Το παρακάτω άρθρο «Marx on 1989» του Ούγγρου κομμουνιστή Gáspár Miklós Tamás δημοσιεύτηκε το 2010 στο βρετανικό περιοδικό Angelaki: Journal of the Theoretical Humanities, τόμος 15, τεύχος 3.

Ο Καρλ Μαρξ θεωρείται πως υπήρξε, πέρα από θεωρητικός κι αγωνιστής, ένας εξαιρετικός παρατηρητής της συγκυρίας της εποχής του, όπως ο Τοκβίλ κι ο Ταιν. Λέγονται όμως λίγα πράγματα για την ευρύτερη διάσταση των έργων του όπως Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία. Ο στόχος μου εδώ, φυσικά, δεν είναι η ερμηνεία αυτού που αποκαλείται, αποτρόπαια, ως δημοσιογραφία του Μαρξ.

Θα ήθελα ωστόσο να πω μερικά λόγια γι’ αυτό που θα έπρεπε να αποκαλούμε -με όλη την απαραίτητη επιφυλακτικότητα- μαρξικό στυλ πολιτικής ανάλυσης. Έχουν υπάρξει εξαίρετοι συγγραφείς αυτού του είδους ανάλυσης, από τον Κάουτσκι έως και διάφορους σύγχρονους συγγραφείς, όμως το έργο τους δεν έχει απολάβει στην μαρξιστική παράδοση την αντίστοιχη συνεχή κριτική προσοχή με τη φιλοσοφία και τα οικονομικά. Ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας του Μαρξ στηρίζεται σε μια κυρίως υπόρρητη φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία μπορεί όμως να διαβαστεί αρκετά ρητά μέσω των πολιτικών γραπτών του. Τα γραπτά αυτά δεν είναι στιγμές που αποτελούν πρότυπο μιας θεωρίας. Αποτελούν βήματα μιας επαναστατικής στρατηγικής: είναι στρατηγική ανάλυση που υπηρετεί έναν σκοπό, μολονότι έναν σκοπό που αναδύεται μέσα απ’ την ανάλυση.

Η πολιτική οπτική του Μαρξ συνήθως θεωρείται στρατευμένη, κι ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία της αφοσίωσής του στο προλεταριάτο ως εμπειρική ομάδα κι ως πολιτικό-κόμμα-εν-τη-γενέσει, η στάση του δεν είναι αυτή της, αποκλειστικά ή έστω κυρίως, αγανάκτησης για την αδικία που βιώνουν οι εργάτες κι οι δεινοπαθούντες -η σύνηθης νοοτροπία της αριστεράς- αλλά αυτή της έρευνας για σημάδια. Μια έρευνα για σημάδια της επανάστασης, όχι όμως με την έννοια της αναζήτησης οιωνών (δείχνουν οι διαδικασίες της κοινωνίας προς έναν προκαθορισμένο στόχο;)· αντιθέτως, είναι αναζήτηση των σημαδιών μιας επανάστασης που συμβαίνει ούτως ή άλλως, πίσω απ’ τις πλάτες των ανθρώπων, μια επανάσταση που μένει κρυμμένη λόγω της ίδιας της φύση του καπιταλισμού, στον οποίο καθετί ουσιαστικό είναι κρυμμένο.

Ένας απ’ τους κύριους στόχους της επαναστατικής πολιτικής είναι να κάνει πρόδηλα όσα κρύβονται πίσω από το προσωπείο του καπιταλισμού, ένα σύστημα το οποίο δεν είναι καθόλου διαφανές. Προβλήματα που θα έπρεπε να κείτονται στο σημείο της παραγωγής εμφανίζονται σαν προβλήματα στην κατανάλωση, την κυκλοφορία ή τη διανομή/αναδιανομή. Αφετέρου, το δίκαιο κι η κυβέρνηση που παρουσιάζονται στη σύνηθη, δηλαδή, ηθικολογική, σοσιαλιστική κριτική ως απάτη, θα εμφανιστούν ως ενσάρκωση της ελευθερίας και της ισοτήτας. Στην πραγματικότητα, η πραγματικότητα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης είναι τελείως συμβιβάσιμες με μια νομική μορφή η οποία δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο ένα απλό επιφαινόμενο.

Το φαίνεσθαι είναι πραγματικό: η κρατική μορφή κι η ιδεολογία (ως κίνητρο των πράξεων) είναι πολύ πραγματικές. Οι τιμές, οι οικονομίες [savings], οι επενδύσεις, οι διευρυνόμενες και συναπτόμενες αγορές είναι πραγματικές. Οι εθνοτικές υπεροχές, οι πολιτιστικές πρακτικές, οι σεξουαλικές συνήθειες αποτελούν πραγματικές πηγές περηφάνιας, θλίψης, δημιουργικής έμπνευσης, μίσους και καταστροφής. Η ελευθερία του συμβολαίου, η ισότητα ενώπιον του νόμου, το καθολικό δικαίωμα ψήφου, η άρση της κρατικής αναγνώρισης των (κρατικών) εκκλησιών δεν αποτελούν απλώς μεθόδους αποπροσανατολισμού των καταπιεσμένων ώστε να καμφθούν προς την υποταγή: αποτελούν τα αποτελέσματα τεράστιων αγώνων, κι η πραγματικότητά τους -τόσο στα μυαλά των ανθρώπων όσο και στις πραγματικές κρατικές πρακτικές στηριζόμενες από τον «νόμιμο» καταναγκασμό και έναν επαγγελματικό μηχανισμό για την εφαρμογή του- καθορίζει μια κοινωνική ζωή διαφορετική απ’ αυτή των κοινωνιών στις οποίες όλα αυτά εκλείπουν.

Την ίδια στιγμή, αυτή η πραγματικότητα δεν είναι η ύστατη στην μαρξική ανάλυση. Η πραγματικότητα καθεαυτή αποτελεί στην μαρξική ανάλυση ένα σύμπλεγμα σημαδιών. Όχι απλώς με την έννοια μιας χυδαίας διχοτομίας είναι/φαίνεσθαι όπου ο ιστορικός υλιστής θα δει την «οικονομία» να λάμπει, σαν να υπήρχε ένα τέτοια διακριτό πράγμα όπως «η οικονομία».

Καμία ανάλυση, μαρξιστική ή όχι, δεν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική με την εγκεκριμένη εκδοχή του τι σκέφτονται οι θεσμοί -μέσω των επίσημων εκπροσώπων τους- για τον εαυτό τους. Πολλοί άνθρωποι νομίζουν πως η μαρξική πολιτική ανάλυση είναι μόνο μια εξαιρετικά οξυδερκής εκδοχή αυτής της κοινοτοπίας. Δεν είναι όμως έτσι. Ο Μαρξ κι Ένγκελς περιέγραψαν στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος πως είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός που αποκαλύπτει όσα είναι κρυμμένα, πως βεβηλώνει όλα όσα είναι ιερά.

Οι εικονοκλαστικές αποκαλύψεις της ριζοσπαστικής θεωρίας χλωμιάζουν συγκριτικά με την εικονοκλαστική, ασεβής και χωρίς αυταπάτες εικόνα με την οποία ο καπιταλισμός παρουσιάζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Η πρώτη αληθινή διανοητική προσπάθεια του Μαρξ -και συνεπώς θα έπρεπε να είναι, νομίζω, και του κάθε μαρξιστή- δεν ήταν να αμφισβητήσει τις αποδείξεις (και να δείξει πόσο μεροληπτική ήταν η σύνηθης παρουσίασή τους) αλλά να τις πιστέψει παρά τη δυσπιστία των ηθικολογικών, ιδεαλιστικών και (ακόμη σημαντικών στην εποχή του) χριστιανικών κοινωνικών θεωριών πως η κοινωνία ήταν πράγματι εκείνο που η αστική τάξη έλεγε πως είναι -ένα ανήλεο ανταγωνιστικό πεδίο μάχης, αρκετά ανεξάρτητο απ’ τις επιθυμίες των ανθρώπων, για ένα ηπιότερο και ασφαλέστερο περιβάλλον- και να πιστέψει πως αυτό αντικατοπτριζόταν από ένα σύστημα κινήτρων στη συμπεριφορά του «σύγχρονου» ανθρώπου το οποίο δεν επιτρέπει καμία αισθηματολογία. Δεν χρειάζεται να σώσουμε, να αποκαταστήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε μια κάποια «αληθινή» ανθρώπινη φύση που διαστρεβλώθηκε από τον δαίμονα του καπιταλισμού. Αυτό που χρειάζεται είναι να κατανοήσουμε την ανθρώπινη φύση που παρουσιάζεται μέσω του καπιταλισμού.

Ψάχνοντας για σημάδια επανάστασης σ’ αυτό το υλικό θα σήμαινε να μείνουμε ικανοποιημένοι με τη δημιουργική καταστροφή του Σουμπέτερ ή την παθητική επανάσταση του Γκράμσι, δηλαδή, ν’ αναγνωρίσουμε χωρίς άλλη καθυστέρηση πως η μόνη επαναστατική δύναμη στον κόσμο παραμένει ο καπιταλισμός και η μόνη επαναστατική τάξη παραμένει η αστική. Το «νέο», η ριζική αλλαγή, η καινοτομία κι η καταστροφή παραμένουν πέραν αμφιβολίας έργο του καπιταλισμού. Αυτή θα ήταν η απόλυτη αλήθεια αν δεν υπήρχε ο ριζοσπαστικός ιστορισμός της σκέψης του Μαρξ.

Ο καπιταλισμός είναι ιστορία – η «ανθρώπινη φύση» που «παρουσιάζεται» μέσω του καπιταλισμού αποτελεί ένα ιστορικό σχήμα το οποίο εμφανίζεται «φυσικό» όχι μόνο επειδή αυτή η γνώμη (πχ, πως υπάρχουν άπληστα κι ανταγωνιστικά «ένστικτα στον άνθρωπο») υπηρετεί τα συμφέροντα «του συστήματος» αλλά επίσης επειδή όλες οι εκδοχές της «ανθρώπινης φύσης» είναι ιστορικές και παροδικές, υπόκεινται σε αλλαγή, και συνεπώς όλες οι εκδοχές της «ανθρώπινης φύσης» φαίνονται «φυσικές». Η αχανής «δεύτερη φύση», το τεχνητό περιβάλλον, «το βιομηχανικό τοπίο» που δημιούργησε ο καπιταλισμός δεν αποτελούν εκφύματα μιας αιώνιας (αν και διαστρεβλωμένης) ανθρωπινότητας αλλά η ενσάρκωση της μόνης εφικτής ανθρώπινης ουσίας [υπό τον καπιταλισμό] η οποία είναι -εξ ορισμού- μη-αιώνια, δηλαδή, ουσιαστική στην ιστορικότητά της, προσωρινή, ένα έργο σε εξέλιξη.

Αυτή η ιστορική ιδιαιτερότητα διαπερνά την υφή του αιώνιου παρόντος σαν ένα σημάδι της επανάστασης – όταν εμφανίζεται η παροδικότητα, όταν η λεία επιφάνεια ενός «συστήματος» διατρηθεί, όταν η θεμελιώδης αντίφαση δεν αποτελεί πλέον ένα δομικό χαρακτηριστικό με το απρόσωπο και την απάθεια της μοίρας αλλά ένα «πρόβλημα» προς επίλυση, συνήθως με την μορφή μιας αδικίας προς αποκατάσταση, που ταράζει και ωθεί τους ανθρώπους σε πολιτική δράση. Υπάρχουν χαρακτηριστικές στιγμές όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος με μια απρόσμενα βελτιωμένη ιστορική ορατότητα· τέτοια στιγμή είναι η ήττα. Το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1851-1852), το λουτρό αίματος που ακολούθησε την Παρισινή Κομμούνα (1871· παρεπιμπτόντως, η πρώτη φορά που η γαλλική αστική τάξη συνεργάστηκε με τον γερμανικό κατοχικό στρατό για να καταστείλουν το γαλλικό προλεταριάτο, η δεύτερη υπήρξε όταν το 1939-1940 προτιμήσαν το Τρίτο Ράιχ απ’ το Λαϊκό Μέτωπο) έχουν δείξει τις ανωμαλίες -οι οποίες, αν ο Μαρξ είχε υπάρξει ο αυστηρός οικονομικός ντετερμινιστής και θεωρητικός των δύο τάξεων που ακόμη και σήμερα θεωρείται πως ήταν, θα τον είχαν οδηγήσει στην απόγνωση- οι οποίες δείχνουν την επανάσταση που συμβαίνει, απαρατήρητη απ’ όσους δώσαν το αίμα τους, μόνο ως το δράμα της καταστροφής, του χάους, της σάρκας σε αποσύνθεση. Αυτό το δράμα αντιπαραβάλλεται αέναα από το κατεστημένο με τάξη, καλή διακυβέρνηση, μια από τα ίδια.

Όμως, η πολιτική ανάλυση που λαμβάνει υπόψη την παροδικότητα και έχει συνείδηση του μυστικιστικού χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλισμού, ακονισμένη απ’ την αναγνώριση της καταστροφής, θα μπορούσε να δει κάτι άλλο. Η λεγόμενη δημοσιογραφία κι έκδοση μπροσούρων του Μαρξ αποτελεί μια καθοριστική μαρτυρία της ιδιαιτερότητας της ταξικής κυριαρχίας σε μια κοινωνία που κυριαρχείται και βαρύνεται από την αφηρημένη και τη νεκρή εργασία. Ο Μαρξ είδε πως η κυριαρχία του κεφαλαίου ίσως οφελεί την αστική τάξη, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η αστική τάξη ως εμπειρική ομάδα είναι πάντα, ή έστω συνήθως, κυρίαρχη σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι καπιταλιστικές κοινωνίες πάντα ζούσαν στο σιδηρούν κελί του επικαιροποιημένου ρωμαϊκού δικαίου, ενός εξαιρετικά τιμωριτικού κράτους, δουλικές ενώπιον σταθερών στρατών (αργότερα μηχανισμών ασφαλείας) και της Εκκλησίας. Οι γραφειοκρατικές ελίτ δεν υπήρξαν ποτέ αστικές στο πνεύμα τους ή στο esprit de corps τους, ούτε η ιντελλιγκέντσια υπήρξε ποτέ πολύ φιλική προς την «εμπορική κοινωνία», αλλά της αντιτάθηκε τόσο εκ δεξιών όσο κι εξ αριστερών («αντικουλτούρα»).

Η εμφάνιση του καθολικού (ή διευρυμένου) δικαιώματος ψήφου για τους άντρες τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα -μια δημοκρατική πανάκεια ενάντια στην μονομερή αστική κυριαρχία- σε κοινωνίες που η πλειοψηφία ήταν ακόμη αγρότες ή χωρικοί, ευνόησε την πολιτική πολυφωνία κλίνοντας προς χριστιανοκαθολικά κι εθνικιστικά κόμματα της δεξιάς και προς τη σοσιαλδημοκρατία της αριστεράς. Σ’ όλες τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, ο στρατός έπαιξε έναν καθοριστικό ρόλο (πρβ την Οικογένεια Βονοπάρτη, την υπόθεση Ντρέιφους, τη συμμαχία του στέμματος με την κάστα των αξιωματικών στην περίπτωση του Φραγκίσκου Ιωσήφ B’, του Γουλιέλμου Β’ και του Νικόλαου Β’ και τον επακόλουθο ρόλο που έπαιξαν παντού οι στρατιωτικοί δικτάτορες).

Η σφήνα μεταξύ της απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου και της αδύναμης λαβής της αστικής τάξης στην πραγματική εξουσία -μια αντίθεση που εξηγεί την επιτυχία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και τον θρίαμβο της γαλλικής αστικής τάξης επί των παρισινών εργατών μόνο με τη βοήθεια του μοναρχικού και Καθολικού αντιαστικού στρατού και του υποτιθέμενου γερμανικού εχθρού, για να μην αναφέρουμε τον αναπόφευκτο συμβιβασμό με την οικονομικά μη-βιώσιμη γαιοκτητική αριστοκρατία και τους γαιοκτήτες ευγενείς- οδήγησε τον Μαρξ στο να υπολογίσει τις σχέσεις ισχύος όχι μονο ως ευνοϊκές για την προλεταριακή επανάσταση, μα επίσης σαν μια κρυφή επανάσταση εν τη γενέσει. Στα ώριμα γραπτά του Μαρξ, δεν υπάρχει κανένα σημαντικό ίχνος μιας ένας-προς-έναν Τελικής Μάχης μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, πέρα από μερικές συμβατικές φράσεις εκ μέρους του κινήματος.

Αυτό δεν είναι μόνο ο ρεαλισμός ενός κοινωνικού παρατηρητή που έχει επίγνωση της αριθμητικής κατωτερότητας της βιομηχανικής εργατικής τάξης, αλλά επίσης μια κατανόηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου: απρόσωπη, έμμεση, θεσμική. Η σημασία των κατακτήσεων, της δημόσιας τάξης, της αστυνόμευσης, της επιβολής του κομφορμισμού, της ευλάβειας, της υπακοής στον νόμο -για να το θέσουμε λιγότερο ευγενικά: η προστασία των προνομίων σ’ ένα δικανικά και συνταγματικά ισόνομο καθεστώς- είναι αναμφίβολη. Για να εφαρμοστεί ο καταναγκασμός με ομαλό τρόπο, η αστική τάξη έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιαίρετη ταξική κυριαρχία ύστερα από δικές της αδύναμες και αντιφατικές επαναστατικές προσπάθειες. Οι πολλές 18ες Μπρυμαίρ συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται.

***

Όταν μιλάμε για το «1989», οι λόγιοι του «μετασχηματισμού» είναι, ή είχαν υπάρξει, συχνά οι αφελείς ενός ανεστραμμένου σταλινικού λόγου [discourse]. Αναζητούν μία άρχουσα τάξη που λαμβάνει τη θέση μιας άλλης. Υποθέτουν πως αν οι επαναστάσεις/αντεπαναστάσεις του 1989 απέτυχαν να αντικαταστήσουν το προσωπικό της «κομμουνιστικής» νομενκλατούρας και μηχανισμού με ένα άλλο, τότε η δημοκρατική «στροφή» δεν έλαβε χώρα ή, αντιστρόφως, αν μια άλλη ομάδα «ηγετικών στελεχών» κατέλαβε τα ηνία «της οικονομίας» και «του κράτους», τότε ο «σοσιαλισμός» ηττήθηκε από τον καπιταλισμό. «Στην πραγματικότητα, τίποτα σημαντικό δεν συνέβη» είναι ένα ακραίο παράδειγμα αυτών των άγονων, μολονότι δημοφιλών, διενέξεων· «τα πάντα χάθηκαν» είναι το άλλο άκρο.

Αυτά τα άκρα, τα οποία έχουν και πιο εκλεπτυσμένες εκδοχές, αποτυγχάνουν να συλλάβουν τη φύση των (για να χρησιμοποιήσω προς στιγμής έναν ουδέτερο όρο) κοινωνιών σοβιετικού τύπου και τη φύση της καπιταλιστικής «νεωτερικότητας», για να μην αναφερθούμε στη φύση της διακυβέρνησης στον 20ό αιώνα. Πέρα απ’ όσα ίσως πιστεύουμε επ’ αυτού (βλέπε τα άρθρα μου «A Capitalism Pure and Simple», «Counter-Revolution against a Counter-Revolution» και «Counter-Revolution against a Counter-Revolution [enlarged]»), πρέπει να δηλωθεί ρητά πως τουλάχιστον ένα απ’ τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού -ο διαχωρισμός των παραγωγών απ’ τα μέσα παραγωγής- δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Αυτός ο διαχωρισμός, επιβεβαιωμένος απ’ την ιστορία (απαλλοτρίωση ή πτώχευση των μικροϊδιοκτητών και τεχνιτών), τον νόμο, το κράτος κι από τη διαρκή διαδικασία κοινωνικοποίησης της (ατομικής) ιδιοκτησίας, αποτελεί ένα βασικό δεδομένο όλων των νεωτερικών κοινωνιών, ένας ειδικά καθοριστικός παράγοντας για την επακόλουθη κυβερνησιμότητα.

Για να προστατέψει αποτελεσματικά την ιδιοκτησία, το κράτος πρέπει να εγκαθιδρύσει ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο. Τα θεμέλιά του προέρχονται απ’ το ρωμαϊκό δίκαιο και υπαγορεύουν το δικαίωμα της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων που διαθέτει κανείς. Η νομική ιδιοκτησία είναι αδιαμφισβήτητη: το γεγονός πως το τμήμα του πλούτου που είναι κεφάλαιο είναι απολιθωμένη αφηρημένη εργασία δεν έχει ως αποτέλεσμα δικαιώματα ιδιοκτησίας  για τους εργάτες που το δικό τους μερίδιο πλούτου (ο μισθός) εμφανίζεται σαν μια απλή συμβατική υποχρέωση που εκπληρώνεται απ’ τον ιδιοκτήτη για τον ακτήμονα εργάτη σύμφωνα με μια αμοιβαία συμφωνία εξωτερική του κεφαλαίου. Διαφορετικά, αν το απλήρωτο μέρος της εργασίας πληρωνόταν σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα, το προλεταριάτο θα εξαγόραζε τους καπιταλιστές, και θα το είχε κάνει εδώ και αιώνες.

Ο σοβιετικού τύπου «σοσιαλισμός» υπέθεσε πως οι «εθνικοποιήσεις» σημαίναν κάτι τέτοιο, και συνεπώς το προλεταριάτο ή «ο λαός» τάχα κατέλαβε το κεφάλαιο. Όμως, τα «ιδιοκτησιακά δικαιώματα» δεν ασκούνταν από άτομα ή κοινότητες εργατών, και το μισθολογικό σύστημα παρέμεινε στη θέση του. Το πλεόνασμα επανεπενδύονταν από φορείς διακριτούς κι ανεξάρτητους απ’ την εργατική τάξη, κι οι καταναλωτικές ποσοστώσεις εδραιώνονταν από παρόμοιους, επίσης διακριτούς, φορείς. Η ένωση του παραγωγού με τα μέσα παραγωγής θα σήμαινε επίσης μια δυνητική καταστολή του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, η οποία δεν συνέβη ποτέ.

Είναι αρκετά ορθό να πούμε πως το «σοβιετικό σύστημα» υπήρξε σε τελική ανάλυση κρατικός καπιταλισμός, όμως αυτή η καλά εδραιωμένη θέση χρειάζεται σημαντικές πιστοποιήσεις. Οι ύστατοι υπερασπιστές αυτού του ξεπερασμένου συστήματος -ένα σημαντικό τμήμα των απομειναριών «της αριστεράς» στην ανατολική Ευρώπη- συνηθίζουν να επιχειρηματολογούν εναντίον αυτού, μη μιλώντας για συστημικά χαρακτηριστικά μα για πολιτικές. Συνολικά, οι πολιτικές των κυβερνούντων «κομμουνιστικών» κομμάτων υπήρξαν κυρίως ισονομιστικές. Ύστερα από μια πρώτη, βίαιη «εκσυγχρονιστική» περίοδο συσσώρευσης υποστηριζόμενη από μεγάλα μεγέθη καταναγκαστικής εργασίας, η δεύτερη, μετασταλινική περίοδος προσπάθησε να δημιουργήσει μια ανατολική εκδοχή τους κράτους πρόνοιας (Tamás, «A Talk at Potsdam»), υποστηρίζοντας την ατομική κατανάλωση, τη φτηνή στέγαση, την μαζική ψυχαγωγία, κλπ. Κι εδώ εμφανίστηκαν τα ίδια προβλήματα με τη δυτική εκδοχή αυτού – χρέος, δημοσιονομικές ανισορροπίες. Η πρώτη γενιά «μεταρρυθμιστών» (Ίμρε Νάγκυ, Władysław Gomułka) απέρριψε την εμμονή της παλιάς φρουράς για ισορροπημένους προϋπολογισμούς κι υπερπαραγωγή επενδυτικών αγαθών· η δική τους εμμονή υπήρξε μια οιονεί κεϋνσιανή έννοια που είχε λίγα να κάνει με τον «ρεφορμισμό της αγοράς» της δεύτερης γενιάς «μεταρρυθμιστών» (γύρω στο 1968, πχ František Kriegel, Ota Šik, Rezső Nyers και άλλοι· η μετάβαση απ’ την μια γενιά στην άλλη ενσαρκώθηκε απ’ τον Włodzimierz Brus).

Αυτά όμως είναι μόνο πολιτικές, δηλαδή συνέπειες συστημικών περιορισμών. Σήμερα στην ανατολική Ευρώπη, κοιτώντας αναδρομικά, φαίνεται στους περισσότερους παρατηρητές πως η αντίθεση μεταξύ «σχεδιασμού» και «της αγοράς» ισοδυναμεί με την αντίθεση μεταξύ «σοσιαλισμού» και «καπιταλισμού». Αυτή είναι μια τελείως αφελής άποψη. Τα χαρακτηριστικά των νεωτερικών κοινωνιών μας αναγκάζουν να ρωτήσουμε τα εξής: υπάρχει κάτι να μεσολαβήσει μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης, και οι στόχοι της παραγωγής (και συνεπώς του τρόπου με τον οποίο δομείται ο καταμερισμός της εργασίας) καθιερώθηκαν από τον μεσολαβητή; Στην μια περίπτωση είναι η αγορά που μεσολαβεί, στην άλλη η κρατική σχεδιαστική αρχή [authority]. Η εδραίωση του χαρακτήρα, του μεγέθους, του τεχνικού επιπέδου της παραγωγής -εδραιώνοντας οπότε τους μισθούς, τις επιλογές του καταναλωτή, τις διαστάσεις των «ελεύθερων» κοινωνικών υπηρεσιών- ισοδυναμεί με το να είναι ο βασικός ρυθμιστής της ισχύος σε οποιαδήποτε κοινωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, ο μεσολαβητής κι ο ρυθμιστής είναι απρόσωποι θεσμοί (η αγορά κι η σχεδιαστική αρχή, και οι νομικές/καταναγκαστικές εγγυήσεις οι οποίες κάνουν τη λειτουργία τους εφικτή), όμως φυσικά η ταξική τους προτίμηση είναι διαφορετική, όπως κι εκείνοι τους οποίους οφελεί. (Φαίνεται αρκετά προφανές τώρα πως στους κοινωνικούς αγώνες στο «ανατολικό μπλοκ» η μάχη δόθηκε στο σημείο της παραγωγής -κόμμα εναντίον εργατικών συμβουλίων- και όταν αργότερα οι αγώνες μετατοπίστηκαν σε μάχες γύρω απ’ τη συσσώρευση και την αναδιανομή το σοβιετικό σύστημα ήταν καταδικασμένο).

Οι διαφορές είναι σημαντικές όμως δεν εξαντλούν την όλη προβληματική.

***

Για να ερμηνεύσουμε την ιδιαιτεροτήτα των προ1989 καθεστώτων του ανατολικού μπλοκ, χρειάζεται να στραφούμε στην ερμηνεία των θεσμικών λύσεων ώστε να μπορέσουμε να πούμε τι έχει αλλάξει, πέρα απ’ τα προφανή και τα πολυσυζητημένα. Το κύριο ζήτημα είναι «το Κόμμα». Δεν θα καταπιαστώ με το ενδιαφέρον ερώτημα της καταγωγής των κυβερνούντων «κομμουνιστικών» κομμάτων και των διαφερετικών εθνικών εκδοχών τους. Θα ασχοληθών με την ώριμη μορφή του Κόμματος, καθώς αυτή είναι που είναι λιγότερο κατανοητή.

Η μετάβαση στην «ώριμη μορφή» -κατά τη γνώμη μου ένα απ’ τα σημαντικότερα ζητήματα της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας- συνέβη κατά τη διάρκεια της επανάστασης όταν μια μικρή στρατευμένη σέκτα «επαγγελματιών επαναστατών» μετατράπηκε σε ένα γιγάντιο μαζικό κίνημα, ένα όργανο-κλειδί της κρατικής εξουσίας, χωρίς να χάσει την κοσμοθεωρία του, τον θεμέλιο μύθο του και την μοναδική [unique] του ηθική πίστη. Αυτό είναι εντυπωσιακό. Επίσης, δείχνει ένα πιστεύω στην πολιτική που είναι αρκετά πρωτόγνωρο και απαράμιλλο. Αναλογιστείτε το εξής: τα επαναστατικά καθεστώτα του Λένιν και του Τρότσκι -σ’ αντίθεση με τα επαναστατικά κομμουνιστικά καθεστώτα στη Βαυαρία και την Ουγγαρία, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω- δεν διστάσαν στην αποφασιστικότητά τους να πραγματώσουν τον σοσιαλισμό και δεν αμφιταλαντεύτηκαν στη σταθερή τους πεποίθηση πως αυτό που έκαναν ήταν «η κατασκευή του σοσιαλισμού», μολονότι αρκετά ρητά κατανοούσαν πως η κοινωνία που δημιουργούσαν δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τα κομμουνιστικά ιδεώδη, με αποκλειστική απόδειξη πως το Κόμμα τους ασκούσε εξουσία κυριαρχίας!

Στην ιστορική αργκό της ακροαριστεράς, αυτό ονομάστηκε, κι ακόμη ονομάζεται, «αντικατάσταση» [substitutionism], δηλαδή, μια ανειλικρινή διαδικασία όπου η απελευθερωμένη κοινότητα αντικαθίστατε απ’ το προλεταριάτο, το προλεταριάτο απ’ το Κόμμα, το Κόμμα απ’ την Κεντρική Επιτροπή, η Κεντρική Επιτροπή απ’ τον δικτάτορα. Ειδωμένο απ’ τα έξω, σίγουρα έτσι συνέβησαν (αυξανόμενα) τα πράγματα, όμως δεν ήταν αυτό που η κομμουνιστική πρωτοπορία σκεφτόταν τότε όταν κατέστειλε τις αντιστάσεις και κατέπνιγε τις διαφωνίες. Ίσως υπήρξε αποτέλεσμα της πολιτικής των μπολσεβίκων· όμως, το αποτέλεσμα δεν είναι η ουσία. Τι σήμαινε για τους άντρες -και μερικές γυναίκες- που πρώτοι ενσαρκώσαν αυτό το ιδιαίτερο είδος προλεταριακής δικτατορίας, η εξίσωση του σοσιαλισμού με την κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος;

Εδώ χρειάζεται να στραφούμε στον μεταφυσικό του Κόμματος, τον Γκέοργκ Λούκατς. Η ιδέα του για το προλεταριακό Κόμμα πέρασε από δύο φάσεις. Στη Σοσιαλιστική και Ομοσπονδιακή Συμβουλιακή Δημοκρατία της Ουγγαρίας (για να της δώσουμε, για μια φορά, το κουραστικό μα ιδεολογικώς ορθό επίσημο όνομά της) του 1919, ο Λούκατς κι οι σύντροφοί του αντιμετώπιζαν το Κόμμα ακριβώς όπως ο Βίτγκενσταϊν αντιμετώπιζε την πρώιμη φιλοσοφία του: σαν τη σκάλα που ανεβαίνεις ώστε να σκαρφαλώσεις το τείχος, και, όταν το περάσεις, την πετάς. Στην Ουγγρική «Κομμούνα», όπως την αποκαλούσαν οι θιασώτες της, τη στιγμή της κατάληψης της εξουσίας και της συγχώνευσης των σοσιαλδημοκρατικών και κομμουνιστικών κομμάτων, το βραχύβιο (μόλις μισό χρόνο) Κόμμα πρακτικά διαλύθηκε, και τη θέση του πήραν τα εργατικά συμβούλια. Ακόμη κι ο ουγγρικός Κόκκινος Στρατός οργανώθηκε σύμφωνα με τα κλαδικά συνδικάτα: υπήρχε η μεραρχία των μεταλλεργατών, των υποδηματοποιών, των στοιχειοθετών, κλπ, όλα εξαιρετικά αποτελεσματικά, ο μόνος πιθανός διάδοχος μιας διαλυμένης βασιλικής δύναμης. Η πρώτη γενιά Ούγγρων κομμουνιστών πίστευε πως ήταν η προλεταριακή κοινότητα ως τέτοια που έπρεπε να κυβερνήσει, όχι μια ελιτίστικη συνωμωτική γκρούπα φανατικών μιλιτάντηδων.

Η ουγγρική «Κομμούνα» υπήρξε πέραν αμφιβολίας μια δριμεία δικτατορία, μια δικτατορία όμως που ασκήθηκε, τουλάχιστον εν μέρει, από μη-αντιπροσωπευτικά, αμεσοδημοκρατικά σώματα. Τα κεντρικά όργανα περιλαμβάναν ανακλητούς αντιπροσώπους με επιτακτική εντολή, και διαδικασίες που δεν χειραγωγούνταν από ανύπαρκτες πολιτικές οργανώσεις, μόνο απ’ το χάος. Ύστερα απ’ την ήττα του Αυγούστου του 1919, οι εξόριστοι κι οι εμιγκρέδες, αναλογιζόμενοι τους λόγους της αποτυχίας τους, σκέφτηκαν πως η κύρια αιτία της υπήρξε πιθανόν η απουσία ενός αληθινού μπολσεβίκικου Κόμματος λενινιστικού τύπου. Οι Ούγγροι κομμουνιστές ήταν λουξεμπουργκιστές ή ακολουθητές του σπουδαιότερου Ούγγρου μαρξιστή στοχαστή της εποχής, του Ervin Szabó -ο οποίος πέθανε λίγο πριν την επανάσταση- που τύγχανε να είναι αναρχοσυνδικαλιστής. Μόνο στην εξορία γνωρίσαν -συμπεριλαμβανομένου του Λούκατς- τα έργα του Λένιν, του Ζινόβιεφ, του Μπουχάριν και του Τρότσκι και τη ρωσική εμπειρία ως τέτοια.

Ο Λούκατς ξαναέγραψε μερικές απ’ τις αξιοσημείωτες πραγματείες του απ’ το 1918-1919 στη Βιέννη μετά την πτώση, ώστε να αιτιολογήσει την αναγκαία μεταβολή της σκέψης του. Το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση (1923) είναι σε μεγάλο βαθμό μια παρουσίαση αυτής της αλλαγής· όταν επιχειρηματολογούσε ενάντια στη Ρόζα Λούξεμπουργκ και την υπεραριστερά, εν μέρει επιχειρηματολογούσε ενάντια στον [παλιότερο] εαυτό του. (Οι αρχικές ουγγρικές εκδοχές του κειμένου δεν έχουν μεταφραστεί). Η κρίσιμη μελέτη του για το πρόβλημα του Κόμματος δείχνει την καινοτόμα πολιτική ιδέα του μπολσεβικισμού σε όλο της το εξοργιστικό θράσος. Γράφει ο Λούκατς:

Η οργάνωση αποτελεί την μορφή της μεσολάβησης μεταξύ θεωρίας και πράξης. Και, όπως σε κάθε διαλεκτική σχέση, οι όροι της σχέσης γίνονται συγκεκριμένοι και πραγματικοί μόνο μέσα σ’ αυτή την μεσολάβηση και χάρη σ’ αυτή. […] Κάθε «θεωρητική» τάση ή σύγκρουση απόψεων πρέπει άμεσα να αναπτύσσει έναν οργανωτικό βραχίονα αν θέλει ν’ ανέλθει απ’ το επίπεδο της καθαρής θεωρίας ή της αφηρημένη άποψης, δηλαδή, αν πράγματι σκοπεύει να υποδείξει τον τρόπο της εκπλήρωσής της στην πράξη. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε πως κάθε περίπτωση οργανωμένης δράσης μπορεί να συγκροτήσει έναν πραγματικό και αξιόπιστο δείκτη για την εγκυρότητα αντιτιθέμενων απόψεων ή ακόμη και για τη συμβατότητα ή ασυμβατότητά τους. […] [Π]ρέπει να κατέχει μια λειτουργία εντός μιας ιστορικής διαδικασίας κι ο μεσολαβητικός του ρόλος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος πρέπει να κατανοηθεί. Ωστόσο, μια ανάλυση που θα έβλεπε μια οργανωμένη δράση με τους όρους των διδαγμάτων της για το μέλλον […] βλέπει το πρόβλημα με όρους οργάνωσης. […]. Αναζητεί τους ουσιαστικούς καθορισμούς που συνδέουν τη θεωρία με την πράξη. (Γκέοργκ Λούκατς, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, εκδόσεις Οδυσσέας, 2001, σελ. 463-464, τροποποιημένη μετάφραση βάσει της αγγλικής έκδοσης από τις εκδόσεις του MIT, 2000, σελ. 299-300)

Αυτός ο βίαιος μετασχηματισμός της ιδέας («θεωρία») σε δράση («πράξη») εξαρτάται απ’ τη φύση της ιστορίας στην οποία εξελίσσεται και απ’ τον παράγοντα ο οποίος την εκτελεί ή την υφίσταται. «Αν το προλεταριάτο δεν θέλει να έχει την ίδια μοίρα με την αστική τάξη και ν’ αφανιστεί επώδυνα και ατιμωτικά στην πνοή των λοίσθιων του καπιταλισμού, πρέπει να εκπληρώσει αυτό το καθήκον του με πλήρη συνείδηση» (Ό.π., σελ. 484, τροποποιημένη μετάφραση).

Ο Λούκατς κι οι σύντροφοί του, κατά το μεγάλο επαναστατικό κύμα μεταξύ 1917 και 1923 κι αργότερα, ύστερα από την άμπωτη της κομμουνιστικής παλίρροιας, συνειδητοποίησαν πως η πραγματική διάπλαση μιας σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής κοινωνίας αποκλείοταν. Μερικοί, όπως ο Καρλ Κορς κι ο Άντον Πάνεκουκ, επέλεξαν μια «επανάσταση μέσα στην επανάσταση», ενώ οι λενινιστές -Λούκατς, Μπλοχ, Μπρεχτ- επέλεξαν την κατασκευή μιας επαναστατικής-φιλοσοφικής «Εκκλησίας», το Κόμμα (ένας παραλληλισμός που σημειώθηκε κι αναλύθηκε απ’ τον Αλαίν Μπαντιού στο εξαίρετο βιβλίο του για τον Απόστολο Παύλο), που προοριζόταν να εκπροσωπήσει την κομμουνιστική αμεταβλητότητα και το αληθινό δόγμα που πάντα εφαρμοζόταν στην πραγματικότητα (στην πολύ άθλια πραγματικότητα του κρατικού καπιταλισμού και των εκσυγχρονιστικών εκστρατειών που στοχεύαν στην περαιτέρω πραγμοποίηση και την πραγμοποίηση των ιδίων)· η διαρκής επανάσταση του Τρότσκι βρήκε το αντίστοιχό της στη διαρκή φιλοσοφική πράξη του Λούκατς:

Η πάλη του Κομμουνιστικού Κόμματος εστιάζει στη ταξική συνείδηση του προλεταριάτου. Ο οργανωτικός του διαχωρισμός απ’ τη τάξη δεν σημαίνει σ’ αυτή την περίπτωση πως θέλει να πολεμήσει για τα συμφέροντά της εκ μέρους της και στη θέση της […] Η διαδικασία της επανάστασης είναι […] συνώνυμη με τη διαδικασία της ανάπτυξης της προλεταριακής ταξικής συνείδησης. Το γεγονός πως η οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος αποσυνδέεται απ’ την ευρεία μάζα της τάξης αποτελεί το ίδιο μια λειτουργία της διαστρωμάτωσης της συνείδησης εντός της τάξης […] Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να υπάρχει σαν μια ανεξάρτητη οργάνωση ώστε το προλεταριάτο να καθίστατε ικανό να δει την ίδια του τη ταξική συνείδηση να λαμβάνει ιστορική μορφή […] και ώστε το σύνολο της τάξης να μπορεί να αποκτήσει πλήρη συνείδηση της ίδιας της της ύπαρξης ως τάξη. (Ό.π., σελ. 500-501, τροποποιημένη μετάφραση)

Αυτό είναι το μυστικό της διάσημης «αποδιδόμενης συνείδησης» [imputed consciousnes] (η φιλοσοφικά ορθή συνείδηση της εργατικής τάξης την οποία η εργατική τάξη δεν κατέχει εμπειρικά). Η ψυχή της αποδιδόμενης συνείδησης κατέχεται από ένα σώμα: το Κόμμα. Η «ιστορική μορφή» της ταξικής συνείδησης αναπτύσσει έναν «οργανωτικό βραχίονα»: κι αυτό αποτελεί, φυσικά, μια συνέπεια της πλήρους αποτυχίας της Οκτωβριανής επανάστασης. Η μετεπεναστατική, κι από σημαντικές απόψεις αντεπαναστατική, κοινωνία υποτίθεται πως κυβερνάτε κόντρα στο ρεύμα κι απρόθυμα από το Κόμμα που θεωρείται πως μένει αμετάβλητο, δηλαδή, επαναστατικό, κατά την πολιορκία απ’ τα έξω κι απ’ τα μέσα.

Αυτή η θέση συνοψίζεται από ένα απ’ τα λαμπρότερα μυαλά της γενιάς του 1968 έτσι:

Το Κομμουνιστικό Κόμμα λειτουργεί σαν μια μη-εμπειρική γενική θέληση, μια απόλυτη συνείδηση που διαμορφώνεται διαμέσου της εκούσιας αυτοπειθαρχίας των εμπειρικών ατόμων. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί την μη-εμπειρική γενική θέληση του προλεταριάτου που γνωρίζει τον εαυτό του· αποτελεί το μη-υπερβατικό υποκείμενο το οποίο θα παραστήσει την ολότητα των εκούσια πειθαρχημένων, εμπειρικών ατόμων του – μα το ίδιο δεν είναι εμπειρικό […]. (Hans-Jürgen Krahl, «Zu Lukács: Geschichte und Klassenbewußtsein», 1967-1968, στο Hans-Jürgen Krahl, Konstitution und Klassenkampf, 1971, πέμπτη έκδοση, εκδόσεις Neue Kritik, 2008, σελ. 181)

Γίνεται αφαίρεση απ’ τη θέληση όλων, κι αυτό, φυσικά, αντιτίθεται διαμετρικά με όλες τις βασικές μαρξικές προθέσεις οι οποίες δεν περιέχουν, και δεν μπορούν να περιέχουν, οποιαδήποτε «μεταφυσική του Κόμματος» καθώς στοχεύουν σε μια ριζική διάλυση όλων των «πραγματικών αφαιρέσεων» (με την έννοια του Alfred Sohn-Rethel) και μια ριζικά νομιναλιστική αναγωγή όλων των πραγμοποιημένων ουσιών (όπως το κεφάλαιο) σε ανθρώπινες πρακτικές.

Όλοι πλέον γνωρίζουμε πως το Κόμμα δεν παρέμεινε μέσα απ’ όλα τα σκαμπανεβάσματα εκείνο που προέβλεψε ο Λούκατς, όμως τα ίχνη της καταγωγής του στη γενική θέληση του προλεταριάτου συντηρήθηκαν και μας βοηθούν να ερμηνεύσουμε το τι ήταν. Πνευματικά, ήταν ο συνδυασμός μιας υπερορθολογιστικής αρχής [authority] σχεδιασμού κι ενός ιδεολογικού εγγυητή του «λαϊκού» -ισόνομου και πλήβειου- ηθικού χαρακτήρα του καθεστώτος που προσπάθησε απελπισμένα να διαχωρίσει την πολιτική δύναμη της «εργατικής τάξης» (εννοώντας την Κομματική ηγεσία και τις προλεταριακές πελατειακές ελίτ) από την εμπορευματοπαραγωγική βιομηχανική κοινωνία βασισμένη πολιτικά στον καταναγκασμό και την αφομοίωση. Η φαντασιακή συγχώνευση του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών στην αντιφατική έννοια της «σοσιαλιστικής κρατικής ιδιοκτησίας» (μια φαντασιακή λήξη στον διαχωρισμό της «οικονομίας» και της «πολιτικής» χαρακτηριστικού των αστικών φιλελεύθερων καθεστώτων) αντικαταστάθηκε από (και αντέφασκε με) τον ρόλο του Κόμματος ως την ανώτατη κι αποκλειστικά πολιτική απόλυτη αρχή [authority] και φορέα του αληθινού δόγματος. Αυτό εξηγεί την υπερβολική πίστη των ηγετών του Κόμματος στην ορθολογικότητα (επιστήμη και τεχνολογία) και την ανορθολογική, αυταρχική κινητοποίηση (διατάξτε κι ακολουθούμε). Η αποσύνδεση του Κόμματος από τις «πλατιές μάζες» (στην πραγματικότητα, με την παθιασμένη άρνηση της κρατικοκαπιταλιστικής πραγματικότητας, της αλλοτρίωσης, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης μέσω μιας τυποποιημένης ουτοπικής προπαγάνδας) υπήρξε επίσης κλειδί για την προσωρινή επιτυχία του. Ήταν αδιαπέραστο απ’ την «εμπειρική» τραγωδία καθώς δεν «εκπροσωπούσε» το βίωμα μα τον λόγο [reason]. Η διαδεδομένη κομμουνιστική σοφιστεία και δημαγωγία που μπορούσε να δικαιολογήσει τα πάντα, απ’ τα Γκουλάγκ έως το σύμφωνο Στάλιν-Χίτλερ, κατάγεται απ’ την πνευματική «ανεξαρτησία» του Κόμματος, στην αυτονομία του απ’ τον εκμεταλλευτικό, αλλοτριωμένο, πραγμοποιημένο, καταπιεστικό χαρακτήρα του καθεστώτος του οποίου ηγούνταν κι απ’ το οποίο ήταν «αποκομμένο». Την ίδια στιγμή, ήταν η μόνη εκδοχή σύγχρονης ορθολογικότητας γνωστή ιδεολογικά στους περισσότερους ανθρώπους του 20ού αιώνα (με τον καπιταλισμό να αναδιαμορφώνεται σαν μια αυθόρμητη, «οργανική» και συνεπώς «ανορθολογική» τάξη πραγμάτων από ηγετικούς θεωρητικούς όπως ο Γιόζεφ Σουμπέτερ, ο Φρίντριχ Χάγιεκ κι ο Alexandre Kojève, αντιφάσκοντας με τον Εμίλ Ντιρκέμ και τον Μαξ Βέμπερ), και το 1989 βιώθηκε από πολλούς ως η τελική (και επάξια) κατάρρευση του Λόγου [Reason].

***

Η ύπαρξη κι η κυριαρχία του μοναδικού κόμματος (ή κόμματος-κράτους) είναι τουλάχιστον τόσο σημαντικό ιστορικό ζήτημα όσο κι ο κοινοβουλευτισμός ή το «ανεξάρτητο» νομικό σύστημα των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών του 19ου αιώνα.

Η κυριαρχία του Κόμματος είναι αυτή που κάνει τη διαφορά, ο σχεδιασμός κι η αναδιανομή δεν είναι αρκετά μοναδικά. Το Κόμμα -σ’ αντίθεση με τις δεξιές δικτατορίες, με την πιθανή εξαίρεση της Ισπανίας του Φράνκο- δεν εξαφανίστηκε ούτε έχασε τη σημασία του απ’ τη στιγμή που κατέλαβε την εξουσία. Το Κόμμα, σ’ αντιδιαστολή με την κεντρική του ιδέα που προτάθηκε κλασσικά στο Τι να Κάνουμε;, υπήρξε ένα αξιοσημείωτο και υψηλά αποτελεσματικό όργανο διακυβέρνησης, που όμοιό του δεν υπάρχει.

Υπήρξε ένα όργανο επιλεγμένο (ή, μάλλον, σταδιακά ανακαλυπτόμενο) από μια στρατευμένη ελίτ πρώην μαρξιστών ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης των προσδοκιών τους για την παγκόσμια επανάσταση, ιδίως στη δυτική Ευρώπη. Πέρασε πολλές διαδοχικές φάσεις, έπρεπε όμως να ανταποκριθεί σε μια πιεστική ανάγκη. Η ρώσικη επανάσταση του 1917 κι οι «κομμουνιστικές» νίκες μετά τον Β’ ΠΠ, πετύχαν υποσχόμενες πράγματα όπως ψωμί, γη κι ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις· δηλαδή, έπρεπε να ικανοποιήσουν αστικές επαναστατικές, δημοκρατικές επιθυμίες που αφορούν το έθνος-κράτος, την μικροϊδιοκτησία και τη γενική πρόνοια. Οι ειδικά σοσιαλιστικοί στόχοι του ίδιου τους του κινήματος -που αναβλήθηκαν επ’ αόριστον- ανατέθηκαν στην πολιτική τους κυριαρχία, και η κομμουνιστική οπτική θεωρούνταν ικανή να διατηρηθεί μόνο μέσω της μακροζωίας ή της μονιμότητας αυτής της κυριαρχίας. Μια κατευθυνόμενη, προσανατολισμένη ανάπτυξη θεωρούνταν πως θα μπορούσε να διατηρηθεί στον σωστό δρόμο μόνο μέσω μιας στρατηγικής οπτικής πολλών δεκαετιών, ίσως και αιώνων. Σε μια μη-σοσιαλιστική κοινωνία -η μπολσεβικική ελίτ το κατανοούσε αυτό ξεκάθαρα εξ αρχής, όπως φαίνεται απ’ τα γραπτά του Λένιν και το βιβλίο του Λούκατς, Η Σκέψη του Λένιν– ήταν μόνο η πολιτική εξουσία που πράγματι διέκρινε τις επαναστατικές, «μετακαπιταλιστικές» κοινωνίες από τις υπόλοιπες.

Αν το τέλος του προλεταριάτου που θα έδινε τέλος και στην αλλοτρίωση δεν ήταν (ακόμη) εφικτό -με το τέλος της μισθωτής εργασίας και της εμπορευματικής παραγωγής- η πολιτική πρωτοκαθεδρία κι η πολιτιστική ηγεμονία της εργατικής τάξης έπρεπε να διατηρηθούν. Η διττή εξουσία, στην οποία το μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης των καθημερινών κυβερνητικών καθηκόντων αφέθηκε στην κρατική γραφειοκρατία και τον μηχανισμό ασφάλειας, μολαταύτα βασιζόταν σ’ ένα κίνημα όπου η πολιτική πρωτοκαθεδρία της εργατικής τάξης διατηρούνταν εντός ενός είδους παράλληλης κοινωνίας. Η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό ίσως να μην είχε μια προλεταριακή πλειοψηφία όμως την είχε το Κόμμα. Ο απόλυτος έλεγχος κείτονταν στο Κόμμα. Αυτή είναι η αρχή [principle] της νομενκλατούρας: η νομενκλατούρα υπήρξε μια σύνθετη λίστα διορισμένων εργασιών και λειτουργιών η πλήρωση των οποίων εμπιστεύθηκε στις διάφορες Κομματικές επιτροπές. Ο διορισμός του, ας πούμε, πρύτανη του πανεπιστημίου της Βουδαπέστης εξαρτώταν στην Κεντρική Επιτροπή, όμως ο διορισμός του διευθυντή της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης στην Επιτροπή της Πέμπτης Περιφέρειας. Προσωπικές προτάσεις γίνονταν δεκτές από την πανεπιστημιακή «οργάνωση βάσης» (μονάδα του Κόμματος) και τα υψηλότερα κλιμάκια του Κόμματος έπρεπε ν’ αποφασίσουν. Απ’ τη στιγμή που διορίζονταν, οι μορφωμένοι αυτοί αξιωματούχοι με το καθήκον της διαχείρισης του πανεπιστημίου και της βιβλιοθήκης του απολάμβαναν μια σημαντική αυτονομία, όμως αν ήθελαν να κρατήσουν τη θέση τους έπρεπε να συμβουλεύονται τις αντίστοιχες Κομματικές οργανώσεις ακόμη κι αν δεν ήταν μέλη του Κόμματος.

Καθώς μερικές απ’ τις διορισμένες εργασίες είχαν εθνική σημασία, πολλές τοπικές Κομματικές οργανώσεις είχαν δυσανάλογη επιρροή στην εθνική πολιτική. Ήταν όμως το Κέντρο που αποφάσιζε ποια κομματική οργάνωση θα κατείχε τέτοια εξουσία. Μερικές εργοστασιακές «μονάδες του Κόμματος» (με την κάθε μία πολλές φορές να έχει πολλές χιλιάδες μέλη) παραδοσιακά είχαν για επικεφαλείς κάποια μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Οι «κομμουνιστές» εργάτες που εκλέγαν τον γραμματέα τους (ο οποίος, ακόμη κι αν μεν εκλεγόταν κανονικά, έπρεπε να είναι αρκετά δημοφιλής στα Κομματικά μέλη του εργοστασίου) είχαν μια κάποια επιρροή στις περιοχές όπου ο τοπικός ηγέτης είχε εθνική επιρροή. Το Κόμμα υπήρξε πρωτίστως ένας θεσμός κατήχησης, εκπαίδευσης και ιδεολογικού -μολονότι τελετουργικοποιημένου- ντιμπέιτ. Για την μεγαλύτερη μάζα των μελών του Κόμματος αυτό δεν συνεπαγόταν κάποιο προνόμιο ή υλικό πλεονέκτημα.

Ακόμη κι αν μια κοινωνία ήταν ήρεμη ή υποταγμένη, το Κόμμα ήταν πάντα κινητοποιημένο. Πολύς χρόνος αναλωνόταν σε συναντήσεις, αναγνώσεις κι αναμασήματα της Κομματικής «βιβλιογραφίας». Καλλιεργούνταν συνειδητά ένα αίσθημα ανήκειν και μια κοινή πίστη. Μια «κομμουνιστική ηθική» πουριτανισμού, φειδούς, πειθαρχίας, αυτοβελτίωσης και αυτομόρφωσης (που κληρονομήθηκε από το κλασσικό εργατικό κίνημα) υπήρξε η αδιαμφισβήτητη κοινωνική πραγματικότητα εντός του Κόμματος, συνδεδεμένη με μια αναγνώριση μιας μυστικιστικής ελίτ – στη τελική, υποτίθεται πως ήταν ένα τσούρμο εργαζόμενων απλών ανθρώπων που ήταν τα ηγετικά μέλη της άρχουσας τάξης, χωρίς να διακατέχονται απ’ τον εγωισμό και την απληστία που συνήθως συνδέεται μ’ αυτή. Αυτό δεν σημαίνει πως ο καριερισμός, η καιροσκοπία, ο κομφορμισμός ή ακόμη κι ο φόβος δεν υπήρξαν μεταξύ των λόγων για να γίνει κανείς μέλος του Κόμματος, όμως η ιδέα ήταν πως το Κόμμα κι οι αλτρουιστές μιλιτάντηδές του ήταν ο προμαχώνας της σοσιαλιστικής ζωής κι ηθικής εν μέσω μιας μικτής μεταβατικής κοινωνίας.

Το Κόμμα δεν επανέλαβε το λάθος της Εκκλησίας να εισάγει τη γενική βάπτιση των παιδιών [δηλαδή, την υποχρεωτική ένταξη των παιδιών στο Κόμμα]. Δεν χρειαζόταν συνεπώς στ’ αλήθεια κλήρο και μοναστικά τάγματα. Η «βάπτιση» των Κομματικών μελών υπήρξε ένας αναβαπτισμός αποκλειστικά για τους εκλεκτούς. Το καθεστώς αποκαλούνταν «σοσιαλιστικό» όμως ο αληθινός σοσιαλισμός επικρατούσε μόνο μέσα στο Κόμμα. Οπότε, όταν ακούτε ηλικιωμένους Ανατολικοευρωπαίους «κομμουνιστές» ν’ αποκαλούν σοσιαλιστικό το πολυαγαπημένο τους καθεστώς, είχαν πράγματι μια τέτοια εμπειρία στην οποία να βασίσουν τον ισχυρισμό τους: υπήρξαν πραγματικά μέλη μιας επίλεκτης κοινωνίας η οποία κινητοποιούνταν από μια νομιμοποιητική ιδεολογία που στραφόταν προς το μέλλον κι ήταν εμποτισμένη με ορθολογιστική φιλοσοφία και μια λατρεία της επιστήμης που της πρόσδιδε την όψη της γνώσης, και μια παλιομοδίτικη ηθική που εξυμνούσε τη σκληρή δουλειά, την ισότιμη αξιοπρέπεια, τον σεβασμό στους καταπιεσμένους, τη διεθνή αλληλεγγύη και την πνευματική τόλμη. Περισσότερα απ’ όσα συνήθως λαμβάνουν οι subaltern τάξεις.

Αυτό απέχει παρασάγγας από την ανατρεπτική, υπερκριτική, αντιθετική διάθεση της δυτικής και νότιας αριστεράς που επίσης αποκαλούνταν «κομμουνιστική», μα όχι και τόσο απ’ την προλεταριακή κορπορατιστική οργάνωση της παλιάς ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και του δίδυμου αδερφού της, του συνδικαλισμού. Οι καλά γνωστή κατηγορία ενάντια στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» πως στην πραγματικότητα υπήρξε μια ταξική κοινωνία και δικτατορία είναι αρκετά σωστές. Ξανά όμως, οι αυθεντικές ταξικές σχέσεις -όπως σε κάθε άλλη κοινωνία που κυριαρχείται απ’ το κεφάλαιο- αποκρύπτονταν, κι η πολιτική εξουσία κι η θεσμική μνήμη, που τόσο λίγο έχει αξιολογηθεί, των πολιτικών οργανώσεων πήρε τη θέση τους. Η εργατική τάξη δεν κυβερνούσε ως τάξη, όμως οι κυβερνούντες ήταν κυρίως προλεταριακής καταγωγής, η κοινωνική ανέλιξη κι η ισότιμη αναδιανομή υπήρξαν ισχυρές και, σ’ αντίθεση με σήμερα, οι λαϊκές συνήθειες και αξίες έχαιραν εκτίμησης, οι αντιισόνομες τάσεις κρατούνταν αυστηρώς εντός αξιοκρατικών ορίων, κι η αστική εκδοχή της «αμαρτωλής περηφάνιας», του ατομικισμού, υποτιμήθηκε. Το Κόμμα υπήρξε το ορατό σημάδι πως παρά την πραγματική ανισότητα και καταπίεση, η κληρονομική αριστοκρατία -ο παραδοσιακός εχθρός όλων των πληβείων της ιστορίας- δεν θα αναγεννούνταν (και πράγματι δεν αναγεννήθηκε) και τα εσωτερικά πιστεύω του Κόμματος για μια Καλή Τάξη [Good Order] απέκλειαν (και καταδικάζαν ηθικά) κάθε περιφρόνηση κι αδιαφορία για τους φτωχούς. Σ’ αντίθεση με τις αστικές κοινωνίες, το Κόμμα -η «ηγετική δύναμη» μιας αρκετά κατασταλτικής κι εκμεταλλευτικής κρατικοκαπιταλιστικής τυραννίας- δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει την ανισότητα αλλά την ανακήρυξε μεταβατική, ίσως αναγκαία μα ουσιαστικά ένα απαράδεκτο φαινόμενο. Η πολιτική εξουσία στα χέρια των πληβείων δεν υπήρξε απολύτως μια ψευδαίσθηση, κι όσοι εξεγείρονταν ενάντια στα σοβιετικού τύπου καθεστώτα έπρεπε να απορρίψουν την ισότητα στο όνομα της ελευθερίας πιο σκυθρωπά από κάθε λεφτά νεοσυντηρητικό μιας εταιρείας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών του City του Λονδίνου ή από έναν αργόμισθο σε κάποιο think tank. Η εναντίωση στην ισονομία αποτελεί ένα απ’ τα πιο επίπονα καθήκοντα που αντιμετωπίζει κάθε ταξική κοινωνία και κάθε κοινωνιά καστών. Η απλή και δημόσια αντίθεση μεταξύ του δογματικά καθαρού Κόμματος και της δογματικά νοθευμένης («μεταβατικής») κοινωνίας προσέφερε μια χρόνια συμβολική λύση, η οποία προστατεύτηκε ως «λαϊκή εξουσία» που απειλούνταν από την ανισότιμη αταξία και τον δαίμονα της ιδιοτελούς, κερδοσκόπας, πλούσιας αστικής άρχουσας τάξης, αλλότριας στο κοινό καλό με τα συμφέροντά της ν’ αντιτίθονται μ’ αυτά των μαζών. Στην αρχή, το Κόμμα δεν γινόταν αντιληπτό ως μια άρχουσα τάξη καθώς τα παραδοσιακά υλικά προνόμια που συνεπάγονται στο ανήκειν σε μια άρχουσα τάξη δεν υπήρξαν ουσιαστικά ή χαρακτηριστικά του ανήκειν στο Κόμμα. Το χρηματικό ή βιοπολιτικό πλεονέκτημα εγγενές σε κάθε αριστοκρατική ή ταξική κοινωνία υπήρξε θολό κι αβέβαιο στην περίπτωση του Κόμματος. Ούτε υπήρξε η γενεαλογία κι η καταγωγή (αναπόφευκτη στην περίπτωση της ατομικής ιδιοκτησίας) ιδιαίτερα σημαντικές στην επιλογή των Κομματικών ελίτ, με εξαίρεση τη τελευταία περίοδό  του.

Το ήθος του κόμματος είχε γίνει αντιφατικό ακριβώς λόγω της ειλικρινούς ισονομίας του. Εξυμνούσε την πρόνοια και την κατανάλωση τη δεκαετία του 1960 κι έτσι διέλυσε τις πουριτανικές κι αλτρουιστικές ηθικολογίες του. Για να συντηρήσει τέτοιες πολιτικές χρειαζόταν πρόσβαση σε πίστωση, στο διεθνές εμπόριο, στις αγορές. Χρειαζόταν ρευστό κεφάλαιο, οπότε έπρεπε να επιτρέψει αέναες αναπτυσσόμενες ανισότιμες πρακτικές ώστε να διατηρήσει τόσο τα κίνητρα όσο και την νομιμοποίηση. Σταδιακά αντικατέστησε την υπόσχεση μιας μακρινής, μη-εκμεταλλευτικής, αταξικής, μη-καταπιεστικής, μη-αλλοτριωμένης κοινωνίας με την υπόσχεση μιας εσαεί αυξανόμενης καταλάνωσης, άνεσης και διασκέδασης. Κι έτσι, πρόσφερε ανταγωνισμό στη Δύση, όπου μπορούσε μόνο να χάσει.

Εξού η υπερβολικά πολιτική προσέγγιση των αλλαγών στην ανατολική Ευρώπη που φαίνεται τόσο παράξενη στους εξωτερικούς παρατηρητές. Οι Ανατολικοευρωπαίοι, είτε εκλεπτυσμένοι θεωρητικά είτε όχι, γνωρίζουν πως το προηγούμενο καθεστώς που μισούν ή αγαπούν δεν υπήρξε κάποιο είδος κομμουνιστικής κοινωνίας απαλλαγμένης των παραδοσιακών αρνητικών μιας σύγχρονης ταξικής κοινωνίας επικεντρωμένης στο κέρδος και τη ζημία, βλέπουν όμως τι έλαβε τη θέση του Κόμματος. Το Κόμμα εμφανίζεται, φυσικά, σαν ξεπερασμένο, γραφικό ή και χειρότερο, μα κυρίως σαν παρελθόν. Η υπόσχεσή του δεν ήταν (και δεν μνημονεύεται ως) απελεύθερωση αλλά ισότητα και σεβασμός για τους εργαζόμενους (με έμφαση στο αντρικό φύλο). Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι φαίνεται να ξεχνούν μερικά θεμελιώδη δομικά χαρακτηριστικά του Κόμματος.

Το Κόμμα ήταν οργανωμένο σαν ένα δίκτυο πυρήνων σε χώρους εργασίας, συνεπώς δεν ήταν επικεντρωμένο γύρω από εκλογικά σώματα (εκλογικές περιφέρειες) καθώς δεν υπήρχαν εκλογικές διαμάχες. Η εξουσία του Κόμματος δεν βασιζόταν στην ιδιωτική ζωή των πολιτών «στο σπίτι» (όπως για τα αστικά εκλογικά κόμματα στα «πλουραλιστικά» αντιπροσωπευτικά συστήματα) ως καταναλωτές και «οικογένειες» που αναπαύονται στις κατοικίες τους, αλλά βασιζόταν στους παραγωγούς. Ο κύριος στόχος ήταν η εξουσία επί των παραγωγών. Το καθήκον του Κόμματος ήταν η επιβολή των παραγωγικών στόχων, η κινητοποίηση για αυξημένη εντατικότητα και ταχύτητα της εργασίας, εργασιακή πειθαρχία, επιβολή μιας άμεσης αποδοχής επέκτασης της εργάσιμης ημέρας και συμπίεσης των πραγματικών μισθών, και η αποτροπή απεργιών (που έτσι κι αλλιώς ήταν παράνομες) και άλλων μορφών προλεταριακών διαμαρτυριών. Όπως δείχνουν οι κοινωνιολογικές έρευνες, τα αληθινά κέντρα εξουσίας υπήρξαν οι μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις και τραστ. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το μόνο αποτελεσματικό όπλο ενάντια στο Κόμμα υπήρξαν τα εργατικά συμβούλια, τόσο στην Ουγγαρία το 1956 όσο και στην Πολωνία απ’ το 1981 κι έπειτα (το Solidarność δεν ήταν συνδικάτο, αλλά δίκτυο εργατικών συμβουλίων, οργανωμένων όχι κλαδικά αλλά εταιρικά και περιφερειακά, ακριβώς όπως το «κομμουνιστικό» Κόμμα). Η μάχη βρισκόταν εκεί, στην πηγή της αληθινής εξουσίας.

Τα εργατικά συμβούλια ίσως να πολέμησαν το Κόμμα (έπρεπε να το κάνουν, παντού) όμως -προερχόμενα στη τελική απ’ την ίδια παράδοση, συνειδητά ή όχι- κάθε εξουσία βασισμένη σε κοινότητες παραγωγών δεν μπορεί να διατηρηθεί (όσο κατασταλτική ή όσο αποκλειστικά πολιτική κι αν είναι) υπό την κυριαρχία της αγοράς.

Στην Πολωνία, αρκετά συμβολικά, το Κόμμα κι ο εχθρός του, τα εργατικά συμβούλια, απέτυχαν μαζί. Και τα δύο κατέληξαν -για διαφορετικούς, ακόμη και πιθανώς αντίθετους, λόγους- να υποστηρίξουν το νέο καθεστώς της αγοράς, και συνεπώς έγιναν εξαιρετικά μη-δημοφιλή και έχασαν τη σημασία τους. Μέχρι τότε, η ειδική κι ιδιαίτερη εξουσία του Κόμματος είχε διαλυθεί σε μεγάλο βαθμό, με την μερική [partial] εξαίρεση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας [Ανατολική Γερμανία] -όμως, ακόμη κι εκεί, η εξουσία μοιραζόταν με τις σοβιετικές ρώσικες στρατιωτικές αρχές κι υπηρεσίες ασφαλείας- με διάφορους τρόπους. Στην Πολωνία, ήταν ο στρατός (παρά του παραδοσιακού φόβου του Κόμματος για Θερμιδόρ και Μπρυμαίρ, του βοναπαρτισμού), η χούντα των στρατηγών Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι, Florian Siwicki και Czesław Kiszczak, το πραξικόπημα της 13ης Δεκεμβρίου του 1981 (τεχνικά, ήταν αυτό που στη Λατινική Αμερική αποκαλείται autogolpe)[1] που έδωσε τέλος στην πρωτοκαθεδρία του Κόμματος. Σε άλλες χώρες, η Κομματική εξουσία είχε δοθεί στις υπηρεσίες ασφαλείας, στη τακτική κυβέρνηση, σε quangos[2], επιτροπές μεταρρυθμίσεων, διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων, στο Κεντρικό Γραφείο Σχεδιασμού, την Εθνική Τράπεζα, τα ερευνητικά ιδρύματα των Ακαδημιών των Επιστημών, περιφερειακά αφεντικά και τα αυξανόμενα ανεξάρτητα, φιλελεύθερα και/ή εθνικιστικά μήντια. Το Κόμμα έπεσε θύμα των μερικών [partial] κέντρων εξουσίας στην Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, κι εκεί η σκιώδης, προηγουμένως αρκετά ασήμαντη τακτική κυβέρνηση (το υπουργικό συμβούλιο) απέκτησε επιρροή.

Όμως, μέχρι τότε, όλοι οι κληρονόμοι του παραδοσιακού εργατικού κινήματος βρίσκονταν σε αποδιοργάνωση. Ας θυμηθούμε αυτά τα ευρωπαϊκά κινήματα: 1977-1979: το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας συμμάχησε με την αστική τάξη, το Βατικανό και τις μυστικές υπηρεσίες στην πάλη ενάντια στην ακροαριστερά, χαίρετισε το ΝΑΤΟ, πρότεινε μέτρα λιτότητας και μια δεύτερη εκδοχή του ιστορικού συμβιβασμού, καταδίκασε τη σοβιετική δράση στο Αφγανιστάν (κι αργότερα το πολωνικό πραξικόπημα). Το ρουμανικό καθεστώς του Νικολάε Τσαουσέσκου στρέφεται απ’ τον «εθνικό κομμουνισμό» στον απροκάλυπτο φασισμό με μισομαοϊκά σύνεργα και τεχνικές «πολιτιστικής επανάστασης» που χρησιμοποιήθηκαν για εθνικιστικούς σκοπούς· ανοιχτή δίωξη των μειονοτήτων. 1979: ξεκινά η μακρά βασιλεία της κυρίας Θάτσερ, το Εργατικό Κόμμα -ιδίως η αριστερή φραξιά του- ηττείται, στρίβει προς τα δεξιά, ηττούνται τα συνδικάτα κι η απεργία των ανθρακωρύχων, ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές. 1981: στρατιωτικό πραξικόπημα στην Πολωνία ενάντια στα εργατικά συμβούλια (στο Solidarność). 1981-1982: το κοινό πρόγραμμα του Μιτεράν και των κομμουνιστών ανακαλείται λόγω πιέσεων. Η σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας και της Αυστρίας συμμαχεί με τη Σοβιετική Ένωση ενάντια στο Solidarność (και με τις ΗΠΑ και τη Θάτσερ ενάντια στον Μιτεράν). Ο σεπαρατιστικός εθνικισμός κι οι ριζικές μεταρρυθμίσεις της αγοράς διαλύουν τη Γιουγκοσλαβία. Οι διανοούμενοι της Ανατολικής Γερμανίας μεταναστεύουν μαζικά στη Δύση. Η δυτικογερμανική ακροαριστερά αφοπλίζεται και διαλύεται, εν μέρει προσέρχεται στους Πράσινους. Η δημοκρατική αντιπαράθεση (διαφωνία) εμφανίζεται ανοιχτά στην Ουγγαρία και ρίχνει το γάντι. Ο Γιούρι Αντρόπωφ, αρχηγός της KGB εκλεγμένος από τη Γενική Γραμματεία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, ολοκληρώνει τη 18η Μπρυμαίρ που ξεκίνησε στη Βαρσοβία. Ο στρατηγός Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι ονομάστηκε επίσης Πρώτος Γραμματέας του Κόμματος.

Οι δημοκρατικές/ρεφορμιστικές, κατασταλτικές/δικτατορικές, χειραφετικές/αυτονομίστικες εκδοχές του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού οδεύαν όλες τους προς τον αφανισμό.

***

Στην ανατολική Ευρώπη, ο καπιταλισμός χωρίς αστική τάξη αντικαταστάθηκε από τον καπιταλισμό χωρίς αστική τάξη. Όλα αυτά έγιναν ακριβώς όταν η στρατηγική θέση στην οποία είχαν εδραιωθεί τα πάλαι πότε θεμελιακά θεμέλια του Ενός Κόμματος εξαφανίστηκαν στη Δύση: ο αστερισμός του δομικού δεδομένου κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας -η ύπαρξη μιας τάξης ιδιοκτητών και μιας τάξης ακτήμονων, με το χρήμα και το συμβόλαιο να μεσολαβούν την μεταξύ τους σχέση- ο οποίος φαινόταν ταυτόσημος με την πολιτική αντιπαράθεση πολιτιστικών-πολιτικών ομαδοποιήσεων που ταυτοποιούνταν σε μεγάλο βαθμό με τους μεγάλους ανταγωνιστές (αστική τάξη και προλεταριάτο) έχασε τη σημασία του. Η ηγεμονική κουλτούρα κι η αντικουλτούρα (ή, αντιηγεμονική κουλτούρα), η αντισοσιαλιστική κι η σοσιαλιστική κουλτούρα, φαίνονταν να είναι περισσότερα απ’ όσα ήταν· μπορούσαν ειλικρινώς να πιστεύουν πως «εκπροσωπούσαν» κάτι περισσότερο απ’ αυτά που ήταν: είτε «τη Τάξη» (την οργανωμένη, στρατευμένη, ορθά σκεπτόμενη εργατική τάξη, φορέα ενός μετακαπιταλιστικού μέλλοντος) είτε τον «πολιτισμό» (έναν υποτιθέμενο συνδυασμό παράδοσης, ατομικής ελευθερίας, κοινής λογικής, έθνους, θρησκείας, οικογένειας, επιλογής κλπ).

Οι τεχνολογικές αλλαγές, η εκτόνωση της σύγκρουσης από το κράτος πρόνοιας σ’ Ανατολή και Δύση, η αύξηση των πραγματικών μισθών και της απασχόλησης, οι αλλαγές στο περιβάλλον, την υγεία, την υγιεινή, τα σεξουαλικά ήθη και τον ελεύθερο χρόνο, η πολιτιστική βιομηχανία, η ιδιοκατοίκηση, η κατοχή μετοχών, το αυτοκίνητο, η αταξικότητα της λαϊκής κουλτούρας, η ήττα του αριστερού ριζοσπαστισμού (1968-1979), η επιδείνωση των φυλετικών συγκρούσεων κι η άνοδος του πολιτικού ισλάμ, συνεισφέραν στην εξαφάνιση της τάξης απ’ την επιφάνεια – επειδή, φυσικά, η τάξη συνεχίζει να υπάρχει, αλλά προσχώρησε στα υπόλοιπα μυστικιστικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που κρύβονται στο βάθος. Η έλλειψη σημασίας της είναι πολιτική, οπότε προσχώρησε στις άλλες πτυχές της αστικής κοινωνίας όπως ορίζονται απ’ την αστική τάξη: ο διαχωρισμός των σφαιρών, σ’ αυτή την περίπτωση της πολιτικής απ’ την οικονομία, τώρα επεκτείνεται στο προλεταριάτο το οποίο έχει χάσει την πολιτική του ταυτότητα.

Στο σοβιετικό μπλοκ, η ιστορική και φιλοσοφική φιγούρα του προλετάριου συνδεόταν με την κεντρικότητα του Κόμματος ως προστάτη της πολιτικής ταυτότητας της εργατικής τάξης. Η «λαϊκή εξουσία» ή «προλεταριακή εξουσία» μετασχηματίστηκε μετά της μεταρρυθμίσεις της αγοράς τις δεκαετίες του 1960 και 1970 σε καθαρή και συνηθισμένη κρατική εξουσία, κι οι κομισάριοι έγιναν διευθυντές και κυβερνώντες χωρίς τον μυστικισμό της άσκησης εξουσίας για έναν τελικό -και, για τους στόχους της λαϊκής εξουσίας, διεστραμμένο- σκοπό που εσαεί απέτρεπε το Κόμμα απ’ το να νομιμοποιήσει επιτυχημένα μια διαχωρισμένη εξουσιαστική δομή κι ένα εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα χωρίς να το θέτει στην προοπτική ενός θεμελιακά διαφορετικού (κομμουνιστικού) μέλλοντος. Ο 20ός αιώνας, υπό την αιγίδα -σύμφωνα με τον Μπαντιού- του passion du réel, δηλαδή, μια δέσμευση στην αλλαγή του κόσμου και την αλλαγή του εαυτού, είχε εξαγνιστεί διαμέσου της δίδυμης ήττας του ιδεολογικού και θεωρητικού κομμουνισμού (σύμφωνα με τον Γκυ Ντεμπόρ, αυτοί οι δύο είναι θανάσιμοι εχθροί) και οδήγησε σε μια ταπεινή και μετριόφρον αποδοχή του παρόντος, γνωστού πολιτιστικά απ’ το βιβλίο Μπουβάρ και Πεκισέ. Αυτός ο ενστερνισμός της ήττας συνεπήρε σε μεγάλο βαθμό έως το 1989 την ανατολική Ευρώπη.

Η καταγωγή της αλλαγής του καθεστώτος στο σοβιετικό μπλοκ υπήρξε πολιτική. Η υπόσχεση των αρχικών δημοκρατικών κινημάτων -ο κανόνας δικαίου, ένα ανταγωνιστικό εκλογικό σύστημα, αναγνώριση δικαιωμάτων, λήξη της λογοκρισίας, κατάργηση παράλογων περιορισμών (πχ, στα ταξίδια)- υπήρξε ισόνομη, με τη συνταγματική και νομική έννοια, και σε καμία περίπτωση δεν αντιτίθονταν στο κύριο επίσημο δόγμα του προηγούμενου καθεστώτος (και δεν εννοώ τις καταχρήσεις αυτού του καθεστώτος, όπως ο εθνικισμός, ο ρατσισμός κι ο ετεροσεξισμός, οι οποίοι παραβιάζαν τις δηλωμένες αρχές του) έθεσαν όμως το πεδίο αντιπαράθεσης σθεναρά μακρυά απ’ την παραγωγή. Στην Ουγγαρία, στο μόνο ριζοσπαστικό επεισόδιο της δημοκρατικής μεταβατικής περιόδου -η «τέσσερις φορές ναι» εκστρατεία του δημοψηφίσματος, της οποίας υπήρξα ένας εκ των κύριων ομιλητών- η κοινή γνώμη απαίτησε το τέλος των κομματικών πυρήνων στους χώρους εργασίας και στην παρομοίως βασισμένη στους χώρους εργασίας παραστρατιωτική κομματική πολιτοφυλακή, αναγκάζοντας συνεπώς το κόμμα να ανταγωνιστεί με τις νέες πολιτικές δυνάμεις σε ένα πεδίο όπου οι άνθρωποι δεν ήταν απασχολούμενοι και συνάδελφοι αλλά καταναλωτές, ενοικιαστές, ιδιοκτήτες κατοικιών και ιδιώτες πολίτες με την πλήρη έννοια της λέξης. Η πολιτική περιοριζόταν στον χώρο εργασίας πριν το 1989, κι απαγορεύτηκε στον χώρο εργασίας μετά το 1989.

Από μια κατάσταση απόλυτης ανελευθερίας, οι Ανατολικοευρωπαίοι περάσαν σε μια κατάσταση ελευθερίας των ανελεύθερων. Από μια δόλια ψευδοϊσότητα (απ’ τη δεκαετία του 1960 κι ύστερα, η Νορβηγία κι η Ιαπωνία ήταν περισσότερο ισόνομες αναφορικά με το εισόδημα και τη στέγαση απ’ ότι οι χώρες του Κομεκόν/Συμφώνου της Βαρσοβίας) περάσαν σε μια ισότητα των ανίσων (παρεμπιπτόντως, αυτός είναι ο αριστοτελικός ορισμός της δημοκρατίας). Καθώς ο θεμελιακός δομικός καθορισμός του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους -ο διαχωρισμός των παραγωγών απ’ τα μέσα παραγωγής, ενώ είναι μόνο η συνένωση αυτών των δύο που επιτρέπει την εμπορευματική παραγωγή, μια συνένωση που καθίσταται εφικτή (και μεσολαβείται) μόνο απ’ το χρήμα (η εθελοντική και ρυθμισμένη πώληση της εργασιακής δύναμης)- παρέμεινε στη θέση του καθόλη τη σοβιετική περίοδο, δεν αποτέλεσε έκπληξη για τους ακτήμονες (δηλαδή, για τον πληθυσμό χωρίς κεφαλαιακή περιουσία, προηγουμένως γνωστοί ως προλετάριοι). Η προσδοκία ήταν πως η απρόσωπη ιδιοκτησία περιουσιακών στοιχείων -μια τάση που είχει ήδη παρατηρηθεί απ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς: από τον ατομικό ιδιοκτήτη στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στον ιδεατό συνολικό καπιταλιστή, τον κρατικό παράλληλο της αυξανόμενης αυτονομίας κι υπεροχής του εκτελεστικού βραχίονα της κυβέρνησης- που έφτασε στο οξύτερο σημείο της, στο απόγειό της στον «σοσιαλισμό», δηλαδή στον τυραννικό-γραφειοκρατικό κρατικό καπιταλισμό, θα αντικαθιστώνταν απ’ την ιδιοκτησία, τον έλεγχο και την κοινωνική επιρροή της αστικής τάξης.

Λοιπόν, αυτή η αστική τάξη δεν πραγματώθηκε στην πρώην σοβιετική ανατολική Ευρώπη. Πρώτον, η μετά βίας ανταγωνιστική ανατολικοευρωπαϊκή οικονομία, απελευθερωμένη απ’ τους περιορισμούς και τους προστατευτικούς φραγμούς (και τα πλεονεκτήματα που τις επέφερε η απειλή της σοβιετικής στρατιωτικής ισχύος), επί το πλείστον καταστράφηκε. Οι κρατικές επιχειρήσεις που εξαγοράστηκαν σε χαμηλότατες τιμές από τις πολυεθνικές έκλεισαν κι οι καταναλωτικές αγορές τους ναυτολογήθηκαν δια βίας. Μια νέα ουτοπία μιας κοινωνίας χωρίς βιομηχανική κι αγροτική παραγωγική, μόνο υπηρεσίες και κατανάλωση, δημιουργήθηκε αμέσως μαζί με πρωτοφανή ανεργία όπου τεράστιες μάζες ανθρώπων απλώς συνταξιοδοτήθηκαν όντας ακόμη νέοι. Ο φιλελεύθερος μύθος σύμφωνα με τον οποίο η εξάρτηση των ανθρώπων στο κράτος (την κυβέρνηση) θα μειονώταν μετά την πτώση του «σοσιαλισμού» αποδείχτηκε τραγικά λαθεμένη: οι άνθρωποι εξαρτώνται στο κράτος για την επιβίωσή τους περισσότερο παθητικά κι ολοκληρωτικά από ποτέ. Οι ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν ούτε μια μέρα χωρίς συνολικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας που παρόμοιά τους δεν υπήρξαν στη Δύση ή την «κομμουνιστική» Ανατολή πριν το 1989. Είναι αυτά τα αναγκαία προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας που τα ανατολικοευρωπαϊκά «φιλελεύθερα δημοκρατικά» κόμματα και κυβερνήσεις προσπαθούν να περικόψουν δραστικά, διευκολύνοντας συνεπώς τον δρόμο για τον μεταφασισμό[3] που υπόσχεται κοινωνικά προνόμια για την μεσαία τάξη, τρόμο για τις εθνικά και σεξουαλικά προσδιορισμένες «εγκληματικές τάξεις» (μετανάστες και Ρομά), αυταρχικότητα, υποταγή, συνεκτικότητα, αθλητικότητα, καθαρότητα και καμία ανοησία για κάθε αρτιμελή, νεαρό, άντρα, λευκό, αυτόχθονο, ετεροφυλόφιλο, «χριστιανό» μη-Εβραίο.

Ούτε ακόμη κι ο απρόσωπος, αφηρημένος, απόμακρος, πολιτικά υπεραισθητός χαρακτήρας του κεφαλαίου δεν έχει αλλάξει. Συλλαμβάνεται απ’ την κοινή γνώμη σαν μια σκευωρία απόντων γαιοκτητών και βασιλιάδων πέρα από τη θάλασσα μα, φευ, δεν υπάρχουν λόρδοι και βασιλιάδες, μόνο επενδυτικά ταμεία, παγκόσμιες τράπεζες και διαεθνικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες οι οποίες δεν έχουν βούληση και κοσμοθεωρία αλλά απλώς υπακούν την αφηρημένη προσταγή της ανάπτυξης, της διεύρυνσης και της συσσώρευσης. Η μόνη αληθινή καινοτομία είναι το ανταγωνιστικό εκλογικό (πολυκομματικό) σύστημα, μαζί με τον αυξημένο ρόλο του δικαστικού συστήματος και των μη-λογοκρινόμενων μήντια. Θα ήταν άκαρδο -και λαθεμένο- να πούμε πως αυτό δεν επέφερε καμία πραγματική αλλαγή προς το καλύτερο. Τουλάχιστον έδωσε ευχαρίστηση σε εκατομμύρια ανθρώπων, που είδαν με χαρά την αμηχανία των πρώην περήφανων αφεντάδων τους και απέλευσαν στην αταξία, την ασέβεια και μια εύθυμη επίδειξη μίσους. Για τους Ανατολικοευρωπαίους υπήρξε μια νέα εμπειρία -ενώ στη Δύση ήταν αρκετά κοινότυπη- η ανοιχτή απέχθεια προς τους ανώτερους, η έκφραση του καρναβαλικού ισονομικού αισθήματος του να κυβερνάσε από ηλίθιους.

Αν ψάχνουμε για σημάδια, ας διαβάσουμε Μπένγιαμιν, όπως τον παρέθεσε και ερμήνευσε η Έσθερ Λέσλι:

[Μέσα στο αυτόματο σκάκι υπήρχε][4] στην πραγματικότητα ένας καμπούρης νάνος, οποίος ήταν εξαίρετος παίκτης σκακιού, [και ο οποίος] καθόταν στο εσωτερικό και μέσω σχοινιών χειριζόταν τα χέρια της μαριονέτας. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ένα φιλοσοφικό αντίστοιχο αυτής της συσκευής. Η μαριονέτα γνωστή ως «ιστορικός υλισμός» θεωρείται πως πάντα θα κερδίζει. Μπορεί να συναγωνιστεί με τον καθένα αν τα σχοινιά ελέγχονται απ’ τη θεολογία, η οποία σήμερα, όπως λέει η ιστορία, είναι μικρή και άσχημη και πρέπει, έτσι όπως είναι, να μείνει μακρυά απ’ τα βλέμματα. (Έσθερ Λέσλι, Walter Benjamin: Overpowering Conformism, εκδόσεις Pluto Press, σελ. 172-173)

Ο νάνος, η θεολογία, «ίσως αναπαριστά μια στιγμή του Πνεύματος, ή της συνείδησης, που υποτίθεται πως “πρέπει να κερδίσει”, μπορεί όμως να κερδίσει μόνο αν η τάξη ανακάμψει αρκετά ώστε να “τιθασεύσει” τη τεχνολογία της».

Οι Ανατολικοευρωπαίοι αναγκάστηκαν να κατανοήσουν τις αλλαγές τις οποίες υπόκεινταν από συνθήκες που υφίστανται, επιφανειακά, σαν μια ακόμη περίπτωση ενός απελευθερωτικού αντικατοπτρισμού και, βαθύτερα, σαν πολιτική, και συνεπώς σαν υποκείμενο σ’ έναν φιλοσοφικό σχηματισμό της βούλησης. Η πολιτική θεολογία -κοινό στοιχείο των Ερνστ Μπλοχ, Βάλτερ Μπένγιαμιν και, ναι, Λέο Στράους και Καρλ Σμιτ- μπορεί πολύ καλά ν’ αποδειχτεί να είναι ο νάνος μέσα στην μηχανή. Το διακύβευμα όταν μιλάμε για το 1989 είναι ένα ζήτημα αξιοπρέπειας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ σίγουρα είχε εγκαταλείψει κάθε είδος σοσιαλιστικού εγχειρήματος, επέμενε να εκπροσωπεί μια ισόνομη νοοτροπία, σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη εξουσιαστική δομή στην παγκόσμια ιστορία. Η τιμή που πλήρωσε ήταν ο δεσποτισμός. Τώρα που δόθηκε τέρμα στον δεσποτισμό, η επανεδραίωση της πληβειακής αξιοπρέπειας είναι η έναρξη κάτι καινούριου.

Ο νάνος στην μηχανή θα μας δείξει ότι αλλάζει μόνο το πολιτικό, μια ελευθερία που σταματά στις πύλες του εργοστασίου (ή την πόρτα του γραφείου), ένας δυϊσμός όπου ο ελεύθερος πολίτης δεν είναι παρά ένας κώδικας που εκτελεί τεχνολογικά σχεδιαγράμματα κι αλγόριθμους ενώ στο σπίτι είναι -ως πολίτης- κυρίαρχος, κι αυτός ο δυϊσμός θ’ αναπαράγει πάντα αυτό απ’ το οποίο πιστεύουμε πως έχουμε ξεφύγει για πάντα. Ο κλασσικός καπιταλισμός είχε κρύψει την «οικονομία» κι έτσι κατέστησε ικανή μια πολιτική επανάσταση ηγούμενη από κομμουνιστές η οποία, μολαταύτα, δεν άγγιξε το επίκεντρο της εκμετάλλευσης. Ο σύγχρονος καπιταλισμός κρύβει επίσης και την πολιτική. Οι Ανατολικοευρωπαίοι είναι προορισμένοι να γνωρίζουν πως οι πολιτικοί αγώνες ισχύος συνδέονται εσωτερικά με τα βασικά της ζωής, καθώς η καθαρή πολιτική δημοκρατικού τύπου δεν βελτίωσε τις ζώες τους επειδή δεν ασχολήθηκε με τα μυστικιστικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος.

Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, επιτρέψτε μας να καταπιαστούμε μ’ ένα πρόβλημα κοινό σε Δύση κι Ανατολή, το πρόβλημα της ισότητας, ώστε να επιδείξουμε την ιδιαιτερότητα μιας εξέλιξης επακόλουθης του θριάμβου και της πτώσης της επανάστασης, ενός καπιταλισμού της αγοράς πλήρως ξένου στις δημοκρατικές προσδοκίες του 19ου αιώνα -ελευθερία, υποκειμενικότητα, αυτονομία- τα ίχνη της οποίας μπορούν ακόμη να βρεθούν στη δυτική αυτοεικόνα του ύστερου καπιταλισμού.

Είναι ευρέως αποδεκτό πως ο κύριος παράγοντας της ισότητας στη σύγχρονη ταξική κοινωνία είναι το κράτος, η μόνη δύναμη ικανή να επιβάλλει και να εφαρμόσει αναδιανομή, διοχετεύοντας -σε μερικά καθεστώτα, όπως το σοσιαλδημοκρατικό προνοιακό κράτος- την περιουσία που απέσπασε μέσω φορολογίας απ’ τα κεφαλαιακά περουσιακά στοιχεία προς τους πολίτες που δεν κατέχουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία, μέσω διάφορων μηχανισμών, από την κοινωνική αλληλεγγύη έως τις κρατικές επενδύσεις δημοσίου συμφέροντος. Αυτή η λετουργία του κράτους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από δύο διαπλεκόμενες δυνάμεις: τη ταξική πάλη και την μάχη για ηγεμονία. Εδώ, είναι σημαντικό να ανακαλέσουμε μια διάκριση που έκανε ο Νίκος Πουλαντζάς στο κείμενο «Προλεγόμενα στη Μελέτη για την Ηγεμονία στο Κράτος» (στο ανθολόγιο Πουλαντζάς: Κείμενα – Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος, εκδόσεις Νήσος), ονομαστικά πως η γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας έρχεται σ’ αντίφαση με την «υποκειμενιστική» άποψη του νεαρού Μαρξ στην οποία το υποκείμενο είναι πλήρως αλλοτριωμένο κι η υποκειμενικότητά του προβάλλεται στον μαγεμένο Κάτω Κόσμο της «ιδεολογίας», αναγκαστικά από μια «ψευδή συνείδηση», ενώ στην ηγεμονία απασχολούμαστε με κάτι αντικειμενικό, δηλαδή πολιτικό.

Στο νεωτερικό κράτος, οι πολιτικοί άνθρωποι υπάρχουν διαφορετικά απ’ τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουν στη σφαίρα της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή η παγίωση του πολιτικού ανθρώπου ως ελεύθερου ατόμου, ίσου με τ’ άλλα, δεν συγκροτεί ως τέτοια μια μυστικιστική «ιδεολογία». Συνίσταται σε μια πραγματική σχέση μεταξύ των ανθρώπων -μολονότι μια αφηρημένη και τυπική σχέση- αλλά μόνο στην πολιτική σφαίρα, σε μια αντικειμενική δομή που απαιτείται απ’ τις σχέσεις της ταξικής κυριαρχίας στον καπιταλιστικό σχηματισμό. Ο ειδικός ρόλος των ιδεολογιών συνίσταται στην επίλυση, μέσω πολυάριθμων μεσολαβήσεων, της πραγματικής διαίρεσης των ανθρώπων-παραγωγών σε ιδιωτικά όντα και δημόσια όντα, στην παρουσίαση -κι αυτό είναι που αποτελεί τον «μυστικιστικό» τους χαρακτήρα- των πραγματικών τους σχέσεων στην κοινωνία των πολιτών σαν ένα αντίγραφο των πολιτικών τους σχέσεων, πείθοντάς τους πως εκείνο που είναι οικουμενικά είναι η πολιτικές τους σχέσεις εντός του κράτους. (Ό.π.)

Τόσο στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» (δηλαδή γραφειοκρατικό κρατικό καπιταλισμό) και στον «κανονικό καπιταλισμό», δηλαδή βασισμένο στην ατομική ιδιοκτησία καπιταλισμό της αγοράς, το κράτος βλέπεται τυπικά σαν ένας ταξικά ουδέτερος οργανισμός με την πολιτική υπηρεσία ως την «καθολική τάξη» στο τιμόνι του. Τυπικά πάλι, η ουδετερότητα του κράτους διασφαλίζεται αφενός απ’ τη δυνητικά αταξική κοινωνία που είναι τόσο ο θεμελιώδης «στόχος του κράτους» όσο και μια υποτιθέμενη «πραγματικότητα» στην πρώτη περίπτωση [«υπαρκτός σοσιαλισμός»], και αφετέρου από τον κανόνα δικαίου ο οποίος υποτίθεται πως επικεντρώνεται στη δικαιοσύνη και το δίκιο ως «στόχο του κράτους» στη δεύτερη περίπτωση [«κανονικός καπιταλισμός»].

Θα μπορούσε να ειπωθεί πως και στις δύο περιπτώσεις -όποια κι αν είναι τα εμπειρικά δεδομένα- είναι μια κάποιου είδους ισότητα που ορίζει την πολιτειακή συνθήκη. (Σ’ αντίθεση με τον φασισμό). Οι διαφορές είναι διακριτικές αλλά σημαντικές. Στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» το ίδιο το κράτος θεωρείται μόνο ως υπηρέτης που υπηρετεί πρώτα την καθολική-τάξη-εν-τη-γενέσει, το προλεταριάτο, και δεύτερον το Κόμμα. Το ισόνομο χαρακτηριστικό του «σοσιαλιστικού κράτους» αποτελεί μια συνέπεια της διεστραμμένης θέσης του: το κράτος σαν ένα όργανο καταπίεσης που θα πρέπει να απονεκρωθεί -σε μια δυνητικά αταξική κοινωνία δεν υπάρχει κανείς να τον καταπιέσει το κράτος- οπότε το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να πιέσει προς μια ισόνομη κατεύθυνση και να δει τον κρατικό καπιταλισμό να το αποτρέπει απ’ το να εξελιχθεί στην κατεύθυνση μιας πλήρως ανεπτυγμένης εκμεταλλευτικής ταξικής κοινωνίας. Ο πυρήνας αυτούς είναι, φυσικά, το Κόμμα. Το Κόμμα αναπαριστά τον σύνδεσμο μεταξύ θεωρίας και παραγωγής. Η θεωρία είναι μια θεωρία απελευθέρωσης, και στο σημείο της παραγωγής το Κόμμα αναπαριστά τον έλεγχο, με ηθικά κίνητρα, μέσω μιας ηθικής αυταπάρνησης, αλτρουισμού, δέσμευσης κι εθελοντικής προσπάθειας, δηλαδή, μια αντιθεωρία στην θεμελιακά ηδονιστική (ή ευδαιμονιστική) φιλοσοφία του μαρξισμού.

Αυτό θα προκαλούσε τη θεμελίωση (και τη διάλυση) του ντιμπέιτ αναφορικά με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» σε μια συζήτηση του κανονιστικού περιεχομένου του «σοσιαλισμού». Οι αιρετικοί -στην παράδοση των οποίων κι ανήκω- θα έλεγαν «αυτό δεν είναι σοσιαλισμός», ενώ το Κόμμα, φυσικά, θα έλεγε το αντίθετο. «Στάλιν, είσαι προδότης!», φώναξε ο Βίλλι Μύντσενμπεργκ. Στις ύστερες φάσεις της σοβιετικού τύπου κοινωνίας, η δεύτερη γενιά διαφωνούντων (συχνά οι ίδιοι άνθρωποι στη δεύτερη πράξη της ζωής τους) θα έλεγαν πως κανένα είδος «σοσιαλισμού» δεν αρκεί, ούτε «υπαρκτός» ούτε «ουτοπικός».

Αυτή υπήρξε η στιγμή που η ιδιαιτερότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» έφτασε στο τέλος της. Πριν όμως απ’ αυτό, το 1956 ή το 1968, η σύγκρουση ήταν κανονιστική και φιλοσοφική. Ο «αληθινός σοσιαλισμός» εναντιωνόταν στον «ψευδή σοσιαλισμό», η ορθή ιδεά για το Κόμμα έπρεπε να έρχεται σ’ αντίφαση με τη λάθος ιδέα για το Κόμμα. Έτσι είναι που επαληθεύτηκε πως οι ισόνομες κλίσεις του Κόμματος δεν υπήρξαν υποκατάστατο της απελευθέρωσης. Ανακαλύφθηκε πως η αληθινή ισότητα θα μπορούσε μόνο να υπάρξει συνέπεια (και φιλοσοφικά, συμπέρασμα) της απο-αλλοτρίωσης και απο-πραγμοποίησης. Η καθαρή φιλοσοφική πολιτική δεν ήταν αρκετή, και επιπλέον: για την πραγματική απελευθέρωση χρειαζόταν μια κριτική φιλοσοφία, με άλλα λόγια, μια προλεταριακή πολιτική, κριτική με την έννοια της αποκάλυψης των υποβόσκουσων, μυστικιστικών καθορισμών της κοινωνικής ζωής. Η απελευθερωτική θεωρία του Κόμματος που συναντούσε την εκμετάλλευση στο σημείο της παραγωγής, αποτυγχάνει καθώς δεν αντιμετωπίζει την κύρια αντίφαση: τον διαχωρισμό του παραγωγού απ’ τα μέσα παραγωγής, τον οποίο διαχωρισμό τον επιβάλλει εδώ το Κόμμα κι όχι η αγορά. Όντας όμως φιλοσοφικό, σ’ αντίθεση με την αγορά, αποτυγχάνει φιλοσοφικά: το Κόμμα μπορεί να διαψεσθεί (και διαψεύστηκε), ενώ η αγορά, η οποία δεν μιλάει, όχι.

Και το Κόμμα και η αγορά μπορούν να εξισώσουν τους ανθρώπους μόνο ως καταναλωτές («ιδιωτικά όντα»), το οποίο σημαίνει διατηρώντας μια ιεραρχία που είναι ελεύθερη να εξισωθεί ή όχι. Μπορεί να εξαναγκαστεί (και γίνεται συχνά) να επιδιώξει ισόνομες πολιτικές, αλλά με το κράτος να είναι ουδέτερο δεν μπορεί «φυσικώς» να εσωκλείσει την αρχή της ισότητας και αντιφάσκει μ’ αυτή με τη βία, όντας αυτό που είναι. Την ίδια στιγμή, η ανισότητα διαψεύδει τους ισχυρισμούς του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και δεν μπορεί να διαψεύσει τους ισχυρισμούς του καπιταλισμού της αγοράς.

Η λεγόμενη κομμουνιστική κληρονομιά στην Ανατολική Ευρώπη -και κάποια μέρα και στην Κίνα και το Βιετνάμ- σημαίνει πως κανείς δεν είναι ικανοποιημένος με την σιωπή της αγοράς. Η ανισότητα δεν θεωρείται δεδομένη, και συνεπώς μόνο η δύναμη που προσφέρει δικαιολόγιση για την ανισότητα (ο μεταφασισμός) μπορεί να βρει ευρύ κοινό. Οι φιλελεύθερες αποκρίσεις στον μεταφασισμό δεν είναι ικανοποιητικές επειδή επιβεβαιώνουν ένα είδος ανισότητας (το ανταγωνιστικό είδος) ενώ επικρίνουν ένα άλλο (το φυλετικό ή εθνοτικό είδος), υπονομεύοντας τους ισόνομους ισχυρισμούς τους, και συνεπώς εμφανιζόμενες ως -και πιθανώς όντας- υποκριτικές. Το δίλημμα του Κόμματος (νομιμοποίηση της απελευθέρωσης και νομιμοποίησης της ισότητας, εναρμονίζοντας τα δύο μέσω του ηθικού τρόμου του παραγωγιστικού και συσσωρευτικού καταναγκασμού ενώ προσπαθεί να είναι ο εκπρόσωπος των παραγωγών ακριβώς στον χώρο εργασίας τους) έχει επιλυθεί απ’ την απόλυτη ήττα του ενώ προσπαθούσε να είναι ευγενέστερο στους καταναλωτές. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αυτή η λύση είναι η αγορά με την έννοια μιας εξόδου απ’ την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Είναι απλώς η επίδειξη πως εξ αρχής η αγορά υπήρξε το μυστικό της σοβιετικής κοινωνίας. Το Κόμμα είχε αντικαστήσει την αγορά, συνεπώς είχε γίνει η αγορά.

Οι Ανατολικοευρωπαίοι έχουν μια ενστικτώδη γνώση αυτού. Όταν προσυπογράφουν στο ψέμα σύμφωνα με το οποίο «τίποτα δεν συνέβη στ’ αλήθεια», έχουν μια ακαθόριστη συνείδηση μιας θεμελιακής θέσης που έμεινε αμετάβλητη: δεν υπήρξαν ποτέ, ούτε είναι και τώρα, οι ιδιοκτήτες. Μπορεί να τους προσφέρονται αγαθά κι υπηρεσίες από αναδιανεμητικές πολιτικές αν καταφέρουν να εξαναγκάσουν το κατεστημένο να ενδώσει στις, κυρίως αλλά όχι πάντα, καταναλωτικές τους διεκδικήσεις, αλλά αυτές οι πολιτικές μπορούν προφανώς πάντα ν’ αντιστραφούν αν η δύναμή τους μειωθεί. Η αντιφατική, διλημματική νομιμοποιητική στρατηγική του Κόμματος μας έχει διδάξει πως η ισότητα μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με μια, μέχρι σήμερα ανύπαρκτη, αντιστροφή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Παρά την αποτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης και των επακόλουθών της, ή ίσως λόγω αυτής, το κομμουνιστικό ερώτημα παραμένει.

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Μ.]: Το autogolpe είναι είδος πραξικοπήματος στο οποίο κάποιος που απέκτησε την εξουσία του με νόμιμα μέσα διαλύει τα νόμιμα νομοθετικά σώματα και δίνει στον εαυτό εξουσίες που δεν προβλέπονταν νομικά.
2. [Σ.τ.Μ.]: Οι quangos είναι οιονεί αυτόνομες μη-κυβερνητικές οργανώσεις, υβριδικές μορφές οργάνωσης που έχουν τόσο στοιχεία ΜΚΟ όσο και στοιχεία σωμάτων του δημόσιου τομέα. Σ’ αυτές τις οργανώσεις η κυβέρνηση μεταβιβάζει ένα τμήμα της εξουσίας της και εν μέρει τις ελέγχει και τις χρηματοδοτεί.
3. [Σ.τ.Μ.]: Για τον μεταφασισμό, βλέπε το κείμενο του Tamás, «Για τον Μεταφασισμό: Η Υποβάθμιση της Καθολικής Ιδιότητας του Πολίτη» στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://2008-2012.net/2016/05/05/για-τον-μεταφασισμό-η-υποβάθμιση-της-κ
4. [Σ.τ.Μ.]: Ο γνωστός Μηχανικός Τούρκος. Κατασκευάστηκε το 1770 απ’ τον Ούγγρο συγγραφέα κι εφευρέτη Wolfgang von Kempelen. Υποτίθεται πως ήταν ένα αυτόματο που έπαιζε σκάκι. Στην πραγματικότητα ήταν απάτη. Εντός του υποτιθέμενου αυτόματου κρυβόταν ένας σκακιστής ο οποίος και το χειριζόταν. Ο Kempelen το επινόησε για να εντυπωσίασει την αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία. Μεταξύ των ατόμων που ηττήθηκαν απ’ τον Μηχανικό Τούρκο ήταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης κι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος.

Advertisements