Το παρακάτω κείμενο του Καρλ Κορς γράφτηκε το 1931. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά μετά τον θάνατό του στο Die materialistische Geschichtsauffassung το 1971. Η μετάφρασή μας έγινε απ’ την αγγλική μετάφραση του Otto Koester. Όπως θα παρατηρήσει κανείς, λείπει η πέμπτη ενότητα του κειμένου, η οποία όμως απουσιάζει και στο πρωτότυπο κείμενο. Θεωρείται πιθανότερο πως η τέταρτη ενότητα θα έπρεπε να χωριστεί σε δύο μέρη, κάτι που όμως τελικά παραλείφθηκε.
Ο Κορς ισχυρίζεται πως «[τ]ο ν’ αποδίδουμε στη θεωρία μια ύπαρξη ανεξάρτητη από την πραγματική κίνηση της ιστορίας  αποτελεί μια αντίληψη που δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι ούτε υλιστική ούτε διαλεκτική με την εγελιανή έννοια· θα ήταν απλώς μια ιδεαλιστική μεταφυσική αντίληψη» και πως «σε κάθε νέα επαναστατική περίοδο δεν επαναστατικοποιείται μόνο το εργατικό κίνημα αλλά και οι θεωρητικές αντιλήψεις των κομμουνιστών που το εκφράζουν» (Καρλ Κορς, Μαρξισμός και Φιλοσοφία, εκδόσεις Ύψιλον, 1981, σελ. 36 & 44 αντίστοιχα). Στο επίκεντρο της αντιδογματικής του αντίληψης για τον μαρξισμό βρισκόταν η «εφαρμογή της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας στην ίδια την υλιστική αντίληψη της ιστορίας» (ό.π., σελ. 73) ώστε να δούμε πως οι εκάστοτε μορφές της μαρξιστικής θεωρίας αποτελούν προϊόν της ιστορικής εξέλιξης, προέρχονται δηλαδή απ’ τους ιστορικούς όρους της εποχής τους και καμία μορφή της δεν μπορεί συνεπώς να μετατραπεί σε αιώνια διιστορική αλήθεια. Ο κομμουνισμός δεν αποτελεί μια επιστήμη που συνάγει τον κομμουνισμό απ’ την οικονομική ανάλυση του κεφαλαίου. Αντιθέτως, η κομμουνιστική θεωρία εκκινεί απ’ τους ταξικούς αγώνες του προλεταριάτου και προσπαθεί να κατανοήσει πως η αντίφαση που αποκαλύπτεται απ’ αυτούς τους αγώνες προσφέρει μια δυνατότητα για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.

1.

Ο Μαρξισμός σήμερα βρίσκεται εν μέσω μιας ιστορικής και θεωρητικής κρίσης. Δεν πρόκεται απλώς για μια κρίση εντός του μαρξιστικού κινήματος, μα για μια κρίση του ίδιου του μαρξισμού.

Αυτή η κρίση αποκαλύπτεται εξωτερικά στην πλήρη κατάρρευση της κυρίαρχης θέσης -εν μέρει απατηλή, μα επίσης εν μέρει πραγματική- που κατείχε ο μαρξισμός στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα πριν τον Α’ ΠΠ. Αποκαλύπτεται εσωτερικά στον μετασχηματισμό της μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής, έναν μετασχηματισμό ο οποίος είναι περισσότερο άμεσα εμφανής στην αλλαγή της θέσης των μαρξιστών αναφορικά με το εθνικό τους κράτος καθώς κι αναφορικά με το αστικό σύστημα των εθνικών κρατών στο σύνολό του. Είναι παραπλανητικό, κι επίσης λαθεμένο, να δούμε τις θεωρητικές καταβολές της παρούσας κρίσης σαν αποτέλεσμα είτε μιας διαστρέβλωσης είτε μιας υπεραπλούστευσης της επαναστατικής θεωρίας των Μαρξ κι Ένγκελς στα χέρια των διαδόχων τους. Είναι εξίσου παραπλανητικό ν’ αντιπαραβάλουμε αυτόν τον εκφυλισμένο, παραχαραγμένο μαρξισμό με την «καθαρή θεωρία» των ίδιων των Μαρξ κι Ένγκελς. Στη τελική ανάλυση, η σημερινή κρίση αποτελεί επίσης την κρίση της θεωρίας των Μαρξ κι Ένγκελς. Ο ιδεολογικός και δογματικός διαχωρισμός της «καθαρής θεωρίας» απ’ το πραγματικό ιστορικό κίνημα, καθώς κι απ’ την περαιτέρω ανάπτυξη της θεωρίας, αποτελεί ο ίδιος μια έκφραση της παρούσας κρίσης.

2.

Η μορφή του μαρξισμού που τώρα εισέρχεται σ’ ένα κρίσιμο στάδιο υπήρξε προϊόν του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Δημιουργήθηκε απ’ τα στοιχεία μιας θεωρίας η οποία διαμορφώθηκε η ίδια υπό πρωτύτερους ιστορικούς όρους, όρους που διέφεραν θεμελιακά από εκείνους του ύστερου 19ου αιώνα. Τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν ενεργά στο εργατικό κίνημα σε μια εποχή που ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός δεν είχε ακόμη πλήρως αναπτυχθεί. Κι εδώ έχουμε τη γένεση του διαχωρισμού της θεωρίας από την πράξη, διαχωρισμός που είναι εγγενής στη συνολική ιστορία του μαρξισμού. Απ’ την ίδια την αφετηρία της, αυτή η θεωρία δεν αποτελεί ποτέ τη «γενική έκφραση των υπάρχοντων ταξικών αγώνων». Αντ’ αυτού, αποτελεί το σύνθετο αποτέλεσμα των ταξικών αγώνων μιας προηγούμενης ιστορικής περιόδου, και συνεπακόλουθα εκλείπεται οποιασδήποτε πραγματικής σχέσης με τους σύγχρονους ταξικούς αγώνες που αναδύονται ως αποτέλεσμα τελείως νέων συνθηκών.

Στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, αυτός ο διαχωρισμός της θεωρίας απ’ την πράξη έχει οξυνθεί αντί να αμβλυνθεί.

Οι τρεις σύγχρονες μορφές του μαρξισμού -«αναθεωρητισμός», «ορθοδοξία» κι οι περιοδικές προσπάθειες «αποκατάστασης» του αρχικού επαναστατικού μαρξισμού στην καθαρή του μορφή- βασίζονται όλες τους σ’ αυτόν τον διαχωρισμό.

3.

Ύστερα απ’ το 1850, οι αλλαγμένοι ιστορικοί όροι της νέας καπιταλιστικής εποχής και του ίδιου του εργατικού κινήματος απέτρεψαν την περαιτέρω ανάπτυξη μιας ζωντανής μαρξιστικής θεωρίας εντός της εκτυλισσόμενης πράξης του εργατικού κινήματος.

Έως το 1850, ο πρώτος μεγάλος κύκλος στην ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού είχε φτάσει σ’ ένα τέλος. Κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου και στη βάση της περιορισμένης του ικανότητας εκείνη την εποχή, ο καπιταλισμός είχε ολοκληρώσει όλα τα στάδια της ανάπτυξής του έως το σημείο όπου το ταξικά συνειδητό τμήμα του προλεταριάτου βρισκόταν σε θέση να θέσει την κοινωνική επανάσταση στην ιστορική ατζέντα. Έτσι, επί της περιορισμένης οικονομικής βάσης εκείνης της περιόδου, το ταξικό κίνημα του προλεταριάτου έφτασε ένα σχετικά υψηλό επίπεδο ανάπτυξης. Αυτή η ανάπτυξη βρήκε πρακτική έκφραση στους επαναστατικούς αγώνες της περιόδου και θεωρητική έκφραση στις πρώιμες διατυπώσεις των λεγόμενων ουτοπικών σοσιαλιστών αναφορικά με το περιεχόμενο της προλεταριακής ταξικής συνείδησης και τους στόχους της προλεταριακής επανάστασης.

Ήταν εκείνη την περίοδο και στην μετέπειτα ανάπτυξη των θεωριών τους, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα των βιωμάτων τους από εκείνη την περίοδο, που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς έφτασαν στο διφυές θεωρητικό τους επίτευγμα. Αφενός, επέκριναν όλες τις πτυχές της υπάρχουσας ταξικής κοινωνίας (οικονομική βάση κι εποικοδόμημα) απ’ την νεοαποκτηθείσα οπτική του προλεταριάτου. Κάνοντας αυτό, οικειοποιήθηκαν αδιαφοροποίητο το περιεχόμενο αυτής της νέας προλεταριακής ταξικής συνείδησης ευθέως απ’ την πραγματικότητα των υπάρχοντων ταξικών αγώνων κι όπως ήταν διατυπωμένη θεωρητικά απ’ τους ουτοπικούς σοσιαλιστές. Ταυτόχρονα, ωστόσο, επέκριναν την πρακτική του προλεταριακού κινήματος καθώς και των θεωριών των ουτοπικών σοσιαλιστών. Αντλώντας από τα υψηλότερα επιτεύγματα της αστικής επιστήμης, υπήρξαν ικανοί να συλλάβουν για την προλεταριακή τάξη τους πραγματικούς νόμους εξέλιξης της υπάρχουσας καπιταλιστικής κοινωνίας και συνεπώς, την ίδια στιγμή, τους πραγματικούς όρους για επαναστατικές ταξικές δράσεις.

Ύστερα απ’ το 1850 και σε διευρυνόμενη βάση (γεωγραφική, τεχνολογική, οργανωτική), ο καπιταλισμός ξεκίνησε έναν νέο ιστορικό κύκλο ανάπτυξης. Υπό αυτούς τους αλλαγμένους όρους, δεν ήταν πλέον εφικτό για το προλεταριάτο ν’ αντλήσει άμεσα απ’ την μαρξιστική θεωρία στην αρχική της μορφή, μια θεωρία η οποία είχε υποθέσει τον επαναστατικό της χαρακτήρα υπό τους όρους μιας περασμένης ιστορικής εποχής. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870 -μια περίοδο κρίσης και ύφεσης η οποία υπήρξε ιδιαίτερα ευνοϊκή για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης- η εργατική τάξη υπήρξε ικανή να υιοθετήσει αυτή τη θεωρία μ’ έναν τυπικό τρόπο. Όμως, ακόμη και τότε υπήρξε ανίκανη να οικειοποιηθεί πλήρως το επαναστατικό της περιεχόμενο – είτε πρακτικά είτε θεωρητικά.

4.

Η μαρξιστική θεωρία που οικειοποιήθηκε το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είχε εν μέρει μεταβάλλει τον αρχικό επαναστατικό της χαρακτήρα κατά την ίδια τη διαδικασία της οικειοποίησης.

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας αναπτύχθηκε μέσα από μια επαναστατική περίοδο πριν το 1850 σαν ένα εγγενές κομμάτι της υποκειμενικής δράσης μιας επαναστατικής τάξης, η οποία συνεχώς επικρίνει θεωρητικά κι ανατρέπει πρακτικά τις ψευδείς αυταπάτες κι εφήμερες εμφανίσεις όλων των υπάρχοντων κοινωνικών σχέσεων. Την επόμενη περίοδο, εξελίχθηκε σε μια καθαρά αφηρημένη και παθητική θεωρία που καταπιάνεται με την αντικειμενική πορεία της κοινωνικής εξέλιξης ως καθορισμένη από εξωτερικούς νόμους.

Η μαρξιστική οικονομία αρχικά διατυπώθηκε σαν μια ριζοσπαστική κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας, μια κριτική η οποία θα έβρισκε τόσο μια θεωρητική όσο και μια πρακτική κλιμάκωση σε μια πραγματική επανάσταση. Αυτό το αρχικό σχήμα αργότερα άλλαξε απ’ τον Μαρξ και μεταβλήθηκε ακόμη περισσότερο απ’ τον Ένγκελς. Σήμερα, τόσο οι απολογητές όσο κι οι επικριτές του μαρξισμού, δεν βλέπουν τα μαρξιστικά οικονομικά σαν κάτι παραπάνω από ένα επιστημονικό σύστημα στο οποίο όλα τα οικονομικά φαινόμενα της αστικής κοινωνίας συνάγονται θεωρητικά από την μη-κριτική, αξιωματική έννοια της «αξίας». Η επαναστατική κριτική της πολιτικής οικονομίας απ’ τον Μαρξ στόχευε στη θεωρητική και πρακτική κατάργηση (Aufhebung) του φετιχισμού. Όμως, ο φετιχισμός είχε μετατραπεί σε είδωλο των μαρξιστών επιστημονικών οικονομολόγων κι αγκάθι στα πλευρά των αστών και ρεφορμιστών επικριτών του μαρξισμού.

Η μαρξιστική επιστήμη, έχοντας αφομοιωθεί απ’ τη σύγχρονη εργατική τάξη ως απλή ιδεολογία, έπαψε πλήρως ν’ αναπτύσσεται σαν μια ζωντανή θεωρία ύστερα απ’ τον θάνατο του Μαρξ, του Ένγκελς και της πρώτης γενιάς των άμεσων μαθητών τους. Κατά την περίοδο αυτή, οι ηγετικοί αντιπρόσωποι των επαναστατικών αρχών [principles] στα μαρξιστικά κόμματα αναγκάστηκαν να δώσουν μια αμυντική μάχη ενάντια στην αυξανόμενα κυρίαρχη τάση προς τη ρεφορμιστική θεωρία και πρακτική. Την ίδια στιγμή, αντιτάχθηκαν σε κάθε προσπάθεια αναζωογόνησης της θεωρητικής έκφρασης της προλεταριακής ταξικής πάλης. Αντιμέτωποι με την απειλή των αστικών παραχαράξεων της παραδοσιακής μαρξιστικής θεωρίας, έτειναν να βλέπουν τη δική τους στασιμότητα ως το μικρότερο εκ δύο κακών. (Βλέπε το άρθρο «Stillstand und Fortschritt im Marxismus» [Στασιμότητα και Πρόοδος Εντός του Μαρξισμού] της Λούξεμπουργκ). Εκείνη την περίοδο, η σημαντικότερη ώθηση για περαιτέρω ανάπτυξη της θεωρίας της προλεταριακής ταξικής πάλης ήρθε από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, με την κάθε μία να αντιτίθεται συνειδητά και μη-συνειδητά στην ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία. Αυτές οι τρεις ήταν: ο συνδικαλιστικός ρεφορμισμός, ο επαναστατικός συνδικαλισμός κι ο λενινιστικός μπολσεβικισμός. Παρά τις τεράστιες διαφορές τους, κι οι τρεις μοιράζονταν μια κοινή τάση. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η κάθε μία προσπάθησε να θέσει στο επίκεντρο της σοσιαλιστικής θεωρίας την υποκειμενική δράση της εργατικής τάξης αντί της αντικειμενικής εξέλιξης του καπιταλισμού. Απ’ αυτή την άποψη, κι οι τρεις εμφανίζονται ως προοδευτικές τάσεις εντός της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και ταυτοχρόνως ως οι πρόδρομοι της προλεταριακής ταξικής θεωρίας που θα αναπτυσσόταν σε μια νέα ιστορική βάση.

6.

Απ’ αυτή την επισκόπηση των ιστορικών καταβολών και καθοριστικών παραγόντων της τρέχουσας μαρξιστικής κρίσης, αναδύονται αρκετά συμπεράσματα τα οποία δείχνουν προς τους τρόπους για να την ξεπεράσουμε.

Καμία απ’ τις τρέχουσες τάσεις στον μαρξισμό δεν στέκεται σαν μια επαρκής θεωρητική έκφραση των επίμονων πρακτικών αναγκών της προλεταριακής ταξικής πάλης – μια πάλη η οποία, παρά τις περιστασιακές ήττες, παραμένει επαναστατική στα μέσα και τους σκοπούς της. Σίγουρα, ο λεγόμενος «ορθόδοξος μαρξισμός» παρέχει τη λιγότερο επαρκή λύση. Απ’ όλες τις σύγχρονες μορφές του μαρξισμού, η «ορθόδοξη» είναι η περισσότερο ζημιογόνα για την προοδευτική ανάπτυξη της προλεταριακής τάξης. Αφότου είχε τελματώσει για καιρό σε ιδεολογία, ο «ορθόδοξος μαρξισμός» κατέρρευσε ως τέτοιος (Κάουτσκι) στη τελική του φάση. Σήμερα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εμπόδιο που μπλοκάρει την ανάπτυξη της θεωρίας και πράξης της προλεταριακής ταξικής πάλης.

Οι δύο άλλες τάσεις οι οποίες αποτελούν συνέχεια του προ-Α’ ΠΠ μαρξισμού αποτελούν διαφορετικό ζήτημα. Απ’ την οπτική του επαναστατικού προλεταριάτου, ούτε ο ρεφορμιστικός κρατικός σοσιαλισμός των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ούτε ο κομμουνιστικός αντιιμπεριαλισμός μπορούν να διαγραφούν απλώς σαν αντιδραστικά κινήματα. Η σχέση του σημερινού προλεταριάτου με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι στην ουσία ταυτόσημη με τη σχέση της προλεταριακής τάξης στο σύνολό της με τη θεωρία και πράξη του ριζοσπαστικού, προοδευτικού αστικού κόμματος πίσω σ’ εκείνη την εποχή της ιστορίας που η ευρωπαϊκή αστική τάξη ήταν ακόμα σχετικά προοδευτική.

Αποτελεί αμετάκλητο γεγονός της ιστορίας πως κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ κι αμέσως μετά αυτού, η κάποτε επαναστατική κι αντικρατική ιδεολογία του σοσιαλδημοκρατικού μαρξισμού όπως υπήρχε στα ισχυρότερα έθνη του κέντρου του διεθνούς καπιταλισμού -τα λεγόμενα ιμπεριαλιστικά έθνη- μετασχηματίστηκε σε ρεφορμιστικό κρατικό σοσιαλισμό. Αυτό είναι ανάλογο με τον μετασχηματισμό του επαναστατικού αντικρατικού χριστιανισμού σε επίσημη θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους κατά τη διάρκεια του πρώιμου Μεσαίωνα.

Αφετέρου, υπάρχουν αγώνες που λαμβάνουν χώρα σε περιοχές στα περιθώρια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, όπου ο καπιταλισμός δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί τοπικά. Οι καταπιεσμένες κι εκμεταλλευόμενες τάξεις αυτών των περιοχών φαίνεται ν’ αναπτύσσουν μέσα στους τρέχοντες αγώνες τους θεωρίες οι οποίες γειτνιάζουν με τον λεγόμενο Κομμουνισμό. Αυτές οι θεωρίες δεν μπορούν ν’ αποδεχτούν και να συνεχίσουν τον παλιό μαρξισμό για δύο λόγους: πρώτον, η παλιότερη θεωρία βασίζεται στον θρίαμβο του καπιταλισμού επί των προκαπιταλιστικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών και την πλεονεκτική σχέση αυτού του σταδίου της ιστορίας για την προλεταριακή ταξική πάλη· και δεύτερον, ο παλιός μαρξισμός προχωράει απ’ την άμεση, θετική σχέση της αστικής επανάστασης με την προλεταριακή επαναστάση. Σ’ αυτές τις περιοχές στο περιθώριο του διεθνούς καπιταλιστικούς συστήματος, η σχέση των αγώνων της προλεταριακής τάξης μ’ εκείνη της αυτόχθονης και ξένης αστικής τάξης είναι διαφορετική – όχι θεμελιωδώς, αλλά στην άμεση μορφή της. Τα κινήματα αυτά δεν μπορούν ν’ αναζητήσουν συνδέσεις με τον ρεφορμισμό, καθώς ο ρεφορμισμός είναι αδιαχώριστα δεμένος με τις επεκτατικές κι αποικιακές πολιτικές των εθνών του κέντρου του σημερινού παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ωστόσο, θα βρουν στον Λενινιστικό Μπολσεβικισμό και Κομμουνισμό μια μορφή μαρξιστικής ιδεολογίας η οποία είναι ισχυρά αντιιμπεριαλιστική. Ίσως να χρησιμοποιηθεί σαν μια μεταβατική ιδεολογία για τη δική τους αντιιμπεριαλιστική ταξική πάλη. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε ξανά να υπάρξει ανάλογη με τη διάδοση του χριστιανισμού μεταξύ των βαρβάρων εκτός των επικρατειών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

7.

Ο μαρξισμός σαν ιστορικό φαινόμενο αποτελεί ένα πράγμα του παρελθόντος. Αναπτύχθηκε απ’ τους επαναστατικούς ταξικούς αγώνες στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, μόνο για να διατηρηθεί κι ανασχηματιστεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ως μια επαναστατική ιδεολογία μιας εργατικής τάξης η οποία δεν είχε ανακτήσει ακόμα την επαναστατική της δύναμη. Όμως, κατά μια θεμελιακότερη ιστορική έννοια, η θεωρία της προλεταριακής επανάστασης, η οποία θα αναπτυχθεί εκ νέου την επόμενη περίοδο της ιστορίας, θα υπάρξει μια ιστορική συνέχιση του μαρξισμού. Στην επαναστατική τους θεωρία, ο Καρλ Μαρξ κι ο Φρίντριχ Ένγκελς έδωσαν την πρώτη σπουδαία σύνοψη των προλεταριακών ιδεών στην πρώτη επαναστατική περίοδο της προλεταριακής ταξικής πάλης. Αυτή η θεωρία παραμένει παντοτινά η κλασσική έκφραση της νέας επαναστατικής συνείδησης της προλεταριακής τάξης που μάχεται για την απελευθέρωσή της.

Advertisements