Αμερικάνους ότι σήμαινει το σιωνιστικό κίνημα για τους Εβραίους»[88]. Μολαταύτα, ο Borochov μετά βίας πρόλαβε να δει τις επαναστάσεις του 1917. Αφότου υπέκυψε από πνευμονία τον Δεκέμβριο, η πλειοψηφία των Εργατών της Σιών ακολούθησε τους κομμουνιστές.

Τα τελευταία χρόνια, ο μπουντισμός έχει γίνει το αντικείμενο μιας περίεργης νοσταλγίας. Οι αριστεροί, πάντα πρόθυμοι να δηλώσουν στήριξη στους εθνικιστικούς αγώνες των ιστορικά καταπιεσμένων λαών, θέλουν να σχηματίσουν μια μορφή εβραϊκού εθνικισμού χωρίς ούτε τον αριθμό των νεκρών του σιωνισμού ούτε τη στρατηγική του στήριξη απ’ τις ΗΠΑ. Η Μπουντ φαίνεται ν’ αναπαριστά ένα «μονοπάτι που δεν ακολουθήθηκε», μια έτοιμη εναλλακτική στο παρόν (μολονότι έχει χαθεί στο παρελθόν, κάτι το οποίο πιθανώς απλώς μεγενθύνει τη γοητεία της). Ο Samuel Farber έτσι εξιστορεί με νοσταλγία τα «Μαθήματα απ’ την Μπουντ», εκθειάζοντας το δόγμα της για το doikayt. Το «να βρίσκεσαι εδώ», όπως μπορεί χοντρικά ν’ αποδοθείο όρος doikayt, διατηρούσε την πεποίηση ότι το ορθό μέρος για έναν Εβραίο ήταν εκείνο στο οποίο ήδη ζούσε[89]. «Οι μπουντιστές πιστεύαν στην μάχη στο μέρος που βρίσκονταν οι Εβραίοι, όχι στη δραπεύτευση για την αποίκιση της γης κάποιου άλλου», γράφει κάποιος άλλος, τονίζοντας τη διαφορά των μπουντιστών με τους σιωνιστές[90]. Οι μαρξιστές εκατό χρόνια νωρίτερα, οι οποίοι συχνά συναντώνταν τόσο με μπουντιστές όσο και με σιωνιστές, δεν τους έβρισκαν και τόσο διαφορετικούς. Ο Γκεόργκι Πλεχάνοφ αστειευόταν ότι οι μπουντιστές ήταν «σιωνιστές που πάσχουν από ναυτία» [και γι’ αυτό δεν θέλαν να μεταστανεύσουν][91]. Ο προστατευόμενος του Πλεχάνοφ, ο Λένιν, αναμφισβήτητα συμφωνούσε μ’ αυτό, αντιδρώντας διαρκώς στην κίνησή τους να χωρίζουν τα σχολεία και τις εργατικές λέσχες κατ’ εθνικότητα[92]. Ελάχιστες νηφάλιες κι αμερόληπτες αναδρομές έχουν γραφτεί για τη Μπουντ· οι περισσότερες πέφτουν θύμα της ρομαντικοποίησης. Ο κιχωτικός εθνικισμός προσφέρει μια εύκολη διέξοδο[93].

Προφανώς, αυτό το σύντομο σχεδιάγραμμα δεν εξαντλεί ούτε τον μπουντισμό ούτε τον σιωνισμό. Οι κομπουνιστές [κομμουνιστές μπουντιστές, οι οποίοι αργότερα διασπάστηκαν απ’ την Μπουντ και σχηματήσαν την Κομπούντ (Εβραϊκή Κομμουνιστική Εργατική Ομοσπονδία)] αποτελούσαν μια ευμεγεθή μειοψηφία εντός της Μπουντ. Ο σιωνισμός επίσης περιλάμβανε διάφορους μετριοπαθείς εκπροσώπους όπως ο Weizmann, για να μην μιλήσουμε για σκληροπυρηνικούς όπως ο Jabotinsky. Ο Weizmann ήταν επίσης οικείος με τον «Πλεχάνοφ και τον αλαζόνα Τρότσκι» απ’ την Ελβετία, και μια φορά στο Κάπρι τον περάσαν για τον Λένιν [φυσιογνωμικά μοιάζαν αρκετά][94]. Ο Jabotinsky συνάντησε τον Borochov το 1913, ο οποίος τον επέπληξε για τον «μαχητικό εβραϊσμό» του[95]. Ωστόσο, τόσο οι μπουντιστές όσο κι οι σιωνιστές -για να μην αναφερθούμε στους Εβραίους κομμουνιστές!- πολεμήσαν με θάρρος τον ναζισμό: ο Bernard Goldstein κι ο Μάρεκ Έντελμαν ανήκαν στην Μπουντ· ο Σίμτσα Ρότεμ, ο Yitzhak Zuckerman κι ο Emanuel Ringelblum στην αριστερή φραξιά των Εργατών της Σιών. Είναι ανούσιο να καταμετρήσουμε τις απώλειες της κάθε ομάδας, ειδικά όταν η πραγματική αιχμή μας είναι ότι τόσο ο μπουντισμός όσο κι ο σοσιαλιστικός σιωνισμός ήταν κι οι δυο τους εθνικιστικές παρεκκλίσεις απ’ τον επαναστατικό μαρξισμό. Σήμερα, είναι συναφείς μόνο ως παρελθοντικές στιγμές κοινοτικής αυτοάμυνας (ομοίως με το Κόμμα των Μαύρων Πάνθηρων στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960)[96].

ΙΙ. ΑΡΑΒΕΣ ΚΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Α. Η Παλαιστίνη στη σκιά του ιμπεριαλισμού και του φασισμού

Το γεωπολιτικό τοπίο της σύγχρονης Μέσης Ανατολής είναι ακατανόητο χωρίς να γνωρίζουμε τα τελευταία εκατό χρόνια ιμπεριαλιστικών ελιγμών. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής κυριαρχούνταν ακόμη απ’ τους Οθωμανούς, μολονότι οι Γάλλοι κι οι Βρετανοί είχαν κάνει υπολογίσιμες εισβολές. Ο παγκόσμιος πόλεμος επίσπευσε την πτώση του σουλτάνου, οδηγώντας στην εδραίωση ενός συστήματος «εντολών», στο οποίο η Γαλλία κι η Βρετανία θα επιβλέπαν τα εγκατελλειμένα εδάφη. Προβληματικώς, ωστόσο, κι οι δύο δυνάμεις είχαν προηγουμένως δώσεις εγγυήσεις στους υποκείμενους λαούς που βρίσκονταν τότε υπό τον έλεγχο της Ιστανμπούλ. Ελπίζοντας ν’ αποδυναμώσουν τον πολεμικό τους αντίπαλο, διεξήγαγαν ραγδαία μια σειρά διαπραγματεύσεων: πρώτα, η Αλληλογραφία McMahon-Χουσεΐν το 1915-1916· ύστερα, η Συμφωνία Σάικς–Πικό το 1916· τέλος, η Διακήρυξη Μπάλφουρ το 1917[97]. Σχεδόν όλες οι επίμονες εθνοτικοθρησκευτικές συγκρούσεις για τις οποίες ακούει κανείς σήμερα στην περιοχή -μεταξύ Εβραίων κι Αράβων σε Ισραήλ/Παλαιστίνη, σουνίτες και σιίτες σε Υεμένη κι Ιράκ, χριστιανοί και μουσουλμάνοι στο Λίβανο, Κούρδοι και Πέρσες-Τούρκοι-Άραβες σε Κουρδιστάν/Ιράν-Τουρκία-Συρία-Ιράκ- μπορούν ν’ ανιχνευτούν πίσω στο πως χωρίστηκε η Μέση Ανατολή γύρω στο 1920.

Η Διακήρυξη Μπάλφουρ που εγκρίνει «μια εθνική πατρίδα για τον εβραϊκό λαό» στην ουσία ανακάλεσε όλες τις υποσχέσεις που είχαν δωθεί προηγούμενως στους Άραβες. Σύντομα εδραιώθηκε αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ των δύο αυτών κοινοτήτων, καθώς οι εθνοτικές εχθροπραξίες ξεχύθηκαν στους δρόμους. Έποικοι συνέχισαν να εισρέουν στους Yishuv [εβραϊκούς οικισμούς] απ’ την Ευρώπη και την Αμερική, απτόητοι απ’ τα νέα περί της βίας. Οι Εβραίοι της Hashomer Hatzair («Νεαροί Φρουροί», αυστροουγγαρική σοσιαλιστική-σιωνιστική κίνηση νεολαίας) ξεκίνησαν να μεταναστεύουν μαζικά το 1919-1920, φέρνοντας μαζί τους το κολλεκτιβίστικο ήθος απ’ τη Γαλικία [της ανατολικής Ευρώπης][98]. «Ο σιωνισμός ίσως να ξεκίνησε ως αστικό κίνημα, όμως οι μόνοι εγγυητές του είναι οι νεαροί προλετάριοι των Εργατών της Σιών», συλλογιζόταν ο αντιπολεμικός συγγραφέας Arnold Zweig το 1920. «Επειδή όλα όσα οικοδομούνται και δημιουργούνται στην Παλαιστίνη γίνονται απ’ όσους έχουν διαμορφωθεί απ’ αυτόν τον χαρακτήρα»[99]. Την Πρωτομαγιά του 1921, το νεοσχηματιθέν Παλαιστινιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (PKP) επιδίωξε να κεφαλαιοποιήσει τη ραγδαία εισροή μισθωτών εργατών στην περιοχή:

Ο Εβραίος εργάτης δεν ήρθε για να σας εκδιώξει, μα για να ζήσει μαζί σας, και είναι έτοιμος για πολεμήσει στο πλεύρο σας ενάντια στον καπιταλιστικό εχθρό, είτε αυτός είναι Εβραίος, είτε Άραβας, είτε Βρετανός. Αν οι καπιταλιστές σας ξεσηκώνουν ενάντια στον Εβραίο εργάτη, το κάνουν με σκοπό να προφυλαχτούν από εσάς […] Μην πέσετε στην παγίδα τους· ο Εβραίος εργάτης, στρατιώτης της επαναστάσεως, έρχεται εκτείνοντας το χέρι του ως σύντροφος στην αντίσταση ενάντια στους Βρετανούς, Εβραίους κι Άραβες καπιταλιστές. Σας καλούμε να πολεμήσουμε ενάντια στους πλούσιους που πωλούν τη γη τους και τη χώρα τους σε ξένους. Κάτω οι βρετανικές και γαλλικές ξιφολόγχες· κάτω οι Άραβες κι οι ξένοι καπιταλιστές![100]

Με την ήττα της προλεταριακής επανάστασης το 1923, ή τον περιορισμό της στη Ρωσία, το διεθνιστικό πνεύμα των παραπάνω γραμμών υποχώρησε. Ξεκινώντας ήδη το 1924-1925, το πλειοψηφικά εβραϊκό PKP απομακρύνθηκε απ’ την έμφαση στη συνδυαστική ταξική πάλη προς μια μη-κριτική υιοθέτηση του αντιαποικιακού αραβικού εθνικισμού. Εν τω μεταξύ, το παλαιστινιακό παρακλάδι των Εργατών της Σιών παρέμεινε μια πολυτασική οργάνωση μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1920, παρά τις διασπάσεις του κινήματος αλλού. Όμως, η ρεφορμιστική πλειοψηφία του ακολούθησε μια αυξανόμενη γραμμή αποκλεισμού, πριν τελικά διασπαστεί για να σχηματιστεί το Mapai [Εργατικό Κόμμα της Γης του Ισραήλ, κεντροαριστερά] το 1930. Στα κιμπούτς μερικές φορές προσλαμβάνονταν Άραβες εργάτες γης, όμως η συμμετοχή στις κοινότητες τους απαγορευόταν. Επίσης, οι μη-Εβραίοι δεν επιτρέπονταν στη Γενική Ομοσπονδία Εβραίων Εργατών, ή αλλιώς Histadrut[102]. Οι Νεαροί Φρουροί ήταν η μόνη εργατική σιωνιστική οργάνωση που προσπαθούσε να καλλιεργήσει σχέσεις με τους Άραβες γείτονές της. Μέχρι τη διάλυσή της για τον σχηματισμό του Mapam το 1947, ήταν η μόνη οργάνωση που προωθούσε ένα κοινό κράτος και για τα δύο έθνη.

Ο ρεβιζιονισμός, ένα ρεύμα αλυτρωτισμού εντός του σιωνισμού, ξεκίνησε να συσσωρεύει υποστηρικτές ύστερα απ’ την αιματοχυσία του 1929. Παίρνοντας τ’ όνομά του απ’ το αίτημα ότι τα σύνορα πρέπει ν’ αναθεωρηθούν για τη δημιουργία ενός «μεγαλύτερου Ισραήλ» [Eretz Yisrael Hashlema], ο κύριος υπέρμαχος αυτής της άποψης ήταν ο Vladimir Jabotinsky. Ενθαρρύνοντας τους υπερεθνικιστές συμπατριώτες του να πορευθούν σε ιερά εδάφη τόσο για τους μουσουλμάνους όσο και για τους Εβραίους, σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη προβοκάτσια, κατάφερε να προκαλέσει τους Άραβες να επιτεθούν βίαια στους διαδηλωτές. Αντισημιτικά περισταστικά συνέβησαν σ’ όλη τη χώρα, με κανονικά πογκρόμ να διεξάγονται στη Χεβρώνα και τη Σαφέντ. Οι θάνατοι ήταν περίπου ίσοι εκατέρωθεν, καθώς ο βρετανικός αποικιακός στρατός κατέστειλε τις εξεγέρσεις κι η εβραϊκη παραστρατιωτική Haganah [Άμυνα] προέβη σ’ αντίπονα[103]. Η θέση του Jabotinsky ενισχύθηκε υπό τον φόβο επικείμενων αραβικών αντιδράσεων, κάτι το οποίο χρησιμοποίησε για να παρουσιάσει τον Weizmann ως αδύναμο (αναγκάζοντάς τον να παραιτηθεί από πρόεδρος της Σιωνιστικής Οργάνωσης). Όταν οι αυξανόμενες εντάσεις οδήγησαν ξανά σε πόλεμο το 1936, ο Jabotinsky άδραξε την ευκαιρία για να λάβει σκληρά μέτρα εναντίον των μαρξιστών και διάφορων άλλων «προδοτών» του ισραηλινού έθνους. Για μια αυταρχική προσωπικότητα όπως ο Jabotinsky, η αντιπολίτευση εντός του Yishuv δεν γινόταν ανεκτή.

Πράγματι, στη δριμύα πολεμική του ενάντια στους «Φαιοχιτώνες του Σιωνισμού», ο συμβουλιακός κομμουνιστής Abner Barnatan το 1937, δεν δίστασε να αποκαλέσει τον Jabotinsky «φασίστα»[105]. (Αυτή ήταν μια συνηθισμένη σύγκριση εκείνη την εποχή· ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν αποκαλούσε τον Jabotinsky «Βλαντίμιρ Χίτλερ» μες στα μούτρα του). Ο Barnatan είχε μόλις διαφύγει τη σύλληψη απ’ τους ναζί κι έμενε στο Τελ Αβίβ καθώς ξεκινούσε η Μεγάλη Εξέγερση. Το ρεβιζιονιστικό μότο του Jabotinsky «Η Ιουδαία θ’ αναγεννηθεί με φωτιά κι αίμα» είχε ένα σαφές μπισμαρκικό ύφος, κι ο Jabotinsky θαύμαζε ανοικτά τον Μουσολίνι. Συνεπώς, ο Barnatan δεν ήταν ο μόνος που παρατήρησε τις ομοιότητες· ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έγραψε μια ανοικτή επιστολή στη New York Times το 1948, στοχεύοντας τον τρομοκράτη ακολουθητή του Jabotinsky, τον Μεναχέμ Μπέγκιν της Irgun [Εθνική Στρατιωτική Οργάνωση στη Γη του Ισραήλ, σιωνιστική παραστρατιωτική οργάνωση, παρακλάδι της Haganah]. «Τελευταία, ο Μπέγκιν μιλάει για ελευθερία, δημοκρατία, αντιμπεριαλισμό», γράφει ο Αϊνστάιν, «μα μέχρι πριν από λίγο κήρυττε το φασιστικό δόγμα του κράτους […]»[106]. Ωστόσο, εντός τριών δεκαετιών, ο Μπέγκιν έγινε πρωθυπουργός του Ισραήλ. Ο Πρίμο Λέβι, ο οποίος δεν υπήρξε αντισιωνιστής (θεωρούσε το Ισραήλ ως «σωσίβια λέμβο» για τους Εβραίους)[107], προσέθεσε τη φωνή του σ’ όσους κατηγορούσαν τον Μπέγκιν για φασισμό το 1982[108]. Οι συγκρίσεις του σιωνισμού με τον ναζισμό -δηλαδή, το κοινότυπο ποιήμα περί «σιωναζί»- είναι συνήθως ανώφελες και παραπλανητικές, όπως αναγνωρίζει μέχρι κι ο Φινκελστέϊν[109], στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση ένας μάλλον ειδικός παραλληλισμός μπορεί να γίνει.

Οι εξτρεμιστές θριάμβευσαν επίσης και στην αραβική πλευρά εκείνη την περίοδο, με τους μετριοπαθείς να εκτελούνται το 1939 υπό τη διαταγή του Μεγάλου Μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χάτζι Μοχάμεντ Αμίν αλ Χουσέινι[110]. Στρίγκος εθνικιστής, ο Χουσέινι εξέφραζε την υποστήριξή του στον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γράφοντας ότι «οι Άραβες αποτελούν τα φυσικά αδέρφια της Γερμανίας, επειδή έχουν κοινούς εχθρούς: τους Βρετανούς, τους Εβραίους και τους κομμουνιστές»[111]. Η ρητορική αυτή ανησύχησε τους Εβραίους πρόσφυγες απ’ την Ευρώπη, που ταξίδευαν στην Παλαιστίνη ελπίζοντας να διαφύγουν του αντισημιτισμού. Ο Γκέρσομ Σόλεμ θρηνούσε σ’ ένα απ’ τα τελευταία του σημειώματα προς τον Βάλτερ Μπένγιαμιν ότι «η ναζιστική προπαγάνδα έχει περισσότερη επίδραση στους Άραβες απ’ ότι γίνεται συνήθως παραδεκτό, κι αυτό αποτελεί κάτι πικρό μα πρέπει να το παραδεχτούμε»[112]. Συνολικά, οι σιωνιστές τείνουν να συνενώνουν τον χριστιανικό/«Δυτικό» με τον μουσουλμανικό/«ανατολίτικο» αντισημιτσμό, παραμελώντας τη σαφή προέλευση του δεύτερου απ’ τον πρώτο ώστε να κατασκευάσουν έναν ενιαίο «ισλαμοφασιστικό» αντίπαλο[113]. Ωστόσο, παράγωγο ή όχι, το αντιεβραϊκό μίσος δεν είναι λιγότερο ισχυρό όταν μεταφέρεται σε άλλο περιβάλλον, και δεν πρέπει να συγχωρείται λόγω της σωβινιστικής διαχείρισης των Αράβων απ’ το Ισραήλ. Το κακόφημο καταστατικό του 1988 της Χαμάς δείχνει πόσο εύκολα αυτά τα σχήματα λόγου μπορούν να ευδοκιμήσουν εκτός της Ευρώπης[114].

Η υπό Βρετανική Εντολή Παλαιστίνη διήρκησε μόλις 28 χρόνια. Απ’ την αρχή, η λεπτή λωρίδα γης αποδείχτηκε περισσότερο προβληματική απ’ όσο άξιζε. Η Βρετανία αναζητούσε ν’ απαλαχτεί το δυνατόν γρηγορότερο απ’ αυτό το τεχνούργημα του ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου. Καθόλη τη σύντομη ύπαρξή της, η εθνική πάλη Εβραίων κι Αράβων διεξήχθει υπό το φόντο μιας φασιστικής αντεπανάστασης στην Ευρώπη. Αφήνωντας στην άκρη τις σκανδαλώδεις συμφωνίες που προσπάθησαν να κλείσουν με τη ναζιστική κυβέρνηση τόσο οι Άραβες εθνικιστές όσο κι οι σιωνιστές[115], η μνήμη του ιμπεριαλισμού και του φασισμού θα στοίχειωνε τις μετέπειτα πολιτικές τους μοίρες. Η αποικιοκρατία υποχώρησε απ’ την καπιταλιστική περιφέρεια, κι η δικτατορία απ’ το καπιταλιστικό κέντρο, αποτελώντας όμως έμπνευση για μεταπολεμικά κινήματα τα οποία παλεύαν για αυτοκαθορισμό εντός της ίδια επικράτειας[116]. Πιθανώς γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η περίπτωση της Παλαιστίνης αποτελεί την επιτομή των μη-επιλύσιμων αντιφάσεων του καπιταλισμού, πέραν της ημερομηνίας λήξεώς του, και την ανικανότητα της κοινωνίας να επιλύσει οποιοδήποτε απ’ τα φλέγοντα «ζητήματά» της όσο υπάρχει ο καπιταλισμός.

Β. Ισραήλ, ή οι αντινομίες του αυτοπροσδιορισμού

Μια ανάρτηση που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Νοέμβριο στο Mosaic ρωτούσε «Ποιος έσωσε το Ισραήλ το 1947;». Ο συγγραφέας της απάντησε αμέσως πως ήταν τόσο ο Στάλιν όσο κι ο Τρούμαν: «Όχι μόνο η Σοβιετική Ένωση υπό τον Στάλιν ψήφισε για τη συμμετοχή του Ισραήλ, υπήρξε επίσης η πρώτη χώρα που αναγνώρισε το Ισραήλ de jure, μόλις τρεις ημέρες ύστερα απ’ την ανεξαρτησία. Μίλησε υπέρ ενός εβραϊκού κράτους πολύ πριν τις ΗΠΑ»[117]. Λίγοι θυμούνται όμως σήμερα αυτά τα γεγονότα, δεδομένου των μικρών διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών ύστερα από περίπου του 1950. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ΕΣΣΔ αντ’ αυτού έδωσε τη στήριξή της στον Νάσερ της Αιγύπτου και τον αραβικό σοσιαλισμό, όλοι τους ορκισμένοι εχθροί του Ισραήλ. Δεδομένης μιας τέτοιας μεγάλης αντιστροφής, αναρωτιέται κανείς γιατί οι Σοβιετικοί υποστήριξαν ποτέ τους το νεαρό εβραϊκό έθνος. Όμως, η λογική τους δεδομένης της περιόδου ήταν σαφής: «το δικαίωμα των εθνών στον αυτοπροσδιορισμό». Υπογραμμίζοντας, φυσικά, αυτόν τον δηλωμένο συλλογισμό, υπήρχε ένα απώτερο κίνητρο λιγότερο προφανές: «η συμμαχία για αντιδυτικούς συμμάχους στην Μέση Ανατολή»[118].

Όταν διαδόθηκε η είδηση της ευρωπαϊκής ιουδαιοκτονίας, οι παγκόσμιοι ηγέτες ένιωσαν αναγκασμένοι ν’ απαντήσουν στο ζήτημα μιας εβραϊκής πατρίδας. Ο σιωνισμός, ο οποίος ποτέ πριν δεν έχαιρε τη στήριξη ακόμη και της πλειοψηφίας των Εβραίων, ξαφνικά βίωσε ένα κύμα δημοφιλίας. Ακόμη κι οι Σοβιετικοί, οι οποίοι αρνήθηκαν να δεχτούν τις σιωνιστικές προτάσεις όσο ακόμη υπήρχε η Γ’ Διεθνής (διαλύθηκε το 1943), ξεκίνησε να συλλογίζεται την πιθανότητα ενός διαμελισμού. Ο εκπρόσωπος της ΕΣΣΔ στον ΟΗΕ, ο Αντρέι Γκρομίκο, συνεπώς εισήγαγε στις 14 Μαΐου του 1947 μια πρόταση. «Κανένα δυτικό κράτος μέχρι σήμερα δεν έχει διασφαλίσει τα στοιχειώδη δικαιώματα του εβραϊκού λαού», εξήγησε ο Γκρομίκο. «Θα ήταν άδικο ν’ αρνηθούμε στους Εβραίους το δικαίωμα να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος, ιδίως εν όψει όσων υπέστησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου»[119]. Ακολούθησαν μήνες διαβουλεύσεων, όταν όμως συγκαλέστηκε εκ νέου η ολομέλεια στις 26 Νοεμβρίου, ο Γκρομίκο επανέλαβε ότι «η απόφαση διαμελισμού της Παλαιστίνης γίνεται τηρώντας την αρχή του “εθνικού αυτοπροσδιορισμού των λαών”. Η μελέτη του παλαιστινιακού ζητήματος υποδεικνύει ότι οι Εβραίοι κι οι Άραβες δεν θέλουν να ζήσουν από κοινού»[120]. Μόλις τρεις μέρες αργότερα πέρασε η απόφαση.

Η κομμουνιστική στήριξη στον εβραϊκό αυτοπροσδιορισμό στην περιοχή δεν έληξε φυσικά σ’ αυτό. Με τον πόλεμο στον ορίζοντα, τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ (CPUSA) συνέτρεξαν σε υπεράσπιση του νεαρού έθνους. Περίπου 10.000 κομμουνιστές βγήκαν στους δρόμους της πόλης της Νέας Υόρκης φωνάζοντας «Οπλίστε τη Haganah!» ή «Σώστε το εβραϊκό κράτος!». Μπάντες έπαιζαν τη Χατικβά [Ελπίδα], εθνικό ύμνο του Ισραήλ, κι άλλοι ανέμιζαν τη γαλανόλευκη σημαία με το Άστρο του Δαβίδ (βασισμένο σ’ αυτό του Γκέτο της Βαρσοβίας)[121]. Απωθημένοι από εκστρατείες βομβαρδισμού της Ιργκούν και της συμμορίας Stern [οι Lehi, Μαχητές για την Ελευθερία της Παλαιστίνης], οι Βρετανοί επέβαλαν ένα αυστηρό εμπάργκο που απαγόρευε την πώληση όπλων στον ισραηλινό στρατό. Αισθανόμενες πίεση απ’ τον κοντινότερό τους σύμμαχο, οι ΗΠΑ αμφιταλαντεύονταν. Ωστόσο, αντ’ αυτού ο Στάλιν κράτησε τα μπόσικα πουλώντας στον Εχούντ Αβριέλ πλεονάζοντα σοβιετικά όπλα και πυρομαχικά μέσω της Τσεχοσλοβακίας – 10.000 τυφέκια Mauser P-18· 4.500 βαριά πολυβόλα ZB-37· 3.000.000 σφαίρες των 7,92 χιλιοστών[122]. Πιλότοι εκπαιδεύτηκαν σε αεροδιαδρόμους στο Τσέσκε Μπουντεγιόβιτσε και το Χράντετς Κράλοβε, όπου πετούσαν εννιά μετεξοπλισμένα Messerschmitt-109[123]. Μονάδες αποτελούμενες από Τσεχοσλοβάκους εθελοντές πήγαν να υπηρετήσουν στην Παλαιστίνη, φαινομενικά εμπνευσμένες απ’ τις Διεθνείς Ταξιαρχίες κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου[124].

Το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο για την ανεξαρτησία του τον Μάρτιο του 1949, κυρίως χάρη της στήριξης της ΕΣΣΔ. Οι Άραβες που ζούσαν στην περιοχή βιώσαν τη νίκη του Ισραήλ ως μια απόλυτη καταστροφή, ή αλλιώς Nakba. Σκοτώθηκαν περισσότεροι από 6.000 χιλιάδες Ισραηλινοί Εβραίοι στρατιώτες και άμαχοι, και περίπου 10.000 Παλαιστίνιοι Άραβες στρατιώτες και άμαχοι (συν 5.000 ακόμη στρατιώτες του παναραβικού εκστρατευτικού σώματος)[125]. Όμως, το συνολικό κόστος για τους μακροχρόνια κάτοικους της περιοχής υπήρξε πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι υποδεικνύουν αυτά τα νούμερα. Περισσότεροι από 700.000 πρόσφυγες αφέθηκαν απ’ τη λεγόμενη «μεταφορά πληθυσμού». Μερικοί εξ αυτών έφυγαν ως μέρος της προσωρινής εντολής εκκένωσης που εξέδωσαν οι Άραβες ηγέτες, ενώ άλλοι εκδιώχτηκαν με το ζόρι, όμως σε κανέναν δεν επιτράπηκε να επιστρέψει απ’ τη στιγμή που κηρύχτηκε ανακωχή. Χωριά εκκενώθηκαν, γειτονιές εκκαθαρίστηκαν. Η «γενοκτονία» δεν θα περιέγραφε μ’ ακρίβεια τα γεγονότα του 1948, όπως ξεκαθαρίζει ο αντισιωνιστής ιστορικός Ilan Pappé, όμως αυτό δεν μειώνει τον τρόμο: «Η εθνοκάθαρση δεν είναι γενοκτονία […] Ωστόσο, φέρει φρικτές πράξεις σφαγής και θανάτου […] Χιλιάδες Παλαιστίνιων σκοτώθηκαν βάναυσα από ισραηλινά στρατεύματα όλων των υποβάθρων, ηλικιών και θέσεων»[126].

Όχι πολύ ύστερα απ’ την παλαιστινιακή Nakba ήρθε η απέλαση των Εβραίων απ’ τις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες. Εβραϊκές κοινότητες που συνυπήρχαν εκεί ειρηνικά για εκατοντάδες χρόνια εξαφανίστηκαν σχεδόν εν μία νυκτί. Πογκρόμ ξεσπάσαν στη Δαμασκό, το Αλγέρι, τη Τρίπολη [της Λιβύης εννοείται], τη Τύνιδα, τη Βαγδάτη, το Κάιρο. Όπου οι Εβραίοι είχαν υπάρξει πολίτες -στη Λιβύη, την Αλγερία, τον Λίβανο, το Ιράκ- αποπολιτογραφήθηκαν, απογυμνώθηκαν απ’ τα δικαιώματά τους, υποβλήθηκαν σε εξωφρενικούς φόρους και πρόστιμα, η περιουσία τους απαγορεύτηκε ή κατασχέθηκε. Μεταξύ του 1948-1972, 80.000 Μιζραχίτες και Σεφαρδίτες τράπηκαν σε φυγή. Εκδικητική ή όχι, η απαγόρευση αυτού του πληθυσμού αποδείχτηκε μια μαζική γκάφα. Μακρυά απ’ το να υπονομεύσει τη «σιωνιστική οντότητα», το Ισραήλ ενισχύθηκε σε μεγάλο βαθμό απ’ αυτή τη διαδικασία, καθώς οι περισσότεροι εκ των Εβραίων που εκδιώχτηκαν κατευθύνθηκαν προς το Τελ Αβίβ και τη Χάιφα[127]. Την ίδια στιγμή, λάμβανε χώρα μια επανευθυγράμμιση καθώς οι συμμαχίες του Ισραήλ μετατοπίζονταν προς τη Δύση, πρώτα με τη Γαλλία κι ύστερα με τις ΗΠΑ. Ευλόγως, ο Στάλιν αισθάνθηκε προδομένος κι επιτέθηκε σ’ οποιονδήποτε ύποπτο για σιωνιστικές συμπάθειες[128]. Οι κομμουνιστές εβραϊκής καταγωγής συνελήφθησαν και τέθηκαν σε δίκες-παρωδία, με πιο αξιομνημόνευτη εκείνη του Rudolf Slánský κι έντεκα ακόμη «σιωτροτσκιστών» σαμποτέρ του τσέχικου κόμματος, οι οποίοι απαγχωνίστηκαν το 1952. Ακόμη και σήμερα, Εβραίοι κομμουνιστές συχνά κατηγορούνται ότι δεν είναι αρκετά σκληροί απέναντι στο Ισραήλ, παρότι του αντιτίθονται όπως και σε κάθε άλλο αστικό κράτος[129].

Ωστόσο, μερικοί μαρξιστές συνέχισαν να υπερασπίζονται ο Ισράηλ μετά το 1948 επικαλούμενοι την αρχή του εθνικού «δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό». Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι ο Χαλ Ντράπερ, με κανέναν τρόπο σταλινικός, ο οποίος ωστόσο καταδίκασε όσους εισέβαλαν στο Ισραήλ – «είναι μερικοί απ’ τους πιο οπισθοδρομικούς βασιλιάδες και δυνάστες του κόσμου, ημιφεουδάρχες καταπιεστές του αραβικού λαού […]». Ποιος ήταν ο στόχος τους; «Αυτή η αντιδραστική εισβολή εξαπολύθηκε μ’ έναν και μόνο στόχο», εξηγεί ο Ντράπερ, «ακριβώς για τη στέρηση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό του ισραηλινού λαού»[130]. Η Raya Dunayevskaya επανεπιβεβαίωσε το 1978 ότι «ο πρώτος αραβικός πόλεμος ενάντια στο κράτος του Ισραήλ υπήρξε οτιδήποτε εκτός από επαναστατικός, επειδή το ενοποιητικό στοιχείο των φεουδαρχικών αραβικών κρατών ήταν η αντιπαράθεση με το Ισραήλ, κάτι το οποίο δεν επαρκεί ώστε να κάνει τους βασιλιάδες και τους εμίρηδες “επαναστάτες”»[131]. Κατά τη δεκαετία του 1960, η Dunayevskaya ένιωσε ότι οι προοδευτικοί αραβικοί εθνικισμοί είχαν επιτελους αποκρυσταλλωθεί, παρότι «το Μπάαθ κι η Φατάχ είχαν τις ρίζες τους στον φασισμό»[132]. Όμως, επέμεινε στην αυτονομία του Ισραήλ: «Το Ισραήλ έχει εξίσου το ίδιο δικαίωμα να υπάρχει με οποιαδήποτε άλλη χώρα, και σε ζητήματα πέρα απ’ τον αυτοπροσδιορισμό, οι μαρξιστές-ανθρωπιστές δεν διαλέγουμε πλευρές»[133]. Πολλοί φιλοϊσραηλινοί αριστεροί υπήρξαν επίσης ευθείς υποστηρικτές των αντιαποικιακών κινημάτων, όπως ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ, μια μεγάλη φωνή για την απελευθερώση της Αλγερίας τη δεκαετία του 1960. Ο Σαρτρ νωρίτερα είχε καλωσορίσει την εμφάνιση του Ισραήλ, γράφοντας το 1949 ότι ενώ «πάντα ήλπιζε ότι το εβραϊκό πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί εντός μιας ανθρώπινης κοινότητας χωρίς περιορισμούς […] καμία αναπτυσσόμενη κοινωνία δεν μπορεί να προσπεράσει το στάδιο της εθνικής ανεξαρτησίας, πρέπει οπότε να χαιρόμαστε για τη δημιουργία του Ισραήλ»[134].

Παραμένει όμως ασαφές γιατί ο Στάλιν ή οποιοσδήποτε άλλος επηρεασμένος απ’ το λενινιστικό δόγμα του εθνικού δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό θα επέλεγε να στηρίξει το μικροσκοπικό εβραϊκό προτεκτοράτο στην Παλαιστίνη κι όχι τις αραβικές μάζες που το περιστοίχιζαν. Οι αμφιβολίες του ίδιου του Λένιν για τον εθνικισμό στην περιοχή είναι διδακτικές απ’ αυτή την άποψη. Τόνισε ρητά την «ανάγκη να καταπολεμηθεί ο πανισλαμισμός και παρόμοια ρεύματα, που θέλουν να συνδυάσουν το απελευθερωτικό κίνημα ενάντια στον ευρωπαϊκό και στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό με την εδραίωση της θέσης των χάνων, των τσιφλικάδων, των μουλάδων, κλπ»[135]. Το 1932, ο Τρότσκι συμβουλεύτηκε έναν ορισμένο «σύντροφο Nathan» απ’ την αριστερή φραξιά των Εργατών της Σιών αναφορικά με το ζήτημα της παλαιστινιακής απελευθέρωσης:

Στο ερώτημα των γεγονοτών της Παλαιστίνης, αυτή τη στιγμή μόνο συγκεντρώνω υλικό. Συγκεκριμένα, περιμένω την άφιξη ενός μαρξιστή απ’ την Παλαιστίνη. Ο σύντροφος Nathan απ’ τους Εργάτες της Σιών μου στέλνει πολύ χρήσιμο υλικό […] Βρίσκω τις επιστολές του πολύ ενδιαφέρουσες, επειδή μου δίνουν μια πολύ καλύτερη εικόνα της παλαιστινιακής κατάστασης. Αυτό μου δίνει την ευκαιρία να εκφράσω μια περισσότερο συγκεκριμένη άποψη για τις ταραχές του 1929 και να διακρίνω σε ποιον βαθμό και σε ποιες διαστάσεις τ’ αραβικά εθνοαπελευθερωτικά (δηλαδή, αντιιμπεριαλιστικά) κινήματα συνδέονται με τους αντιδραστικούς μουσουλμάνους και τ’ αντισημιτικά πογκρόμ. Όλα αυτά τα στοιχεία ήταν παρόντα[136].

Οι περισσότεροι σημερινοί τροτσκιστές θα ντρέπονταν αν μαθαίναν ότι ο ιδρυτής τους προσπάθησε να επιστρατεύσει μια ομάδα όπως οι Εργάτες της Σιών στην Αριστερή Αντιπολίτευση[137]. Σίγουρα, Τρότσκι δεν υπήρξε σιωνιστής[138]. Όμως, οι σημερινοί ακολουθητές του χρειάζονται μια υπενθύμιση για τις επιφυλάξεις που είχε στο να υποστηρίξει εθνοαπελευθερωτικά μέτωπα που φέραν αντιδραστικά συστατικά στοιχεία. Μόνο οι πιο ευτελείς τροτσκιστικές σέχτες δίνουν «κριτική μα άνευ όρων στήριξη» σε ισλαμιστικές ομάδες όπως η Χαμάς[139], ενώ τα σταλινικά υπολείμματα όπως το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) συγκεντρώνουν μόλις γύρω στο 3% στις κατεχόμενες περιοχές. Ακόμη και να διαλέξεις μεταξύ αυτών των πενιχρών επιλογών αφήνει τη χρεωκοπημένη ιδεολογία της εθνικής απελευθέρωσης άθικτη, ενώ ένας αιώνας αδιέξοδης πάλης θα έπρεπε να ρίξει αμφιβολίες στο σύνολο της υπόθεσης.

Η ανεξαρτησία της Αλγερίας απ’ τη γαλλική αποικιοκρατία δεν ήταν τόσο διαφορετική απ’ την ανεξαρτησία του Ισραήλ απ’ τη βρετανική αποικιοκρατία. Οδήγησε στον Κώδικα Εθνικότητας του 1963, ο οποίος έδιδε πολιτειότητα μόνο σε μουσουλμάνους, ή μάλλον σε άτομα που ο πατέρας τους ή ο πατέρας του πατέρα τους ήταν μουσουλμάνος, μέσω του δικαιώματος του αίματος[140]. Αρκετά ξεκάθαρα, αυτό μοιάζει αρκετά με τους ισραηλινούς νόμους που αποδίδουν αυτόματη πολιτειότητα σε όποιον έχει τουλάχιστον έναν εβραίο παππού ή γιαγιά. Πριν την έξοδο της Γαλλίας, σχεδόν 140.000 Εβραίοι ζούσαν στην Αλγερία. Λιγότεροι από πενήντα ζουν εκεί σήμερα. Η χρόνια βία του Ισραήλ προς τους Άραβες στην περιοχή έχει παρομοίως οδηγήσει σε ευρείς εκτοπισμούς μακρά εδραιωμένων ομάδων. Μεταρρυθμίσεις τυπικά συνδεδεμένες με αστικές επαναστάσεις αντιστράφηκαν και στις δύο περιπτώσεις: ο παλιός κοσμικός Αστικός Κώδικας αντικαταστάθηκε με το Ισλάμ ως την κρατική θρησκεία στην Αλγερία· το τροποποιημένο σύστημα των μιλλέτ που υιοθέτησε η Βρετανία απ’ τους Οθωμανούς αντικαταστάθηκε από ένα κράτος διοικούμενο από ραβίνους στο Ισραήλ. Τέτοια παραδείγματα δεν είναι ποτέ ισόμορφα, όμως και τα δύο σκιαγραφούν τα σοβαρά ελαττώματα της ιδεολογίας της εθνικής απελευθέρωσης.

Ο ιστορικός Arno Mayer επιβεβαιώνει ότι «απ’ τη στιγμή που ο Λένιν κι ο Ουίλσον, οι δύο μεγάλοι οικουμενικοί αντίπαλοι, καθολικοποίησαν τη δυτική ιδεά του εδαφικά δεσμευμένου εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αυτή δεν μπορούσε να κρατήθει εκτός της Μέσης Ανατολής»[141]. Οι φιλοδοξίες γι’ αυτονομία έθεσαν τους Άραβες και τους Εβραίους στην Παλαιστίνη σε μια «τροχιά σύγκρουσης» στα απόηχα της απόσυρσης της Βρετανίας. Παρά τις ασυνήθιστες περιστάσεις της σύλληψής του, «η αμφισβητούμενη κι αιματηρή γέννηση του Ισραήλ ήταν παρόμοια με την ίδρυση πρακτικά οποιουδήποτε άλλου έθνους-κράτους»[142]. Οι πόλεμοι ανεξαρτησίας των αποικιών μετά το 1945 συχνά συνοδεύονταν από εθνοτικοθρησκευτικές διαμάχες. Για παράδειγμα, η απελευθέρωση της Ινδίας το 1947 οδήγησε επίσης σ’ έναν διαχωρισμό, διαιρώντας τους ινδουιστές με τους μουσουλμάνους. Πέθαναν περισσότερο από ένα εκατομμύριο άνθρωποι, και περίπου δεκαπέντε εκατομμύρια ξεριζώθηκαν[143]. Ο E. M. S. Namboodiripad, ένας εκ των μαρξιστών-λενινιστών που υποστήριζε εκείνα τα χρόνια την εθνική ανεξαρτησία, αργότερα συλλογίστηκε: «Όχι μόνο υπήρξε η χώρα διαιρεμένη, αλλά η διαίρεση μεταξύ των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων κατέληξε στη χειρότερη σφαγή στην ανθρώπινη ιστορία»[144]. Το Πακιστάν μπόρεσε φυσικά να ιδρύσει κράτος, κάτι που έως τώρα έχει αρνηθεί στους Παλαιστίνιους. Ωστόσο, η βία κείτεται στη ρίζα κάθε νεωτερικού κράτους.

Γ. Απ’ το 1967 έως σήμερα

Για να κρατήσουμε τα πράγματα ενημερωμένα, θα χρειαστεί σ’ αυτή τη τελευταία υποενότητα να συνοψίσουμε μια σειρά από φαινόμενα: τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ του 1973, δύο ιντιφάντες, και το ισραηλινοαιγυπτιακό αποκλεισμό της Γάζας που κρατάει εδώ και δώδεκα χρόνια. Δεδομένων ορισμένων χωρικών περιορισμών, η ενασχόληση με το καθένα εξ αυτών θα είναι λιγοστή. Και είναι φυσικά αυτονόητο όλα τους αποτελούν σύνθετα ζητήματα, για τα οποία πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν.

Το 1967 υπήρξε ένα προφανές ορόσημο στην ιστορία της σύγκρουσης. Πρώτα απ’ όλα, επειδή η αποφασιστική στρατιωτική νίκη του Ισραήλ διασφάλισε το στάτους του ως μιας περιφερειακή υπερδύναμη. Δεύτερον, αναφορικά με τον τρόπο που επαναχαράχτηκαν τα σύνορα ως επακόλουθο της κατάπαυσης του πυρός. Η προπολεμική παράνοια μετατράπηκε σε μεταπολεμική ευφορία, καθώς οι IDF αντιμετωπίσαν μ’ ευκολία τ’ αραβικά στρατεύματα κατά μήκος της Χερσόνησου του Σινά. Σύντομα ακολούθησαν προσαρτήσεις και κατοχές εδαφών: ανατολική Ιερουσαλήμ, Υψώματα του Γκολάν, Γάζα, Δυτική Όχθη. Οι Ισραηλινοί «νόμιζαν ότι είχαν κερδίσει», σημειώνει ο Segev ειρωνικά στο χρονικό του απ’ τον πόλεμο[145]. Ο Deutscher αντλεί αρκετά διαφορετικά συμπεράσματα σ’ έναν διάλογο που δημοσιεύτηκε λίγο καιρό αργότερα: «Κανένα απ’ τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Ισραήλ ή τ’ αραβικά κράτη δεν έχει λυθεί. Αντιθέτως, ο πανεύκολος θρίαμβος των ισραηλινών όπλων έχει απλώς επιδεινώσει τα παλιά ζητήματα ενώ δημιουργεί νέα (και περισσότερο επικίνδυνα). Η ασφάλεια του Ισραήλ δεν αυξήθηκε, καθώς σήμερα είναι περισσότερο ευάλωτο απ’ ότι πριν τις 5 Ιουνίου του 1967»[146]. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές πενήντα χρόνια αργότερα, βλέποντας το κράτος-φρούριο στο οποίο έχει μετατραπεί στο Ισραήλ, είναι δύσκολο να διαφωνήσεις με την αποτίμηση του Deutscher. Ύστερα από επανεξέταση, ο Segev συμπεραίνει περίπου το ίδιο[147].

Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ το 1973 δεν ήταν τόσο μονόπλευρος. Τουλάχιστον στην αρχή, οι αιγυπτιακές και συριακές δυνάμεις έπιασαν στον ισραηλινό στρατό στον ύπνο. Οι IDF επανέκτησαν το έδαφος ύστερα απ’ την πρώτη εβδομάδα, και προξένησαν τις τριπλές απώλειες απ’ όσες υπέστησαν. Παρά τη ξαφνική ανάκαμψη, η υπέρμετρη αυτοπεποίθηση του Ισραήλ πληγώθηκε βαθιά, ενώ το κύρος των εχθρών του (Σαντάτ, Άσαντ) ανυψώθηκε. Ωστόσο, αυτό δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση των Παλαιστίνιων προσφύγων, η οποία ήταν χειρότερη από ποτέ[148]. Όταν ο Σαντάτ επισκέφτηκε το Ισραήλ στις 19 Νοεμβρίου του 1977 και συναντήθηκε ξανά με τον Μπέγκιν στο Camp David [των ΗΠΑ] τον επακόλουθο Σεπτέμβριο, οι Παλαιστίνιοι αφέθηκαν εκτός των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων: «Η Αίγυπτος πήρε πίσω τη Χερσόνησο του Σινά, έως και το τελευταίο εκατοστό της, με κόστος ν’ αφήσει τις κατεχόμενες περιοχές υπό τον απόλυτο έλεγχο του Ισραήλ»[149]. Ύστερα απ’ τη δολοφονία του Σαντάτ τρία χρόνια αργότερα, ανέλαβε ο Μουμπάρακ, όμως η διμερής συμφωνία κρατήθηκε. Εν τω μεταξύ, στο Λίβανο μαινόταν εμφύλιος πόλεμος, με το Ισραήλ να στηρίζει το μαρωνίτικο χριστιανικό Φαλάνζ ενάντια στις πολιτοφυλακές της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) του Αραφάτ στη Βηρυτό. Έχοντας διασφαλίσει τα νότια σύνορά του με την Αίγυπτο, περισσότερα από 100.000 ισραηλινά στρατεύματα παρατάχθηκαν στη Γαλιλαία το 1982 με την πρόθεση της σύνθλιψης των Παλαιστίνιων φενταγίν. Όμως, το σχέδιο του Μπέγκιν του γύρισε μπούμερανγκ: οι IDF απέτυχαν να ξεφορτωθούν τη Φατάχ, διαπράττοντας δεκάδες εγκλήματα πολέμου κατά τη διάρκεια της διετούς εξόρμησης στο Λίβανο.

Μια απρόβλεπτη συνέπεια της ισραηλινής εφόδου στον βορρά υπήρξε η δημιουργία της σιίτικης φονταμενταλιστικής ομάδας Χεζμπολάχ, η οποία στηριζόταν από θεοκράτες του Ιράν. Όμως, αυτό υπήρξε μέρος μιας ευρύτερης μετατόπισης στην περιοχή, καθώς ο κοσμικός αραβικός εθνικισμός αντικαταστάθηκε τώρα απ’ τον θρησκευτικό ισλαμικό φονταμενταλισμό – δηλαδή, «ένα φαινόμενο που είναι νεωτερικό, όχι παραδοσιακό, και καπιταλιστικό, όχι φεουδαρχικό», μια γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο πολύ περισσότερο αντιδραστικό[151]. Στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη συνέχιζε να συσσωρεύεται δυσφορία, όταν το μαχαίρωμα ενός Ισραλινού επιχειρηματία κι ύστερα την επόμενη μέρα ένα τροχαίο δυστύχημα όπου σκοτώθηκαν 17 Παλαιστίνιοι, είχαν ως αποτέλεσμα μια γενική εξέγερση σ’ όλες τις κατεχόμενες περιοχές[152]. Αρχικά, η εξέγερση του Δεκεμβρίου του 1987 είχε όλα τα οικεία χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης, την αυτοδραστηριότητα της παλαιστινιακής εργατικής τάξης. Σύντομα το Ισραήλ έφερε τη σακατεμένη PLO, την οποία για χρόνια προσπαθούσε να καταστρέψει, για να διαχειριστεί την αυθόρμητη εξέγερση (η οποία έπιασε τον Αραφάτ, εξόριστο τότε στη Τυνησία, στον ύπνο), αλλά μέχρι τότε ήταν αργά: η Ιντιφάντα είχε αρχίσει. «Σχεδόν κάθε μέρα τις πρώτες εβδομάδες της εξέγερσης υπήρχε μια γενική απεργία», θυμάται ο Άντριου Ρίγκμπι[153]. Τώρα αναδύθηκε ένας σουνίτικος ομόλογος της Χεζμπολάχ.

Η Φατάχ κατά το τέλος του 1988 αναγνώρισε το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ, όμως το Ισραήλ δεν εμπλέχτηκε σε διαπραγματεύσεις έως και το 1993[154]. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος που η Χαμάς έριξε το γάντι στη Φατάχ για την ηγεσία της παλαιστινιακής αντίστασης. Το μαρξιστικό περιοδικό Aufheben περιγράφει παραστατικά τις πρώτες ημέρες το ανταγωνισμούς Χαμάς-Φατάχ σ’ ένα κείμενο του 2002:

Είχε επίσης ξεκινήσει ένας σκληρός αγώνας δρόμου για το ποιος θα γίνει ο κυρίαρχος φύλακας της τάξης στους παλαιστινιακούς δρόμους. Οι εθνικιστικές συμμορίες προετοιμάζονταν ήδη για το μελλοντικό τους ρόλο ως φύλακες του αστικού νόμου και της τάξης, και των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας. Ενώ η εξέγερση φυλλοροούσε, το προλεταριάτο αποδεκατιζόταν από φραξιονιστικές διαμάχες και «δολοφονίες συνεργατών του εχθρού»· περισσότεροι παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από παλαιστίνιους παρά από τις ισραηλινές δυνάμεις την άνοιξη του 1990. Πολλοί απ’ αυτούς τους «συνεργάτες του εχθρού» συμμετείχαν σε λεηλασίες ή στους ταξικούς αγώνες.Στον αγώνα δρόμου πήραν μέρος και σχετικά νεοδημιουργημένες ομάδες όπως η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ. […] Παρότι όμως η Χαμάς ήθελε να υπονομεύσει την ΟΑΠ [Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης], δεν ήθελε να πάρει τη θέση της. Ο ανταγωνισμός με τη Φατάχ (τη στρατιωτική πτέρυγα της ΟΑΠ) για το «ποιός είναι ο πιο μαχητικός» στόχευε περισσότερο να της εξασφαλίσει έναν ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Αρνείτο όχι μόνο την «ειρηνευτική διαδικασία» και το συμβιβασμό με το Ισραήλ αλλά και την ίδια την ιδέα ενός κοσμικού αστικού κράτους. […] Για τη Χαμάς, ένα παλαιστινιακό κράτος έπρεπε εξ ορισμού να είναι ένα μουσουλμανικό κράτος. Ο ισλαμισμός είναι ένα νεωτερικό πολιτικό κίνημα που ανατρέχει σε προκαπιταλιστικές μορφές. Έτσι, όπως και ο φασισμός, είναι ικανός να αντιτίθεται τόσο στον κομμουνισμό όσο και στον καπιταλισμό (η πολιτική του αντίθεση με τον καπιταλισμό είναι στην πραγματικότητα μια ηθική αντίθεση στην τοκογλυφία). Όπως ο αντισημιτισμός και ο αντιαμερικανισμός, είναι ψευδο-αντικαπιταλιστικός[155].

Έως το 1993, η Πρώτη Ιντιφάντα είχε ολοκληρωθεί. Ο Σαντάμ Χουσεΐν του Ιράκ, με πολλούς Παλαιστίνιους να τον βλέπουν ως τη τελευταία μεγάλη ελπίδα του αραβικού κόσμου, απομονώθηκε ύστερα απ’ τον καταστροφικό του πόλεμο με τα κράτη του Κόλπου. Η Παλαιστίνη δεν μπορούσε πλέον να υπολογίζει στη στήριξή του. Ο Γιτζάκ Ράμπιν επανέφερε το Ισραηλινό Εργατικό Κόμμα στην εξουσία ύστερα από μια δεκαετία Λικούντ.

Όλα αυτά οδήγησαν σε μια συνάντηση του Αραφάτ με τον Ράμπιν, επικυρώνοντας τη Συμφωνία του Όσλο. Η ιστορική τους χειραψία στο γρασίδι του Λευκού Οίκου εγκαινίασε την ατέρμονη «ειρηνευτική διαδικασία» της δεκαετίας του 1990. Η Συμφωνία του Όσλο δημιούργησε επίσης ένα ημιαυτόνομο κρατίδιο στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη υπό την Παλαιστινιακή Αρχή. Παρότι δεν δώθηκαν μεγάλες παραχωρήσεις, πολλοί υπήρξαν για πρώτη φορά αισιόδοξοι. Η δολοφονία του Ράμπιν το 1995 στα χέρια ενός Εβραίου θρησκευτικού εξτρεμιστή αποτέλεσε για πολλούς σοκ, όμως ο Πέρες υποσχέθηκε να συνεχίσει τη Συμφωνία. Τα μερικά επόμενα χρόνια έγιναν έντεκα βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας, στοχεύοντας όμως κυρίως λεωφορεία και αγορές. Η Χαμάς κι η Ισλαμική Τζιχάντ ανέλαβαν την ευθύνη για τις επιθέσεις[156]. Εβραίοι τρομοκράτες πραγματοποιούσαν επίσης σποραδικές δολοφονίες με φυσικά διασημότερη εκείνη του Μπάρουχ Γκόλντσταν το 1994[157], όμως το συστηματικό κύμα των βομβιστικών επιθέσεων πριν τις εκλογές του 1996 ώθησαν την ισραηλινή πολιτική οξεία προς τα δεξιά. Το Λικούντ επικράτησε επί των Εργατικών, οδηγώντας τον παγκόσμιας κλάσης σκατολεκέ Μπενιαμίν Νετανιάχου στη θέση του πρωθυπουργού. Οι διπλές συναλλαγές του Νετανιάχου κι η κακή πίστη θάψαν την ειρηνευτική διαδικασία τα επόμενα τρία χρόνια, μέχρι που ένα σκάνδαλο διαφθοράς τορπίλισε προσωρινά προσωρινά την καριέρα του το 1999. Όσα λίγα είχα απομείνει απ’ τη Συμφωνία του Όσλο κατέρρευσαν με τον Αραφάτ το 2000[158].

Ήταν ο Αριέλ Σαρόν, ένα άλλο μανιακό ισραηλινό γεράκι, που πυροδότησε τη Δεύτερη Ιντιφάντα. Η προβοκάτσια ήταν σίγουρα ο στόχος του «ασεβούς προσκυνήματος» του Σαρόν στο Όρος του Ναού, όπου βρίσκεται το Τέμενος Αλ-Άκσα, το μοιραίο πρωί της 28ης Σεπτεμβρίου του 2000[159]. Ταραχές ξεσπάσαν αμέσως, καθώς Παλαιστίνιοι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ πετούσαν πέτρες σε προσκυνητές που επισκέπτονταν το Δυτικό Τείχος. Η αστυνομία έριξε πλαστικές σφαίρες στους διαδηλωτές, άλλα σύντομα προχώρησε σε πραγματικά πυρά. Τέσσερις Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν, και περίπου 200 τραυματίστηκαν. Σύντομα τα νέα διαδόθηκαν, και πλήθη σ’ όλα τα κατεχόμενα βγήκαν στους δρόμους. Εκατοντάδες δολοφονήθηκαν απ’ τους στρατιώτες των IDF τους επόμενους δύο μήνες, και χιλιάδες ακόμη τραυματίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Μερικοί εκτός υπηρεσίας Ισραηλινοί έφεδροι στη Ραμάλα πιάστηκαν και λιντσαρίστηκαν -πάρθηκαν απ’ τα κελιά τους [προηγουμένως είχαν συλληφθεί απ’ την Παλαιστινιακή Αστυνομία, και πλήθος εισέβαλε στο αστυνομικό τμήμα για να τους λιντσάρει], ξεκοιλιάστηκαν και πυρπολήθηκαν- σ’ ένα γεγονός που προβλήθηκε ευρέως τηλεοπτικά. Χρησιμοποιώντας σαρωτική δύναμη πύρος, οι IDF απάντησαν με τη συνήθη σκληρότητά τους. Το να θυσιαστείς ως μάρτυρας μετατράπηκε σε βασικό τρόπο λειτουργίας όχι μόνο της Χαμάς και της Ισλαμικής Τζιχάντ, μα επίσης και των κοσμικών Ταξιαρχιών των Μαρτύρων του  Αλ-Άκσα, ακόμη και του κατ’ όνομα μαρξιστικού PFLP. Ισραηλινοί πολίτες στοχοποιήθηκαν σε μια σειρά από επίθεσεις αυτοκτονίας, σχεδόν τριάντρα τον χρόνο μεταξύ του 2001-2005[160].

Κάτι παραπάνω από 3.000 Παλαιστίνιοι πεθάναν κατά την εξέγερση, και κάτι παραπάνω από 1.000 Ισραηλινούς. Η Δεύτερη Ιντιφάντα έληξε στα μέσα του 2005. Οι εχθροπραξίες έληξαν όταν οι IDF αποχώρησαν απ’ τη Γάζα. Εκκενωμένοι οικισμοί κι εγκαταλελειμμένες ισραηλινές υποδομές αποσυναρμολογήθηκαν και δώθηκαν για παλιοσίδερα. Οι εκλογές στη Γάζα το 2006 έφεραν τη Χαμάς στην εξουσία, οδηγώντας σ’ έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο στο εσωτερικό της Παλαιστινιακής Αρχής. Η Φατάχ διατήρησε την ηγεμονία της στη Δυτική Όχθη και την ανατολική Ιερουσαλήμ, παραχώρησε όμως τη Γάζα στους ισλαμιστές. Η διακυβέρνηση ανάγκασε τη Χαμάς τελικά να «ακολουθήσει τη νομιμότητα», αποκηρύττοντας τις βομβιστικές επιθέσεις σε λεωφορεία και προτιμώντας τα ολμοβόλα και τις ρουκέτες. Επειδή η Χαμάς αρνήθηκε ν’ αναγνωρίσει το Ισραήλ, επιβλήθηκε στη Γάζα ένας αποπνικτικός οικονομικός αποκλεισμός που παραμένει μέχρι και σήμερα. Περιοδικές επιθέσεις στο Τελ Αβίβ και τη Μπερ Σεβά είχαν ως αποτέλεσμα, όπως ήταν αναμενόμενο, ισραηλινές αντεπιθέσεις δυσανάλογης κλίμακας, με την μορφή εναέριων βομβαρδισμών, ακόμη κι εδαφικών επιδρομών (όπως η Επιχείρηση «Cast Lead» το 2009 κι η Επιχειρήση «Protective Edge» το 2014). Ενώ οι IDF ισχυρίζονται ότι στοχεύουν αποκλειστικά τρομοκράτες, οι απλοί κάτοικοι της Γάζα φέρουν το κύριο βάρος αυτών των επιθέσεων. Απ’ αυτή την άποψη, τουλάχιστον, η πιο πρόσφατη αιματοχυσία στα σύνορα είναι εμβληματική του συνόλου της μετά-2006 εποχής.

ΙΙΙ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Το Ισραήλ παίζει ένα υπερμεγέθη ρόλο στο φαντασιακό τόσο των απολογητών του όσο και των επικριτών του. Για τους πρώτους, οι οποίοι περισσότερο ή λιγότερο παπαγαλίζουν τη hasbara [τις διπλωματικές δηλώσεις του κράτους του Ισραήλ], το Ισραήλ είναι σχεδόν μοναδικά καλοπροαίρετο. Ακούει κανείς όλες τις σύνηθεις ιδεολογικές ανοησίες: το Ισραήλ είναι «ένα φως προς τα άλλα έθνη»[161], οι IDF είναι «ο ηθικότερος στρατός στον κόσμο»[162], η κυβέρνησή του είναι «η μόνη δημοκρατία στην Μέση Ανατολή»[163]. Όμως για τους δεύτερους, οι οποίοι απλώς απαγγέλουν τις δηλώσεις τύπου του BDS, το Ισραήλ είναι σχεδόν μοναδικά μοχθηρό. Εδώ οι υπερβολή αντιστρέφεται: το Ισραήλ αποτελεί «τη σιωνιστική οντότητα», οι IDF είναι «ένοχοι μιας αυξανόμενης γενοκτονίας στη Γάζα»[164], η κυβέρνησή του είναι «ένα αποικιακό απαρτχάιντ κράτος»[165]. Οι απολογητές συχνά διαμαρτύρονται ότι το Ισραήλ ελέγχεται εξονυχιστικά σ’ αθέμιτο επίπεδο, ότι κάθε πράξη του τίθεται υπό το μικροσκόπιο. Οι επικριτές ανταπαντούν ότι του αξίζει αυτή η εστίαση, υπό το φως της «ειδικής σχέσης» που καλλιεργεί το Ισραήλ με τις ΗΠΑ[166]. Εδώ έρχεται στο μυαλό μας η μεταφορά του Λένιν της «κάμψης της ράβδου» προς μια κατεύθυνση ώστε να ευθυγραμμιστεί μια στρεβλή αφήγηση[167]. Κάθε πλευρά ισχυρίζεται ότι απλώς διορθώνει τη διαδεδομένη παραπληροφόρηση των μήντια, μ’ όλες τις επακόλουθες προκαταλήψεις επιβεβαίωσης.

Οι συγκρίσεις, ειδικά του ιστορικού είδους, είναι συχνά παραπλανητικές. Απ’ το 2005, η Γάζα έχει περιστασιακά συγκριθεί, για παράδειγμα, με το Γκέτο της Βαρσοβίας, και οι επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ με την Εξέγερση του Γκέτο της Βαρσοβίας το 1943. Ενώ οι αντεπιθέσεις των IDF έχουν υπάρξει βάναυσες, σκοτώνοντας περίπου 1.500 το 2009 και 2.300 το 2014, οι απάντηση των ναζί υπήρξε μιας τελειώς διαφορετικής τάξης μεγέθους. Περισσότεροι από 300.000 Εβραίοι της Βαρσοβίας δηληριάστηκαν με άερια και πυροβολήθηκαν σ’ ένα διάστημα έξι εβδομάδων. Μια άλλη αγαπημένη ιστορική σύγκριση είναι εκείνη με το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, με τους Ισραηλινούς ως Αφρικάνερ Μπόερ κι οι Παλαιστίνιοι ως ο αυτόχθονος μαύρος πληθυσμός. Ο Βρετανοϊσραηλινός σοσιαλιστής Moshé Machover, σήμερα με το Εργατικό Κόμμα αλλά παλιότερα στο Matzpen [Πυξίδα, ισραηλινή αντισιωνιστική σοσιαλιστική οργάνωση], ισχυρίζεται ότι «αναλυτικά μιλώντας, αυτός ο τίτλος δεν μπορεί να χαρακτηρίσει αυστηρά τον σιωνιστικό αποικισμό. Η χρήση του όρου “απαρτχάιντ” ως προσβολή ίσως να είναι ικανοποιητική για την εκτόνωση των συναισθημάτων, και ίσως μπορεί να υπηρετήσει ως μια σύντομη προπαγάνδα, όμως μ’ αυτόν τον τρόπο ο κόσμος αρχίζει να πιστεύει ότι το Ισραήλ αποτελεί μια νέα Νότια Αφρική και πρέπει συνεπώς ν’ αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο»[168]. Άλλοι μακροχρόνιοι αντισιωνιστές, όπως ο Τσόμσκι, συμφωνούν: «Το Ισραήλ, παρότι στο εσωτερικό του υπάρχει ακραία προκατάληψη, δεν μπορεί να συγκριθεί με το νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ»[169]. Αν είναι να γίνουν συγκρίσεις, είναι φρονιμότερο να ψάξουμε για κοντινότερες αναλογίες, τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο.

Ειδωμένο υπό το πρίσμα της Μέσης Ανατολής, το Ισραήλ μοιάζει με πολλά απ’ τα γειτονικά του κράτη με τους όρους της κακομεταχείρισης εθνοτικοθρησκευτικών μειονοτήτων. Αν περιοριστούμε μόνο σε συμμάχους των ΗΠΑ, αρκετά ονόματα έρχονται στο μυαλό μας ως ένοχοι μεγάλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Τουρκία, Αίγυπτος και Σαουδική Αραβία. Η Τουρκία, ένας μέλος του ΝΑΤΟ και σύμμαχος των ΗΠΑ που λειτουργεί ως οικοδεσπότης για πολλές αμερικάνικες βάσεις πυρηνικών, έχουν σκοτώσει περισσότερους Κούρδους απ’ το 1978 ως σήμερα (45.000, σύμφωνα μόνο με τις επίσημες τουρκικές εκτιμήσεις) απ’ ότι Παλαιστίνιους το Ισραήλ απ’ το 1948 ως σήμερα. Η Αίγυπτος είναι παρομοίως μια στρατιωτική δικτατορία φιλική με τις ΗΠΑ, και διώκει κόπτες χριστιανούς σε μόνιμη βάση. Η Σαουδική Αραβία, ένας ακόμη σύμμαχος των ΗΠΑ, διατηρεί αυτή τη στιγμή έναν αποκλεισμό στα νότιά της στην Υεμένη, και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις 8 εκατομμύρια βρίσκονται σε κίνδυνο λιμού. «Παραδόξως, ο Μπέγκιν κι ο Σαρόν πραγματοποιούν ένα παλιό σιωνιστικό όνειρο», σχολίασε ο Πρίμο Λέβι το 1982, «μετατρέποντας το Ισραήλ σε μια χώρα της Μέσης Ανατολής. Το κάνουν όμως με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, υιοθετώντας τη δημαγωγία, την αστάθεια και την αφερεγγυότητα που σηματοδοτεί τόσους πολλούς κυρίαρχους σ’ αυτή την περιοχή»[170]. Μολαταύτα, αν το Ισραήλ δεν είναι χειρότερο από άλλα αστικά κράτη αυτής της περιοχής του πλανήτη, σίγουρα δεν είναι και καλύτερο.

«Κάθε εθνικισμός ξεκινάει μ’ έναν Mazzini», παρατήρησε ο Ρούντολφ Ρόκερ σε μια επιστολή του το 1927 στον σύντροφό του αναρχικό Max Nettlau, «μα στη σκιά του παραμονεύει ένος Μουσολίνι»[171]. Όμως, αυτή η προειδοποίηση αγνοήθηκε για έναν αιώνα. Σήμερα, η επιλογή μεταξύ «καλών» και «κακών» εθνικισμών έχει μετατραπεί στο άθλημα της αριστεράς, και οι αριστεροί διαλέγουν πλευρές σε διάφορες εθνοτικές-εθνικές συγκρούσεις σ’ όλο τον κόσμο. Είναι ένα άθλημα θεατών, φυσικά, καθώς δεν έχουν καμία επιρροή επί του αποτελέσματος, μα μολαταύτα ένα άθλημα. Συνήθως διαλέγουν την πλευρά του outsider σε οποιαδήποτε δεδομένη λαίλαπα, πανηγυρίζοντας για τον «εθνικισμό των καταπιεσμένων». Ο Λένιν στο τέλος της ζωής του διέκρινε μεταξύ «του εθνικισμού του έθνους που καταπιέζει από τον εθνικισμό του έθνους που καταπιέζεται»[172], ποτέ όμως δεν κάλεσε τους σοσιαλιστές να στηρίξουν κάποιον απ’ τους δύο. Τα εθνικιστικά σύμβολα επιδεικνύονται, μοστράρονται τα χρώματα μια χώρας, ακόμη κι αν τα απελευθερωτικά μέτωπα έχουν χάσει προ πολλού την μαρξιστική-λενινιστική επίγευσή τους. Ο Garcon Dupont σημειώνει:

Η ταξική συνείδηση (η προσταγή της αναίρεσης της ταξικής σχέσης) κι ο διεθνισμός (αντιεθνικισμός) αποτελούν τη σκληρά κερδισμένη απάντηση σ’ ανταγωνιζόμενες στενοκεφαλιές. Το παλιό πολιτικό σύνθημα του ταξικά συνειδητού διεθνισμού («κανένας πόλεμος πέρα απ’ τον ταξικό πόλεμο») αποκαλύπτει το σύνθημα για μια «Ελεύθερη Παλαιστίνη» ως μια υποχώρηση απ’ το εφικτό μιας ανθρώπινης κοινότητας […] Η αριστερή στήριξη στον αντιδραστικό εθνικισμό στη βάση της στήριξης του ασθενέστερου είναι παράλογη κι αποκρουστική: μια αναίτια ανορθολογικότητα. Οποιοσδήποτε κραδαίνει τη σημαία της Παλαιστίνης συντηρεί την κατηγορία του έθνους. Όμως, ο αριστερός συναισθηματισμός είναι επίσης κατανοητός. Απ’ τους προσχηματικούς εξορθολογισμούς των λαϊκών μετώπων περί του «εχθρού του εχθρού μου», έχει περισσότερο ενδιαφέρον ο τρόπος της αριστερής στήριξης στον εθνικισμό που εμφανίζεται στη διαμαρτυρία του ενάντια στην κατεδάφιση αυτού που έχει ηττηθεί […] Επειδή η αριστερά πάντα αναζητεί τρόπους να επιστρέψει σε ιστορικά παρωχημένες καταστάσεις όπως η θρησκεία, το έθνος-κράτος, η συναισθηματικοποιημένη πολιτιστική ιδιαιτερότητα […] Και πράγματι, αυτή η αναζήτηση για τρόπους οπισθοδρόμησης αποτελεί την κύρια ιδεολογική λειτουργία της αριστεράς. Ιστορικά, έπεσε στους κομμουνιστές ο ρόλος της άρνησης αυτής της οπισθοδρομικής απόκλισης της αριστεράς (η οποία γινόταν κατανοητή ως οπορτουνισμός και κατάφωρη απάτη). Η εθνική απελευθέρωση είναι αβάσιμη και σε κάθε περίπτωση ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη κοινότητα: το «κανένα κράτος, καμία θρησκεία, καμία τάξη» αποτελεί την αμετάβλητη διεκδίκηση του κομμουνισμού προς την κοινωνία. Δεν μπορεί να υπάρξει, και δεν πρέπει ποτέ να υπάρξει, μια «Ελεύθερη Παλαιστίνη»[173].

Ο Monsieur Dupont, ο μεγαλύτερος αδερφός, ήδη στηλίτευσε της φιλοπαλαιστινιακές στάσεις στον λαμπρό του λίβελλο Nihilist Communism [Μηδενιστικός Κομμουνισμός] το 2009:

Ο αυτοπροσδιορισμός αποτελεί μια αντιιμπεριαλιστική επιδίωξη που βασίζεται στην ιδέα ότι ένα κράτος αποτελεί το προλεταριάτο ενός άλλου κράτους – ένα συμπέρασμα βασισμένο στη φετιχοποίηση της θυματοποίησης και της εσκεμμένης παραμέλησης της ντόπιας τυραννίας (ή ερμηνεία της ως μια φυσική απάντηση στην παγκόσμια τυραννία). Οι κομμουνιστές θεωρούμε κάθε μορφή εθνικισμού κι αντιπροσωπευτικής πολιτικής βασισμένη στη θρησκεία ή την εθνότητα ως ψευδείς, σχεδιασμένες να αποκρύψουν διαδικασίες κεφαλαιακής συσσώρευσης που διεξάγεται από εκκολαπτόμενες αστικές φραξιές στο εσωτερικό του απελευθερωτικού κινήματος […] Ιδεολογίες απελευθέρωσης χρησιμοποιούνται για την προώθηση των οικονομικών τους συμφερόντων και την καταστολή της ταξικής πάλης στο εσωτερικό. Για να το θέσουμε απλά, οι ηγέτες της Χαμάς δεν πράττουν οι ίδιοι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας, και βλέπουμε απ’ τα παραδείγματα του IRA [Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός] και του ANC [Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου] πως οι μαφιόζικου τύπου επιχειρήσεις μπορούν να κρύβονται πίσω από μια επαναστατική προσποίηση έως την κατάλληλη στιγμή για την ανάδυσή τους ως πεταλούδες σε ευυπόληπτο αστικό στάτους. Η ισραηλινή εργατική τάξη είναι εξίσου προλεταριακή με την παλαιστινιακή εργατική τάξη, οπότε προφανώς δεν υπάρχει καμία πλευρά που πρέπει να επιλέξουμε οι επαναστάτες κομμουνιστές σ’ αυτή τη σύγκρουση. Αν ήταν ν’ αποδώσουμε περιληπτικά τη θέση μας σ’ ένα σύνθημα, για τους Παλαιστίνιους θα ήταν: η πάλη ενάντια στο Ισραήλ εκκινεί με την πάλη ενάντια στην Παλαιστίνη· και για τους Ισραηλινούς: η πάλη ενάντια στην Παλαιστίνη εκκινεί με την πάλη ενάντια στο Ισραήλ[174].

Ο Josh Moufawad-Paul, ένας μαοϊκός blogger, έγραψε συνεπώς μια οργισμένη κριτική για το βιβλίο του Dupont: «Σχεδόν το μισό βιβλίο είναι αφιερωμένο στην υπεράσπιση του σιωνισμού και τα παράπονα για τον παλαιστινιακό αυτοπροσδιορισμό, χρησιμοποιώντας μια πρόχειρη φιλοαποικιακή και φιλοϊμπεριαλιστική λογική. Όποιος θεωρεί ότι αυτό το σκουπίδι είναι χρήσιμο, είναι ένας ευρωκεντρικός σωβινιστής»[175]. (Σε υπεράσπιση του Dupont, φυσικά, οι παρατηρήσεις του για την Παλαιστίνη καταλαμβάνουν μόλις περίπου 5 απ’ τις 300 σελίδες του Nihilist Communism). Ο Dupont απάντησε εμμέσως: «Παρεννοήσεις για τη φύση του αντικειμένου του είχαν ως αποτέλεσμα μια κακόβουλη αναπαράσταση της κριτικής μας στην αριστερή στήριξη του παλαιστινιακού εθνικισμού ως “φιλοσιωνισμό”». Εξηγεί ο Dupont, «ο μηδενιστικός κομμουνισμός ενδιαφέρεται μόνο για τους συνεισφέροντες παράγοντες οι οποίοι κατέστησαν το Ισραήλ ως την αποκορύφωση αποτυχημένων ευρωπαϊκών εθνοαπελευθερωτικών εγχειρημάτων· με τη λειτουργία του εξαιρετικού μίσους που κατευθύνεται προς το Ισραήλ και τις μορφές που λαμβάνουν οι αντιαποικιοκράτες που επιθυμούν να κατευνάσουν αυτό το μίσος· την αναφορά της αριστεράς στο Ισραήλ ως την ενσάρκωση ενός εβραϊκού αρχέτυπου που ελέγχει τον κόσμο»[176].

Μια παρόμοια παρατήρηση έκανε κι ο Wolfgang Pohrt πριν από τριάντα χρόνια, ξανά με αναφορά σε Ισραήλ-Παλαιστίνη. «Οι μιλιτάντηδες αριστεροί δεν βλέπουν αυτή την ηλίθια σύγκρουση μεταξύ δύο εθνοτικών εθνικισμών ως μια περίπτωση ανικανότητας ή παραίτησης», παρατηρεί ο Pohrt. «Αντ’ αυτού, την καλωσορίζουν ως μια ευκαιρία να εμπλακούν, διαλέγοντας πλευρές με φανατισμό, και βουτώντας τη πλήρη δύναμη της αποφασιστικότητας σε “εθνοαπελευθερωτικούς αγώνες”»[177]. Η απελεθέρωση είναι κενή νοήματος σ’ εθνικό επίπεδο, εκτός κι αν συνδέεται με την παγκόσμια επανάσταση, καθώς κάθε νέο έθνος-κράτος θα ενσωματωθεί απρόσκοπτα στο παγκόσμιο σύστημα του κεφαλαίου. Παρεμπιπτόντως, αυτό είναι που αποτρέπει τα εθνοαπελευθερωτικά μέτωπα απ’ το ν’ αποτελέσουν μια σοβαρή απειλή στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων: η εθνική αυτονομία πάντα υποσκάπτεται απ’ την ετερονομία του κεφαλαίου. Ο Pohrt έχει συνεπώς δίκαιο να τονίζει ότι «η εθνοαπελευθερωτική πάλη του PLO δεν στοχεύει να καταργήσει την εκμετάλλευση ή την καταπίεση, αλλά αντ’ αυτού επιδιώκει ν’ αποκτήσει τους όρους για την αναπαραγωγή της». Με το Ισραήλ-Παλαιστίνη, το πρόβλημα συνεπώς κατηγορηματικά δεν είναι ότι η σύγκρουση είναι ασύμμετρη, λες και τα πάντα θα ήταν κομπλέ αν τα θύματα ήταν ίσα στις δύο πλευρές – το πρόβλημα είναι η εθνική μορφή όλων των προτεινόμενων «λύσεων».

Το Κουρδιστάν είναι διδακτικό απ’ αυτή την άποψη. Πολλοί σοσιαλιστές έχουν νιώσει την ανάγκη να προσφέρουν αλληλεγγύη και στήριξη στους πολιορκημένους Κούρδους μαχητές παγιδευμένους στη συριακή πολεμική ζώνη. Το εθνικό τους ζήτημα είναι κάπως παλαιότερο[178], στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα λάφυρα του Α’ ΠΠ. Ο Ζιλ Ντωβέ συνοψίζει καλά το ζήτημα στο κείμενο του «Ροζάβα: Πραγματικότητα και Ρητορική». «Οι Κούρδοι αναγκάζονται να δημιουργήσουν τη δική τους ιστορία υπό συνθήκες στις οποίες μπορούν να επιδράσουν μόνο μέσα στη δίνη ενός διεθνοποιημένου εμφυλίου πολέμου – μια όχι και τόσο ιδανική συνθήκη χειραφέτησης», δηλώνει ξερά. Μολαταύτα, παρά τη συμπονετική εισαγωγή του, συμπεραίνει ότι οι προοπτικές για μια κοινωνική επανάσταση είναι ελάχιστες. Πέραν του «δημοκρατικού συνομοσπονδισμού» και των σχετικών αποκηρύξεων, κάθε προσπάθεια μετάβασης απ’ τον καπιταλισμό χωρίς μια συντονισμένη, ταυτόχρονη κατάληψη της εξουσίας απ’ τη διεθνή εργατική τάξη, θα λάβει την μορφή ενός έθνους-κράτους. Θα είναι μια ακόμη μπάσταρδη προσπάθεια οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μια χώρα»[179]. Επειδή ο Μαρξ πάντα επέμενε, «[ό]τι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν είναι ούτε τοπικό, ούτε εθνικό, αλλά ένα κοινωνικό καθήκον που αγκαλιάζει όλες τις χώρες στις οποίες υπάρχει η σύγχρονη κοινωνία και που η λύση του εξαρτάται από την πρακτική και θεωρητική συνεργασία των πιο προχωρημένων χωρών»[180]. Ακόμη και μπορντιγκιστικές ομάδες προσηλωμένες στην παλιά λενινιστική γραμμή για τ’ απελευθερωτικά κινήματα απορρίπτουν τη δυνατότητα εφαρμογής της στους Κούρδους και τους Παλαιστίνιους[181].

Το σύνθημα της Β’ Διεθνούς για την «ισότητα των εθνών», η οποία υιοθετήθηκε απ’ τον Λένιν[182], υπήρξε μια απ’ τις πιο αδύναμες εφευρέσεις της. Η ιδέα αυτή δεν εμφανίζεται πουθενά στα γραπτά του Μαρξ, και η Λούξεμπουργκ είχε δίκιο που την απέρριψε. «Ένα “δικαίωμα των εθνών” που είναι έγκυρο για όλες τις χώρες σ’ όλες τις εποχές δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μεταφυσικό κλισέ του τύπου των “δικαιωμάτων του ανθρώπου”», έγραψε το 1908. «Ο διαλεκτικός υλισμός, η βάση του επιστημονικού σοσιαλισμού, απομακρύνθηκε μια για πάντα από τέτοιες “αιώνιες” φόρμουλες, καθώς η ιστορική διαλεκτική επιδεικνύει ότι δεν υπάρχουν “αιώνιες” αλήθειες ή εγγενή δικαίωματα»[183]. Ακριβώς όπως ο Μαρξ επέκρινε ασαφείς φράσεις περί της «ισότητας των τάξεων» στο λασσαλικό Πρόγραμμα της Γκότα του 1875[184], έτσι πρέπει οι μαρξιστές σήμερα να δείξουν ότι αυτά τα θεωρητικά ιδανικά είναι πρακτικά μη-πραγματοποιήσιμα στον καπιταλισμό. Στο Αντι-Ντίρινγκ (1877), ο Ένγκελς εξήγησε ότι το αίτημα για ισότητα μεταξύ των διαφορετικών τάξεων της κοινωνίας μπορεί να βρει το μοναδικό ορθολογικό του περιεχόμενο μόνο στην κατάργηση των ταξικών διαιρέσεων[185]. Συνεπώς, το αίτημα για ισότητα μεταξύ των διαφορετικών εθνών του κόσμου μπορεί να βρει το μοναδικό ορθολογικό του περιεχόμενο μόνο στην κατάργηση των εθνικών διαιρέσεων.

Ο σιωνισμός εμφανίστηκε κάποια στιγμή να είναι ένας «εθνικισμός των καταπιεσμένων», αν και για σύντομο χρονικό διάστημα γύρω απ’ το 1948. Ο κύριος εθνικιστικός του αντίπαλος, ο μπουντισμός, εξαφανίστηκε σαν τις στάχτες που εγείρονταν απ’ τα κρεματόρια του Άουσβιτς. Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, ο σιωνισμός υπήρξε αρκετά περιθωριακός στην εβραϊκή πολιτική. «Να θυμηθούμε ότι η πλειοψηφία των Ανατολικοευρωπαίων Εβραίων αντιτίθονταν στον σιωνισμό μέχρι και το ξέσπασμα του Β’ ΠΠ», πληροφόρησε ο Deutscher το κοινό του το 1964. «Οι σιωνιστές εδώ συγκροτούσαν μια σημαντική μειοψηφία, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να προσελκύσουν την πλειοψηφία των ομόθρησκών τους»[186]. Μόνο αναδρομικά η ιδέα μιας εβραϊκής πατρίδας στην Μέση Ανατολή λαμβάνει έναν αέρα αναπόφευκτου. Ακόμη και τότε, «ο θρίαμβος του σιωνισμού δεν έρεε από κάποιο είδος οντολογικής αναγκαιότητας ή αδιάλλακτης λογικής της ιστορίας, αλλά υπήρξε αντ’ αυτού το άβαταρ και το αποτέλεσμα της πιο ανορθολογικής φάσης της εποχής μας»[187]. Ο Χερς Μέντελ, θεωρούμενος απ’ τον Brossat και τον Klingberg ως «το αρχέτυπο του Yiddishland επαναστάτη»[188], ακολούθησε το εξής μονοπάτι: αρχικά μπουντιστής, ύστερα μπολσεβίκος, ύστερα με την αριστερή αντιπολίτευση, τελικά σιωνιστής[189].

Ο Deutscher, που υπήρξε σύντροφος του Μέντελ στο τροτσκιστικό τμήμα του μεσοπολεμικού KPP (Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα), βρήκε δύσκολο να διατηρήσει την πρώτερη διαφωνία του με τον σιωνισμό ύστερα απ’ το 1945. Με βαριά καρδιά, ομολόγησε: «Ο αντισιωνισμός μου βασιζόταν σε μια ιστορική εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα, ή ευρύτερα στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, η οποία αποδείχτηκε λαθεμένη. Αν τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 παρότρυνα τους Ευρωπαίους Εβραίους να πάνε στην Παλαιστίνη αντί να επιχειρηματολογώ εναντίον του σιωνισμού, ίσως είχα βοηθήσει να σωθούν μερικές απ’ τις ζωές που αργότερα έσβησαν στους θαλάμους αερίων του Χίτλερ»[190]. Μολαταύτα, ο Deutscher έσπευσε να διευκρινήσει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ξαφνικά έγινε σιωνιστής· απλώς σήμαινει ότι δεν ήταν πλέον αντισιωνιστής. Και πράγματι, πολλοί κομμουνιστές έχουν από τότε επικρίνει τη στενότητα ιδίως του αντισιωνισμού[191], και πολλών πολιτικών που έχουν γενικά την εμμονή με το πρόθεμα «αντί-»[192]. Όπως ο αντιφασισμός, θεωρούμενος απ’ τον Μπορντίγκα το χειρότερο προϊόν του φασισμού, έτσι κι ο αντισιωνισμός αποτελεί το χειρότερο προϊόν του σιωνισμού, καθώς απλώς θέτει ένα τμήμα της αστικής κοινωνίας ενάντια στο άλλο αντί να την καταργήσει στο σύνολό της[193].

Όπως και να ‘χει, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ν’ αντιπαρατεθούμε στον σιωνισμό, τον φασισμό ή τον ιμπεριαλισμό. Πρέπει να πολεμούμε την εθνικιστική ιδεολογία όπου κι αν ξεπροβάλει το άσχημο κεφάλι της. Ο σιωνισμός, όπως κάθε άλλη μορφή εθνικισμού, διαιρεί τους εργάτες τόσο αναμεταξύ τους όσο κι απ’ το αντικειμενικό ταξικό συμφέρον τους. Μόλις κατακτήσουν την εξουσία, οι εθνικιστές θα στραφούν προς οποιουσδήποτε αριστερούς είναι αρκετά αφελείς να συνεργαστούν μαζί τους, και θα καταστείλουν τις ανεξάρτητες οργανώσεις της εργατικής τάξης. Για τους εργάτες, δεν έχει σημασία αν τους εκμεταλλεύονται ντόπιοι ή ξένοι καπιταλιστές. Ο εχθρός τους είναι ο διεθνής καπιταλισμός, ο οποίος δεν σέβεται ούτε αυθαίρετα σύνορα ούτε εθνικές διαιρέσεις. Κάθε ιδιαίτερη καταπίεση που βιώνουν -φυλετική, έμφυλη, εθνική- είναι αναπόσπαστη της καθολικής σχέσης της μισθωτής εργασίας, και μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο με την εναντίωση στο σύνολο του καπιταλιστικού συστήματος. Οι «μερικοί» αγώνες, όπως μερικοί τους έχουν αποκαλέσει, δεν αποτελούν αφετηρία επειδή δεν μπορούν να συνδεθούν σε κάποιο είδος ενός συνασπισμού-ουράνιο τόξο[194].

Όπως έγραψε ο Τρότσκι στον Lazar Kling το 1932, «το εβραϊκό ζήτημα είναι διεθνές, και δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω του “σοσιαλισμού σε μια χώρα”. Οι Εβραίοι εργάτες γνωρίζουν ότι η μοίρα τους συνδέεται μ’ αυτή του υπόλοιπου προλεταριάτου»[195]. Πράγματι, αν ο κομμουνισμός υπόσχεται κάτι, είναι ένα μέλλον χωρίς πατρίδες, έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν όπου στο διάολο θέλουν.

Σημειώσεις:
1. Οι απολογητές του ισραηλινού μιλιταρισμού αναμφίβολα θα που ότι μερικοί απ’ τους διαδηλωτές ήταν στην πραγματικότητα οπλισμένοι, κάνοντάς τους αποδεκτούς στόχους. Ωστόσο, οι πέτρες, οι σφεντόνες κι οι λεγόμενοι «εμπρηστικοί χαρταετοί» δεν αποτελούν μια πραγματική απειλή προς τους ισραηλινούς πολίτες, και δε δικαιολογούν τη χρήση θαναταφόρας ή έστω εξουδετερωτικής βίας.
2. Για παράδειγμα, Kershner & Abuheweila, «Israeli Military Kills 15 Palestinians in Confrontations on Gaza Border», New York Times, 30 Μαρτίου 2018. Επίσης, Cunningham & Balousha, «Gaza Border Clashes Resume Between Palestinian Protesters and Israeli Forces», Washington Post, 20 Απριλίου 2018.
3. Μπαρούχ Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, εκδόσεις Πατάκη, 2013.
4. «Η ανακάλυψη των χρυσοφόρων και ασημοφόρων περιοχών στην Αμερική, η εξόντωση, το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία, η έναρξη της κατάκτησης και της λεηλασίας των Ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε περιφραγμένη περιοχή κηνυγιού μαύρων, για το δουλεμπόριο – χαρακτηρίζουν τη χαραυγή της εποχής της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Αυτά τα ειδυλλιακά προτσές είναι κύρια στοιχεία της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 775).
5. «Λέμε “πρωτορατσισμός” επειδή, ακόμη κι όταν μια συγκεκριμένη έννοια “καθαρότητας του αίματος” [limpieza de sangre], εγγυόμενη μια ιδέα “καθαρότητας της (χριστιανικής) κάστας” [lo castizo], ξεκίνησε να εφαρμόζεται στην Ισπανία περί του 1450, στόχος της παρέμενε η διάκριση των χριστιανών απ’ τους Εβραίους. Μολαταύτα, η Ιερά Εξέταση, η οποία αναγνώριζε τη lo castizo μόνο για όσους μπορούσαν ν’ αποδείξουν ότι δεν είχαν Εβραίους προγόνους […] για τρεις γενιές, προμηνύοντας οπότε τους νόμους της Νυρεμβέργης 500 χρόνια νωρίτερα» (Loren Goldner, «Race and the Enlightenment, Part 1: From Antisemitism to White Supremacy, 1492-1676», Race Traitor, Αύγουστος 1997).
6. Léon Poliakov, The History of Antisemitism, volume 3: From Voltaire to Wagner, εκδόσεις University of Pennsylvania Press, 2003, σελ. 217.
7. Albert Soboul, The French Revolution, 1787-1799: From the Storming of the Bastille to Napoleon, εκδόσεις Vintage Books, 1974, σελ. 11.
8. «Ο θρίαμβος της αντίδρασης στην ηπειρωτική Ευρώπη υπό την Ιερά Συμμαχία αποστέρουσε στους Εβραίους το περισσότερα απ’ τα νεοκερδισμένα τους δικαιώματα. Για τον μεμονωμένο Εβραίο, η βάπτιση ξαναέγινε συνεπώς το διαβατήριο για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, μέχρι που η “Άνοιξη των Λαών” το 1848 έδωσε ένα ισχυρό ερέθισμα στην εβραϊκή χειραφέτηση, τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη» (Isaac Deutscher, The Non-Jewish Jew and Other Essays, εκδόσεις Verso, 2017, σελ. 87).
9. Χάινριχ Χάινε, Ludwig Börne: A Memorial, εκδόσεις Camden House, 2006, σελ. 21.
10. «Το εβραϊκό ζήτημα τελικά ανάγεται» σε μια «κοσμική σύγκρουση» (Καρλ Μαρξ, To Εβραϊκό Ζήτημα, εκδόσεις Οδυσσέας, 1978, σελ. 77, τροποποιημένη μετάφραση βάσει της αγγλικής εκδοχής του κειμένου στο MECW 3).
11. «Η χιμαιρική εθνικότητα του Εβραίου είναι η εθνικότητα του εμπόρου, γενικά του χρηματανθρώπου» (Ό.π., σελ. 109).
12. Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Η Αγία Οικογένεια ή η Κριτική της Κριτικής Κριτικής, εκδόσεις Φιλοσοφία, σελ. 135-136.
13. Ό.π., σελ. 137.
14. «Η απελευθέρωση απ’ τους παρίες [Εβραίους] δεν έγειρε μόνο διαμαρτυρίες κι αλληλοκατηγορίες, μα επίσης και δεισιδαιμονικά άγχη. Αν η μισητή τάξη μετατράπησε σε μια κατώτερη φυλή αντί να εξαφανιστεί μόλις καταστάλθηκε απ’ τον νόμο, το έκανε επειδή ο αντισημιτισμός είχε μια ψυχοκοινωνική λειτουργία να εκπληρώσει» (Poliakov, The History of Antisemitism, volume 3, σελ. 460).
15. Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, «Beitrag zur Berichtigung der Urteile des Publikums über die französische Revolution, Erster Teil», Gesamtausgabe Band I, 1, σελ. 299.
16. Moshe Zimmermann, Wilhelm Marr: The Patriarch of Antisemitism, εκδόσεις Oxford University Press, 1986.
17. «Οι Εβραίοι απορούσαν με τα ξεσπάσματα αντισημιτισμού· τα θεωρούσαν ως έναν μυστηριώδη αταβισμό, ένα φάντασμα του Μεσαίωνα το οποίο, με τη διάδοση της εκπαίδευσης, σταδιακά θα εξαφανιζόταν» (Walter Laqueur, A History of Zionism: From the French Revolution to the State of Israel, εκδόσεις Holt, Rinehart, & Winston, 1972, σελ. 9.
18. Φρίντριχ Ένγκελς, «Για τον Αντισημιτισμό» στο Μαρξιστική Σκέψη, τόμος 6.
19. Έντσο Τραβέρσο, The Marxists and the Jewish Question: The History of a Debate, 1843-1943, εκδόσεις Humanities Press, 1994, σελ. 133.
20. Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, «Για τα Αντιεβραϊκά Πογκρόμ» στα Άπαντα, τόμος 38, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχη, 1982, σελ. 242.
21. Λέων Τρότσκι, «Interview with the Jewish Daily Forward» στο Writings, 1936-1937, εκδόσεις Pathfinder Press, 1978, σελ. 106.
22. Άμπραχαμ Λεόν, The Jewish Question: A Marxist Interpretation, εκδόσεις Pathfinder Press, 1970, σελ. 222.
23. Ο όρος «ιουδαιοκτονίας» προέρχεται απ’ την μελέτη του Arno Mayer για το Ολοκαύτωμα, και προσαρμόστηκε απ’ την «καταστροφή των Ευρωπαίων Εβραίων» του Raul Hilberg. Arno Mayer, Why Did the Heavens Not Darken? The “Final Solution” in History, εκδόσεις Pantheon Books, 1988.
24. Λέων Τρότσκι, «Appeal to American Jews» στο On the Jewish Question, εκδόσεις Pathfinder Press, 1970, σελ. 39.
25. Χορκχάιμερ & Αντόρνο, Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εκδόσεις Νήσος, 1996, σελ. 288.
26. «Ο αντισημιτισμός είναι συνεπώς μια εξέγερση ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο, το οποίο έχει λαθεμένα ταυτιστεί με τους Εβραιούς» (Moishe Postone, «Zionism, Antisemitism, and the Left: An Interview with Martin Thomas», Krisis: Kritik der Warengesellschaft, 4 Φεβρουαρίου 2010).
27. «Ούτε η δεξιά ούτε η αριστερά είναι ικανές να κατανοήσουν το κεφάλαιο ως αυτό που είναι: μια κοινωνική σχέση μεταξύ τάξεων […] Γι’ αυτούς, το κεφάλαιο πρέπει να προσωποποιηθεί για να το κατανοήσουν· κάνοντας όμως αυτό, αποκρύπτουν την ουσιαστικά απρόσωπη φύση του» (Amos, «Labour, the Left, and the “Jewish Problem”», International Communist Current, 6 Μαΐου 2016).
28.  KT, «Antisemitism: Rooting out Oppression, or Ruling Class Hypocrisy?», International Communist Tendency, Απρίλιος 2018.
29. Jacob Blumenfeld, «Negation of the Diaspora», Brooklyn Rail, 5 Μαρτίου 2015.
30. Ο Rodinson υποστήριξε στον πρόλογό του για το έργo του Άμπραχαμ Λεόν ότι το Ισραήλ «όχι μόνο δεν έλυσε το “εβραϊκό πρόβλημα”, αλλά το επιδείνωσε σοβαρά» (Maxime Rodinson, Cult, Ghetto, and State: The Persistence of the Jewish Question, εκδόσεις Al Saqi Books, 1983, σελ. 111).
31.  Hillel Ticktin, «Notes», Critique: Journal of Socialist Theory, vol. XXXVII, no. 2, Μάιος 2009, σελ. 168-169.
32. Ετιέν Μπαλιμπάρ, «The Nation-Form: History and Ideology», Review, volume XIII, no. 3, Καλοκαίρι 1990 [το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου αυτού μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στο Μπαλιμπάρ & Βαλλερστάιν, Φυλή, Έθνος, Τάξη: Οι Διφορούμενες Ταυτότητες, εκδόσεις Ο Πολίτης, 1991, σελ. 132- 161]. Βλέπε επίσης, Kontra Klasa, «Left Nationalism: A History of the Disease», Intransigence 1, Οκτώβριος 2017.
33. «Με την κλασσική έννοια, το έθνος απέκλειε τις μάζει των δούλων και περιλάμβανε σ’ αυτές τις σχέσεις μόνο ελεύθερους πολίτες· με τη νεωτερική αστική έννοια, το έθνος περιλαμβάνει όλους όσους γεννήθηκαν σ’ αυτό. Τον Μεσαίωνα, η παραγωγική υλική βάση δεν ήταν εθνική μα υποεθνική […] Το γλωσσικό, πολιτιστικό κι ιδεολογικό εποικοδόμημα δεν ήταν εθνικό επειδή ήταν συγκεντρωμένο γύρω απ’ την Καθολική Εκκλησία» (Αμαντέο Μπορντίγκα, Factors of Race and Nation in Marxist Theory, 1953, σελ. 96-99.
34. Μπένεντικτ Άντερσον, Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism, εκδόσεις Verso, 2006, σελ. 36.
35. «Λόγω εμποδίων που υπήρξαν στην Ιταλία, η καπιταλιστική επανάσταση αναβλήθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όμως με τον ερχομό του 16ου, του 17ου και του 18ου αιώνα υπήρξε νικηφόρα στην Αγγλία, τη Γαλλία κι ύστερα στην κεντρική Ευρώπη» (Μπορντίγκα, ό.π., σελ. 105-106).
36. «Οι απλοί άνθρωποι δεν χρειάζεται να συναθροιστούν με τους ιερείς ή τους ευγενείς. Μερικοί λένε ότι η Τρίτη Estate δεν μπορεί από μόνη της να συγκαλέσει την Estates-General. Πολύ καλά! Θα σχηματίσει μια Εθνοσυνέλευση» (Emmanuel Joseph Sieyès, «What is the Third Estate?», 1789, στο Political Writings, εκδόσεις Hackett Publishing Company, 2003, σελ. 147-148).
37. «[Α]πό τη δεκαετία του 1880 και μετά η συζήτηση για το “εθνικό ζήτημα” γίνεται σοβαρή και έντονη, ειδικά μεταξύ των σοσιαλιστών» (Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι Σήμερα, εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1994, σελ. 67).
38. Μαρξ & Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, εκδόσεις Gutenberg, σελ 111.
39. Ένγκελς, «The Festival of Nations in London to Celebrate the Establishment of the French Republic, Sep. 22, 1792» στο MECW 6, σελ. 6.
40. Μαρξ & Ένγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» στα Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 32.
41. Ό.π., σελ. 40.
42. Βλέπε David Riazanov, «Marx and Engels on the Polish Question» στο Marx and Anglo-Russian Relations and Other Writings, εκδόσεις Francis Boutle Publishers, 2003, σελ. 148-189.
43. Franz Mehring, Karl Marx: The Story of His Life, εκδόσεις University of Michigan Press, 1962, σελ. 391.
44. Μαρξ & Ένγκελς, «On the Fiftieth Anniversary of the 1830 Polish Revolution» στο MECW 24, σελ. 344.
45. «Στην Αγγλία, ο ανταγωνισμός [των Άγγλων κι Ιρλανδών εργατών] είναι το φράγμα που συγκρατεί την πλημμύρα της επανάστασης» (Μαρξ, «Speech at the London Conference» στο MECW 22, σελ. 620.
46. David Riazanov, «Marx and Engels on the Balkan Question» στο Marx and Anglo-Russian Relations and Other Writings, σελ. 190-204.
47. Βλέπε Roman Rosdolsky, Engels and the “Non-Historic” Peoples: The National Question in the Revolution of 1848, εκδόσεις Critique Books, 1987.
48. «Δεν μπορούμε να στηρίξουμε τους Σέρβους, τους Βούλγαρους και τους Σλοβένους. Μόνο όταν η κατάρρευση του τσαρισμού απομπλέξει τις εθνικές βλέψεις αυτών των μικροσκοπικών λαών απ’ τις πανσλαβικές τάσεις, μπορούμε να τους αφήσουμε να κάνουν ότι θέλουν» (Ένγκελς, «Letter to Karl Kautsky, February 7, 1882» στο MECW 46, σελ. 194.
49.  Michael Löwy, «Marxism and the National Question», New Left Review, vol. I, no. 96, Μάρτιος-Απρίλιος 1976.
50. Karl Renner, «State and Nation» στο National-Cultural Autonomy and Its Contemporary Critics, εκδόσεις Routledge, 2005, σελ. 36.
51. Όττο Μπάουερ, The Question of Nationalities and Social Democracy, εκδόσεις University of Minnesota Press, 2000, σελ. 255.
52. «Το δόγμα του Μπάουερ μπορούσε ν’ αναπτυχθεί μόνο στην Αυστρία» (Άντον Πάνεκουκ, Class Struggle and Nation, 1912).
53. Ό.π.
54. Λένιν, «Θέσεις της Διάλεξης πάνω στο Εθνικό Ζήτημα» στα Άπαντα, τόμος 24, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1979, σελ. 382.
55. Λένιν, «Κριτικά Σημειώματα για το Εθνικό Ζήτημα» στα Άπαντα, ό.π., σελ. 130 [διορθώσαμε το λάθος της ελληνικής μετάφρασης που μιλούσε για «ανώτερη εθνότητα» αντί για «ανώτερη ενότητα»].
56. Λένιν, «Η Διαφθορά των Εργατών με τον Εκλεπτυσμένο Εθνικισμό» στα Άπαντα, τόμος 25, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1979, σελ. 144-145.
57. Λένιν, «Τα Αποτελέσματα της Συζήτησης για την Αυτοδιάθεση» στα Άπαντα, τόμος 30, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 56.
58. Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Letter to Aleksandr Potresov».
59. Πωλ Μάτικ, «Εθνικισμός και Σοσιαλισμός».
60. Brossat & Klingberg, Revolutionary Yiddishland: A History of Jewish Radicalism, εκδόσεις Verso, 2017, σελ. 1.
61. Βλέπε Jonathan Frankel, Prophecy and Politics: Socialism, Nationalism, and the Russian Jews, 1862-1917, εκδόσεις Cambridge University Press, 1981, σελ. 49-132.
62. Ό.π., σελ. 135-143.
63. Yoav Peled, Class and Ethnicity in the Pale: The Political Economy of Jewish Workers’ Nationalism in Late Imperial Russia, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 1989, σελ. 16.
64. «Αναπτύχθηκε ραγδαία μια διαδικασία κοινωνικής διαφοροποίησης στο εσωτερικό του εβραϊκού πληθυσμού […] συμπίπτωντας με τη συγκέντρωσή του σε αστικές συσσωρεύσεις απ’ το shtetl ως την μεγάλη πόλη» (Brossat & Klingberg, ό.π., σελ. 32-33).
65. «Για διεθνιστές όπως ο Τρότσκι, ο Ζινόβιεφ, ο Ραντέκ κι η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η αφομοίωση του Εβραίου επαναστάτη στο συγκεκριμένο οικουμενικό κόμμα προεικόνιζε την κοινωνία για την οποία παλεύαν» (ό.π., σελ. 17).
66. Βλέπε «Yiddishkeit or Zionism? The Judeo-Marxists» στο in Τραβέρσο, The Marxists and the Jewish Question, σελ. 92-128.
67. Brossat & Klingberg, ό.π., σελ. 24-26.
68. Ό.π., σελ. 26-28.
69. Moses Hess, Rome and Jerusalem: A Study in Jewish Nationalism, εκδόσεις Bloch Publishing Company, 1918, σελ. 140-141.
70. Sydney Hook, «Karl Marx and Moses Hess», New International, vol. I, no. 5, Δεκέμβριος 1934, σελ. 140.
71. Ένγκελς, «Letter to Karl Marx, January 14, 1848» στο MECW 38, σελ. 153.
72. «Ο Jean Longuet, εγγονός του Μαρξ, ηγέτης του γαλλικού σοσιαλισμού, διακήρυξε το 1918 ότι μια εβραϊκή εθνική πατρίδα στην Παλαιστίνη αξίζει τη στήριξη των σοσιαλιστών» (Laqueur, A History of Zionism, σελ. 424-425).
73. «Ο Longuet συνεπώς κληροδοτεί την απελευθερωτική αρχή του αυτοπροσδιορισμού των εθνών, η οποία “αναπτύχθηκε απ’ τον Ρώσο επαναστάτη μια υιοθετήθηκε απ’ τον πρόεδρο Ουίλσον”» (Λέων Τρότσκι, «Jean Longuet» στο The First Five Years of the Communist International, vol. 1, εκδόσεις Pathfinder Press, 1972, σελ. 105-115.
74. «Ο Λένιν γέλασε κι είπε στον συνομιλητή του ότι προσπαθούσε να είναι “σε δύο μέρη ταυτόχρονα”, ότι προσπαθούσε να κάτσει ταυτόχρονα σε δυο καρέκλες. Το πρόβλημα ήταν ότι ο Borochov δεν καθόταν σε καμία απ’ τις δυο καρέκλες μα αντ’ αυτού στον κενό ενδιάμεσο χώρο» (Mitchell Cohen, «Ber Borochov and Socialist Zionism», εισαγωγή στο Ber Borochov – Class Struggle and the Jewish Nation: Selected Essays in Marxist Zionism, εκδόσεις Transaction Books, 1984, σελ. 1.
75. Αναρωτιέται κανείς αν ο Μπεν Γκουριόν εννοούσε μ’ αυτό «έναν κόσμο όπου το Ισραήλ δεν θα ήταν αναγκαίο» (Isaac Deutscher, «Israel’s Spiritual Climate» στο The Non-Jewish Jew, σελ. 98).
76. «Μου είπε ότι έχει διαβάσει και τους σαράντα τόμους των γραπτών του Λένιν!» (Shimon Peres, Ben-Gurion: A Political Life, εκδόσεις Schocken Books, 2011, σελ. 39).
77. Για περισσότερα για τον μπουντισμό, βλέπε «The Bund: Between Nation and Class» στο Frankel, Prophecy and Politics, σελ. 171-257.
78. Vladimir Medem, Memoirs of a Jewish Socialist, εκδόσεις KTAV Publishing House, 1979, σελ. 233-234. Εξυμνεί ρητά «τα σπουδαία θεμελιώδη έργα των Karl Renner και Όττο Μπάουερ» στη σελ. 263.
79. Michael Löwy, Redemption and Utopia: Jewish Libertarian Thought in Central Europe, A Study in Elective Affinity, εκδόσεις Verso, 2017, σελ. 44.
80. Για τους σιωνιστές της Βέρνης, ό.π., σελ. 222-223. Για τις άτονες ρητορικές ικανότητες του Weizmann, βλέπε Medem, ό.π., σελ. 261-262. Για τον Χερτσλ, βλέπε ό.π., σελ. 292-294.
81. Για τον Λένιν, βλέπε ό.π., σελ. 227-229. Για τον Τρότσκι, βλέπε ό.π., σελ. 419. Για τη Λούξεμπουργκ, βλέπε ό.π., σελ. 429.
82. Brossat & Klingberg, ό.π., σελ. 53.
83. Για περισσότερα για τους Εργάτες της Σιών, βλέπε «Ber Borochov and Marxist Zionism» στο Frankel, ό.π., σελ. 329-363.
84. Ber Borokhov, «The National Question and the Class Struggle» στο Class Struggle and the Jewish Nation, σελ. 59.
85. Ber Borokhov, «Our Platform» στο Class Struggle and the Jewish Nation, σελ. 100.
86. Ber Borokhov, «Eretz Israel in Our Program and Tactics» στο Class Struggle and the Jewish Nation, σελ. 201-203.
87. Joseph Roth, The Wandering Jews, εκδόσεις WW Norton & Co., 2001, σελ. 51-52.
88. WEB Du Bois, «Not Separatism», The Crisis, vol. XVII, no. 4, Φεβρουάριος 1919, σελ. 166.
89. Samuel Farber, «Lessons of the Bund», Jacobin, Ιανουάριος 2017.
90. Tony Greenstein, «The Bund: The Mass Jewish Anti-Zionist Party in Poland», AZVSAS, 4 Δεκεμβρίου 2012.
91. Βλέπε επίσης την πολεμική του Τρότσκι το 1904, όπου ανακήρυξε τον μπουντισμό σε άξιο κληρονόμου του σιωνισμού. Λέων Τρότσκι, «Razlozhenie Sionizma i ego vozmozhnye preemniki», Iskra, no. 56, 1 Ιανουαρίου 1904.
92. Ξανά, «Οι μαρξιστές διεξάγουν αποφασιστικό αγώνα ενάντια στον εθνικισμό, σ’ όλες του τις μορφές» (Λένιν, «Και Πάλι για τον Χωρισμό της Εκπαίδευσης κατά Εθνότητες» στα Άπαντα, τόμος 24, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1979, σελ. 231).
93. Μολαταύτα, υπάρχουν μερικές. Guy Sabatier, «The Case of the General Union of Jewish Workers in Russia, Poland, and Lithuania», Controverses: Cahier Thématique, no. 1, Νοέμβριος 2011.
94.  Chaim Weizmann, Trial and Error: An Autobiography, εκδόσεις Harper & Brothers, 1949, σελ. 50 & 288.
95. Ber Borokhov, «Hebraismus Militans», 1913.
96. «Έχει προστεθεί κι ένα καινούριο καθήκον: η “αυτοάμυνα”. Το σύνθημα δώθηκε και λήφθηκαν δράσεις για την εφαρμογή του. Ο ρόλος μας ως εκκινητές κι ηγέτες της αυτοάμυνας ενίσχυσε την επιρρόη μας στο κίνημα ακόμη περισσότερο» (Medem, ό.π., σελ. 267-268). Αντιπαράβαλε στο: «Η πρώτη εβραϊκή ομάδα αυτοάμυνας οργανώθηκε απ’ τους Εργάτες της Σιών δυόμιση χρόνια πριν την Εβραϊκή Σοσιαλιστική Μπουντ στο Hamel, τον Σεπτέμβριο του 1903» (Ber Borokhov, «Reminiscences on the Occasion of the Tenth Anniversary of Poale Zion, 1906-1916» στο Class Struggle and the Jewish Nation, σελ. 184).
97. Arno Mayer, Plowshares into Swords: From Zionism to Israel, εκδόσεις Verso, 2008, σελ. 95-99.
98. Laqueur, ό.π., σελ. 297-308.
99. Arnold Zweig, The Face of East European Jewry, εκδόσεις University of California Press, 2004, σελ. 132-133.
100. Παλαιστινιακό Κομμουνιστικό Κόμμα, «May Day Statement, 1921», Documents of the Palestinian Arab Resistance, 1918-1939.
101. Et-Shalom & N. Lyons, «Bring on the Bulldozers and Let’s Plant Trees: The Story of Labor Zionism», Upping the Anti, vol. I, no. 7, Οκτώβριος 2008.
102. «Κανείς δεν πολέμησε τους Άραβες εργάτες πιο σθεναρά απ’ τη Γενική Ομοσπονδία Εβραίων Εργατών· κανείς δεν κήρυξε τον εθνικό, οικονομικό και κοινωνικό διαχωρισμό πιο αποφασιστικά» (Zeev Sternhell, The Founding Myths of Israel: Nationalism, Socialism, and the Making of the Jewish State, εκδόσεις Princeton University Press, 1998, σελ. 252).
103. Λόγω της αγκιτάτσιάς του, απαγορεύτηκε στον Jabotinsky να επιστρέψει στην Παλαιστίνη το 1930. Βλέπε Hillel Cohen, Year Zero of the Arab-Israeli Conflict: 1929, εκδόσεις Brandeis University Press, 2015, σελ. 221.
104. Βλέπε «In Blood and Fire: Jabotinsky and Revisionism» στο Laqueur, ό.π., σελ. 338-383.
105. Abner Barnatan, «The Brownshirts of Zionism», International Council Correspondence, vol. III, no. 4, Απρίλιος 1937.
106. Ο Σίντνεϊ Χουκ, η Χάνα Άρεντ και 20 ακόμα υπογράψαν επίσης την επιστολή. Άλμπερτ Αϊνστάιν, «Letter to the New York Times, 4 December 1948» στο Writings on Politics, εκδόσεις Princeton University Press, 2007, σελ. 350-351.
107. Πρίμο Λέβι, «Interview on the Birth of Israel» στο Conversations with Fernando Camon, εκδόσεις Marlboro Press, 1989, σελ. 54.
108. «Για τον Μπέγκιν μπορεί ν’ αποδεχτών τον όρο “φασίστας” […] Ακόμη κι ο ίδιος δεν θα το αρνούνταν […] Υπήρξε μαθητής του Jabotinsky, που αυτοαποκαλούνταν φασίστας κι υπήρξε ένας εκ των συνομιλητών του Μουσολίνι» (Πρίμο Λέβι, «Begin Should Go: An Interview with Giampaolo Pansa» στο The Voice of Memory, 1961-1987, εκδόσεις The New Press, 2001, σελ. 282).
109. «Σήμερα, η αναλογία με τους ναζί είναι ανώφελη και αποδιοργανωτική» (Norman Finkelstein, «Interview with Jamie Stern-Weiner», Open Democracy, 3 Μαΐου 2016). Φυσικά, αυτό δεν εμπόδισε τον Finkelstein απ’ το να συνεχίσει να χρησιμοποιεί αυτή την αναλογία.
110. Maxime Rodinson, Israel and the Arabs, εκδόσεις Penguin, 1968, σελ. 30-31.
111. Παρατίθεται στο Mayer, Plowshares into Swords, σελ. 169.
112. Gershom Scholem, «Letter to Walter Benjamin, December 15» στο Correspondence, εκδόσεις Schocken Books, 1989, σελ. 261.
113. «Η αραβική προπαγάνδα ενάντια στον σιωνισμό συχνά χρησιμοποιεί επιχειρήματα κι εικόνες δανεισμένες απ’ τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, κάτι που είναι βαθιά δυσάρεστο αλλά δεν δικαιολογεί τη ταύτιση των δύο φαινομένων. Ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός, με την έννοια του μίσους για της ουσίας των Εβραίων που θεωρούσε ότι κατείχαν μια θεμελιακά βλαβερή φύση, δεν προέκυψε από πράξεις ή πρωτοβουλίες εκ μέρους των Εβραίων […] Όποια κι αν είναι τα πραγματικά του κίνητρα, οι επιπτώσεις που διατύπωσε ήταν καθαρά μυθικές ή, αν αναφέρονταν σ’ οτιδήποτε συγκεκριμένο, ήταν σε φαινόμενα και δραστηριότητες που συνδέονταν με την ταπεινωτική κατάσταση που επιβαλόταν στους Εβραίους γαι περισσότερα από χίλια χρόνια απ’ την ευρωπαϊκή κοινωνία. Την κύρια ευθύνη την φέρει η τελευταία. Αντιθέτως, ο αραβικός αντισιωνισμός, ακόμη κι αν μερικές φορές οδηγεί σε συνολικό μίσος για τους Εβραίους, πηγάζει σε μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία που πάρθηκε από ορισμένους Εβραίους σε βάρος των Αράβων, ονομαστικά, το πλάνο μετασχηματισμού ενός αραβικού εδάφους σ’ εβραϊκό κράτος» (Rodinson, Israel and the Arabs, σελ. 324). Έχει γραφτεί και μια εμπεριστατωμένη μελέτη απ’ τον μαθητή του Rodinson, τον Gilbert Achcar. Βλέπε Achcar, The Arabs and the Holocaust: The Arab-Israeli War of Narratives, εκδόσεις Picador, 2011.
114. Χαμάς, «Charter of the Islamic Resistance Movement of Palestine», Journal of Palestine Studies, vol. XXII, no. 4, Καλοκαίρι 1993, σελ. 122-134.
115. Για τις συμφωνίες που προσπάθησαν να κλείσουν οι σιωνιστές με τους ναζί, βλέπε Yehuda Bauer, Jews for Sale? Nazi-Jewish Negotiations, 1933-1945, εκδόσεις Yale University Press, 1994. Για τις συμφωνίες που προσπάθησαν να κλείσουν οι Άραβες εθνικιστές με τους ναζί, βλέπε Francis Nicosia, Nazi Germany and the Arab World, εκδόσεις Cambridge University Press, 2015.
116. Tom Segev, One Palestine, Complete: Jews and Arabs Under the British Mandate, εκδόσεις Henry Holt & Co., 2000, σελ. 487-519.
117. Martin Kramer, «Who Saved Israel in 1947?», Mosaic, 16 Νοεμβρίου 2017.
118. Arnold Krammer, Forgotten Friendship: Israel and the Soviet Bloc, 1947-1953, εκδόσεις University of Illinois Press, 1974, σελ. 52.
119. Andrei Gromyko, «Speech on the Partition of Palestine, May 14, 1947», 77th Plenary Meeting.
120. Andrei Gromyko, «Speech on Partitioning Palestine, November 26, 1947», 125th Plenary Meeting.
121. Alexander Feinberg, «10.000 in Protest on Palestine», New York Times, 12 Μαρτίου 1948, σελ. 8.
122. Arnold Krammer, ό.π., σελ. 60-61.
123. Ό.π., σελ. 88-93.
124. Ό.π., σελ. 107-122.
125. Mayer, ό.π., σελ. 234-235.
126. Ilan Pappé, The Ethnic Cleansing of Palestine, εκδόσεις Oneworld, 2007, σελ. 197.
127. Ο Albert Memmi, ένας Τυνήσιος Εβραίος και συνεργάτης του Fanon, έγραψε: «800.000 Εβραίοι έχουν φύγει απ’ τις αραβικές χώρες. Τα 3/4 αυτών ζουν τώρα στο Ισραήλ» (Albert Memmi, Jews and Arabs, εκδόσεις J. Philip O’Hara, 1972, σελ. 110).
128. Arnold Krammer, ό.π., σελ. 123-150.
129. Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν στο Panenské Břežany πλάνα απ’ τη δίκη του Slánský. Roger Tait, «Czechs Discover Hidden Film Record of Stalin’s Antisemitic Show Trial», The Guardian, 8 Απριλίου 2018.
130. Hal Draper, «How to Defend Israel: A Political Program for Israeli Socialists», The New International, vol. XIV, no. 5, Ιούλιος 1948, σελ. 133.
131. Raya Dunayevskaya, «War, Peace, or Revolution? Shifting Alliances in the Middle East», News & Letters, vol. XXIII, no. 1, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1978, σελ. 8.
132. Ό.π., σελ. 9.
133. Raya Dunayevskaya, «The Arab-Israeli Collision», News & Letters, 8 Ιουνίου 1967.
134. Παρατίθεται στο Jonathan Judaken, Sartre and the Jewish Question: Anti-Antisemitism and the Politics of the French Intellectual, εκδόσεις University of Nebraska Press, 2006, σελ. 188. Ο πρόσφατα εκλιπόντας ντοκυμαντερίστας Claude Lanzmann, στενός φίλος του Σαρτρ -όπως κι ο Σαρτρ, μαχητής στη Γαλλική Αντίσταση, φίλος του Fanon κι ένθερμος υποστηρικτής της ανεξαρτησίας της Αλγερίας- θυμόταν επίσης την απογοήτευσή του με τη στάση του Μπεν Μπελά ενάντια στο Ισραήλ το 1962: «Σε μια απ’ τις πρώτες του [του Μπεν Μπελά] ομιλίες ως αρχηγός του κράτους, ξαφνικά ανακοίνωσε ότι η νεοδημιουργηθείσα Δημοκρατία της Αλγερίας σχεδίαζε να στείλει στην Μέση Ανατολή, όχι διπλωματικούς απεσταλμένους όπως με είχε διαβεβαιώσει ο Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα, μα 100.000 στρατιώτες για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Για μένα, όλα τέλειωσαν: νόμιζα ότι ήταν εφικτό να πιστέψω τόσο σε μια ανεξάρτητη Αλγερία όσο και στο κράτος του Ισραήλ. Έκανα λάθος» (Claude Lanzmann, The Patagonian Hare: A Memoir, εκδόσεις Farrar, Strauss, and Giroux, 2012, σελ. 349). Ο ίδιος ο Μπεν Μπελά κατέληξε να θεωρεί το εθνοαπελευθερωτικό μέτωπο της Αλγερίας ως μια αποτυχία. Σε μια συνέντευξη του 1982 λέει: «Είμαι πιστός στα ιδανικά του σοσιαλισμού, στην πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο […] [Οι εθνικές επαναστάσεις] αποτύχαν όλες τους. Όσο δεν σπάμε την παγκόσμια καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, παραμένουμε εκμεταλλευμένοι απ’ τις εμπορικές σχέσεις παραγωγής» (Μπεν Μπελά, «No Middle Ground», San Francisco USA, Φθινόπωρο 1984/Χειμώνας 1985).
135. Λένιν, «Θέσεις για το ΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς: Πρωταρχικό Σχέδιο Θέσεων για το Εθνικό και το Αποικιακό Ζήτημα» στα Άπαντα, τόμος 41, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1983, σελ. 166.
136. Λέων Τρότσκι, «Letter to Lazar Kling, August 7, 1932» στο Writings, 1932, εκδόσεις Pathfinder Press, 1973, σελ. 172.
137. «Προώθησα στην ομάδα των Εργατών της Σιών στην Παλαιστίνη ένα αντίγραφο όλων των εφημερίδων που έχω λάβει. Ένα απ’ τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του, που υπογράφει ως “Nathan”, είναι σοβαρός σύντροφος που τείνει προς την Αριστερή Αντιπολίτευση» (Λέων Τρότσκι, «Letter to Lazar Kling, May 23, 1932» στο Writings, 1932, σελ. 170).
138. «Είμαι, φυσικά, εχθρός του σιωνισμού και όλων των άλλων μορφών οικειοθελούς απομονωτισμού των Εβραίων εργατών» (Λέων Τρότσκι, «Letter to Lazar Kling, February 9, 1932», στο Writings, 1932, σελ. 169).
139. Mostafa Omar, «What Do Socialists Say About Hamas?», Socialist Worker, 31 Ιουλίου 2014.
140. Gianluca Paolo Parolin, Citizenship in the Arab World: Kin, Religion, and Nation-State, εκδόσεις Amsterdam University Press, 2009, σελ. 95.
141. Mayer, ό.π., σελ. 110. Εδώ βλέπε επίσης Hobsbawm:«Ο ισραηλινός κι ο παλαιστινιακός εθνικισμός πρέπει να είναι καινοτόμοι […] καθώς η ίδια η έννοια των εδαφικών κρατών του σύγχρονου τυπικού είδους στην περιοχή τους σχεδόν δεν υπήρχε πριν από έναν αιώνα, και δεν υπήρξε σοβαρή προοπτική πριν το τέλος του Α’ ΠΠ» (Eric Hobsbawm, «Inventing Traditions» στο The Invention of Tradition, εκδόσεις Cambridge University Press, 1983, σελ. 13-14.
142. Mayer, ό.π., σελ. 223.
143. Βλέπε την ενότητα για τον διαμελισμό στο Πέρρυ Άντερσον, The Indian Ideology, εκδόσεις Verso, 2013, σελ. 43-102.
144. EMS Namboodiripad, «Class Character of the Nationalist Movement» στο History, Society, and Land Relations: Selected Essays, εκδόσεις Leftword Books, 2010, σελ. 61.
145. Tom Segev, 1967: Israel, the War, and the Year that Transformed the Middle East, εκδόσεις Henry Holt & Co, 2007, σελ. 419-585.
146. Isaac Deutscher, «The Arab-Israeli War, June 1967» στο The Non-Jewish Jew, σελ. 126.
147. «Το μόνο επίτευγμα του Ισραήλ υπήρξε ότι πράγματι κέρδισε τον πόλεμο. Δεν οφελήθηκε σε τίποτα απ’ την κατάληψη των εδαφών» (Segev, ό.π., σελ. 15-16).
148. Mayer, ό.π., σελ. 276.
149. Ilan Pappé, The Forgotten Palestinians: A History of the Palestinians in Israel, εκδόσεις Yale University Press, 2011, σελ. 168.
150. Mayer, ό.π., σελ. 295-299.
151. Mac Intosh, «Islamic Fundamentalism: Religious Fanaticism to Reinforce the State», Internationalist Perspective, no. 15, Χειμώνας 1989-1990.
152. Mayer, ό.π., σελ. 311.
153. Andrew Rigby, Palestinian Intifada Revisited, εκδόσεις Zed Books, 2015, σελ. 174.
154. Gilbert Achcar, «Where Is the PLO Going? The Long March… Backwards» στο Eastern Cauldron: Islam, Afghanistan, Palestine, and Iraq in a Marxist Mirror, εκδόσεις Monthly Review Press, 2003, σελ. 130.
155. Aufheben, Πίσω από την Ιντιφάντα του 21ου Αιώνα, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα & Ανάρες, 2005, σελ. 51-52 & υποσημείωση 46, σελ. 51.
156. Gilles Kepel, Beyond Terror and Martyrdom: The Future of the Middle East, εκδόσεις Harvard University Press, 2008, σελ. 89-90.
157. Mayer, ό.π., σελ. 345.
158. Avi Shlaim, «It’s Now Clear that the Oslo Peace Accords Were Wrecked by Netanyahu’s Bad Faith», The Guardian, 12 Σεπτεμβρίου 2013.
159. Mayer, ό.π., σελ. 394.
160. Ό.π., σελ. 399-401.
161. Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, Memoirs, εκδόσεις World Publishing Co., 1970, σελ. 29 & 181.
162. Barak Ravid, «The IDF Did Not Mean to Shoot at UN Facilities in Gaza», Haaretz, 5 Μαΐου 2009.
163. Scott Taylor, «Seventieth Anniversary of the State of Israel», Congressional Record, vol. CLXIII, no. 62, 7 Απριλίου 2018.
164. Ilan Pappé, «A Brief History of Israel’s Incremental Genocide» στο On Palestine, εκδόσεις Haymarket Books, 2015, σελ. 147-154.
165. Pappé, The Forgotten Palestinians, σελ. 272.
166. Η παρατήρηση για την «ειδική σχέση» του Ισραήλ με τις ΗΠΑ έγινε αρχικά απ’ τον αμερικανό πρόεδο Κένεντι, μιλώντας στη Γκόλντα Μέιρ το 1962. Έχει έρθει όμως σε ευρύτερη χρήση. Βλέπε Rod Such, «What’s Behind the US Media’s Special Relationship With Israel?», Electronic Intifada, 3 Ιουνίου 2016.
167. Sognuli palku.
168. Moshé Machover, «Is it Apartheid?» στο Israelis and Palestinians: Conflict and Resolution, εκδόσεις Haymarket Books, 2012, σελ. 272.
169. Νόαμ Τσόμσκι, «On Israel-Palestine and BDS», The Nation, 22 Ιουλίου 2014.
170. Λέβι, «Begin Must Go» στο ό.π., σελ. 281.
171. Παρατίθεται στο Margaret Vallance, «Rudolf Rocker: A Biographical Sketch», Journal of Contemporary History, vol. VIII, no. 3, Ιούλιος 1973, σελ. 89-90.
172. Λένιν, «Σχετικά με το Ζήτημα των Εθνοτήτων ή της “Αυτονόμησης”» στα Άπαντα, τόμος 45, εκδόσεις Σύγχονη Εποχή, 1984, σελ. 359.
173. Garcon Dupont, «Islands in a Sea of Land», Insipidities, 26 Ιουλίου 2014.
174. Monsieur Dupont, Nihilist Communism: A Critique of Optimism on the Far Left, εκδόσεις Ardent Press, 2009, σελ. 97-98.
175. Josh Moufawad-Paul, «Review of Nihilist Communism», αναρτήθηκε στο Goodreads, 22 Ιουνίου 2015.
176. Garcon Dupont, «A Summer Chill, part 4», Insipidities, 1 Αυγούστου 2016.
177. Wolfgang Pohrt, «On the Radical Left and National Liberation».
178. Il Lato Cattivo, «“Κουρδικό Ζήτημα”, Ισλαμικό Κράτος, ΗΠΑ και Περίχωρα», μεταφράστηκε στα ελληνικά από Τα Παιδιά της Γαλαρίας.
179. Ζιλ Ντωβέ & Tristan Leoni, «Rojava: Πραγματικότητα & Ρητορική», μεταφράστηκε στα ελληνικά από το 2008-2012.
180. Καρλ Μαρξ, «Γενικό Καταστατικό της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών [Α’ Διεθνής]» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 453.
181. «Ένα τέλος την εθνική καταπίεση των Κούρδων μπορεί να έρθει μόνο με την καταστροφή του καπιταλισμού» (International Communist Party, «The Kurdish Question», Internationalist Papers, Άνοιξη/Καλοκαίρι 1999). Αν αυτό αληθεύει για τους Κούρδους, σίγουρα αληθεύει επίσης και για τους Παλαιστίνιους. «Ο κύκλος των ρητά εθνικών αγώνων στην Παλαιστίνη και στο σύνολο της Μέσης Ανατολής έχει αποκαλυφθεί στερείται αποφασιστικά οποιαδήποτε ιστορική προοπτική» (International Communist Party, «The Palestinian Question and the International Workers’ Movement», Internationalist Papers, 2001).
182. Λένιν, «Κριτικά Σημειώματα για το Εθνικό Ζήτημα: Η Ισοτιμία των Εθνών και τα Δικαιώματα της Εθνικής Μειονότητας» στα Άπαντα, τόμος 24, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1979, σελ. 136-141.
183. Ρόζα Λούξεμπουργκ, The National Question, εκδόσεις Monthly Review Press, 1976, σελ. 110-111.
184. «[Μ]ε την κατάργηση των ταξικών διαφορών εξαφανίζεται αυτόματα και κάθε κοινωνική και πολιτική ανισότητα που προέρχεται από αυτές τις ταξικές διαφορές» (Καρλ Μαρξ, «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος δεύτερος, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 21).
185. «[Τ]ο αίτημα ισότητας στο στόμα του προλεταριάτου έχει διπλή σημασία. […] Και στις δύο περιπτώσεις, το πραγματικό περιεχόμενο του προλεταριακού αιτήματος για ισότητα είναι το αίτημα της κατάργησης των τάξεων» (Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2006, σελ. 136-137).
186. Isaac Deutscher, «The Russian Revolution and the Jewish Problem» στο The Non-Jewish Jew, σελ. 66.
187. Brossat a& Klingberg, ό.π., σελ. 20-21.
188. Ό.π., σελ. 39.
189. «Όταν ξανασυνάντησα τους παλιούς μου συντρόφους το 1946, μου εξέφρασαν την έκπληξή τους με το γεγονός ότι είχα γίνει σιωνιστής. Τους εξήγησα ότι ακόμη κι αν δεν ήμουν Εβραίος, θα ήταν καθήκον μου ως μαρξιστής και διεθνιστής σοσιαλιστής να τεθώ υπό το λάβαρο της πάλης για την εβραϊκή εθνική απελευθέρωση» (Hersh Mendel, Memoirs of a Jewish Revolutionary, εκδόσεις Pluto Press, 1989, σελ. 327).
190. Deutscher, «Israel’s Spiritual Climate» στο The Non-Jewish Jew, σελ. 111-112.
191. Il Lato Cattivo, «Επιστολή για τον Αντισιωνισμό», η μετάφραση στα ελληνικά έχει γίνει από εμάς.
192. Bernard Lyon, «We Are Not “Anti”».
193. «Φασισμός κι αντιφασισμός, σιωνισμός κι αντισιωνισμός: όλα αυτά αποτελούν ποικιλίες της αστικής ιδεολογίας οι οποίες μπορούν ν’ αντιπαρατίθονται βίαια μα και να κάνουν επίσης σκίωδης συμφωνίες μεταξύ τους» (Amos, «Labour, the Left, and the “Jewish Problem”»).
194. «“Partial” Struggles: A Reactionary Dead End», Platform of the International Communist Current, 30 Δεκεμβρίου 2004.
195. Amos Oz, «Between Right and Right» στο How to Cure a Fanatic, εκδόσεις Princeton University Press, 2010, σελ. 6.
196. Deutscher, «The Arab-Israeli War» στο The Non-Jewish Jew, σελ. 136-137.
197. Λέων Τρότσκι, «Pis’mo Lazaru Klingu, January 28, 1934», Arkhiv LD Trotskogo, Tom 7.

Advertisements