Το παρακάτω άρθρο που μεταφράσαμε γράφτηκε από την Angela Nagle, συγγραφέα του βιβλίου Kill All Normies: From 4chan and Tumblr to Trump and the Alt-Right. Δημοσιεύτηκε στο αμερικάνικο σοσιαλιστικό περιοδικό Jacobin.

Η πρόσφατη μεταφορά στην μικρή οθόνη του δυστοπικού αριστουργήματος The Handmaid’s Tale από το Hulu έχει ερμηνευτεί από διάφορους σχολιαστές, με αξιοσημείωτη ομοιομορφία, ως ένα εφιαλτικό όραμα που ταιριάζει απόλυτα στην νέα πατριαρχική εποχή του Τραμπ. Πιο πρόσφατα, τα σχετικά άρθρα λαμβάνουν μια αυξανόμενα εμφατική στροφή με τίτλους όπως «Συζητάμε το The Handmaid’s Tale όσο μας επιτρέπουν ακόμη να διαβάζουμε», ακόμη και «Το The Handmaid’s Tale μας δίνει περισσότερες αποδείξεις πως οι άντρες είναι τέρατα».

Το hashtag #Gilead, μια αναφορά στο καθεστώς που απεικονίζεται στην ιστορία της Atwood, χρησιμοποιήθηκε σε απάντηση εικόνων από τον Λευκό Οίκο μιας επιτροπής απαρτιζόμενης αποκλειστικά από άντρες για τη διαβούλευση των υπηρεσιών μητρότητας. Γυναίκες ντυμένες με στολές και μπονέ υπηρετριών διαδήλωσαν ενάντια στις συζυτήσεις του καπιτωλίου της πολιτείας του Τέξας αναφορικά με τον περιορισμό των αμβλώσεων. Στην Πορεία των Γυναικών, διαδηλώτριες κρατούσαν πλακάτ που έγραφαν «Να ξανακάνουμε την Margaret Atwood φαντασία», κι η ίδια η Atwood δήλωσε πως το έργο της αποτελούσε μια προειδοποίηση ενάντια σε μια εποχή σαν αυτή του Τραμπ.

Στη σειρά, ένα θρησκευτικό πραξικόπημα οδήγησε στην επικράτηση ενός θεοκρατικού καθεστώτος στις ΗΠΑ, όπου οι γόνιμες γυναίκες απογυμνώθηκαν απ’ τα δικαιώματά τους και υποβαθμίστηκαν σε δούλες με σκοπό την αναπαραγωγή, αναγκασμένες να φέρουν παιδιά για την κοινωνία τους. Τι μας λέει αυτή η ιστορία για την Αμερική του 2017;

Τα σημερινά αμερικανικά ποσοστά γεννήσεων είναι τα χαμηλότερα καταγεγραμμένα από το 1909, με περίπου 1,85 γεννήσεις ανά γυναίκα. Με άλλα λόγια, ο πληθυσμός των ΗΠΑ πλέον δεν «αντικαθίσταται φυσικά». Ωστόσο, σε αντίθεση με τη σειρά, αυτό δεν οφείλεται σε μια οικολογική καταστροφή. Σήμερα, τα μακρά εργασιακά ωράρια των γυναικών σε συνδυασμό με το συνεχιζόμενο βάρος της οικιακής εργασίας προκαλεί αυξημένα επίπεδα άγχους και ασθενειών, με μικρότερες σε διάρκεια άδειες μητρότητας, ακριβούς παιδικούς σταθμούς και ένα χαμηλό επίπεδο κοινωνικού κύρους για την απλήρωτη εργασία της μητρότητας και των οικιακών. Παρόλα αυτά, η έρευνα του Pew δείχνει ότι ενώ τα ποσοστά γεννήσεων έχουν καταρρεύσει, η επιθυμία για την απόκτηση παιδιών παραμένει, με τον ιδεατό αριθμό παιδιών στις δημοσκοπήσεις να παραμένει «δύο ή περισσότερα», και το 40% των Αμερικανίδων κοντά στα τέλη των αναπαραγωγικών τους ετών να έχει λιγότερα παιδιά απ’ όσα θα ήθελε.

Δεδομένων των παρόντων οικονομικών συνθηκών, και του πολιτιστικού τους εποικοδομήματος, τα ποσοστά αυτά γεννήσεων δεν θα έπρεπε να μας προκαλούν έκπληξη. Πρόσφατα δεδομένα δείχνουν πως ο αριθμός της νεολαίας που ζει με τους γονείς τους ή με τ’ αδέρφια τους πρόσφατα άγγιξε επίπεδα που δεν είχαμε δει από το 1940. Το χρέος από φοιτητικά δάνεια στις ΗΠΑ είναι περίπου 1,4 τρισεκατομμύρια δολλάρια. Σε μια αυξανόμενη αστεοποιημένη παγκόσμια κοινωνία, η εκτόξευση των τιμών των ενοικίων, με πολλά άτομα να μένουν κάτω από την ίδια στέγη στις μεγάλες πόλεις, κάτι που δημιουργήθηκε από μια τεχνητή ή μη-αναγκαία έλλειψη στην αγορά, εξόρισε τη νεότερη γενιά σε μια ζωή ενός μόνιμου προ-ενήλικου στάτους, που στον κόσμο των πολιτικών (και από τον Matthew McConaughey) ευφημιστικά αποκαλείται «αποτυχία εκτόξευσης» [failure to launch].

Στην εποχή του Τραμπ, η πραγματική δυστοπία για την πλειοψηφία των γυναικών δεν είναι πως εξαναγκάζονται από ένα κατασταλτικό παραδοσιαρχικό κράτος να κάνουν παιδιά, αλλά πως υποχρεώνονται να μην κάνουν παιδιά από κάποιες πολύ υπουλότερες δυνάμεις, και όσες κάνουν παιδιά τιμωρούνται οικονομικά και κοινωνικά.

Ως ενεργή υποστηρίκτρια του κινήματος υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση, θεωρώ τον οικογενειακό προγραμματισμό[1], σε όλες τις μορφές του, ως μια από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες προόδους. Όμως, τα νέα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες σήμερα χρειάζονται νέες ιδέες. Συχνά στις προοδευτικές αναλύσεις μιλάμε ακόμη σαν να βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1950, με την πυρηνική οικογένεια να έχει παραμείνει άθικτη και να κυριαρχεί μια υπερπαραδοσιαρχιακή, τυραννική, πατριαρχική τάξη πράγματων. Μας αρέσει να φαντασιωνόμαστε τους εαυτούς μας να δίνουμε τις απλούστερες μάχες των πολιτιστικών επαναστάσεων της δεκαετίας του 1960.

Αντ’ αυτού, βρισκόμαστε μισό αιώνα αργότερα από τη σεξουαλική επανάσταση, και η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη – μια απόλυτη ηγεμονική συγχώνευση του επιχειρησιακού με την αντικουλτούρα, του προοδευτισμού, του νεωτερισμού με την αγορά. Είναι η εγκυμοσύνη, όχι ο έλεγχος των γεννήσεων, που βαραίνει το σημερινό σύστημα με αμήχανες μη-κερδοφόρες ανθρώπινες λειτουργίες κι ανάγκες.

Στη Δύση, οι μυθολογίες της εποχής μας δεν επιβάλλονται από κατασταλτικά θεοκρατικά καθεστώτα, αλλά από την προσταγή της αγοράς να είμαστε ελεύθερες, δημιουργικές, ευέλικτες, να αγαπάμε αυτό που κάνουμε ακόμη στις πιο αδιάφορες δουλειές. Η εργασιακή ευελεξία κι η ελευθερία από τα δεσμά των οικογενειακών υποχρεώσεων κι ιεραρχικών θεσμών που υποσχόταν η επιχειρησιακή αντικουλτούρα, η οποία έφτασε στο ζενίθ της τη δεκαετία του 1990, αποδείχτηκε να σημαίνει αυξανόμενη επισφάλεια και την πτώση στον πάτο του βιοτικού επιπέδου. Η υπόσχεση αυτού του οράματος για όσες δεν μπορούν να εισέλθουν στην ενηλικίωση[2] αλλά οδεύουν προς την εμμηνόπαυση, έχει μετατραπεί σε μια κλίμακα καριέρας μόνιμης εμπλούτισης του βιογραφικού, η οποία δεν οδηγεί πουθενά.

Το φλερτ του Τραμπ με τους συντηριτικούς που τάσσονται ενάντια στις αμβλώσεις κι ο φανατικός αντιφεμινισμός των διαδικτυακών παραδοσιαρχικών αντρών οπαδών του που αναζητούν συζύγους σίγουρα υποδεικνύει μια ανησυχητική στροφή, αλλά βρισκόμαστε ακόμη μακρυά από ένα Gilead. Η πραγματική υλική ανελευθερία που βιώνουν οι γυναίκες σήμερα αποτελεί ένα προϊόν της καθυπόταξης των πάντων στην αγορά, όχι στην παραδοσιαρχία. Πράγματι, η δεξιά στροφή που εκπροσωπεί η ανάδυση της νεανικής τραμπικής δεξιάς ίσως να αποτελεί εν μέρει προϊόν της αποτυχίας των προοδευτικών κινημάτων να αντιμετωπίσουν τα νέα μας προβλήματα αναφορικά με την μοναξιά και την εξατομίκευση με κάτι διαφορετικό από εκκλήσεις για περισσότερη δεκαετία του 1960 – ατομικές ελευθερίες, δικαίωμα στην έκφραση κι αντικομορφισμός. Σήμερα, οι γυναίκες με παιδιά αντιμετωπίζονται σαν κόστος και μπελάς. Οι παραδοσιοκράτες νοσταλγούν ένα παρελθόν το οποίο είναι αδύνατον να επιστρέψει. Όμως, στην εποχή του αυτοματισμού θα έπρεπε οι πάντες να δουλεύουμε λιγότερο και να έχουμε περισσότερο χρόνο για τα πράγματα εκείνα που δίνουν νόημα στις ζωές μας, όμως στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Η εκπληκτική εικονογραφία της σειράς αντλεί από τους πρώιμους Πουριτανούς άποικους της Αμερικής, συνδυάζοντάς τους με στοιχεία από τα σύγχρονα απολυταρχικά καθεστώτα. Έτσι, αρχικά εμφανίζεται σαν ένα είδος αμερικανικής αυτοκριτικής, μια ιστορία για το τι εν μέρει είναι η Αμερική και τι ίσως μπορεί να ξαναγίνει. Όμως, αυτή η εικονογραφία μπορεί επίσης να διαβαστεί σαν μια λιγότερο σαφή αναπαράσταση των δυστοπιών του φιλελεύθερου ασυνείδητου για ένα σύγχρονο εκκοσμικευμένο έθνος που θεμελιώθηκε στον Προτεσταντισμό. Υπάρχει μια σαφή Καθολική κληρική ποιότητα στις δραματικές σκούρες κόκκινες ρόμπες αυτών των θεσμών τύπου Magdalene Laundries[3], κι οι στιγμιαίες προβολές δημόσιων απαγχονισμών και γυναικών με μανδύες μοιάζουν περισσότερο με τη σύγχρονη Σαουδική Αραβία. Στη σύγχρονη Αμερική που χαρακτηρίζεται από την κατάρρευση των θεσμών της οικογένειας και της θρησκείας, αυτή η εναλλακτική ανάγνωση των αναπαραστάσεων της σειράς σίγουρα είναι εξίσου εύλογη.

Με πολλούς τρόπους, το The Handmaid’s Tale αποτελεί λιγότερο έναν δυστοπικό εφιάλτη για την Αμερική του Τραμπ και περισσότερο ένα παρηγορητικό προϊόν φαντασίας που οι προοδευτικοί λέμε στους εαυτούς μας, πως δίνουμε ακόμη της απλές μάχες του παρελθόντος. Ακόμη κι η εποχή του Ρήγκαν και της Θάτσερ, παρά την πολύ περισσότερο πολεμική συντηρητική ρητορική τους συγκριτικά μ’ αυτή της κυβέρνησης Τραμπ, κατάφερε μόνο να επιφέρει περισσότερο φιλελευθερισμό της αγοράς, στον οποίο συνέχισε να ανθίζει ο πολιτιστικός φιλελευθερισμός.

Παριστάνοντας ότι ζούμε σε μια διαρκή δεκαετία του 1950 δεν θα μας βοηθήσει να σκεφτούμε σοβαρά τα νέα μας προβλήματα, πόσο μάλλον να τα λύσουμε. Το να μην κάνεις παιδιά, όπως και το να κάνεις παιδιά, δεν αποτελεί ελευθερία αν σου επιβάλλεται αντί να γίνεται από επιλογή. Οι παραδοσιοκράτες που θέλουν να αφαιρέσουν από τις γυναίκες τα δικαιώματα αναφορικά με την αναπαραγωγή αποτελούν μια πραγματική απειλή που πρέπει να συνεχίσουμε ν’ αντιπαλεύουμε. Όμως, η πολύ μεγαλύτερη αλλά και πολύ πιο δυσδιάκριτη δυστοπία γύρω μας σήμερα συνεχίζει να είναι η πίεση της αγοράς να βγάζουμε κέρδος για άλλους και να το αποκαλούμε ελευθερία, να παραμένουμε ιδεατές υπάλληλοι ακόμη κι εις βάρος της ίδιας της ζωής.

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Μ.]: Το να μπορείς να επιλέξεις το εάν, πότε και πόσα παιδιά θα κάνεις.
2. [Σ.τ.Μ.]: Εννοεί αυτό που ανέφερε παραπάνω για τη διαβίωση σε ένα προ-ενήλικο στάτους, όπου μεγάλο κομμάτι ενηλίκων αναγκάζεται να ζει με τους γονείς τους ή άλλους συγγενείς λόγω οικονομικών δυσκολιών.
3. [Σ.τ.Μ.]: Για τα Magdalene Laundries, βλέπε http://tvxs.gr/news/kosmos/ta-plyntiria-tis-magdalinis

Advertisements