Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε από τους Riccardo Bellofiore και Francesco Garibaldo. Δημοσιεύτηκε στο International Journal of Management Concepts and Philosophy vol. 5, no. 3, 2011.

1. Η παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού ιδιωτικοποιημένου κεϋνσιανισμού

Δεν βιώνουμε την κρίση ενός αχαλίνωτου φιλελευθερισμού της ελεύθερης αγοράς[1]. Αληθεύει ότι η πρώτη φάση, ύστερα απ’ τη νεοσυντηρητική στροφή του 1979-1980, μπορεί να οριστεί σαν «μονεταριστική». Οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις αυτών των πολιτικών υπήρξαν οι περικοπές στις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες και την πτώση των μισθών είτε με πραγματικούς όρους (ΗΠΑ) είτε ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, δημιουργώντας αρχικά μια τάση προς την πτώση της καταναλωτικής ζήτησης και τον κίνδυνο μιας νέας μεγάλης δραστικής κρίσης στη ζήτηση. Υπήρξαν όμως πολύ ισχυρές πολιτικές αντίρροπες τάσεις. Η πιο αξιοσημείωτη απ’ αυτές υπήρξαν τα δίδυμα ελλείμματα (στον προϋπολογισμό και τους λογαριασμούς κεφαλαίων) του προέδρου Ρήγκαν, που κρατήσαν τις ΗΠΑ στην επιφάνεια και οδηγήσαν στην πλημμύρα των καθαρών εισαγωγών, διατηρώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον υπόλοιπο παραδοσιακό, εκβιομηχανισμένο κόσμο. Εκείνα τα χρόνια, οι ΗΠΑ και, σ’ έναν μικρότερο βαθμό, η Βρετανία, η Αυστραλία κι η Ισπανία, έγιναν η αγορά εσχάτης ανάγκης τόσο των ισχυρών νεομερκαντιλισμών, όπως η Γερμανία κι η Ιαπωνία, όσο και των αδύναμων, όπως η Ιταλία. Όμως, τα δίδυμα ελλείμματα του Ρήγκαν από μόνα τους, επικεντρωμένα στην ανανεωμένη στρατιωτική δαπάνη, θα ήταν απλώς αντίρροπες τάσεις στη στασιμότητα της δεκαετίας του 1970 και της αμερικανικής ύφεσης του 1981-1982. Το σημείο-κλειδί που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η «μονεταριστική» φάση οδήγησε επίσης, απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1980, στην ανάδυση ενός νέου τύπου καπιταλισμού στις ΗΠΑ, βασισμένου σε ένα είδος «ιδιωτικοποιημένου κεϋνσιανισμού»[2]. Τα καινοτόμα στοιχεία αυτά ήταν, αφενός, η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στον χρηματοπιστωτισμό και το χρέος και, αφετέρου, η περιστασιοποίηση της εργασίας και των εργασιακών συνθηκών. Τα δύα αυτά στοιχεία στηρίζονταν σε μια ισορροπία -η οποία αποκαλύφθηκε πως δεν ήταν βιώσιμη- μεταξύ τριών χαρακτήρων: του «τραυματισμένου εργάτη», του «μανιακού αποταμιευτή» και του «χρεωμένου καταναλωτή».

Η φάση που έχει λαθεμένα βαφτιστεί ως η «Χρυσή Εποχή του Καπιταλισμού», και ακόμη περισσότερο ύστερα απ’ την κρίση της στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έγινε μάρτυρας εκείνου που ο Μίνσκυ (Χίμαν Μίνσκυ, «Finance and stability: the limits of capitalism», Working paper No. 93, Levy Economics Institute, 1993) αποκάλεσε «καπιταλισμό διαχειριστή χρήματος» κι ο Αλιετά (Μισέλ Αλιετά, Le Capitalisme de Demain, Note de la Fondation Saint-Simon, No. 101, Νοέμβριος 1998) αποκάλεσε «πατρογονικό καπιταλισμό» [capitalisme patrimonial], ο οποίος μπορεί να συνοψιστεί επίσης ως «καπιταλισμός των συνταξιοδοτικών ταμείων» (Riccardo Bellofiore, «Il capitalismo dei fondi pensione», La Rivista del Manifesto, Οκτώβριος 2000, No. 10). Τυποποιήθηκε ένα σύστημα καταθέσεων, με χρήματα να κατατίθενται κι εμπιστεύονται σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Η κυρίαρχη παρουσία των συνταξιοδοτικών ταμείων δημιούργησε μια κατάσταση στην οποία οι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί βοηθούμενοι από οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (οι οποίοι οργανισμοί επίσης είναι μη-τραπεζικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες), καθόριζαν τα κριτήρια διοίκησης για το σύνολο του συστήματος των εταιρειών, με μεγάλες συνέπειες στη συνοχή της παραγωγής και την ίδια την εργασιακή διαδικασία. Η άνοδος στην κυριαρχία μιας νέας διοίκησης ηγούμενη απ’ τον χρηματοπιστωτισμό προκάλεσε, για να χρησιμοποιήσουμε μαρξική ορολογία, μια διαδικασία συγκεντροποίησης χωρίς συγκέντρωση[3]. Βασικοί τομείς βιώσαν τεράστιες συγχωνεύσεις κι εξαγορές κάνοντας συνεπώς το κεφάλαιο περισσότερο συγκεντροποιημένο. Ωστόσο, η ίδια διαδικασία δεν επέφερε τον σχηματισμό νέων μεγάλης κλίμακας κάθετα ενσωματωμένων βιομηχανικών εταιρειών, κάτι το οποίο θα ήταν το σημάδι αυξημένης καπιταλιστικής συγκέντρωσης.

Την ίδια στιγμή, ο μετασχηματισμός των οικονομικών και πολιτικών χώρων του παγκόσμιου καπιταλισμού (η ενσωμάτωση της ανατολικής Ασίας ως ένα ζωτικής σημασίας κομμάτι της αλυσίδας παραγωγής ηλεκτρονικών, η ανάδυση της Κίνας σαν μια μείζονα περιοχή εξωτερικής ανάθεσης, το ίδιο επίσης κι η Ινδονησία), έγινε ευκολότερος χάρη σε νέες τεχνολογίες. Ο πολλαπλασιασμός των χρηματοπιστωτικών εταιρειών που ακολούθησε τις πολιτικές απορρύθμισης στις Δυτικές χώρες, δημιούργησε μεταξύ των παγκόσμιων παικτών στις μεταποιήσεις και τις υπηρεσίες έναν «καταστροφικό» ανταγωνισμό στις επενδυτικές στρατηγικές τους (James Crotty, «Structural contradictions of the global neoliberal regime», Review of Radical Political Economics, vol. XXXII, no. 3, 2000). Σε μια σειρά από τομείς το φαινόμενο αυτό επέφερε μια επίμονη κατάσταση υπερπαραγωγής. Το σύστημα της αξιακής αλυσίδας αναδιοργανώθηκε ραγδαία με τη φύση του να γίνεται πραγματικά διαεθνική. Το δίκτυο εταιρειών έχει διαστρωματωθεί σύμφωνα με τη σχετική τους ισχύ στο εσωτερικό του κλάδου στον οποίο λειτουργούν. Στην κορυφή έχουμε τις εταιρείες που παράγουν τα τεχνολογικά και σχεδιαστικά προσχέδια και παρέχουν τα βασικά κεφαλαιακά αγαθά. Οι εταιρείες αυτές είναι επίσης εκείνες που λαμβάνουν τις αποφάσεις και που πασχίζουν συστηματικά να διευρύνουν τη θέση τους ως ολιγοπώλια. Στον πάτο, οι εταιρείες πολλαπλασιάζονται και συνεπώς αγωνίζονται να επιβιώσουν ανταγωνιζόμενες σφοδρά μεταξύ τους για την απόκτηση συμβολαίων με εταιρείες στην κορυφή της αλυσίδας. Αυτού έπεται ότι οι συνθήκες της μισθωτής εργασίας εξαρτούνται επίσης απ’ τη θέση των αντίστοιχων εταιρειών εντός του συστήματος της αξιακής αλυσίδας του συγκεκριμένου βιομηχανικού κλάδου. Θα επανέλθουμε σ’ αυτό, συγκεκριμένα στην περίπτωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, στο δεύτερο μισό του παρόντος κειμένου.

Η διεύρυνση της παραγωγής δεν συνέπιπτε πλέον με τη διεύρυνση μιας εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε παρακείμενους χώρους, στα ίδια εργοστάσια, υποβαλλόμενη στις ίδιες νομικές ρυθμίσεις, συνεπώς γινόμενη μια δυνητικά ομοιογενής εργασιακή συνθήκη απέναντι στο κεφάλαιο (Giovanna Vertova ed, The Changing Economic Geography of Globalisation, εκδόσεις Routledge, 2006). Η δουλειά κατακερματίστηκε και κατέστη ακόμη περισσότερο επισφαλής. Η επισφάλεια κι η αστάθεια ίσως φαίνονται απούσες στον έναν πόλο, ενώ στην άλλο εμφανίζονται στις καταστροφικές μορφές τους. Όμως, οι εργασιακές συνθήκες κι η αστάθεια στις χαμηλότερες κλίμακες λειτουργούν σαν απειλή για όσους απασχολούνται στα εργοστάσια που βρίσκονται στις ανώτερες κλίμακες. Η μετανάστευση της εργασίας ταιριάζει σαφώς σ’ αυτό το σχήμα (Gambino & Sacchetto, «Die Formen des Mahlstroms. Von den Plantagen zu den Fließbändern» στο Roth & van der Linden eds, Über Marx hinaus Arbeitsgeschichte und Arbeitsbegriff in der Konfrontation mit den Globalen Arbeitsverhältnissen des 21. Jahrhunderts, εκδόσεις Assoziation A, 2009). Η εξασθένιση της διαπραγματευτικής ισχύος της εργασίας αποτελεί το προϊόν της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και την είσοδο της Κίνας και, σ’ έναν αρκετά μικρότερο βαθμό, της Ινδίας, στο κύκλωμα του παγκόσμιου καπιταλισμού οδηγώντας στον διπλασιασμό του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού (Freeman, Doubling the Global Work Force: The Challenge of Integrating China, India, and the Former Soviet Bloc into the World Economy, 2004). Οι μετασχηματισμοί των εργασιακών συνθηκών συνδεόταν αυστηρά με την υφιστάμενη ενσωμάτωση του εργατικού νοικοκυριού στο κεφάλαιο (και το χρέος), κάτι το οποίο επηρέασε άμεσα την παραγωγική διαδικασία – προξενώντας μια επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας μαζί με μια εντατικοποίηση της εργασίας. Ως επακόλουθο, η απόσπαση σχετικής και απόλυτης υπεραξίας έγιναν αναπόφευκτα διαπλεκόμενες, ενώ η διχοτομία κέντρου-περιφέρειας έχασε τον παλιότερο αυστηρό υπαινιγμό της [όπου κέντρο = σχετική υπεραξία και περιφέρεια = απόλυτη υπεραξία], αναπαραγομένη εντός κάθε οικονομικής περιοχής και έθνους [ανισομερής ανάπτυξη όχι μόνο μεταξύ των κρατών, αλλά και στο εσωτερικό των ίδιων των κρατών].

Στις χρηματοοικονομικές αγορές, αυτές οι διαδικασίες οδήγησαν σε μια συστημική τάση προς μια ανοδική συσσωρευμένη ανισορροπία του πληθωρισμού των περιουσιακών στοιχείων χωρίς κανέναν βραχυπρόθεσμο διορθωτικό μηχανισμό (Jan Toporowski, The End of Finance: The Theory of Capital Market Inflation, Financial Derivatives, and Pension Fund Capitalism, εκδόσεις Routledge, 2000). Οι αγορές γίνονταν περισσότερο ρευστές κι η υποτιθέμενη ποιότητα των ασφαλιζόμενων περιουσιακών στοιχείων θεωρούνταν να βελτιώνεται τακτικά. Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που το αυξανόμενο χρέος προέκυψε κυρίως από χρηματοπιστωτικές εταιρείες και νοικοκυριά παρά από τη φυσική [physical] επένδυση σε μη-χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Οι τελευταίες ένιωσαν μια μικρότερη ανάγκη να χρησιμοποιήσουν το τραπεζικό σύστημα που, με τη σειρά του, έπρεπε ν’ αλλάξει το πλαίσιο αναφοράς του. Οι τράπεζες, από θεσμοί που επιλέγουν κι ελέγχουν βιομηχανικές εταιρείες ως τους κύριους οφειλέτες τους, δεν μπορούσαν παρά να αναζητήσουν αποδόσεις στους τομείς της καταναλωτικής πίστωσης και στα τέλη που απορρέουν από πακέτα τιτλοποίησης. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλα παρά το τραπεζικό μοντέλο «δημιουργία για διανομή» [originate-to-distribute, όπου ο δημιουργός ενός δανείου το πουλάει σε τρίτους]. Η φούσκα στις τιμές των περουσιακών στοιχείων, ιδίως των κατοικιών, επιτρέψαν τη διεύρυνση της κατανάλωσης βασισμένης στην πίστωση. Οι αποταμιεύσεις του διαθέσιμου εισοδήματος σχεδόν εκμηδενίστηκαν, και σε κάποιες περιπτώσεις πέσαν κάτω απ’ το μηδέν, λόγω της στασιμότητας, δηλαδή ύφεσης, των πραγματικών εβδομαδιαίων αποδοχών. Για την πλειοψηφία του πληθυσμού, οι δυναμικές της κατανάλωσης αυτονομήθηκαν απ’ το εισόδημα [λόγω της πίστωσης] ενώ παράλληλα τονώνονταν [η κατανάλωση] από τις αντιληπτές επιδράσεις του πλούτου – μια αντίληψη που επικυρώθηκε και διογκώθηκε από χρηματοπιστωτικές εταιρείες και τις πρακτικές «δημιουργίας για διανομή». Ο αποπληθωρισμός των μισθών, ο πληθωρισμός των κεφαλαιακών αγαθών κι η αυξανόμενη μόχλευση των νοικοκυριών και των χρηματοπιστωτικών εταιρειών, υπήρξαν συμπληρωματικά στοιχεία ενός διεστραμμένου μηχανισμού όπου η πραγματική ανάπτυξη ντοπαρίστηκε απ’ τις πιο τοξικές πτυχές του χρηματοπιστωτισμού[4].

Η λειτουργία του «νέου» μηχανισμού ροής που περιγράψαμε θα ήταν αδύνατη χωρίς την προσθήκη μιας «νέας» οικονομικής πολιτικής. Ο καπιταλισμός της δεκαετίας του 1990 δεν ήταν στάσιμος χάρη στη νέα κατεύθυνση των οικονομικών πολιτικών επικεντρωμένων σε μια ξεκάθαρα πολιτική διαχείριση της πραγματικής ζήτησης που επηρέασε επίσης τη σύνθεση και τις γεωγραφικές διαμορφώσεις της παραγωγής. Η δημιουργία ενός τραυματισμένου εργάτη σήμαινε ότι ο κίνδυνος στο μέτωπο του πληθωρισμού δεν προερχόταν πια απ’ τους μισθωτούς. Οι δημόσιες αρχές συνειδητοποίησαν ότι ήταν εφικτό να έχουν μια μείωση της ανεργίας χωρίς μια πίεση για μισθολογικές αυξήσεις. Με άλλα λόγια, η καμπύλη Φίλλιπς ουσιαστικά έγινε επίπεδη (Marc Lavoie, Introduction to Post Keynesian Economics, 2η έκδοση, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 2009). Η ύπαρξη μιας επίπεδης καμπύλης Φίλλιπς κατέστησε εφικτό να τεθεί η πλήρης απασχόληση ως επιτεύξιμος στόχος. Δεν ήταν μια πλήρης απασχόληση με την κεϋνσιανή έννοια των βιώσιμων μισθών και της σταθερής εργασίας. Αντ’ αυτού, συνεπάγονταν την πλήρη υποαπασχόληση, με την ανεργία να διαπερνά το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό μέσω της διάδοσης της μερικής απασχόλησης και της περιστασιακής κι αδήλωτης εργασίας. Όπως παρατηρούμε σήμερα, η πλήρης υποαπασχόληση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μαζική ανεργία. Το εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για να έρθει η οικονομία όσο πιο κοντά γίνεται στην πλήρη υποαπασχόληση δεν ήταν η δημοσιονομική πολιτική -πέρα απ’ τις φορολογικές μειώσεις για τους πλούσιους- αλλά η νομισματική πολιτική. Η Κεντρική Τράπεζα κατόρθωσε τη δημιουργία ρευστότητας με σκοπό τη συντήρηση της συνεχούς αύξησης των αξιών στις κεφαλαιαγορές και τις αγορές μετοχών. Αυτό έγινε τόσο άμεσα όσο κι έμμεσα, με την Κεντρική Τράπεζα να δρα ως εγγυητής του «σκιώδους» τραπεζικού συστήματος και των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Συνεπώς, με οποιοδήποτε σημάδι μιας δημοσιονομικής κρίσης να εγείρεται στο κέντρο του συστήματος, η Κεντρική Τράπεζα δρούσε, όπως το έθεσε έξοχα ο Marcello De Cecco (Marcello De Cecco, «The lender of last resort», CIDEI Working Paper 49, Università di Roma La Sapienza, 1998), σαν δανειστής πρώτης ανάγκης. Ο σκοπός της Κεντρικής Τράπεζας ήταν να θέσει ένα χαμηλότερο δάπεδο στην περίπτωση μιας πτώσης των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, και αυτό το σημάδι πολιτικής αργότερα ενσωματώθηκε στις προσδοκίες των επενδυτών στις χρηματοοικονομικές αγορές. Αυτό αφορούσε η Γκρίνσπαν put (η put εδώ αναφέρεται στην put option, την επιλογή πώλησης στην αγορά) [Greenspun put, το όνομα της νομισματικής πολιτικής προσέγγισης του Γκρίνσπαν, πρώην προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ απ’ το 1987 ως το 2006]. Η Γκρίνσπαν put είδε το φως της ημέρας με το κραχ της Wall Street τον Οκτώβριο του 1987 και διευρύνθηκε υπερβολικά καθόλη τη διάρκεια της θητείας του Γκρίνσπαν. Μέσω της Γκρίνσπαν put αφέθηκε ο ποσοτικός μονεταρισμός κι αντικαταστάθηκε κατηγορηματικά από μια πολιτική των επιτοκίων, όπου το χρήμα γίνεται διαθέσιμο σε απεριόριστες ποσότητες με οποιοδήποτε επιτόκιο καθιωρώνει η Κεντρική Τράπεζα. Ως εκ τούτου, η καμπύλη προσφοράς χρήματος γίνεται επίπεδη ακριβώς όπως κι η καμπύλη Φίλλιπς. Η λογική αυτής της πολιτικής δίνεται απ’ τον κανόνα του Ταίηλορ αναφορικά με τη ρύθμιση του επιτοκίου, αντί απ’ την αποδοχή ότι το χρήμα είναι εγγενώς μια ενδογενής δημιουργία του πιστωτικού συστήματος. Οι πολιτικές της Ομοσπονδιακής Τράπεζαν των ΗΠΑ την περίοδο Γκρίνσπαν ήταν κρίσιμες για την απογείωση και τη διατήρηση της δεύτερης φάσης του νεοφιλελευθερισμού ως ένα είδος χρηματοπιστωτικού ιδιωτικοποιημένου κεϋνσιανισμού.

2. Ο ευρωπαϊκός νεομερκαντιλισμός και η κρίση του

Η χρηματοδοτούμενη απ’ το χρέος ανάπτυξη των ΗΠΑ συνδέθηκε τόσο με την ευρωπαϊκή κι ιαπωνική στασιμότητα όσο και με την κινέζικη ανάπτυξη ηγούμενη απ’ τις εξαγωγές. Η πολιτική οικονομία της ΕΕ εξελίχθηκε με την προϋπόθεση ότι μπορούσαν να επιτευχθούν καθαρά υπόλοιπα εξαγωγών[5]. Ωστόσο, δεν είναι κάθε χώρα σε θέση να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Μερικές χώρες, όπως η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πορτογαλία, η Ελλάδα και τα περισσότερα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης δεν έχουν καν αυτό τον στόχο. Οι εξωτερικοί τρεχούμενοι λογαριασμοί της Βρετανίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας είναι αρνητικοί εδώ και δεκαετίες, ενώ η Πολωνία, η Ουγγαρία και κράτη της Βαλτικής έχουν συνδυαστικά αρνητικούς τρεχούμενους λογαριασμούς με μεγάλο εξωτερικό δανεισμό απ’ τον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως κι η Ισλανδία, πολύ πέρα απ’ την ανάγκη χρηματοδότησης των ελλειμμάτων τους στους τρεχούμενους λογαριασμούς. Όμως, οι έξι κεντρικές χώρες της πρώην Κοινής Αγοράς με την Αυστρία και τις τρεις σκανδιναβικές χώρες της ΕΕ, πράγματι βλέπουν την αύξηση των εξαγωγών ως σημαντικότερη απ’ τη διεύρυνση της εγχώριας ζήτησης.

Στις εξαγωγικά προσανατολισμένες χώρες υπάρχει μια ορισμένη ιεραρχία μεταξύ των τριών μεγάλων οι οποίες τυγχάνει επίσης ν’ ανήκουν στην Ευρωζώνη. Πρώτη στην ιεραρχία είναι η Γερμανία, οι εξαγωγικές δυναμικές της οποίας δεν εξαρτούνταν ούτε εξαρτούνται στις ονομαστικές ισοτιμίες με τα άλλα κύρια νομίσματα. Αντ’ αυτού, οι γερμανικές εξαγωγές συνδέονται με τεχνολογικές καινοτομίες και την ευρεία ποικιλία τομέων κεφαλαιακών αγαθών. Το στοιχείο της ανταγωνιστικότητας των τιμών προέρχεται, για όλους τους πρακτικούς λόγους, απ’ τον αποπληθωρισμό των μισθών. Πράγματι, η Γερμανία επέκτεινε αυτή την πολιτική στο σύνολο της Ευρωζώνης κατά τον σχηματισμό του ευρώ. Η δεύτερη στην ιεραρχία είναι η Ιταλία επειδή ο εξαγωγικός προσανατολισμός της είναι ακριβώς ο αντίθετος απ’ αυτόν της Γερμανίας. Βασιζόταν σ’ ένα αδύναμο νόμισμα, σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Όμως, με το ευρώ, η προσέγγιση του αδύναμου νομίσματος εξαφανίστηκε κι η Ιταλία χρειάζεται αποπληθωρισμό των μισθών πολύ περισσότερο απ’ ότι η Γερμανία. Τρίτη στην ιεραρχία είναι η Γαλλία. Παραδόξως, η Γαλλία έχει έναν στόχο καθαρών εξαγωγών, όμως τον πετυχαίνει μόνο περιστασιακά. Μολαταύτα, η πολιτική στάση της Γαλλίας είναι ο συνδυασμός του χρηματοπιστωτικού συντηριτισμού με τον αποπληθωρισμό των μισθών και τους νεομερκαντιλιστικούς στόχους, παρότι οι τελευταίοι σπανίως επιτυγχάνονται. Έτσι, όσο η ΕΚΤ οργανώνει το νομισματικό πλαίσιο για τη σταθερότητα των τιμών, ο αποπληθωρισμός των μισθών είναι -κατά έναν τρόπο συνδεδεμένος με την εθνική αξιολόγηση των πολιτικών για τη στασιμότητα των τιμών που θέτει η ΕΚΤ- το ενοποιητικό στοιχείο των επιμέρους νεομερκαντιλιστικών στόχων.

Προς τα που είναι προσανατολισμένος αυτός ο νεομερκαντιλισμός; Το εξωευρωπαϊκό εμπόριο απορροφά ένα σημαντικό κομμάτι του συνόλου των εξαγωγών της ΕΕ. Όμως, η πλειοψηφία των καθαρών εξαγωγών πραγματοποιείται στο εσωτερικό της ίδιας της ΕΕ. Συγκριτικά με την Κίνα, την Ιαπωνία και την Κορέα, οι χώρες της ΕΕ έχουν ένα αναπτυσσόμενο έλλειμμα, καθορισμένο απ’ το εμπόριο με την Κίνα. Όμως, σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε σημαντικές διαφορές. Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ ενεργών και παθητικών ελλειμμάτων. Η Γερμανία, η Ολλανδία κι η Σκανδιναβία ανήκουν στην πρώτη ομάδα. Η Γαλλία, η Ιταλία κι η Ισπανία αποτελούν τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της δεύτερης. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Ενεργά ελλείμματα είναι εκείνα τα οποία είναι συνεπή με την εξαγωγικά προσανατολισμένη μορφή της συσσώρευσης κεφαλαίου. Σ’ αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε ότι οι τομείς που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών πλεονασμάτων της Γερμανίας επιδεικνύουν επίσης καθαρά υπόλοιπα στο εμπόριό τους με την Κίνα (όχι όμως και με την Ιαπωνία). Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τη Σουηδία και τη Φινλανδία. Στην ολλανδική περίπτωση, το συνολικό εξωτερικό πλεόνασμα υπερισχύει των ελλειμάτων με την Κίνα και την Ιαπωνία. Τα παθητικά ελλείμματα είναι εκείνα που παρεμποδίζουν την εξαγωγικά προσανατολισμένη συσσώρευση. Η Ιταλία κι η Γαλλία είναι οι ηγέτες αυτής της ομάδας καθώς η Ισπανία είναι ακόμη πολύ πίσω με όρους εγχώριας βιομηχανικής, όχι χρηματοπιστωτικής, καινοτομίας. Οι τομείς που είναι καλοί εξαγωγείς για τη Γαλλία και την Ιταλία δεν είναι και τόσο καλοί αναφορικά με το εμπόριο με την Κίνα και την ανατολική Ασία. Επιπλέον, οι τομείς αυτοί αυξανόμενα ανταγωνίζονται με τα κινέζικα προϊόντα τόσο σε τρίτες αγορές όσο και στην Ευρώπη. Συνεπώς, η συνεισφορά στην εξαγωγικά προσανατολισμένη συσσώρευση απ’ τους τομείς στους οποίους εξαρτάται η εξωτερική προβολή αυτών των χωρών, δεν έχει μια στέρεα βάση. Περιοδικά υπονομεύει τους παγκόσμιους νεομερκαντιλιστικούς στόχους τους, και προξενεί ένα βάθεμα της ιεραρχίας των καπιταλιστικών μοντέλων, της εργασίας και της ανισότητας σ’ ευρωπαϊκή κλίμακα. Ειδικά στην ιταλική περίπτωση, παρατηρούμε μια καπιταλιστική ανάπτυξη η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι ζωτική και να επιταχύνεται. Αυτό αληθεύει ιδίως για τον λεγόμενο «τέταρτο καπιταλισμό» των πολυεθνικών μικρού και μεσαίου μεγέθους οι οποίες υπήρξαν ιδιαίτερα ικανές να επεκταθούν σε παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας μεταξύ της κρίσης των dotcom [τέλη της δεκαετίας του 1990 με αρχή της δεκαετίας του 2000, λόγω ραγδαίας αύξησης στις αγορές μετοχών από επενδύσεις σε διαδικτυακές εταιρείες] και της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου [2007-2010]. Όμως, το ιταλικό μοντέλο επηρεάζεται από μια συστατική ευπάθεια, και μπορεί να επιβιώσει μόνο με το κόστος μιας συνεχούς αναδιάρθρωσης.

Για ποιον θα πρέπει να δουλεύει η Ευρώπη (η ΕΕ); Για τη Γερμανία, η ΕΕ είναι (ή μάλλον, ήταν έως το 2007-2008, πριν την κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος) το κύριο πεδίο για επικερδή πραγματική ζήτηση. Είναι η περιοχή όπου η οικονομία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πραγματοποιεί την πλειοψηφία των εξωτερικών της πλεονασμάτων. Αυτό με τη σειρά του αντιπροσωπεύει τα χρηματοοικονομικά μέσα με τα οποία οι γερμανικές επιχειρήσεις διεθνοποιούν τις δραστηριότητές τους στον υπόλοιπο κόσμο. Τα καθαρά υπόλοιπα αποκτούνται κυρίως στις ευρωπαϊκές αγορές. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η παρούσα κρίση, η οποία στην αρχή έπληξε βαριά τις γερμανικές εξαγωγές, υπήρξε μια μείζονα πρόκληση για τον γερμανικό καπιταλισμό στο σύνολό του. Το ενδοευρωπαϊκό μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου από εξαγωγικά πλεονάσματα είναι τόσο βαθιά ενσωματωμένο στην ίδια τη θεσμική λειτουργία των ενδοευρωπαϊκών σχέσεων, και ίδιως μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, που η Γερμανία κι η Γαλλία απέρριψαν τις συντονισμένες πολιτικές προσανατολισμένες στη ζήτηση από φόβο μήπως οι δαπάνες μιας χώρας προωθήσουν τις εξαγωγές μιας άλλης, εντός της ίδιας της Ευρώπης. Όσον αφορά τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Μπενελούξ [Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο], την Αυστρία και τη Σκανδιναβία, ο μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης δεν ήταν διαμέσου του αποπληθωρισμού του χρέους που επηρεάζει τα νοικοκυριά, καθώς το επίπεδου του προσωπικού χρέους ήταν πολύ χαμηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασίλειου. Οπότε, δεν είναι η κρίση της Landesbanken [ομάδα γερμανικών κρατικών τραπεζών] στη Γερμανία που δημιουργήσε την πτώση των γερμανικών παραγώμενων προϊόντων και της γερμανικής απασχόλησης, ούτε η κρίση των τριών αντισταθμιστικών αμοιβαίων κεφάλαιων υψηλού κινδύνου του BNP Pays-Bas [γαλλικός διεθνής τραπεζικός όμιλος] που βούλιαξε τη γαλλική οικονομία. Αυτά ήταν συστατικά του κοκτέηλ, αλλά περισσότερο ως συμπτώματα της κρίσης κι όχι ως παράγοντες πυροδότησής της.

Οι αιτίες για τις οξείες επιπτώσεις της κρίσης η οποία ξεκίνησε στις ΗΠΑ, μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους ακόλοθους παράγοντες:

  1. τις κρατικές προσδοκίες που επηρέαζουν τις επενδύσεις με την καθαρή κεϋνσιανή έννοια
  2. εντός της ΕΕ υπήρχαν τρεις περιοχές σε κρίση αποπληθωρισμού του χρέους (το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία κι η ανατολική Ευρώπη) οι οποίες απορροφήσαν μια σημαντική ποσότητα εξαγωγών απ’ τις πλεονασματικές χώρες και τις χώρες που επιδιώκαν πλεονάσματα.
  3. το Ηνωμένο Βασίλειο κι η Ιβηρική Χερσόνησος ήταν σημαντικές αγορές για τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, η οποία είναι επίσης καθαρός εξαγωγέας στη Γαλλία.

Η κατάσταση της ΕΕ ήταν ήδη πολύ εύθραυστη. Οι οικονομίες της Ευρωζώνης είχαν τελματώσει σ’ έναν ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό των μισθών και σ’ ένα «τσιγγούνικο» προϋπολογιστικό περιβάλλον. Έτσι, η δημιουργία πραγματικής ζήτησης ήταν, συνολικά, αδύναμη, και εκείνο που είχε σημασία ήταν η επίτευξη εξαγωγικών πλεονασμάτων. Δεν χρειάστηκε πολύ καιρό να συνειδητοποιήσουν ότι, χωρίς οποιαδήποτε ενδοευρωπαϊκή δυναμική, η πραγματική κρίση της ΕΕ θα γινόταν, συντομότερα παρά αργότερα, μια πραγματική ευρωπαϊκή κρίση. Η μετάδοση έγινε μέσω της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων και του χρηματοπιστωτισμού στη Βρετανία, και το σκάσιμο της στεγαστικής φούσκας στην Ισπανία. Όπως συχνά παρατηρεί ο οικονομικός τύπος, ο πληθωρισμός των τιμών στο real estate στην Ισπανία συνδεόταν με τις χρηματοοικονομικές αγορές ενυπόθηκων δανείων στη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Η Ευρώπη χτυπήθηκε απ’ τα ωστικά κύματα των χρηματοπιστωτικών κραδασμών των ΗΠΑ ενώ είχε παραμείνει κλεισμένη στο δικό της νεομερκαντιλιστικό κλουβί, χωρίς καμία διέξοδο (τουλάχιστον όσο η Κίνα, καθώς κι η Λατινική Αμερική, πλήγωνταν απ’ την παγκόσμια κρίση).

3. Η κρίση και η «Κεντρική Οδός» στην Ευρώπη

Η τυπική αφήγηση της τρέχουσας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, πέρα από μερικές εξαιρέσεις (μεταξύ αυτών, Brackfield & Martins, «Productivity and the crisis: Revisiting the Fundamentals» ή με τον εναλλακτικό τίτλο «Did a productivity slowdown cause the financial crisis?», 2009), θεωρεί ότι ο αποκλειστικός υπαίτιος ήταν η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση. Η πραγματική οικονομία, η «κεντρική οδός» [στα οικονομικά, main street αποκαλείται η «πραγματική» οικονομία και wall street ο χρηματοπιστωτισμός], πρέπει να θεωρηθεί το θύμα του χρηματοπιστωτισμού. Όπως έχουμε διευκρινήσει, τα πραγματικά αίτια της κρίσης είναι αρκετά διαφορετικά. Παρακάτω, θα δείξουμε ότι τα αίτια έχουν επίσης τις ρίζες τους στο βιομηχανικό αναπτυξιακό μοντέλο που επιλέχτηκε απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Η πρώτη αιτία που πρέπει να εξετάσουμε είναι η φύση του ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών και μεταξύ των χωρών. Ξεκινώντας απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο ανταγωνισμός έγινε παγκόσμιος με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Γινόταν όλο και περισσότερο επιθετικός -ο «καταστροφικός» ανταγωνισμός που προαναφέραμε- όπως επιδεικνύουν τα εντυπωσιακά ύψη των διεθνών εταιρικών συγχωνεύσεων και συμμαχιών την περίοδο 2000-2007. Το σκεπτικό υπήρξε η αναπτυσσόμενη αναγκαιότητα για ενοποίηση των τομέων, η απαιτούμενη συγκέντρωση για έλεγχο όλο και μεγαλύτερων μεριδίων της αγοράς. Η δραματική επακόλουθη στροφή υπήρξε η διακινδύνευση της υπάρχουσας ολιγοπωλιακής δομής σε πολλούς τομείς, λόγω μιας αναπτυσσόμενης υπερπαραγωγής. Έγινε όλο και περισσότερο εμφανές ότι μερικοί απ’ τους υπάρχοντες μεγάλους παίκτες βρίσκονται τώρα σε κίνδυνο. Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη τάση, πρέπει επίσης να επανενσωματώσουμε στη συνολική εικόνα της κατάστασης ένα παραμελημένο χαρακτηριστικό: τη βιομηχανική αναδιάρθρωση των τελευταίων 30 ετών. Αυτή η διαδικασία είχε έναν κοινό στόχο – τη διεύρυνση του μεριδίου της αγοράς. Όμως, για να το πετύχει είχε δύο αντικρουόμενες δυναμικές: πρώτον, την ενοποίηση/συγκεντροποίηση και δεύτερον, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την είσοδο στην παγκόσμια αγορά της Κίνας και των πρώην κομμουνιστικών χωρών της ανατολικής Ευρώπης, την προσθήκη νέων εργοστασίων σ’ αυτές τις νέες αγορές. Υπήρχαν πολλοί διαφορετικοί λόγοι για την ανέγερση αυτών των νέων εργοστασίων: νομικοί περιορισμοί στις άμεσες ξένες επενδύσεις (Κίνα)· εκμετάλλευση του μισθολογικού χάσματος και του χάσματος στις εργασιακές συνθήκες (όλες οι χώρες)· και, για μερικούς τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η εγγύτητα της αγοράς (κυρίως Κίνα). Η επικρατούσα λογική πίσω απ’ αυτές τις τεράστιες επενδύσεις σε συγχωνεύσεις, συμμαχίες και οικοδόμηση νέων εγκαταστάσεων σίγουρα δεν ήταν οι ανεκπλήρωτες κοινωνικές ανάγκες.

Το τι συνέβη μπορεί να απεικονιστεί απ’ το παράδειγμα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας[6]. Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί έναν κεντρικό τομέα της Ευρώπης, καθώς απασχολεί τουλάχιστον 12 εκατομμύρια οικογενειών στην Ευρώπη με 2,3 εκατομμύρια άμεσες θέσεις εργασίας και 10,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε άμεσα συσχετιζόμενες μεταποιήσεις και άλλους τομείς. Η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος οχηματοπαραγωγός στον κόσμο με παραγωγή περισσότερων από 15 εκατομμυρίων επιβατικών αυτοκινήτων, βαν, φορτηγών και λεωφορείων τον χρόνο, έχοντας δηλαδή το 25% της παγκόσμιας οχηματοπαραγωγής. Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί τον μεγαλύτερο ιδιώτη επενδύτη σε έρευνα κι ανάπτυξη στην Ευρώπη. Οι 16 μείζονες παραγωγοί αυτοκινήτων, φορτηγών και λεωφορείων στην Ευρώπη λειτουργούν 183 εργοστάσια συναρμολόγησης οχημάτων και παραγωγής κινητήρων σε 19 κράτη-μέλη, συχνά συντηρώντας το οικονομικό υλικό ολόκληρων περιοχών και πόλεων. Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί έναν ηγετικό ευρωπαϊκό εξαγωγικό τομέα μ’ εμπορική συνεισφορά 30 δισεκατομμυρίων ευρώ. Πρωτοπορώντας σε προϊόντα υψηλής ποιότητας, η βιομηχανία πωλεί και παράγει οχήματα για όλες τις μεγάλες παγκόσμιες αγορές. Έχει υπάρξει μια μετατόπιση όγκου προς την ανατολική Ευρώπη, υπάρχει όμως ένα χάσμα μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας των νέων κρατών-μελών και της πραγματικής τους κατανάλωσης. Αυτό συμβαίνει σε μια κατάσταση συνεχούς προβλήματος ευρωπαϊκής πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας -περίπου 30%- που έχει προκύψει απ’ αυτές τις επιλογές.

Η δεύτερη αιτία είναι ο τρόπος που έχει αναδομηθεί η αξιακή αλυσίδα. Η διαδικασία συγκεντροποίησης δεν δημιούργησε συγκέντρωση με τον κλασσικό τρόπο μιας υψηλά ολοκληρωμένης εταιρείας. Τα παραγωγικά δίκτυα ή κανάλια [filières], βασισμένα στην εξωτερική ανάθεση upstream παραγωγικών δραστηριοτήτων [αναζήτηση κι εξόρυξη πρώτων υλών], αποτελούμενα από πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, έχουν στηθεί απ’ τους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού (OEMs – με αθλητικούς όρους, τα «φαβορί»). Κάθε αλυσίδα χωρίζεται σε βαθμίδες, με την κάθε βαθμίδα να έχει μια διαφορετική ικανότητα προστιθέμενης αξίας, ανάλογα με την παραγωγική της ισχύ. Για παράδειγμα, σε όλες τις βιομηχανίες, οι παραγωγοί μονάδων [modules] ή σύνθετων μερών είναι ισχυρότεροι από άλλες εταιρείες. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των δικτύων/αλυσίδων οργανώνεται τόσο σε βαθμίδες όσο και σε πόλους· οι πόλοι είναι οι κεντρικοί παίκτες της κάθε βαθμίδας (Garibaldo & Bardi eds, Company Strategies and Organisational Evolution in the Automotive Sector: A Worldwide Perspective, εκδόσεις Peter Lang, 2005). Στον πάτο αυτής της κλίμακας υπάρχουν οι «τελευταίοι» παίκτες, οι εταιρείες που απλώς παρέχουν ένα ορισμένης ποσότητας παρηγμένο προϊόν μιας απλής δραστηριότητας μεταποίησης/επεξεργασίας ή απλές υπηρεσίες – απλώς παλεύουν να επιβιώσουν.

Οι εργασιακές συνθήκες, με αδύναμα τα συνδικάτα, προφανώς εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό στη σχετική θέση της κάθε εταιρείας σ’ αυτές τις εφοδιαστικές κι αξιακές αλυσίδες ή κανάλια. Το καινούριο είναι ότι αυτά τα κανάλια είναι περισσότερο ολοκληρωμένα απ’ ότι στο παρελθόν και οι εταιρείες που εμπλέκονται στις upstream δραστηριότητες δεν βρίσκονται πλέον απλώς στην πλευρά «αγοράσε» της επιλογής «φτιάξε ή αγόρασε»· βρίσκονται κατά κάποιο τρόπο υπό την εποπτεία των κεντρικών παικτών των καναλιών, που είναι οι OEMs, αλλά επίσης και των άλλων κεντρικών παικτών σε κάθε βαθμίδα. Το να βρίσκεσαι «υπό εποπτεία» σημαίνει ότι οι κεντρικοί παίκτες αποφασιζούν για τις άλλες εταιρείες το πως να σχεδιάσουν τις ποσότητες προϊόντων σε κάθε δεδομένη περίοδο, τον ρυθμό και τη ταχύτητα διανομής των παρτίδων των προϊόντων, πως να τακτοποιήσουν σε ακολουθίες ένα μείγμα διαφορετικών αντικειμένων, κλπ. Σε γενικές γραμμές, έχουν τα κλασσικά προνόμια των διευθυντών. Μερικές φορές, για τις υψηλά εξειδικευμένες εταιρείες, όπως οι προμηθευτές μονάδων [modules], ο βαθμός κι η φύση της ενσωμάτωσης στο κανάλι είναι τέτοιος που οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των εταιρειών γίνονται δυσδιάκριτες και ξεκινούν νέοι τρόποι συνεργασίας, με πρωτότυπα σχήματα εταιρικής διοίκησης. Οι εργασιακές συνθήκες στις «τελευταίες» είναι πολύ επισφαλείς, πολύ κοντά στις γκρίζες και μαύρες περιοχές της οικονομίας. Σ’ αυτή τη νέα βιομηχανική οργάνωση, οι εταιρείες της γκρίζας και μαύρης οικονομίας δεν θεωρούνται πλέον ελεύθεροι επιδρομείς μα λειτουργικώς ενσωματωμένα κομμάτια του συστήματος σε πολλές βιομηχανίες.

Συνοψίζοντας, δύο κύριες αλληλοσυσχετιζόμενες κι ενισχυόμενες διαδικασίες έχουν αλλάξει βαθιά το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο «βιομηχανικό κεφάλαιο»: αφενός, συγκεντροποίηση χωρίς συγκέντρωση και, αφετέρου, ένα μοντέλο ανταγωνισμού βασισμένο στην ατέρμονη επιδίωξη μιας εσαεί διεύρυνσης όλων των ειδών κατανάλωσης, και συνεπώς στην αναγκαιότητα νέων αγορών. Ο αγώνας αυτός δόθηκε προσθέτοντας νέες εγκαταστάσεις. Το νέο σύστημα έχει επίσης στηριχτεί στην λειτουργική ενσωμάτωση, εντός ενός ενιαίου πλαισίου, πολλών διαφορετικών υποσυστημάτων εταιρειών με διαφορετικά καθεστώτα, οδηγώντας σ’ ένα συνολικό αποτέλεσμα, ονομαστικά στις Δυτικές χώρες, συμπιέζοντας τους μισθούς της εργατικής τάξης και δυσχεραίνοντας τις κοινωνικές κι εργασιακές συνθήκες. Αυτή η φρικτή κατάσταση έχει συνδυαστεί με τον διπλασιασμό του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Αυτό είναι μια κλασσική μαρξική κρίση υπερπαραγωγής. Σ’ ένα καπιταλιστικό καθεστώς, η υπέρβαση της προσφοράς έναντι της ζήτησης (κάτι παράδοξο από μόνο του, λόγω της απίστευτης ποσότητας υπάρχουσας κι ανεκπλήρωτης ατομικής και κοινωνικής ζήτησης) είναι, φυσικά, πάντα σχετική. Εξαρτάται στο ανέφικτο της επικερδούς πώλησης εμπορευμάτων, αγαθών κι υπηρεσιών, ή για να είμαστε ακριβέστεροι, στο ανέφικτο της πώλησής τους μ’ ένα αποδεκτό κέρδος. Το «αποδεκτό» εδώ είναι κοινωνικό κι όχι απόλυτο μέτρο. Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα κι η στασιμότητα του εισοδήματος, όταν δεν αποτελούν ευθύ αποπληθωρισμό, ενθαρρύνουν τις χώρες να βρουν αγορές για τα παρηγμένα προϊόντα τους. Εντός της νεοφιλελεύθερης παγίδας, οι οικονομίες ήταν υποχρεωμένες να επιλέξουν μεταξύ του νεομερκαντιλισμού και του παράδοξου ιδιωτικοποιημένου «χρηματοπιστωτικού» κεϋνσιανισμού του αγγλοσαξονικού τύπου του καπιταλισμού που περιγράψαμε νωρίτερα (με τη τελευταία στρατηγική στην πραγματικότητα ν’ αποτελεί τον αναγκαίο όρο για την εφικτότητα της πρώτης). Αυτό, με τη σειρά του, έχει οδηγήσει σ’ έναν τεράστιο χώρο ελιγμών για το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η ηγετικός ρόλος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ανύψωσε την οριζόντιο δοκό για το αποδεκτό επίπεδο κέρδους, μερικές φορές σε όρια πλήρως μη-ρεαλιστικά για οποιαδήποτε λογική βιομηχανική δραστηριότητα.

4. Η στρατηγική της Γερμανίας κι οι αντιφάσεις της

Στην Ευρώπη, η Γερμανία, η Ιταλία κι η Γαλλία (μ’ αυτή τη σειρά ιεραρχίας), είχαν επιλέξει μια νεομερκαντιλιστική προσέγγιση με φαινομενική επιτυχία για αρκετό καιρό. Λέμε «φαινομενική» επειδή για κάποιους συγγραφείς ήταν μια παθολογική άνθηση (πρβλ Χανς Βέρνερ Ζιν, «The pathological export boom and the bazaar effect. How to solve the German puzzle», 2006). Όπως έχουμε ήδη τονίσει, οι τελικές διέξοδοι για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, πέρα του ενδοευρωπαϊκού εμπορίου της ΕΕ-27 [η ΕΕ των 27 κρατών-μελών, περίοδος 2007-2013], υπήρξαν κυρίως οι ΗΠΑ κι η Ασία. Όταν αυτές οι αγορές κατέρρευσαν λόγω της τρέχουσα κρίσης, το συνολικό αποτέλεσμα υπήρξε καταστροφικό. Τι κοινωνικό αντίτιμο πλήρωσε η Ευρώπη στο σύνολό της γι’ αυτή την νεομερκαντιλιστική επιλογή; Αν η Γερμανία θεωρηθεί ο επώνυμος υποστηρικτής αυτής της στρατηγικής, τότε οι συνέπειες είναι καλώς ορισμένες και μπορούν να θεωρηθούν εύστοχες σε μια γενική περίπτωση. Σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς (Danninger & Joutz, What Explains Germany’s Rebounding Export Market Share?, έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ, 24 Ιουλίου 2007, σελ. 3-8), η γερμανική εξαγωγική άνθηση βασίστηκε, απ’ τη δεκαετία του 1990, σε μεγάλες αυξήσεις της παραγωγικότητας. Αναλύουν τέσσερις υποθέσεις:

  1. βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα κόστους μέσω μετριοπαθών συλλογικών μισθολογικών συμβάσεων απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1990
  2. δεσμούς με ταχεία αναπτυσσόμενους εμπορικούς συνεργάτες ως αποτέλεσμα ενός επιθυμητού μείγματος προϊόντος ή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων
  3. αυξημένη εξαγωγική ζήτηση για κεφαλαιακά αγαθά ως απάντηση στην παγκόσμια άνοδο της επενδυτικής δραστηριότητας
  4. περιφεριοποιημένα παραγωγικά πρότυπα μέσω εξωτερικής ανάθεσης της παραγωγής σε χώρες χαμηλότερου κόστους, εν μέρει αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης

Οι συγγραφείς αυτοί τονίζουν τη σημασία του δεύτερου και του τέταρτου παράγοντα. Οι αυξήσεις στην παραγωγικότητα εφαρμόζονταν χωρίς μια επίδραση στις γενικές συνθήκες των απασχολούμενων (μισθοί, κοινωνικές παροχές κι εργασιακές συνθήκες). Αντιθέτως, έχει υπάρξει μια μισθολογική μετριοπάθεια και μια μείωση των κοινωνικών παροχών με τη συρρίκνωση της εγχώριας αγοράς. Αυτή η κατάσταση έχει επιδεινωθεί απ’ την εξωτερική ανάθεση της παραγωγής σε χώρες χαμηλότερου κόστους, επίσης και στο εσωτερικό της ΕΕ-27, για την εφαρμογή μιας πολύ επιθετικής εξαγωγικής στρατηγικής.

Η στρατηγική των εργοδοτών για την υπέρβαση των ορίων της παραδοσιακής, σχετικά υψηλής, μισθολογικής κατάστασης της μεταπολεμικής Γερμανίας άλλαξε δραματικά τη δεκαετία του 1990. Υπήρξε μια τεράστια μετατόπιση απ’ τη στρατηγική της αυτοματοποίησης στη δεκαετία του 1970 προς την εξωτερική ανάθεση των upstream δραστηριοτήτων κυρίως στην ανατολική Ευρώπη και μερικώς, όπως επίσης και στην περίπτωση της βόρειας Ιταλίας, στην παλιά ΕΕ-15 [η ΕΕ των 15 κρατών-μελών, περίοδος 1995-2004]. Έχει υπάρξει μια ταυτόχρονη τεράστια μετατόπιση επενδύσεων προς την ανατολική Ευρώπη, σε μια τέτοια κλίμακα που ο Sinn (Sinn, ό.π., σελ. 6) μπορούσε να γράφει ότι: «Οι γερμανικές εταιρείες επί του παρόντος εμπλέκονται σε μια απεργία επενδύσεων, για να χρησιμοποιήσουμε έναν μαρξικό όρο». Σύμφωνα με τον Sinn, αυτή η μετατόπιση έχει υπάρξει τόσο μεγάλη που το βάθος της γερμανικής βιομηχανίας με τους όρους του μεριδίου της δικής της προστιθέμενης αξίας στο προϊόντα των μεταποιήσεων, μειώθηκε από 36% σε 33%. Το σκεπτικό αυτής της στρατηγικής είναι ότι οι επενδύσεις σε υψηλή τεχνολογία μπορούν να προσφέρουν στη Γερμανία ένα χάσμα με τους νέους ανταγωνιστές της όπως η Ινδία κι η Κίνα, κάνοντας τον μεσαίο-υψηλό τομέα αυτών των αγορών προσβάσιμο για τις εξαγωγές της, μπροστά σε μια ατέρμονη προσπάθεια της Ινδίας και της Κίνας να την φτάσουν. Σήμερα, η συζήτηση στους κύκλους των ειδικών είναι σε μια τροχιά ορισμένη σαν να προχωράει απ’ την παλιό «σχεδιασμένο, συναρμολογημένο και πωλημένο στη Γερμανία», στο «κατασκευασμένο στη Γερμανία» τη δεκαετία του 1990, προς ένα μελλοντικό «κατέστει ικανό στη Γερμανία»[7]. Οι αγορές αυτές έχουν μια τέτοια διάσταση που ακόμη κι αν μόνο τα πλουσιότερα κομμάτια αυτών των αναδυόμενων οικονομιών γίνουν διαθέσιμα, είναι αρκετά για να εγγυηθούν επαρκείς αποδόσεις στις επενδύσεις, όπως συνέβη με τη Volkswagen στην Κίνα.

Αυτή όμως η υποτιθέμενη λαμπρή ιδέα είναι στην πραγματικότητα πολύ αφελής. Η Κίνα, για παράδειγμα, κατάφερε την εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε να εγγυηθεί μια μεταφορά τεχνολογιών απ’ τις ΗΠΑ και τη Γερμανία όχι μόνο με όρους εξοπλισμού, μα επίσης και με όρους εκπαίδευσης και βιομηχανικής πρακτικής εξάσκησης για τους ειδικευμένους εργάτες και τεχνίτες της, καθώς και για τους διευθυντές (Garibaldo,  Marchisio & Telljohann, «The Automotive Industry» στο Garibaldo, Morvannou & Tholen, eds, Is China a Risk or an Opportunity for Europe: An Assessment of the Automobile, Steel and Shipbuilding Sectors, εκδόσεις Peter Lang, 2008). Οι κινέζικες αρχές την ίδια στιγμή επένδυσαν μαζικά σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης κι έρευνας, ώστε η Κίνα είναι σήμερα ικανή ν’ αρχίσει να ανταγωνίζεται σύμφωνα με τα υψηλότερα διεθνή πρότυπα πολλών βιομηχανιών. Η Κίνα είναι συνεπώς ολοένα και περισσότερο ικανή να παρέχει στις εγχώριες αγορές της παραγωγικές διαδικασίες που τόσο οι upstream όσο κι οι downstream [επεξεργασία των πρώτων υλών] δραστηριότητες πραγματοποιούνται στην Κίνα. Γίνονται καθαροί εξαγωγείς όχι μόνο στο κατώτατο επίπεδο των αγαθών και της παροχής υπηρεσιών. Το συνολικό αποτέλεσμα έχει υπάρξει, και παραμένει, η προσθήκη περισσότερης πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας σε πολλές βιομηχανίες σε παγκόσμιο επίπεδο, με νέους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους και, μακροπρόθεσμα, με νέες αποπληθωριστικές ωθήσεις.

Επιστρέφοντας στη Γερμανία, η νεομερκαντιλιστική ατζέντα μοιάζει όλο και περισσότερο με ευσεβή πόθο. Η ιδέα ήταν ότι το μοντέλο υψηλών εξαγωγών δημιουργεί και αποφέρει περισσότερο πλούτο στην εξαγωγική χώρα λόγω της αντικατάστασης των ανειδίκευτων ή χαμηλής ειδίκευσης θέσεων εργασίας με μεσαίας και υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας. Όμως, σύμφωνα με τον Sinn (Sinn, ό.π., σελ. 14), «η συνολική γερμανική απασχόληση υπολογισμένη σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης μειώθηκε κατά 1,36 εκατομμύρια ανθρώπους τα τελευταία δέκα χρόνια». Άλλωστε, η νεομερκαντιλιστική προσέγγιση κατέστησε τη Γερμανία περισσότερο εκτεθειμένη στις επιδράσεις της κρίσης. Δεν είναι τυχαίο που η Γερμανία κατέγραψε το υψηλότερο επίπεδο ύφεσης στην παραγωγή μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-15. Η Άνγκελα Μέρκελ, η Γερμανίδα καγκελάριος, απέρριψε όλες τις επικρίσεις ενάντια σ’ αυτό το πρότυπο ανάπτυξης κι εξέφρασε την άποψη ότι είναι ανάγκη της Γερμανίας να έχει ισχυρές εξαγωγές ώστε να εγγυηθεί τα κοινωνικά της πρότυπα. Αυτό έχει υπάρξει ένας παράγοντας, μεταξύ πολλών άλλων, που συνεισφέρει στην πολιτική ενδόρρηξη της ΕΕ, η οποία είναι ανίκανη να βρει κοινές βιομηχανικές κι εργασιακές πολιτικές για το ξεπέρασμα αυτής της κρίσης, κάτι που επιτρέπει έτσι χώρο για εθνικιστικές προσπάθειες υπεράσπισης του στάτους κβο της κάθε χώρας. Η διαμάχη GM/Opel είναι ένα καθαρό παράδειγμα αυτού.

Το μείγμα της κρίσης υπερπαραγωγής μ’ ένα υψηλό επίπεδο συγκεντροποίησης του κεφαλαίου δίνει μια πολύ επικίνδυνη στροφή στον διακαπιταλιστικό ανταγωνισμό με όρους διεθνών και κοινωνικών ισορροπιών, καθώς και στα δημοκρατικά πρότυπα των δραστηριοτήτων της κοινωνίας των πολιτών. Στην πραγματικότητα, οι κοινωνικοί αγώνες απεικονίζονται ως παθολογικοί και όχι ως η κοινωνική φυσιολογία μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Όταν ο ανταγωνισμός γίνεται μεταξύ μεγάλων συγκεντροποιήσεων κεφαλαίου σε μια κατάσταση πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας, η πιθανότητα είναι ότι κάποιες απ’ αυτές θα εξαφανιστούν. Όπως δείχνει η Ευρώπη, σε μια μικρότερη κλίμακα, όταν αυτή η κατάσταση έχει επίσης μερικές γεωπολιτικές υποδηλώσεις -για παράδειγμα, μαζικές απολύσεις συγκεντρωμένες σε μια περιοχή ή σε μια συγκεκριμένη χώρα- η εταιρεία ή/και η περιοχή/χώρα αισθάνεται να βρίσκεται σ’ έναν πόλεμο για επιβίωση. Σε παγκόσμια κλίμακα, αυτό είναι το λεγόμενο παγκόσμιο πρόβλημα ανισορροπίας. Ένα απ’ τα πιθανά αποτελέσματα μιας τέτοιας κατάστασης είναι ο προστατευτισμός είτε σ’ εθνική κλίμακα είτε μεταξύ οικονομικών μπλοκ, ή ακόμη κι η αναθέρμανση μιας περισσότερο επιθετικής στάσης όπως ο πόλεμος.

Πέρα απ’ τη νεομερκαντιλιστική προσέγγιση μερικών ευρωπαϊκών χωρών, το ευρωπαϊκό πρότυπο ανάπτυξης ήταν, και παραμένει, εγγενώς ασταθές. Αυτό το μοντέλο γυρνάει πίσω στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 και το αναπτυξιακό πλάνο του Ντελόρ [πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής] το 1993. Απ’ αυτά τα ορόσημα προέρχεται το νέο ενδοευρωπαϊκό κι εξωτερικό ανταγωνιστικό πρότυπο. Εκείνη την εποχή, η απόλυτη ελευθερία κίνησης κεφαλαίων εντός της Ευρώπης τέθηκε σε πλήρη ισχύ. Αρχικά υπήρξε η διαδικασία βιομηχανικής αναδιάρθρωσης συνοδευόμενη από την αποδόμηση κι επανασυναρμολόγηση των βιομηχανικών διαδικασιών, όπως περιγράψαμε ήδη. Οι αναδιαρθρωτικές διαδικασίες σχεδιάστηκαν κατά προσέγγιση, αρχικά, για την μετατόπιση όσο περισσότερου κόστους ήταν εφικτό προς τα χαμηλότερα επίπεδα της αξιακής αλυσίδας. Αργότερα, και μέχρι και σήμερα, υπήρξε μια λεπτομερής προσαρμογή της διαδικασίας έτσι ώστε να καταστεί εφικτό, επίσης λόγω των τεχνολογιών πληροφορίας κι επικοινωνίας, το ν’ αναλυθεί το κάθε μέρος μιας οικονομικής διαδικασίας (όχι μόνο τα μεταποιητικά μέρη της), και ύστερα ν’ αποφασιστεί εάν, πότε, για πόσο και που να τοποθετεί, ώστε να εξοικονομηθεί τόσο διαδικαστικό κόστος όσο και κεφαλαιακό κόστος. Αυτή η αλλαγή έκανε τον ανταγωνισμό σκληρότερο, για τους λόγους που ήδη εξηγήσαμε. Στην Ευρώπη, η ανισορροπία μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας και της πραγματικής ζήτησης οδήγησε στη χρηματοπιστωτικοποίηση της οικονομίας σε μια πρωτοφανή περίπτωση. Όπως τονίσαμε στο πρώτο μέρος το παρόντος κειμένου, η χρηματοπιστωτικοποίηση ανατροφοδότησε την εταιρική διοίκηση και τα είδη διεύθυνσης, επιβάλλοντας μη-ρεαλιστικές αποδόσεις κεφαλαίων για πολλές οικονομικές διαδικασίες. Αυτό διαμόρφωσε τη διαδικασία καινοτομιών προς μιας κατεύθυνση πλήρως ασύνδετη με την πραγματική κοινωνική ζήτηση όπως η πλήρης, καλή και σταθερή απασχόληση κι η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Το πλάνο του Ντελόρ βρισκόταν στη βάση αυτού του νέου ανταγωνιστικού σεναρίου. Ήταν, πράγματι, βασισμένο σ’ αυτή τη λογική:

  1. επενδύσεις εναντίον κατανάλωσης
  2. τεχνολογική εμβάθυνση για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας
  3. δομικό χάσμα μεταξύ των δυναμικών των μισθών και της παραγωγικότητας (έναν βαθμό διαφοράς κατά μέσο όρο) για την επαρκή αποζημίωση των επενδύσεων
  4. τεράστια επέκταση και βελτίωση των ευρωπαϊκών υποδομών, για την απόκτηση ενός ολοκληρωμένου παραγωγικού συστήματος κατά μήκος όλης της Ευρώπης, ώστε να έχει την επαρκή διάσταση για να συμμετάσχει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό
  5. μακροοικονομική σταθερότητα μέσω του ευρώ ως ενιαίο νόμισμα, αποφεύγοντας τις ανταγωνιστικές υποτιμήσεις στο εσωτερικό της Ευρωζώνης
  6. η μακροοικονομική σταθερότητα απαιτεί μικρά και συρρικνώμενα δημοσιονομικά ελλείμματα για την αποφυγή πληθωριστικών κινδύνων λόγω μιας ισχυρής οικονομικής επέκτασης.

5. Η «νέα κανονικότητα»: η βιομηχανική αναδιάρθρωση μετά την κρίση

Εν μέσω της κρίσης, η φράση που έγινε καραμέλα μεταξύ των χρηματοπιστωτικών και βιομηχανικών ελίτ, ήταν να συνειδητοποιήσουμε την έναρξη μιας «νέας κανονικότητας». Αυτό υπήρξε μια υπερβολή για λόγους δημοσιότητας, όμως βρισκόμαστε πράγματι σε μια νέα φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη. Πρώτα απ’ όλα, ο ευρωπαϊκός νεομερκαντιλισμός παραμένει ζωντανός κι η Γερμανία είναι ο απόλυτος ηγέτης του. Όμως, το αντίτιμο που πληρώνει και θα πληρώνει η Ευρώπη γι’ αυτό γίνεται δυσανάλογα υψηλό. Δεύτερον, η νέα φάση του γερμανικού τύπου νεομερκαντιλισμού, τόσο επιτυχημένου σήμερα, έχει ν’ αντιμετωπίσει νέα προβλήματα στο άμεσο μέλλον. Παρακάτω δίνουμε μια (μη-εξαντλητική) λίστα αυτών.

  1. Η επιμονή της ευρωπαϊκης χρηματοπιστωτικής αστάθειας λόγω της ακόμη άστατης κατάστασης των τραπεζών και της πρωτοφανούς δέσμευσης δημόσιου χρήματος για ιδιωτικά συμφέροντα.
  2. Μια περισσότερο επιθετική στάση απ’ τις ασιατικές οικονομίες, καταρχάς της Κίνας, οι οποίες αρχίζουν ν’ αλλάζουν την ισορροπία μεταξύ των εξαγωγικά κι εγχώρια καθοδηγούμενων μερών της οικονομίας τους. Επιτρέπουν έτσι, ως έναν βαθμό, μορφές άγριων συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων, για την αποτροπή κοινωνικών αναταραχών. Άλλωστε, η Κίνα, μέσω των κρατικών ταμείων της, επιλέγει προσεκτικά ευρωπαϊκες εταιρείες ως μέρος μιας στρατηγικής για την αύξηση της σύνθεσης των εξαγωγών της με όρους προστιθέμενης αξίας καθώς και τεχνολογίας. Η Ινδία έχει αρχίσει να θεωρεί την Ευρώπη ως μια πιθανή μαζική αγορά για τα προϊόντα της, όπως υποδηλώνει η κίνησης της Tata [ινδική πολυεθνική αυτοκινητοβιομηχανία] να λανσάρει ένα ευρωπαϊκό μοντέλο αυτοκινήτου στη Διεθνή Αυτοκινιστική Έκθεση της Γενεύης το 2011. Γενικότερα, υπάρχει ανάδυση αξιόπιστων προμηθευτών απ’ αυτές τις χώρες.
  3. Μια νέα φάση παγκόσμιων συγχωνεύσεων κι εξαγορών με τον στρατηγικό στόχο του ελέγχου πλατιών παραγωγικών δικτύων. «Πλατιών» εδώ σημαίνει ότι σ’ αυτά τα δίκτυα συμπεριλαμβάνονται υπηρεσίες που παίζουν ουσιαστικό ρόλο στην πραγματοποίηση του κέρδους (υπηρεσίες έρευνας κι ανάπτυξης, χρηματοπιστωτισμού, αγοράς, σχεδιασμού, logistics) (Bryson, Hybrid Manufacturing Systems & Hybrid Products, IMA/ZLW & IfU, ed., vol. 3, 2009).
  4. Μια μεταβλητότητα ισοτιμιών για τα κύρια νομίσματα, ως μέρος ενός νέου εμπορικού πολέμου, με τη συνέπεια, μεταξύ άλλων, της εξάπλωσης των ελέγχων κεφαλαίου [capital controls] (πχ, Βραζιλία).
  5. Μια νέα επιχειρηματική πολυπλοκότητα λόγω των ταραχώδων εμπορικών δυναμικών και των απρόβλεπτων κεφαλαιακών ροών. Δείτε για παράδειγμα την καταναλωτική ζήτηση για μια πολύ μεγάλη ποικιλία αγαθών. Αν λάβουμε υπόψη τις μονάδες αποθεματοποίησης (SKUs: ο αριθμός ή κωδικός που χρησιμοποιείται για την ταυτοποίηση διαφορετικών προς πώληση αντικειμένων σ’ ένα κατάστημα ή μια επιχειρήση), τα νούμερα έχουν αυξηθεί ραγδαίως τα τελευταία χρόνια σύμφωνα με το περιοδικό της εταιρείας συμβουλευτικών υπηρεσιών διοίκησης McKinsey (Malik, Niemeyer & Ruwady, «Building the supply chain of the future», McKinsey Quarterly, 2011) και επίσης σε κατηγορίες ώριμων προϊόντων, με σχετικές συνέπειες, όπως δηλώνει σ’ ένα άλλο του άρθρο η McKinsey (Glatzel, Grospietsch & Silva, «Is your top team undermining your supply chain?», McKinsey Quarterly, 2011, σελ. 75): «προϊόντα και είδη τείνουν να πολλαπλασιάζονται, δημιουργώντας χαρτοφυλάκια με μακρές ουρές εξειδικευμένων προσφορών». Οι δύο χώροι σ’ αυτή τη διασταύρωση του ποσοστού των SKUs και των εσόδων, και στη διασταύρωση του ποσοστού των SKUs και των γεωγραφικών τόπων, αποτελούν συχνά κι οι δύο χώρους που εκπροσωπούν πολύ μικρές νησίδες της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι η διαμόρφωση της εφοδιαστικής αλυσίδας και των logistics γίνεται ολοένα και περισσότερο η κινητήριος δύναμη των σημαντικών επιχειρηματικών αποφάσεων.
  6. Ένας υπερκύκλος εμπορευμάτων λόγω ενός αγώνα δρόμου, ηγούμενου απ’ την Κίνα και τις ΗΠΑ, για τον έλεγχό τους. Τα εμπόρευματα γίνονται στρατηγικά όταν είναι απ’ τη φύση τους σπάνια (πχ, σπάνιες γαίες ζωτικής σημασίας για ηλεκτρικούς κινητήρες) ή σήμερα λόγω της νέας αναπτυσσόμενης ζήτησης απ’ τις οικονομίες των BRICs [κατά κύριο λόγο, Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα] (για παράδειγμα, χάλυβας).
  7. Μια νέα κορύφωση της τιμής του πετρελαίου, ως συνέπεια της αστάθειας στο Μαγκρέμπ.
  8. Αρνητικές δημογραφικές τάσεις σε μερικές χώρες, πχ στη Γερμανία. Αυτό είναι επίσης ένας κεντρικός παράγοντας για το βιομηχανικό σύστημα, για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος περιγράφεται σ’ ένα άρθρο του Exberliner Magazine: «Στην πραγματικότητα, μέχρι μόλις πριν 20 χρόνια, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βρέθηκε εν μέσω εκείνου που οι δημογράφοι αποκαλούν “περιθώριο αξιοποίησης μιας ευκαιρίας”. Αυτό συμβαίνει όταν μια χώρα έχει ένα αρκετά χαμηλό δείκτη γεννητικότητας -δηλαδή, υπάρχουν σχετικά λίγα παιδιά, κάτι που απαιτεί λιγότερα έξοδα και προσοχή- και υπάρχει ένας μεγάλος πληθυσμός ενήλικων που είναι ακόμη αρκετά νέοι ώστε να παράγουν ένα εισόδημα. Αυτοί οι δημογραφικοί όροι θεωρούνται ευνοϊκοί για οικονομική ανάπτυξη, και έρχονται 30-40 χρόνια ύστερα από μια έκρηξη των γεννήσεων. Η Κίνα, για παράδειγμα, θεωρείται ότι τώρα βρίσκεται σ’ αυτή τη φάση. Όμως, στη Γερμανία αυτό το δημογραφικό περιθώριο κλείνει»[8]. Ο δεύτερος αναφέρεται σε μια απ’ τις κύριες ανησυχίες των κυβερνητικών κύκλων στη Γερμανία – αναπτυσσόμενες δυσκολίες στη στρατολόγηση ενός νέου εργατικού δυναμικού με τις απαιτούμενες δεξιότητες. Αυτός είναι ο λόγος που στη Γερμανία υπάρχει ακόμη, στους τεχνικούς επιστημονικούς κλάδους, μια καλή απόδοση, για τη νεολαία, της εκπαιδευτικής επένδυσης.

Αυτά τα διαφορετικά γεγονότα και τάσεις παράγουν μια νέα φάση. Οι στρατηγικοί στόχοι μοιάζουν διαφορετικοί με τους παρελθοντικούς μάλλον σε κλίμακα παρά σε εκτέλεση. Στην εκτέλεσή τους υπάρχει επίσης ένα λιγότερο εμφανές μέρος που κάνει τη διαφορά: η εσωτερική τους δυναμική και σύνθεση. Ο αγώνας δρόμου για τον έλεγχο πλατιών δικτύων δεν είναι νέος, έχει αποκτήσει όμως μερικά νέα χαρακτηριστικά. Στο εσωτερικό των μεταποιήσεων, η εφοδιαστική αλυσίδα γίνεται όλο και σημαντικότερη. Είναι η εφοδιαστική αλυσίδα που κάνει τη διαφορά στην ικανότητα του επιτυχούς ελέγχου των χρηματοοικονομικών αγορών και του μεριδίου στην αγορά. Αυτό είναι επίσης το μήνυμα μιας πρόσφατης ειδικής έκθεσης των Financial Times («The Connected Business», 6 Ιανουαρίου 2011). Την ίδια στιγμή, ο πολλαπλασιασμός της διαφοροποίησης των προϊόντων σε μερικούς τομείς, για παράδειγμα στην αυτοκινητοβιομηχανία, δεν αποτελεί μόνο ένα ζήτημα γούστου ή μόδας, αλλά όλο και περισσότερο ένα ζήτημα καινοτομίας των προϊόντων. Στην περίπτωση της αυτοκινητοβιομηχανίας, η κατεύθυνση της προς επίτευξη καινοτομίας των προϊόντων είναι αρκετά σαφής: ένα όχημα μηδενικής εκπομπής ρύπων. Υπάρχουν ωστόσο πολλά μονοπάτια για την επίτευξη αυτού του στόχου: ηλεκτροκινητήρες, υβριδικές τεχνολογίες, κινητήρες κυψελών καυσίμου. Υπάρχει ακόμη χώρος για τεχνικές βελτιώσεις των κλασσικών κινητήρων εσωτερικής καύσης, με χρήση διαφορετικών καυσίμων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, βιοκαύσιμα), επιτρέποντας πολύ μειωμένες εκπομπές ρύπων. Άλλωστε, η κάθε νέα κατεύθυνση πρέπει ν’ αντιστοιχεί με τη διαδικασία αστικοποίησης που οδηγεί σε νέα αστικά περιβάλλοντα, ακόμη ασαφώς ορισμένα (μεγαλουπόλεις βασισμένες σε αστική εξάπλωση, κάθετες μεγαλουπόλεις, πλήρως νέες πόλεις μεσαίου μεγέθους ειδικά σχεδιασμένες για τη δημιουργία ενός νέου αστικού συστήματος κινητικότητας). Η αντιστοίχιση μπορεί να βασιστεί σε μια νέα έννοια οχημάτων ειδικού σκοπού, σχεδιασμένων για αστικά περιβάλλοντα.

Η αβεβαιότητα είναι ο κανόνας. Καθένα απ’ αυτά τα σενάρια συνεπάγεται τεράστιες επενδύσεις. Όχι μόνο στον σχεδιασμό νέων προϊόντων, αλλά επίσης για νέα εργοστάσια, νέες δεξιοτεχνίες, ακόμη και ολοκληρωτικό ανασχεδιασμό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Για ν’ ανταπεξέλθουν σ’ αυτή την αβεβαιότητα, οι κύριοι OEMs επιλέγουν μια στρατηγική χαρτοφυλακίου προϊόντων, προσπαθώντας να καλύψουν τις διαφορετικές οπτικές. Αυτή η στρατηγική είναι πολύ ακριβή και βασίζεται σ’ έναν ισχυρό και δομικό τεμαχισμό της αγοράς. Για να είναι αυτή η στρατηγική οικονομικά προσιτή, πρέπει να φτάσει την μέγιστη γεωγραφική επέκταση ώστε να κάνει την κάθε νησίδα αγοράς επικερδή.

Οι κύριοι ευρωπαϊκοί OEMs προσπαθούν να μειώσουν αυτά τα έξοδα και την αβεβαιότητα των αποτελεσμάτων μέσω της δημιουργίας γαλλογερμανικών συμμαχιών (αυτό δεν είναι μια ευρωπαϊκή στρατηγική, ούτε μια κρατικά ηγούμενη συμμαχία, αλλά ένας ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών συμμαχιών γερμανικών και γαλλικών OEMs, καθώς και μεταξύ στρατηγικών προμηθευτών). Η κοινή αντίληψη είναι ότι μια πλήρως νέα καινοτομία στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας θα προφυλάξει μεσοπρόθεσμα τους Ευρωπαίους παραγωγούς απ’ τον ανταγωνισμό των BRICs, ονομαστικά την Κίνα. Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι η Κίνα θα επιδιώξει μια «στρατηγική υπερπήδησης», βασισμένη στην αχανή δεξαμενή δυνητικής ζήτησης για νέα οχήματα -αντί να προσπαθήσει να δημιουργήσει υποκατάστατα για την υπάρχουσα ευρωπαϊκή ζήτηση- και στην αναγκαιότητα για την εκ του μηδενός δημιουργία νέων αστικών περιβάλλοντων για τη φιλοξενία της τεράστιας διαδικασίας αστικοποίησης.

Οι επιδράσεις της κρίσης, της στρατηγικής για δημοσιονομική ορθοδοξία και της αντιπληθωριστικής υστερίας, μειώνουν τους παγκόσμιους «κινητήρες ανάπτυξης» για τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας στις χώρες των BRICs, με έναν διακεκριμένο ρόλο της Κίνας και της Ινδίας. Υπάρχουν, συνεπώς, αποκλίνουσες ποιοτικές τάσεις. Στην Ευρώπη, το μερίδιο της αγοράς για τα χαμηλά και μέσα τμήματα των οχημάτων αναπτύσσεται. Η Γερμανία ικανοποιεί την πλειοψηφία αυτής της ζήτησης, η Γαλλία στοχεύει στο άλλο τμήμα της αγοράς· και οι δύο προσπαθούν κάπως να συνδυάσουν τις δυνάμεις τους για να εισέλθουν στην νέα αγορά μηδενικής εκπομπής ρύπων σε μια παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία ως ο υποτιθέμενος ευρωπαϊκός εσωτερικός κινητήρας ανάπτυξης εξαρτάται όλο και περισσότερο σε μια ισχυρή νεομερκαντιλιστική επιλογή, βασισμένη στην κατανάλωση πολυτέλειας των πλουσιότερων τμημάτων των αναπτυσσόμενων χωρών, και πρωτίστως της Κίνας, καθώς και στη ζήτηση για τα προϊόντα της τεχνολογικού εξοπλισμού. Στην Ευρώπη, η Γερμανία αναπαράγει σε μια μικρότερη κλίμακα την ίδια νεομερκαντιλιστική επιλογή για το ευρωπαϊκό εσωτερικό εμπόριο. Συνεπώς, η ανάπτυξή της δεν παράγει αναδιανεμητικά αποτελέσματα στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, ούτε φαίνεται να μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήριος δύναμη μ’ έναν ουσιαστικό τρόπο. Αυτό επιβεβαιώνεται απ’ την αναπτυσσόμενη σημασία, για τις γερμανικές βιομηχανίες, της τοποθέτησης των κατασκευαστικών εργοστασίων τους στα νέα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη-μέλη, κάτι το οποίο μειώνει τον ρόλο της Γερμανίας ως κινητήριος δύναμη σε άλλα μέρη της Ευρώπης, όπως τη βόρεια Ιταλία.

Η αυτοκινητοβιομηχανία μπορεί να θεωρηθεί ένα τυπικό παράδειγμα της νέας φάσης της ευρωπαϊκής βιομηχανικής αναδιάρθρωσης. Το συνολικό αποτέλεσμα στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, με τις σχετικές υπηρεσιακές δραστηριότητες, μπορεί να συνοψιστεί σε μερικά σημεία:

  1. Την αναπτυσσόμενη σημασία της προσεκτικής προσαρμογής του ποιες εταιρικές λειτουργίες πρέπει να μετατοπιστούν στην εφοδιαστική αλυσίδα ή/και να μεταφερθούν στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει επίσης ότι μερικές απ’ τις υψηλά ειδικευμένες θέσεις εργασίας μπορούν να γίνουν στόχος διαδικασιών μετεγκατάστασης. Αυτή η προσεκτική προσαρμογή πρέπει να γίνει μια συνεχής διαδικασία, περισσότερο εξαρτήμενη σε μια παγκόσμια αξιολόγηση της συνολικής απόδοσης καθενός εξ αυτών των νέων δικτύων παρά στο καθεστώς παραγωγικότητας κι αποδοτικότητας του κάθε τοπικού εργοστασίου.
  2. Έναν νέο αγώνα δρόμου για συγχωνεύσεις κι εξαγορές καθώς και για νέες συμμαχίες. Το συνολικό αποτέλεσμα θα είναι ένας υψηλότερος βαθμός συγκεντροποίησης χωρίς συγκέντρωση. Οι κύριες συνέπειες θα είναι, σε μερικούς βιομηχανικούς τομείς, μια μεταφορά των στρατηγικών κέντρων του λειτουργικού σχεδιασμού και καινοτομίας από κάποιες χώρες, επίσης εντός της ΕΕ-15, σε άλλες χώρες.
  3. Μια αναπτυσσόμενη σημασία των σκληρότερων ελέγχων για απόδοση ευελιξίας άμεσης ανταπόκρισης σε κεντρικούς τομείς των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, όπως η μηχανική (πρώτα απ’ όλα στη Γερμανία), και τη θεσμοποίηση ενός διπλού καθεστώτος για την κοινωνική ρύθμιση της εργασίας, όχι μόνο με τα νέα κράτη-μέλη αλλά κι εντός της ΕΕ-15. Αυτό θα οδηγήσει, περισσότερο εμφανώς σε κάποια μέρη της Ευρώπης όπως στην περίπτωση της Ιταλίας και της Ελλάδας, σε μια αυταρχική στάση προς τις κοινωνικές κι εργατικές συγκρούσεις. Οι τελευταίες θεωρούνται όλο και περισσότερο ως ανεπίτρεπτες επιθέσεις στην κοινωνική συνοχή αυτών των χωρών και στη συνολική ανταγωνιστική ισχύ της Ευρώπης στο σύνολό της, στην πάλη ζωής και θανάτου του νέου βιομηχανικού τοπίου.
  4. Περισσότερες εμπορευματικές ανισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρώπης, με αρνητικές επιδράσεις στις συνολικές κοινωνικές κι οικονομικές αποδόσεις μεγάλων τμήματων της Ευρώπης, καθώς και στο εσωτερικό της ΕΕ-15. Η κύρια συνέπεια θα είναι, σε μερικές χώρες, η σταθεροποίηση ενός φαύλου κύκλου βιομηχανικής ύφεσης, υψηλότερων επιπέδων ανεργίας και δημοσιονομικής κρίσης του κράτους.

6. Συμπεράσματα

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το επίπεδο απασχόλησης αποτελεί ένα έμμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης κι όχι ο ειδικός σκοπός της, πόσω μάλλον ο κοινωνικός περιορισμός της. Οι αυτοκαταστροφικές καπιταλιστικές στρατηγικές που περιγράψαμε σ’ αυτό το κείμενο προσανατολίζονταν προς την επίτευξη υψηλών κερδών κι υψηλών επενδύσεων. Διακηρύσσεται όλο και περισσότερο σαν μάντρα [mantra] ότι η εγειρόμενη παλίρροια της οικονομικής ανάπτυξης «θ’ ανυψώσει όλες τις βάρκες» κάποια στιγμή στο μέλλον. Η άμεση πραγματική ευρωπαϊκή κατάσταση έχει καταστήσει σαφές ότι αυτή η στρατηγική είναι θεμελιακώς προβληματική. Ο Μίνσκυ (Μίνσκυ, Stabilizing an Unstable Economy, δεύτερη έκδοση, εκδόσεις Yale University Press, 2008, σελ. 325) έγραφε:

Είναι λαθεμένη η έμφαση, ως σκοπός της πολιτικής, στην επένδυση και την «οικονομική ανάπτυξη» αντί στην απασχόληση. Μια οικονομία πλήρους απασχόλησης είναι βέβαιο ότι θα διευρύνεται, ενώ μια οικονομία που στοχεύει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης μέσω μεθόδων που προξενούν ιδιωτικές επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου όχι μόνο μπορεί να μην ευδοκιμήσουν, μα μπορεί να υπάρξουν αυξανόμενα άδικες στην αναδιανομή του εισοδήματος, ανεπαρκείς στις επιλογές των τεχνικών τους κι ασταθείς στη συνολική τους απόδοση.

Όπως κατέστησε σαφές ο Wray (Wray, The Social and Economic Importance of Full Employment, έγγραφο εργασίας no. 560, The Levy Economics Institute of Bard College 2009, σελ. 5), ο Κέυνς απέρριψε τη γενική «εκκίνηση της αντλίας» (δηλαδή, τις γενικές πολιτικές για την αύξηση της συνολικής ζήτησης μέσω ενός συνδυασμού φορολογικών περικοπών, αυξήσεων των κυβερνητικών δαπανών ή μείωση των επιτοκίων) για χάρη «στοχευμένων» προγραμμάτων δαπανών. Δυστυχώς, πολλοί απ’ τους ακολουθητές του παραμελούν αυτή την προειδοποίηση, θεωρώντας ότι η κεϋνσιανή πολιτική βασίζεται αποκλειστικά στην «εκκίνηση της αντλίας». Ο Μίνσκυ πρότεινε μέτρα για τη «σταθεροποίηση μιας ασταθούς οικονομίας» τα οποία αποτελούν εναλλακτικές σε μια στρατηγική βασισμένη στις υψηλές επενδύσεις, τα υψηλά κέρδη και την αντικατάσταση του ιδιωτικού χρέους με δημόσιο χρέος προς στήριξη της κατανάλωσης πέρα απ’ την αγοραστική δύναμη των μισθών. Το σημείο-κλειδί είναι μια «κοινωνικοποίηση των επενδύσεων» στηριζόμενη σε μια «κοινωνικοποίηση του τραπεζικού τομέα και του χρηματοπιστωτισμού» και σε μια «κοινωνικοποίηση της απασχόλησης». Θεωρούμε ότι στην πραγματικότητα, μια αριστερή (και μαρξική) στρατηγική μπορεί να περιληφθεί στην ίδια τριάδα, αλλά μ’ ένα πιο φιλόδοξο και μεγαλύτερο πεδίο εφαρμογής. Εκείνο που χρειάζεται είναι πράγματι η επανασύνδεση του «σχεδιασμού» -«τι» και «για ποιον» παράγουμε- με την ποιότητα και την ποσότητα της εργασίας – «πως» παράγουμε. Η βαθιά κρίση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας αποτελεί μια ακόμη επικύρωση της ανάγκης να στραφούμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Σημειώσεις:
1. Η ανάλυση που κάνουμε εδώ χρονολογείται από μερικά άρθρα που συνέγραψε ένας από εμάς μαζί με τον Halevi (Bellofiore & Halevi, «Deconstructing labor. What is “new” in contemporary capitalism and economic policies: a Marxian-Kaleckian perspective» στο Gnos & Rochon, eds, Employment, Growth and Development. A Post-Keynesian Approach, εκδόσεις Edward Elgar, 2011· Bellofiore & Halevi, «A Minsky moment? The subprime crisis and the new capitalism» στο Gnos & Rochon, eds, Credit, Money and Macroeconomic Policy. A Post-Keynesian Approach, εκδόσεις Edward Elgar, 2011· Bellofiore & Halevi, «The great recession and the third crisis of economic theory» στο Brancaccio & Fontana, eds, The Global Economic Crisis. New Perspectives on the Critique of Economic Theory and Policy, εκδόσεις Routledge, 2011).
2. Η έννοια του «ιδιωτικοποιημένου κεϋνσιανισμού», ως περιγραφική μιας νέας φάσης του καπιταλισμού, έχει αναπτυχθεί ανεξάρτητα απ’ τον Colin Crouch (Crouch, «Privatised Keynesianism: an unacknowledged policy regime», British Journal of Politics and International Relations vol. 11, no. 11, 2009). Ο Crouch αναφέρεται στο Bellofiore & Halevi, «Deconstructing labor. What is “new” in contemporary capitalism and economic policies: a Marxian-Kaleckian perspective», ό.π., το οποίο είναι η αγγλική (κι ανανεωμένη) εκδοχή ενός ιταλικού κειμένου του 2005, το οποίο ήδη περιλάμβανε την έννοια.
3. Το ίδιο αυτό φαινόμενο βαπτίζεται απ’ τον Bennet Harrison (Harrison, Lean and Mean, εκδόσεις Basic Books, 1994, σελ. 8) ως «συγκέντρωση χωρίς συγκεντροποίηση», αντιστρέφοντας την ορολογία του Μαρξ που υιοθετούμε εμείς εδώ.
4. Για το πλέγμα μεταξύ αυξήσεων στο εισοδηματικό πλεονέκτημα που απολαμβάνουν τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος, της υψηλότερης μόχλευσης του χρέους μεταξύ των φτωχών και μεσαίου εισοδήματος νοικοκυριών, και της ευπάθειας προς χρηματοπιστωτικές κρίσεις, πρβλ Kumhof & Rancière, Inequality, Leverage and Crises, IMF WP/10/268, 2010.
5. Αυτό το τμήμα του κειμένου συνοψίζει μια ανάλυση που έχει αναπτυχθεί περισσότερο στα Bellofiore, Garibaldo & Halevi, «The global crisis and the crisis of European neomercantilism» στο Panitch, Albo & Chibber, eds, The Crisis This Time: Socialist Register 2011, εκδόσεις Monthly Review Press & Merlin Press, 2010· Bellofiore & Halevi, «Is the European Union Keynesianable? A sceptical view» στο Hein, Heise & Truger, eds, European Economic Policies. Alternatives to Orthodox Analysis and Policy Concepts, εκδόσεις Metropolis Verlag, 2006· Bellofiore & Halevi, «You can’t always get what you want: why Europe is not Keynesian-Able while the US new economy is driven by financial Keynesianism» στο Bibow & Terzi, eds, Euroland and the World Economy: Global Player or Global Drag?, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 2007· Bellofiore & Halevi, «Could be raining: the European Crisis after the great recession», International Journal of Political Economy vol. XXXIX, no. 4, 2011· Bellofiore & Halevi, «The panorama of the crisis in Europe» στο Onaran, Niechoj, Stockhammer, Truger, & Van Treeck, eds, Stabilising an Unequal Economy? Public Debt, Financial Regulation, and Income Distribution, εκδόσεις Metropolis Verlag, 2011).
6. Για τα στοιχεία, η πηγή είναι:
http://www.acea.be/index.php/collection/the_automobile_industry_in_europe/
7. Πρβλ το πρότζεκτ: http://www.internationalmonitoring.com/
8. Άρθρο στις 27 Μαρτίου 2010: http://www.exberliner.com/articles/the-death-of-germany

Advertisements